Δευτέρα 31 Μαΐου 2021

"Ευγενής άμιλλα.. "

 



-  ΙΒΑΝ ΦΕΡΝΑΝΤΕΖ ΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΑΜΠΕΛ ΜΟΥΤΑΙ

Ο Βάσκος αθλητής Ιβάν Φερναντέζ Ανάγια συμμετείχε σε έναν αγώνα ανώμαλου δρόμου στην Μπουρλάντα, στο Ναβάρρε.
Βρισκόταν στη δεύτερη θέση, σε αρκετά μεγάλη απόσταση από τον προπορευόμενο Αμπέλ Μουτάι, ο οποίος είχε κερδίσει το χάλκινο μετάλλιο στο αγώνισμα των 3000 μέτρων στηπλ, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το περασμένο καλοκαίρι.

Μπαίνοντας όμως στην τελική ευθεία, ο Βάσκος αθλητής είδε τον Κενυάτη δρομέα - σίγουρο νικητή της κούρσας - σαν να χάνει την αίσθηση του χώρου, να σταματά να τρέχει, μόλις 10 μέτρα πριν από το νήμα, νομίζοντας πως είχε κιόλας περάσει τη γραμμή!
Ο Φερναντέζ Ανάγια τον έφτασε και αντί να τον προσπεράσει και να τερματίσει εκείνος πρώτος, σταμάτησε επί τόπου και με διάφορα νοήματα κατηύθυνε τον Μουτάι προς την γραμμή και τον βοήθησε να τερματίσει πρώτος.

Αμέσως μετά, ο Ανάγια, που είναι αθλητής με μεγάλο μέλλον (ήδη πρωταθλητής Ισπανίας στα 5 χιλιόμετρα, στη κατηγορία των νέων), δήλωσε:

"Ακόμα και εάν μου έλεγε κάποιος ότι, κερδίζοντας αυτόν τον αγώνα θα εξασφάλιζα μια θέση με την ισπανική ομάδα στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου, δεν θα το έκανα.
Η ενέργειά μου να βοηθήσω τον πελαγωμένο συναθλητή μου ήταν αυθόρμητη, και η ηθική μου ικανοποίηση από αυτήν είναι πολύ μεγαλύτερη από οποιοδήποτε μετάλλιο.
Για μένα, ιδίως με όσα συμβαίνουν σήμερα στη κοινωνία, στην πολιτική, κλπ, όπου ο κάθε ένας κοιτάζει μόνο το δικό του συμφέρον, νομίζω ότι το να ενδιαφέρεσαι για τον συνάνθρωπό σου, έχει μία ιδιαίτερη αξία".

 

fb – dinfo
2fA


Κυριακή 30 Μαΐου 2021

"Ανανέωση του νου "

 



-  Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς,
[από την «Οδό Θεογνωσίας», εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1985]


….   Ευνόητο είναι τότε ότι οι άνθρωποι οι «κατεφθαρμένοι τον νουν» (Β’ Τιμ. 3. 8) αντιστέκονται στην αλήθεια, σε κάθε αλήθεια, στην υπέρτατη Αιώνια Αλήθεια, στον Θεό και Θεάνθρωπο Χριστό.

Πώς οι χριστιανοί μπορούν να απορρίψουν τον παλαιό άνθρωπο;
Με το να ανανεώνονται «τω πνεύματι του νοός αυτών».
Αυτό σημαίνει να αλλάξει το πνεύμα του νου, να αλλάξει η διάθεση του νου, η συνήθεια του νου, να αλλάξει ο τρόπος νοήσεως, ο τρόπος σκέψεως.
Με μία λέξη: να μεταμορφώσεις και να μεταλλάξεις μέσα σου αυτόν τον κύριο ειδωλολάτρη και άθεο, τον νου· και να τον στρέψεις από το άθεο προς τον Θεό, από τα μη του Χριστού προς τον Χριστό.

Και αυτό κατορθώνεται κατεξοχήν με την άσκηση στην πίστη και μαζί της μ’ όλες τις άλλες ευαγγελικές ασκήσεις, της αγάπης, της προσευχής, της νηστείας, της ταπεινοφροσύνης, της θεοσέβειας, της σωφροσύνης, της πραότητας, της εγκράτειας.
Καθεμιά από αυτές τις ασκήσεις ανανεώνει τον νου με τη μεταμορφωτική της δύναμη.
Και βαθμιαία θεραπεύεται ο νους από τις άρρωστες σκέψεις του, από τους ασθενείς διαλογισμούς και αντιλήψεις του.
Βαθμιαία υγιαίνει, ώσπου με την δύναμη του Χριστού να θεραπευθεί και να καταστεί με το Άγιο Πνεύμα εντελώς υγιής.

