Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Εγκώμιο της σιωπής


ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  -  Του Αιμίλιου Χουρμούζιου

Μέσα στον αλαλαγμό, ένας τρόπος αμύνης της ατομικής αξιοπρέπειας είναι, βέβαια, να σιωπάς. Αλλ’ ευθύς ανακύπτει το ερώτημα: ωφελεί η σιωπή τους άλλους, αυτούς που γίνονται τις πιο πολλές φορές η κόλαση και πολύ σπάνια η λύτρωσή σου; Η σιωπή είναι, το δίχως άλλο, ένας τρόπος αναχωρητισμού που συνήθως ασφαλίζει στο άτομο την περιοχή της πνευματικότητάς του με συρματόπλεγμα την αδιαφορία που θωρακίζει τη θέληση της μονώσεως. Εδώ το θέμα των άλλων δεν τίθεται ή αν τεθεί από τον ίδιο τον αναχωρητή, μηδενίζεται από την εγωϊστική διάθεση της αυτοπεριφρούρησης.

Εν τούτοις, όχι σπάνια, ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως αυτοεγκλεισμός μέσα σε εθελούσια τείχη γίνεται γέφυρα επαφής, γίνεται προσκλητήριο ψυχικού συναγερμού των σιωπηλών. Τα στίγματα της σιωπής πληθαίνουν μέσα στον αλαλαγμό που τα περιβάλλει. Περισσότερη επιβολή, από οποιοδήποτε αγωνιστικό σύνθημα, είναι ικανή να έχει αυτή η ανοργάνωτη συμμαχία της σιωπής ανάμεσα στις τίμιες εκείνες συνειδήσεις που κατορθώνουν να νικήσουν τον πειρασμό της φωνής.

Ο στίβος των ιδεολογικών ανταγωνισμών διεκδικεί ασφαλώς τις τολμηρές παρουσίες. Αλλά οι παρουσίες ισοδυναμούν με θλιβερές αυτοχειρίες όταν είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι τα όπλα θα είναι άνισα. Και η εποχή μας, κυνική και ωφελιμιστική όσο πάει και πιο πολύ, δεν συγκινείται ούτε με τους ήρωες, ούτε με τους μάρτυρες, όταν οι ηρωϊσμοί και οι θυσίες μένουν χωρίς αντίκρισμα στην πρακτική δράση. Είναι περισσότερο πρόθυμη να δεχθεί και να χειροκροτήσει την τυφλή μαζική ανταρσία, παρά την ατομική καταβολή της ιδεολογικής πίστεως. Οι προφήτες, οι απόστολοι γίνονται δεκτοί μόνον ως «αγκιτάτορες». Η ανιδιοτέλεια της ιδέας έχει οριστικά καταργηθεί. Αυτός, άλλωστε, είναι και ένας από τους λόγους της παρακμής της φιλοσοφικής σκέψεως.

Ιδεολογική ανιδιοτέλεια

Η παρακίνηση προς τον ιδεολογικό αναχωρητισμό παρέχεται έντονη από τη συναίσθηση του αδύνατου της οργανώσεως των επί μέρους ιδεολογικών καταφάσεων και διότι οι καταφάσεις αυτές έχουν ως επί το πλείστον διαφορετικές αφετηρίες -οπότε η σύμπτωση των καθ’ έκαστα συμφωνιών είναι καθαρά περιστατική και τυχαία- και διότι τα σημεία της συναντήσεως διαρκώς μετατοπίζονται και μετατοπίζονται όχι ομοιομόρφως, ενώ οι εξωτερικοί παράγονες που ρυθμίζουν τις μετακινήσεις αυτές είναι συνήθως ταυτόσημοι. Τούτο σημαίνει ότι ακόμη και στον χώρο της ιδεολογίας υπεισέρχονται στοιχεία καθαρώς υποκειμενικά, οπότε θα ήταν βεβαίως δύσκολο να μιλήσει κανείς για ιδεολογική ανιδιοτέλεια.