Ο θεραπευμένος νους, υγιής πλέον και ανανεωμένος, γίνεται δημιουργός υγιών, φωτισμένων, αγίων, θείων, αθάνατων σκέψεων.
Σκέπτεται τώρα διά του Θεού, σκέπτεται διά του Χριστού.
Η Θεοσκέψη, η Χριστοσκέψη γίνεται η συνεχής του διάθεση και κατάσταση, το «πνεύμα» του, η νοοτροπία του. Γι’ αυτό ο άγιος Απόστολος διακηρύττει εν ονόματι όλων των χριστιανών: «ημείς νουν Χριστού έχομεν» (A’ Κορ. 1. 16).
Επομένως για όλα νοούμε διά Χριστού του Θεού.

Με την αλλαγή του νου στον άνθρωπο αλλάζουν τα πάντα, ανανεώνονται τα πάντα.
Απ’ αυτό έχει το όνομά της και η μετάνοια· από το «μετά» και «νους», δηλαδή αλλαγή του νου, ανανέωση του νου.

 

sostis – 2φΑ


Σάββατο 29 Μαΐου 2021

Θριαμβική τιμή

 



ΣΤΑ  ΤΕΙΧΗ


Πομπή σιωπηλή
ατέλειωτη
αργοσβήνει αποφασιστικά
προς τον ορίζοντα
χιλιάδες υπερασπιστές
με ελεύθερο βηματισμό - και βούληση
πορεύονται στη σκιά
στη συντελεσθείσα θυσία

Η νύχτα
έχει καλύψει το μοιραίο
την άλωση
θα ακολουθήσει το σκότος
η ανώφελη προσφορά
μεγαλειώδης - γεγονός
καθαρά πνευματικό
θριαμβικής  τιμής.


Μ – 2φΑ


Παρασκευή 28 Μαΐου 2021

"Αγγελικός όρκος "

 



Γιατί ονομάστηκε "Αγία Σοφία", η του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία
-  Από το χρονικό του Γεωργίου Κωδινού


Ο πρωτομάστορας Ιγνάτιος, καθώς κατέβηκε, άφησε το γιο του, παιδί 14 ετών, να ’χει τον νου του στα εργαλεία που άφησαν οι μάστορες.
Όπως λοιπόν καθόταν το παιδί και φύλαγε, ξάφνου του φανερώθηκε κάποιος λευκοντυμένος.
Έμοιαζε σαν να ήταν ένας ευνούχος σταλμένος από το παλάτι και τον ρώτησε:

– «Για ποιο λόγο σταμάτησαν οι εργάτες και δεν τελειώνουν γρήγορα το έργο του Θεού, αλλά το ‘ριξαν στο φαγητό;»
Και το παιδί τού απάντησε:
– «Κύριέ μου, θα γυρίσουν σύντομα».
Και κείνος πάλι του είπε:
– «Τρέχα γρήγορα να τους φωνάξεις».

Μα το παιδί φοβότανε ν’ αφήσει τη θέση του μήπως και χαθεί κανένα εργαλείο.
Τότε ο ξένος, που ήταν Άγγελος, του είπε παίρνοντας όρκο:
– «Πήγαινε, φώναξέ τους. Κι εγώ δεν θα φύγω από εδώ ώσπου να γυρίσεις, μα την Αγία Σοφία, τον Λόγο του Θεού, που τώρα κτίζεται».

Σαν άκουσε τον όρκο του Αγγέλου το παιδί, πήγε στα γρήγορα και βρήκε τον πατέρα του τον Ιγνάτιο. Του λέει για τον ασπροντυμένο.
Και αυτός οδηγεί το παιδί στον Αυτοκράτορα, που έτρωγε εκεί κοντά στο Βαπτιστήριο.

Μόλις άκουσε ο Ιουστινιανός αυτά που είπε το παιδί, το καλεί κοντά του και του δείχνει όλους τους ευνούχους. Και όταν εκείνο κανένα δεν αναγνώρισε να μοιάζει του λευκοφορεμένου, κατάλαβε πως ήταν Άγγελος Κυρίου.
Εκείνο που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ο όρκος, όπως τον άκουσε από το παιδί και ακόμη πως ήταν λευκοντυμένος και έβγαζαν φωτιά τα μάγουλα του, και η θωριά του ήταν αλλιώτικη.

Χάρηκε πολύ ο Ιουστινιανός και δόξασε τον Θεό, που έδειξε την ευδοκία Του για το έργο.
Από τότε κάλεσε την εκκλησία Αγία Σοφία, λύνοντας έτσι την απορία του, τι όνομα να της δώσει.
Ακόμη κάλεσε πολλούς οσίους κι ενάρετους ανθρώπους, που τον συμβούλεψαν να μη γυρίσει το παιδί στην εκκλησία, γιατί αν γύριζε, ο φύλακας Άγγελος θα έφευγε από τον τόπο.

Όπως του είπαν, έτσι κι έκανε.
Γιόμισε με πλούτη το παιδί και το έστειλε να ζήσει στα νησιά της Προποντίδας.
Και ο Άγγελος έμεινε να φυλάγει την εκκλησία ως τα σήμερα, όπως είχε ορκισθεί.

 

askitikon – 2fA




Πέμπτη 27 Μαΐου 2021

"Παραμυθένιος κόσμος! "

 



-  Φώτης Κόντογλου
Τό ἀληθινό Βυζάντιο. Ἡ ἀρχοντική καί βασιλική πολιτεία
[«Μυστικά Ἄνθη», Ἀθήνα 1992, δ´ ἔκδοση, Ἀστήρ, σελ. 93‐99]


Τί ἤτανε, ἀληθινά, ἐκεῖνο τὸ Βυζάντιο, ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολη;
Παραμυθένιος κόσμος!
Ὄχι μοναχὰ ἡ ἀρχαία πολιτεία, μὰ κι ἡ καινούργια, ὡς τοῦ σουλτὰν-Χαμὶτ τὰ χρόνια. Εἶχα γνωρίσει ἕναν χριστιανὸ Ἀνατολίτη κοσμογυρισμένον, ποὺ ἔζησε πολλὰ χρόνια στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική, στὴ Λόντρα, στὸ Παρίσι, στὴ Ρώμη, στὴ Νέα Ὑόρκη. «Ὅλες αὐτὲς οἱ μεγάλες πολιτεῖες, μοῦ ἔλεγε, εἶναι σπουδαῖες, μὰ σὰν τὴν Κωνσταντινόπολη δὲν ὑπάρχει ἄλλη στὴν οἰκουμένη, κι οὔτε βρίσκεται στὸν ντουνιὰ τέτοια ἐπίσημη ἀρχοντικιὰ καὶ βασιλικὴ πολιτεία».

Στὰ χρόνια τῶν Βυζαντινῶν «ἡ βασιλεύουσα Πόλις» θὰ εἶχε μιὰ ἐξωτικὴ κι ἀλλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλιοι κουμπέδες (τροῦλλοι) κατάχρυσοι λαμποκοπούσανε μέσα στὴ βλογημένη αὐτὴ ἀφεντοπολιτεία. Στὴ μέση στεκότανε, σὰν ἥλιος, ἡ Ἁγιὰ Σοφιά, καὶ γύρω της ἤτανε σκορπισμένες οἱ ἄλλες ἐκκλησίες μὲ τοὺς χρυσοὺς κουμπέδες, σφαῖρες οὐράνιες, ποὺ λὲς καὶ γυρίζανε γύρω στὸν ἥλιο. Δὲν φαινόντανε πὼς ἤτανε κτίρια κανωμένα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ σὰν νὰ κατεβήκανε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ σταθήκανε ἀπάνω στὴ γῆ. Κι ἀπὸ μέσα ἤτανε καταστολισμένες μὲ ψηφιά, μὲ χρωματιστὰ μάρμαρα, μὲ σμάλτα, μὲ ζωγραφιές, ποὺ θαρροῦσε κανένας πὼς μπαίνει σὲ οὐράνια παλάτια. Εἴχανε δίκιο οἱ παλιοὶ Κινέζοι ποὺ λέγανε πὼς αὐτὰ τὰ κτίρια ἤτανε «κάποια παλάτια μεγάλα καὶ λαμπερά, ποὺ ἀπὸ μέσα μοιάζανε σὰν τὰ χρυσὰ φτερὰ τοῦ φασιανοῦ τὴν ὥρα ποὺ πετᾶ».