Αλλά τι εννούμε ως ιδεολογική ανιδιοτέλεια; Οσοδήποτε κι αν επιχειρούσαμε μιαν αφαίρεση του προσωπικού ενδιαφέροντος, -ή ακόμη πιο θετικά: του προσωπικού συμφέροντος- θα υποχρεωθούμε τελικά να αναγνωρίσουμε ότι η οποιαδήποτε ιδεολογία προϋποθέτει μιαν ακραία επιδίωξη: την ανθρώπινη ευημερία. Ατομική και συλλογική. Η συλλογική ευημερία χαρακτηρίζει την ηθική ποιότητα της ιδεολογικής επιδιώξεως. Η ατομική ευημερία αντιπροσωπεύει ένα μόριο της συλλογικής ευημερίας. Αλλά όταν η ατομική ευημερία γίνεται αποκλειστικός σκοπός, η ιδεολογία σπανιώτατα αποχωρίζεται το εγωιστικό στοιχείο και βεβαίως χρωματίζεται έντονα από την ατομική ιδιοτέλεια. Ιδιοτέλεια υπάρχει και στην περίπτωση της επιδιώξεως της συλλογική ευημερίας αφού σε τελική ανάλυση το άτομο ωφελείται εξίσου με το σύνολο. Αλλά τότε η ιδιοτέλεια -που έστω υπάρχει- διαψεύδει τον ορισμό της. Ο ατομικός ευδαιμονισμός είναι θεμιτός μέσα στο θερμοκήπιο του ατομικού ευδαιμονισμού.

Ευδαιμονία και ύλη

Ωστόσο, από τα παλαιά χρόνια η έννοια της ευδαιμονίας είναι συνηρτημένη με πολύ αδρά και απτά χαρακτηριστικά. Η ύλη έχει αντιτεθεί αρκετά σχηματικά και κάπως χονδροκομμένα προς το πνεύμα. Οι λεγόμενες «απολαύσεις της ζωής» εκράτησε να ταυτίζονται με ό,τι το υλικά τερπνό προσφέρει ο ανθρώπινος βίος. Και η πνευματοφαγία του μηχανικού πολιτισμού, που σιγά σιγά υποτάσσει όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής και τις διαποτίζει με τη δική του ηθική, διαλύει σταδιακά τον εσωτερικό κόσμο κι επιβάλλει έναν αυθάδη «εξιμπισιονισμό» που τείνει να καταργήσει τους μυστικούς εκείνους δεσμούς του κάθε ανθρώπου με το άλλο εγώ του, το ολοδικό του, το άλλοτε ζηλότυπα και σιδηρόφρακτα περιφρουρημένο. Η διεκδίκηση αυτού του εγώ γίνεται όλο ένα και πιο βασανιστική γιατί πολλές φορές παίρνει τον χαρακτήρα του επείγοντος, έπειτα από την απελπισμένη πάλη με τον οδοστρωτήρα του κονφορμισμού.

Αλλά αυτή, ακριβώς, η διεκδίκηση σύρει και τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο άτομο και το πλήθος, ανάμεσα στο εγώ και τους άλλους. Η προσπάθεια αυτή του διαχωρισμού, αυτός ο αγώνας για κάποια αυτονομία του ατόμου μέσα στο κοινωνικό σύνολο δεν είναι απλώς θεμιτός. Είναι η αναπνοή του σημερινού ανθρώπου στην ασφυκτική περίπτυξη του αγελαίου πνεύματος που επιβάλλει ολοένα και περισσότερο δεσποτικά ο μηχανικός πολιτισμός. Και εδώ πάλιν ο αγώνας είναι άνισος και οι αλλεπάλληλες ήττες δημιουργούν ποικίλες νευρώσεις και νοσηρότητες. Χρειάζεται αναντίρρητα μεγάλο θάρρος για να πορεύεται κανείς μόνος και πολλή αντοχή όχι για να μην υποκύπτει, αλλά για να προσαρμόζεται εκάστοτε προς τις αξιώσεις της ομαδικότητος χωρίς να προδίνη την περήφανη μοναξιά της ψυχής του.