Ἀνάμεσα στὶς ἀκαταμέτρητες ἐκκλησιές, στὰ παλάτια καὶ στὰ μοναστήρια, ποὺ σκεπάζανε ἀνεξερεύνητα μυστήρια, ἤτανε χτισμένα τὰ σπίτια καὶ τὰ ἀμέτρητα παζάρια ποὺ μερμήγκιαζε ὁ κόσμος, κόσμος καλοπερασμένος, τὰ χάνια, τὰ μαγαζιά, φωλιὲς γεμάτες ζωὴ καὶ κίνηση. Ἐδῶ κι ἐκεῖ πρασινίζανε κάποια περιβόλια μὲ ψηλὰ δέντρα μέσα στὴν πολιτεία, μὰ ἕνα γύρω τὴ ζώνανε, σὰν ὁλόδροσο στεφάνι, ἀνθισμένοι κῆποι, δάση μὲ πλατάνια, μὲ δρῦς, μὲ κυπαρίσσια, μὲ καβάκια (λεῦκες), ποὺ ρίχνανε τὸν πυκνὸν ἴσκιο τους ἀπάνω σὲ ξωτικὰ κιόσκια, σὲ βρύσες μὲ κρυσταλλένια νερά, ἐνῶ ἀπὸ παντοῦ χλιμιντρούσανε χαρούμενα τὰ λυγερὰ ἄτια (ἄλογα) τῆς Ἀνατολῆς, κι ἀκουγόντανε κάτι τραγούδια ποὺ μοιάζανε μὲ ψαλμῳδίες. Ἀνάμεσα στὰ δέντρα βοσκούσανε ζαρκάδια.

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

"Μελαγχολία Παλαιολόγων "

 



Φώτης Κόντογλου  -  Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩΝ

Τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα στὸν Μυστρᾶ, τύχαινε πολλὲς φορὲς νὰ βρεθῶ μοναχὸς μέσα στὴν Περίβλεπτο. Τ᾿ ἀπόγεμα ἡ ἐκκλησία σκοτείνιαζε κι ἀγρίευε.
Ἀπὸ πάνου ἀπὸ τὴν σκαλωσιὰ ἄκουγα πατήματα.

«Κανένα φάντασμα θὰ περπατᾷ», συλλογιζόμουνα, καὶ γύριζα τὸ κεφάλι μου πάντα κατὰ τὸ μέρος ποὺ στεκόντανε ζωγραφισμένοι οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ πολεμάρχοι. Στεκόντανε στὴ σειρὰ ἕνα γῦρο, λίγο ψηλότερα ἀπὸ τὸ χῶμα, οἱ περισσότεροι μὲ βγαλμένα μάτια, τρυπημένοι στὸ στῆθος, πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς κομματιασμένοι ἀπὸ τὶς σπαθιές. Σὲ πολλὰ κεφάλια εἶχε ἀπομείνει γερὸ ἕνα μάτι μοναχά, μὰ κεῖνο τὸ μάτι ἔβλεπε σὰν δέκα ζωντανά.

Μνήσθητί μου, Κύριε! Χρόνια πέρασα μέσα σὲ κείνη τὴν ἐκκλησιά, καὶ μ᾿ ὅλα τοῦτα ἀνατρίχιαζα, σύγκρυο μὲ διαπερνοῦσε. Κεῖνοι οἱ χορταριασμένοι τοῖχοι ἤτανε ζωντανοί, καρδιὲς χτυπούσανε, νεῦρα τανυζόντανε, σπαθιά, σαργίτες, ταρκάσια, σκουτάρια τρίζανε ἀπάνω στὰ κορμιά. «Καὶ ἰδού, σεισμὸς καὶ προσήγαγε τὰ ὀστᾶ, ἑκάτερον πρὸς τὴν ἁρμονίαν αὐτοῦ. Καὶ εἶδον· καὶ ἰδοὺ ἐπ᾿ αὐτὰ νεῦρα καὶ σάρκες ἐφύοντο, καὶ ἀνέβαινεν ἐπ᾿ αὐτὰ δέρμα ἐπάνω. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς αὐτὰ τὸ πνεῦμα καὶ ἔζησαν καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῶν, συναγωγὴ πολλὴ σφόδρα».

Ἐτοῦτοι εἶναι οἱ τελευταῖοι στρατιῶτες τοῦ Παλαιολόγου, τότε ποὺ ἤρτανε καὶ πιάσανε γιὰ μετερίζι τῆς ἀπελιπισίας τὸ φημισμένο βουνὸ τοῦ Ταϋγέτου, σιμὰ στὴν ἀρχαία Σπάρτη. Ἀνεμοδαρμένο ἀπάνου στὸν βράχο, μαραζωμένο, τὰ μάτια τους μελανιασμένα καὶ λαμπερὰ ἀπὸ τὴν θέρμη, ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια καὶ τὴν ἀγωνία. Ἀνατολῖτες, στρατολογημένοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Σηλύβριας, τῆς Μαύρης Θάλασσας, τὴν Ἀγχίαλο, τὴν Καβάρνα, κι ἄλλοι ντόπιοι ἀπ᾿ τὸν Δρόγγο τῶν Σκορτῶν, τὸ Σάλαβρο, τὸ Βοίτουλο, τὴ Μάνη, τὴ Γρεμπενή, τὸν Ἀϊτὸ κ.ἀ., αἵματα παλιά.

Δὲν εἶναι στρατιῶτες βαριοί, μὲ κορμιὰ δυνατά. Τὰ χέρια τους καὶ τὰ ποδάρια τους εἶναι κοκκαλιασμένα, τὰ κορμιὰ λιγνά, περπατᾶνε ἐλαφρὰ σὰν φαντάσματα, πολεμιστὲς ἑνὸς βασιλείου ποὺ δὲν εἶναι τούτου τοῦ κόσμου. «Θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου». Σὰν τὸν ἀφέντη τους τὸν Κωνσταντῖνο, ξέρουνε τὸ κακὸ τὸ ριζικό τους.

Κι οἱ ἄλλοι οἱ σύντροφοί τους εἶναι παραπονεμένοι, μὰ τοῦτος εἶναι πολὺ θλιμμένος, φαρμάκι στάζει ἀπὸ τὸ στόμα του. Στέκεται σὰν πουλὶ ἀναφτερουγιασμένο. Στό ῾να χέρι του βαστᾷ ἀλαφρὰ τὸ δοξάρι καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ἀκουμπᾷ ἀπάνω στὸ σπαθί. Ἀπὸ τὸ λαιμό του εἶναι κρεμασμένη ἡ περικεφαλαία πίσ᾿ ἀπὸ τὴν ὡραία κεφαλή του, στὸν ἕναν ὦμο του ἔχει ριγμένο τὸ ταρκάσι μὲ τὶς σαγίτες καὶ στὸν ἄλλον ὦμο τὸ σκουτάρι του.

Ὧρες καθόμουνα καὶ κουβέντιαζα μαζί του σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ δὲ χρειάζεται μηδὲ στόμα γιὰ νὰ τὴν πεῖ, μηδὲ ἀφτί, γιὰ νὰ τὴν ἀκούσει. Τὸν ἄκουγα ποὺ μοῦ μιλοῦσε ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο, σὰν τ᾿ ἀγέρι ποὺ φυσᾷ ἀπάνου στ᾿ ἄγρια χορτάρια πού ῾ναι φυτρωμένα σὲ κάστρο ρημαγμένο, μὰ καταλάβαινα καθαρὰ τί μοῦ ῾λεγε.

Τοῦτος ὁ στρατιώτης δὲν εἶναι κανένας ἄντρας δυνατός, μὲ κορμὶ ἀντρειωμένο, χεροδύναμος καὶ φοβερός. Τὸ κορμί του εἶναι ἀλαφρὸ καὶ λυγερό, τὰ ποδάρια του ψιλὰ καὶ μακριὰ σὰν τοῦ ζαρκαδιοῦ. Κεῖνα τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν του εἶναι ἴδια κοντύλια ψιλοπελεκημένα, ἴδια ἁγιοκέρια, κι ἀπορεῖς πῶς κρατᾶνε ἄρματα. Τὸ κεφάλι του γέρνει στὸν ὦμο του σὰν τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιο κεφάλι ποιὸ πινέλο νὰ τὸ ζωγράφισε! Ζωγράφος εἶμαι κι ἐγώ, κι ὅμως ἀπορῶ γιὰ τὴν τόση τέχνη. Ἀπὸ ποιὸ μέρος ᾖρθε τοῦτο τὸ χέρι, ποὺ κράτησε τὸ πινέλο, γιὰ νὰ τυπώσει αὐτὰ τὰ πικραμένα μάτια, αὐτὸ τὸ πηγοῦνι, αὐτὸ τὸ στόμα, αὐτὰ τὰ μαλλιά!

Τί μυστήριο κρύβεται μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν καθρέφτη π᾿ ἀντιφεγγίζει τὶς χαρὲς ἑνὸς ἄλλου κόσμου! Καὶ τί εὐτυχία γιὰ μᾶς, νὰ φτάξει ἴσαμε τὰ χρόνια μας ἕνα τέτοιο δῶρο ἐξαίσιο! Πρόσωπο γλυκομελάχρινο, ψημένο ἀπὸ τὸν ἥλιο τῆς Ἀνατολῆς, στὰ μέρη ποὺ πολεμοῦσε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὰ μισοσφαλισμένα μάτια του βγαίνει μία ἀντιφεγγιὰ γλυκιά, ἤρεμη καὶ θλιμμένη.

Σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο δὲν βρέθηκε, μηδὲ θὰ βρεθεῖ τέχνη ὅμοια μὲ τῆς Ἀνατολῆς, νὰ δίνει τέτοιο πάθος καὶ τέτοιο γλυκὸ παράπονο στὰ πλάσματά της. Ὅποιος ἔχει καρδιὰ θερμή, ἐκεῖνος θὰ μὲ καταλάβει. Καμιὰ τέχνη δὲ μεταχειρίστηκε τόσο ἁπλὰ μέσα καὶ καμιὰ τέχνη δὲν ἔπιασε τέτοια πράματα. Ἀπὸ κοντά, τὰ μάτια εἶναι δυὸ πινελιές, μιὰ μαύρη καὶ μίαν ἄσπρη, ἡ μύτη εἶναι καμωμένη μὲ δυὸ ἐλαφρὲς γραμμές! Δὲν εἶναι λοιπὸν μεγάλο μυστήριο;

Τί θέλουνε νὰ ποῦνε αὐτοὶ ποὺ μιλᾶνε γιὰ φυσικὰ καὶ γιὰ ἀνατομίες καὶ γιὰ ἐπιστῆμες καὶ γιὰ ὀφθαλμολογίες καὶ τέτοια; Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει μηδὲ φυσικό, μηδὲ ἀφύσικο, μηδὲ τίποτα.
Ἐδῶ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἀνεξερεύνητο μυστήριο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πιάσει μηδὲ ὁ σοφὸς Σολομῶντας, μὲ λόγια, μὲ σκολειὰ καὶ μὲ φιλοσοφίες. «Δώρημα τέλειον ἄνωθεν καταβαῖνον ἐκ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων». Φλόγα ἄπιαστη, ἀκατανόητη πνοή!

Ἡ τέχνη τῆς ἀνατολικῆς χριστιανοσύνης εἶναι καθαρὴ θροφὴ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ χαρὰ γιὰ τὰ μάτια. Τὸ ἰδεῶδες της Ἀνατολῆς ἀπέχει ἀπὸ τὸ ἰδεῶδες τῆς Δύσης ὅσο κι ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴ γῆ.
Μὲ τὸ πάθος ἡ Ἀνατολὴ πέτυχε τὸ ἐξωτικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ζητᾷ τὸ πνεῦμα σὰν ἐλάφι διψασμένο. Ἡ Δύση ἔκανε ἀνάμεσα στὰ ἔθνη ἐκεῖνα ὅπως ὁ Προμηθέας, καὶ πῆγε τὸ φῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ ζούσανε στὸ σκοτάδι. Πῆγε καὶ κούρνιασε στὴν ἀϊτοφωλιά, στὸ Τολέδο, Ἀνατολίτης ντερβίσης, κήρυκας τῆς ἐγκράτειας στὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς, βαριεστισμένος ἀπὸ τὰ πανηγύρια τῆς Βενετιᾶς. Ὅπως ἤτανε κατατρεγμένοι οἱ Βυζαντινοὶ ποὺ σκαλώνανε στὰ βράχια τοῦ Μυστρᾶ, ἔτσι κι ὁ Θεοτοκόπουλος πῆγε καὶ φώλιασε στὸ Τολέδο.

 

nektar – 2fA


Τρίτη 25 Μαΐου 2021

"Οἱ μικροί γαλαξίες "

 



Νικηφόρος Βρεττάκος  -  Οἱ ΜΙΚΡΟί ΓΑΛΑΞΙΕΣ


Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ.
Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Ὅμως, ἐσύ,
δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες
μὲς ἀπὸ μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,
ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ἴσα, μὲς ἀπὸ σένα,
κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας μας
μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους -
Ἤσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμε τὴ γῆ.

 

nektar – 2fA


Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

Κυριακή 23 Μαΐου 2021

"Θέλεις ὑγιής γενέσθαι; "

 



Εὐαγγέλιο Κυριακής  -  Κατά ᾿Ιωάννη, (Ε' 1-15)

Τῷ  καιρῷ εκείνῳ ἀνέβη ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα.
ἔστι δὲ ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα.
ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν.
ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι.

ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ.
τοῦτον ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;
ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει.
λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.
καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει.

ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.
ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον.
ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.
ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ ᾿Ιησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ.

μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται.
ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

 

2φΑ


Σάββατο 22 Μαΐου 2021

"Σπασμένα φτερά "

 



Χαλίλ Γκιμπράν -  "Η λίμνη της φωτιάς" (απόσπασμα)
[από το βιβλίο "Τα σπασμένα φτερά" - Η γυναίκα, η Σέλμα, έχει έναν τελευταίο διάλογο
με τον αγαπημένο της λίγο πριν αποχωρήσει απ' το πατρικό της σπίτι, για να παντρευτεί αναγκαστικά με κάποιον άλλον.]