Πνευματικός ασκητισμός

Μήπως, όμως, η μονήρης πορεία σε ατροπούς μονήρεις οδηγεί… στην έρημο; Εχει τότε κανείς το δικαίωμα να αξιώση τον οποιοδήποτε σύνδεσμο -και βεβαίως σύνδεσμο πνευματικό- με το κοινωνικό σύνολο; Η ειδική καταξίωση μιας τέτοιας ηθελημένης αποξενώσεως δεν είναι ο πνευματικός ασκητισμός; Ο αναχωρητής δεν απαλλοτριώνει εκουσίως την οποιαδήποτε διεκδίκηση πνευματικής επιρροής στην κοινωνική του περιοχή;

Το ερώτημα δεν έχει ασφαλώς άλλην απάντηση από εκείνη που θα συνεπήγετο η οποιαδήποτε απάρνησις της ολοκληρωτικής και απροσχημάτιστης αλληλεγγύης με το κοινωνικό σύνολο. Αλλά ο αναχωρητής το προεξοφλεί. Και αυτή η αγόγγυστη παραδοχή του αποχωρισμού και της μονώσεως εκφράζει την ανιδιοτέλεια της απαρνήσεως, εφόσον άλλωστε το κίνητρο της απαρνήσεως αυτής είναι η συναίσθηση της ριζικής ασυμφωνίας της ατομικής ψυχολογίας προς την κοινωνική της συγκεκριμένης ώρας. Η αδυναμία της προσαρμογής, αν αναχθή σε ζήτημα ευθύνης, είναι φανερό πως βαρύνει τον απροσάρμοστο.

Η «ενοχή» είναι ατομική, ανεξαρτήτως των ηθικών δικαιολογητικών της, η αξία των οποίων είναι επίσης υποκειμενική. Αλλά σε τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναχωρητή ο καταλογισμός της ευθύνης; Και τι νόημα μπορεί να έχει η ευθύνη του είδους αυτού όταν οι δεσμοί της ηθικής συναρτήσεως ατόμου και κοινωνικού συνόλου έχουν αποκοπή ακριβώς λόγω της εκπτώσεως, στη συνείδηση του ατόμου, των αξιών που είναι αξονικοί πυρήνες της ζωής του συνόλου;

Αδιαφορία για τους συμμάχους

Η λέξη «σύνολο» δεν πρέπει να νοηθεί αριθμητικά. Πρέπει μάλλον να νοηθεί ως το κοινωνικό εκείνο μέγεθος που προσδιορίζει την κοινωνική φυσιογνωμία. Και η αντίθεση του ατόμου προς την κοινωνική του περιοχή χαρακτηρίζει μιαν αφηρημένη αριθμητική σχέση. Η φυσιογνωμία των κοινωνιών δεν προϋποθέτει την ομαδική κατάφαση, αλλά την κυριαρχία των αξιών εκείνων που μπορούν να επιβάλλονται δυναμικά επάνω στις άλλες, αντίρροπες ή απλώς διάφορες. Ετσι, η περίπτωση του ατόμου που αποχωρίζεται από την κοινωνία και κατά κάποιο τρόπο αποκεντρούται, απαλλοτριώνει για τον εαυτό της την αντίθεση, ανεξαρτήτως των ενδεχομένων άλλων, ατομικών επίσης, αντιθέσεων.

Με άλλες λέξεις, ο απαρνούμενος τις κοινωνικές αξίες του καιρού του αδιαφορεί αν στην άρνησή του έχει ή δεν έχει συμμάχους. Το αντίθετο θα οδηγούσε στη δημιουργία αιρέσεων, δηλαδή ομάδων ατόμων με συγγενείς ή ταυτόσημες ιδεολογικές πεποιθήσεις – πράγμα ασφαλώς νόμιμο όταν οι αιρέσεις αυτές έχουν ως κίνητρο την ενεργητική τους προβολή και τη μαχητική δραστηριότητα με αντικειμενικό σκοπό την κοινωνική αλλαγή.

Αλλά ο αναχωρητής μένει δύσπιστος απέναντι των ομαδικών αυτών δραστηριοτήτων. Γνωρίζει από μακρότατη πείρα πως οι διαφοροποιήσεις και μέσα στις αιρέσεις καραδοκούν και οι πικρές απογοητεύσεις επακολουθούν. Αλλωστε, αυτές οι απογοητεύσεις και οι αλλεπάλληλες οδυνηρές διαψεύσεις παλαιών ιδεολογικών πίστεων έχουν οδηγήσει τον ταλαιπωρημένο θηρευτή του ιδεώδους στη θέση της εκουσίας παραίτησης. Ο αναχωρητής ανήκει στους θλιμμένους desperados της ιδέας.

Οι διαλαλητές της αγωνιστικής ιδεολογίας θα προσβλέπουν προς αυτή την ιδεολογία της παραίτησης, του αυτοεγκλεισμού, μεέσχατη περιφρόνηση.

Πιστεύουν παρά δυσπιστούν

Τα επιχειρήματα προσφέρονται εύκολα και ακόμα πιο εύκολα και πρόχειρα είναι τα συνθήματα της ομαδικής πάλης και του περίφημου engagement. Οι άνθρωποι στους καιρούς μας είναι περισσότερο πρόθυμοι να πιστεύουν παρά να δυσπιστούν. Βέβαια, η τραγική πείρα που έχει συγκομισθεί εδώ και μισόν αιώνα θα παρακινούσε μάλλον προς τη δυσπιστία παρά προς την εμπιστοσύνη.

Αλλά συνήθως πιστεύουν όσοι δεν είναι διατεθειμένοι να γίνουν μάρτυρες της πίστεώς των και θεωρούν τη στράτευσή των σε μιαν ιδεολογία σαν μια υποχρεωτική θητεία που βιάζονται να την εκτίσουν όπως όπως για να πάρουν όσο γίνεται πιο γρήγορα το απολυτήριό τους…

Υπό τους όρους αυτούς, η πίστη και η στράτευση στην πίστη -την οποιαδήποτε- είναι ένα διάλειμμα ζωής, που προσπορίζει χρήσιμους αγωνιστικούς τίτλους. Εκείνοι που δυσπιστούν και που αρνούνται να πιστεύουν και πάλιν -σ’ ο,τιδήποτε- είναι διότι πίστεψαν πολύ είχαν δεθεί με τον φανατισμό των ποντοπόρων που ώργωναν παρθένες θάλασσες.

Οι δύσπιστοι ίσως μένουν οι άνθρωποι του περιθωρίου. Δεν βλάπτει. Είναι πάντοτε η πολύ μικρή μειοψηφία. Και είναι προτιμότερον να απέχουν παρά να γίνονται διαλυτικά στοιχεία της συλλογικής προσπάθειας ή, στην ελαφρότερη περίπτωση, στρατιώτες χωρίς ιδεώδες και χωρίς πίστη. Οι άνθρωποι αυτοί ίσως να διανύσουν την τροχιά της ζωής τους χωρίς να περιμένουν τίποτε, χάνοντας όλες τις ευκαιρίες που είναι δυνατόν να προσπορίσει ο δημόσιος και κοινωνικός βίος. Ας έχουν την ικανοποίηση πως κέρδισαν την ψυχή τους. Είναι το κέρδος της σιωπής μέσα στον αλαλαγμό.


[Γραμμένο το 1968, δημοσιεύθηκε το 1975, δυο χρόνια μετά τον θάνατο του Α.Χ.,
στο περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ» του Κώστα Τσιρόπουλου.]

Η Καθημερινή2φΑ




Κυριακή 12 Απριλίου 2026

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!




ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ  -  "Χριστός Ανέστη, μάτια μου.... "
Παραδοσιακό τραγούδι από το Μελί Μικράς Ασίας




2φΑ




Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Σταυροπροσκύνησις

 



                                                              ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ             

                                                                                                   Κάλυμνος   15-9-28

Χαίρετε, ὦ ἀδελφοί,

Αἱ ἀγαθαὶ βουλαὶ τῶν ἀνθρώπων εἰσέρχονται εἰς τὰ σκηνώματα τῆς Θεότητος, ἐκεῖ ὅπου οἱ ῎Αγγελοι λειτουργοῦν τὰς χάριτας τῆς Δυνάμεως. 2 Πᾶσα ἀγαθὴ βουλὴ ἀνέρχεται πρὸ τῆς Θεότητος καὶ ἡ Θεότης διατάττει τὰς Στρατιὰς τῶν ᾿Αγγέλων, αἵτινες ἀγάλλονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Θεοῦ.
3 Ὅτε ἡ βουλή μου ἐγένετο πρὸς τὸ Θεῖον καὶ ἡ εὕρεσις τοῦ ξύλου τῆς Ζωῆς ἦτο δι᾿ ἐμὲ ζῶσα βούλησις, ἐπιθυμία, ἥτις ἐδίδετο μὲ δύναμιν εἰς τὴν εὐχαρίστησιν, ὁ Θεὸς δὲν ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε ῥίψει πρὸς τὴν βουλήν μου, 4 καὶ μὲ ὡδήγησε πλησίον τοῦ μέρους, ἵνα εὕρω τὸν Σταυρόν, τὸν ὁποῖον ἠσθάνθην, ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ καὶ νὰ σταθῇ τὸ στήριγμα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ τεθῇ ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν παντὸς Χριστιανοῦ, 5 οὕτως ὥστε ἀτενίζων τὸ μέγεθος τῶν οἰκτιρμῶν καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας καὶ τὸ ὕψος τῆς ἀγάπης νὰ προσηλοῦται πρὸς τὸν Θεόν, τὸν Συμφιλιωτήν, τὸν μέγαν Ὁδηγὸν τῶν πεπλανημένων, τὸ Φῶς τῆς ζωῆς.

6 Ἐκ τούτου ὥρμήθην καὶ ἐζήτησα διὰ πολλῶν προσπαθειῶν νὰ εὕρω τὸ κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ἥλιον αὐτῆς. 7 ῎Ανευ τοῦ Σταυροῦ ἠσθανόμην, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἦτο κενή, ὅτι ἦτο ἀτελής. Διὰ τοῦτο ὥρμησα πρὸς εὕρεσιν τοῦ Σταυροῦ.
8 Ὅτε οἱ ὀφθαλμοί μου τὸν ἠτένισαν, δὲν ἠδυνάμην νὰ σταθῶ. Ενόμιζον, ὅτι μοὶ ἤνοιγε νέους ὁρίζοντας καὶ ἔβλεπον τὰς πύλας τοῦ Παραδείσου πρὸ ἐμοῦ. Ὅτε ἐδεήθην ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου, ἠσθάνθην, ὅτι συνεχωρήθην.
9 Διὰ τοῦτο πρέπει πᾶς ἄνθρωπος νὰ ζητῇ νὰ ἀνεύρῃ πλέον τὸν Σταυρὸν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, νὰ ἀνεύρῃ αὐτὸν μὲ τὸν Ἐσταυρωμένον Βασιλέα 10 καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ αἰσθανθῇ τοῦτον τὸν ἀκάνθινον στέφανον, ὅστις ἐτέθη ὡς βασιλικὸν στέμμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Κυρίου τῆς Δόξης.