Ήταν λοιπόν μάταιες όλες αυτές οι νύχτες που περάσαμε στο φως του φεγγαριού δίπλα στο δέντρο του γιασεμιού που ενώθηκαν οι ψυχές μας;
Πετάξαμε ορμητικά προς τα άστρα, ώσπου οι φτερούγες μας κουράστηκαν και κατεβαίνουμε τώρα στην άβυσσο;
Ή μήπως η αγάπη ήταν κοιμισμένη όταν ήρθε σε μας, κι όταν ξύπνησε, θύμωσε κι αποφάσισε να μας τιμωρήσει;
Ή μήπως τα πνεύματά μας μετατρέψανε την αύρα της νύχτας σε άνεμο, που μας έκανε κομμάτια και μας πέταξε σαν σκόνη στο βάθος της κοιλάδας;

Δεν παρακούσαμε καμία εντολή, ούτε γευτήκαμε καρπό απαγορευμένο.
Τι είναι λοιπόν εκείνο που μας αναγκάζει να φύγουμε απ' τον παράδεισο;
Ποτέ δε συνωμοτήσαμε, ούτε κάναμε στάση. Γιατί λοιπόν κατεβαίνουμε στην κόλαση;
Όχι, όχι! Οι στιγμές που μας ένωσαν ήταν μεγαλύτερες κι απ' τους αιώνες και το φως που φώτισε τα πνεύματά μας ήταν πιο δυνατό κι απ' το σκοτάδι.

Κι αν η καταιγίδα μας χωρίσει πάνω σ' αυτόν τον ωκεανό, τα κύματα θα μας ενώσουν πάνω στη γαλήνια ακροθαλασσιά.
Κι αν αυτή η ζωή μας σκοτώσει, ο θάνατος θα μας ενώσει.
Η καρδιά της γυναίκας δεν αλλάζει με τον καιρό ή τις εποχές.
Ακόμα κι αν πεθάνει για πάντα, ποτέ δε θα χαθεί.
Η καρδιά της γυναίκας είναι σαν ένα χωράφι που μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.
Όταν τα δέντρα ξεριζωθούν και η χλόη κατακαεί και οι βράχοι κοκκινίσουν από το αίμα και η γη φυτευτεί με κόκαλα και κρανία, είναι και πάλι ήρεμη και σιωπηλή σαν να μην έγινε τίποτα.
Γιατί η άνοιξη και το φθινόπωρο θα ξαναρθούν στην ώρα τους και θα ξαναρχίσουν τη δουλειά τους.

Και τώρα, αγαπημένε μου, τι θα κάνουμε;
Πώς θα χωρίσουμε και πότε θα ξανανταμώσουμε;
Θα δούμε την αγάπη σαν έναν ξένο επισκέπτη που ήρθε σε μας το βράδυ και έφυγε το πρωί. Ή θα υποθέσουμε ότι η αγάπη μας ήταν ένα όνειρο που ήρθε στον ύπνο μας και έσβησε όταν ξυπνήσαμε;
Θα σκεφτούμε ότι η βδομάδα αυτή ήταν μια ώρα μέθης, που πρέπει τώρα να αντικατασταθεί με νηφαλιότητα;

Ανασήκωσε το κεφάλι σου και άφησέ με να σε κοιτάξω, αγαπημένε μου.
Άνοιξε τα χείλη σου κι άφησέ με να ακούσω τη φωνή σου. Μίλησέ μου!

Θα με θυμάσαι όταν η τρικυμία θα έχει καταποντίσει το καράβι της αγάπης μας;
Θ' ακούς το θρόισμα των φτερών μου στη σιωπή της νύχτας;
Θ' ακούς το πνεύμα μου να φτερουγίζει πάνω σου;
Θ' ακούς τους αναστεναγμούς μου;
Θα βλέπεις τη σκιά μου να πλησιάζει μαζί με τις σκιές του σούρουπου και να εξαφανίζεται με το ρόδισμα της αυγής;
Πες μου αγαπημένε μου, τι θα είσαι μετά από τις στιγμές που ήσουν μαγική αχτίνα για τα μάτια μου, γλυκό τραγούδι για τ' αυτιά μου και φτερά για την ψυχή μου; Τι θα είσαι?"

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η καρδιά μου έλιωσε και της απάντησα:
"Θα είμαι ό,τι θέλεις εσύ να είμαι, αγαπημένη μου".   ....