11 Ἐπειδὴ δὲ ἄπαξ ἐζητήθη ὁ Σταυρὸς καὶ εὑρέθη καὶ οὗτος εἷς ὑπάρχει καὶ δὲν ἠμπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀνευρίσκῃ τοιούτους Σταυρούς, ὥστε νὰ συγχωρῆται, 12 ὁ καθεὶς δύναται νὰ ἀνεύρῃ τοῦτον εἰς τὴν ψυχήν του, νὰ αἰσθάνηται τοῦτον καὶ νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὸ ὕψος τῆς μεγάλης συγκαταβάσεως τοῦ Σωτῆρος. 13 Ὅταν αἰσθανθῇ τοῦτον καὶ ἴδῃ, ὅτι οὗτος ἐλευθερώνει τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ, θέλει κλίνει τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῆς μεγαλωσύνης Αὐτοῦ καὶ θέλει φωνεῖ τὰ ἁμαρτήματα ἐν μετανοίᾳ καὶ κατανύξει πρὸ τοῦ Σταυροῦ καὶ θέλει συγχωρεῖται.
14 Πρέπει νὰ ζητήσῃς τὸν Σταυρὸν ἐν τῇ ψυχῇ σου, νὰ ἀναγνωρίσῃς αὐτὸν ὡς τὸ μόνον μέσον διὰ τὴν σωτηρίαν σου καὶ θέλεις σωθῇ, καὶ φόνον ἂν ποιήσῃς ἀκόμη, ἁμάρτημα ἀπηγορευμένον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, 15 καὶ ὅμως καὶ ἐκεῖνο συνεχωρήθη πρὸ τοῦ Σταυροῦ. Πάντα λοιπὸν δύνανται νὰ συγχωρηθοῦν πρὸ τῆς ἀναγνωρίσεως τούτου.

15 ᾿Αναγνωρίσατε τοῦτον ὡς Σταυρὸν ζωηφόρον, ὡς ξύλον, τὸ ὁποῖον ἤνθησε καὶ ἐβλάστησε τὸ δένδρον τῆς Σωτηρίας· 16 ὡς ξύλον, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη τὸ σῶμα τοῦ Βασιλέως τῶν ὅλων, καὶ θέλετε αἰσθανθῇ τὴν θεϊκὴν συγκατάβασιν καὶ θέλετε αἰσθανθῇ τὸ θεϊκὸν βλέμμα, τὸ ὁποῖον διέλυσε σκότη τῆς ἁμαρτίας. 18 Καὶ οὕτω θέλετε θέσει ὡς ὁ υἱός μου Κωνσταντῖνος τὰς καρφίδας, τὰς ὁποίας οἱ ἄνομοι ἔθεσαν ἐπὶ τῶν χειρῶν καὶ ποδῶν Αὐτοῦ εἰς μάστιγα καὶ ἀθλιότητα, ὡς στέμμα βασιλικὸν καὶ ἀπρόσβλητον εἰς τὴν ζωήν σας.
19 Ησθάνθη ὁ δυστυχὴς Κωνσταντίνος, ὅτι εἶχε μεγάλην δύναμιν ὁ Σταυρός, ὅτε εἶδε τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ νὰ ἐξαλείφηται ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ.
20 Οὕτω καὶ ὑμεῖς ἐν τῇ ἀναγνωρίσει τοῦ Σταυροῦ θέλετε ἐπιθυμήσει ὡς κόσμημα τὰ φοβερὰ βασανιστήρια τῆς Θεότητος καὶ θέλετε εἶσθαι βέβαιοι, ὅτι ὁ Σταυρὸς θὰ ἐξαλείψῃ τὰς ἁμαρτίας τὰς ἀνθρωπίνους ὑμῶν.

21 Δόξαν, δύναμιν, ζωήν, φῶς καὶ ἀγαλλίασιν, πάντα ταῦτα ἐγκλείει τὸ ξύλον τῆς Ζωῆς, ἤτοι ὁ Σταυρός. 22 Πρὸς αὐτὸν προσαρμοσθῆτε καὶ ἐν τῇ ἀναγνωρίσει αὐτοῦ θέλετε γνωρίσει τὸν Βασιλέα, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

23 Εἴθε τοῦτο νὰ γίνηται, ὁ ἄνθρωπος ἀεὶ νὰ εὑρίσκῃ τὸν Σταυρόν του.

Χαίρετε, ὦ ἀδελφοί!

                                                                                                                             ΕΛΕΝΗ


pyli-eleous

2φΑ


Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Μνήμη Αικατερίνας Ν. Βουβάλη



«ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ», Έντυπο Φαναρίου, 29 Ιαν. 1958


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΛΕΡΟΥ ΚΑΛΥΜΝΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ

Τῇ Α. Θ. Παναγιότητι
τῷ Οικουμενικῷ Πατριάρχη κ. Αθηναγόρᾳ.
Εἰς Φανάριον.

Παναγιώτατε καὶ Θειότατε πάτερ καὶ Δέσποτα,

Εὐσεβάστως φέρω εἰς γνῶσιν τῆς  Ὑ. Θ. καὶ Προσκυνητῆς μοι Παναγιότητος, ὅτι ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον καὶ μὲ ἐκδηλώσεις βαθυτάτου πόνου καὶ συμπαθείας ἐκηδεύθη χθές, 14ην τρέχ. μηνός, ἡ ἀείμνηστος Αἰκατερίνη Βουβάλη, χήρα τοῦ ἀειμνήστου Μεγάλου Εὐεργέτου τῆς Νήσου μας Καλύμνου Νικολάου Βουβάλη, καὶ ἀδελφὴ τοῦ τ. Προέδρου τῆς ἐν Λονδίν ᾿Ορθοδόξου Κοινότητος κ. Σόλωνος Πελεκάνου.

Η κηδεία τῆς ἀειμνήστου ἐγένετο, Δημοτικῇ δαπάνη, παρέστησαν δὲ κατ' αὐτὴν ὅλαι αἱ Τοπικαὶ ᾿Αρχαί, τὸ Διδάσκον Προσωπικὸν τῶν τριῶν Γυμνασίων καὶ τῶν ἕξ Δημοτικῶν Σχολών τῆς Νήσου μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτῶν καὶ πᾶς ὁ λαὸς τῆς Καλύμνου, προεξάρχοντος τοῦ εὐλαβῶς ὑποφαινομένου.

Ὡς καὶ ἐν καιρῷ ἀνέφερον τὙμετέρᾳ Σεπτῇ Κορυφῇ, ἡ ἀείμνηστος ἐγκατέλειψε τὴν περιουσίαν αὐτῆς νῦν ἀνερχομένην εἰς τέσσαρα ἑκατομμύρια σημερινών Δραχμῶν, εἰς τὸ ἐν Καλύμνῳ "Ιδρυμα τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους, μὲ ἀποκλειστικόν σκοπόν, ὅπως ἐκ τῶν χρημάτων τούτων ἱδρυθῇ ἐνταῦθα Γηροκομεῖον, "Ασυλον ᾿Ανιάτων, Ορφανοτροφείον Αρρένων, Συσασίτιον ἀπόρων καὶ Τυπογραφεῖον μὲ ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τὴν ἔκδοσιν εἰς γλῶσσαν ἀπλῆν καὶ καθομιλουμένην τῶν θησαυρῶν τῶν Πατερικών συγγραμμάτων τς ᾿Αγίας ἡμῶν Εκκλησίας.

Εἰς τοὺς οἰκείους τῆς ἀειμνήστου διεβίβασα ἐπ' Ἐκκλησίας τὰ συλλυπητήρια τῆς Ὑ. Θ. Παναγιότητος. Γνωρίζων τὸ ἐνδιαφέρον δ᾽ Αὐτῆς δι᾿ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ταπεινήν μου Έπαρχίαν, τολμῶ νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Ὑ. Σ. Κορυφήν, ὅπως ἀγαθυνομένη ἀποστείλῃ Πατριαρχικόν συλλυπητήριον Γράμμα εἰς τὸν ἐν Λονδίνῳ διαμένοντα ἀδελφὸν αὐτῆς Ἐντιμότατον κ. Σόλωνα Πελεκάνον, προσφιλῆ τῇ Μητρὶ Ἐκκλησίᾳ καὶ πᾶσιν ἡμῖν ἀγαπητόν.

Ἐπὶ τούτοις τὴν σεπτὴν δεξιἂν Αὐτῆς ἀσπαζόμενος καὶ τὰς Θεοπειθεῖς Αὐτῆς ἀπεκδεχόμενος εὐχάς, διατελώ
Τέκνον Αὐτῆς πειθήνιον.

Έν Καλύμνω, τῇ 15η-1-1958.

† Ὁ Λέρου, Καλύμνου καὶ ᾿Αστυπαλαίας
ΙΣΙΔΩΡΟΣ




Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026