 

musicheaven – 2φΑ


Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

"Νέα Ρώμη "

 



-  Απόσπασμα ομιλίας του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, με τίτλο
"Κωνσταντίνος ο Μέγας και ιστορική αλήθεια"

….   Ανέτρεψε την πορεία της ιστορίας, με τις θρησκευτικές και αστικές αλλαγές τις οποίες επέφερε.
Μια απ' αυτές ήταν η απελευθέρωση, η δυνατότητα στους δούλους να γίνουν απελεύθεροι.
Δεν καταργεί τη δουλεία, δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να καταργηθεί, αλλά όπως ο απόστολος Παύλος με την προς Φιλήμονα επιστολή, αλλάζει το περιεχόμενο της δουλείας.
Γίνεται αδελφός ο δούλος. Γίνεται δηλαδή συνεργάτης κι όπως εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είμαστε δούλοι κανενός – όποια στιγμή θέλουμε λέμε, "τα βροντάω και φεύγω" – κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο δούλος ανεγνωρίζετο ως άνθρωπος, ως ανθρώπινον πρόσωπον, δεν ήταν πλέον δούλος, αλλά συνεργάτης προς τους πρώην κυρίους του.

Είναι ο πρώτος Ρωμιός αυτοκράτορας, δηλαδή ορθόδοξος αυτοκράτορας στην Ιστορία, με ποίαν έννοια: είναι αυτός ο οποίος χτίζει τη Νέα Ρώμη, τη νέα πρωτεύουσα.
Από το 326 αρχίζει η αναζήτηση πόλεως – δεν ικανοποιείτο με το λατινόφωνο περιβάλλον της Δύσεως και κατάλαβε ότι η τύχη της αυτοκρατορίας μετεφέρετο πλέον στην ανατολή.
Υπήρξε μεγίστη η διορατικότητα και η οξυδέρκεια αυτού του πολιτικού να αναγνωρίζει τον ρόλο που επρόκειτο να παίξει η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη δηλαδή, στην περιοχή αυτή.

Έγινε ο αυτοκράτωρ ο οποίος δεν έχασε κανένα πόλεμο. Δεν νικήθηκε ποτέ ούτε εσωτερικά, ούτε εξωτερικά.
Κατήργησε το σώμα των πραιτοριανών, που είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούνται οι κύριοι των αυτοκρατόρων, κατήργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, ανανέωσε το οικογενειακό δίκαιο, κατεδίκασε τη μοιχεία, με νόμους ανύψωσε τη θέση της μητέρας, προστάτεψε την οικογένεια και τα παιδιά απ' την κατάχρηση της πατρικής εξουσίας και τα κορίτσια απ' την απαγωγή.

Ρύθμισε τα ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας, κοκ.
Με νόμο τιμωρούσε εκείνους που προξενούσαν τον θάνατο των σκλάβων και περιόρισε τη βία και τη σωματική τιμωρία. Μάλιστα κάτι σημαντικότατο για τον 4ο αιώνα: απαγορεύει τον στιγματισμό στα πρόσωπα των σκλάβων.
Είχαν τη συνήθεια δηλαδή να στιγματίζουν με σπαθί, καμένο σπαθί, τα πρόσωπα των σκλάβων. Και έλεγε ότι το πρόσωπο είναι εκείνο που μας φέρει εις τον Θεόν.
Το κατ' εικόνα Θεού, αφού πλαστήκαμε έτσι. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να αχρειώνεται η εικόνα του Θεού στους σκλάβους;   ….

 

vb-Θεόδωρος
2φΑ


Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

"Ημέρα Μνήμης "

 




Ο ΠΟΝΤΟΣ ΖΕΙ ΣΤΙΣ ΨΥΧΕς ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΚΑΙ ΟΙ ΨΥΧΕς ΤΩΝ ΑΔΙΚΟΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ
ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΑς

 





2φΑ




Τρίτη 18 Μαΐου 2021

"Η Θέαση του Κάλλους "

 



Πλωτίνος   -  Η ΘΕΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ
[Περί του Καλού 8-9]


[8] «Ας φύγουμε για την αγαπημένη μας πατρίδα!», να η πιο σωστή συμβουλή.
- Ποιος είναι λοιπόν ο δρόμος της φυγής και πώς θα τον ακολουθήσουμε;
- Θα ξανοιχτούμε, όπως -καθώς αλληγορικά μου φαίνεται, λέει ο ποιητής- ο Οδυσσέας από τη μάγισσα Κίρκη ή την Καλυψώ, ο οποίος δεν αρκέστηκε να παραμείνει εκεί, παρ’ όλο που είχε ηδονές των ματιών και βρισκόταν ανάμεσα σε πολλή αισθητή ομορφιά.

Η πατρίδα μας, απ’ όπου ήρθαμε, κι ο πατέρας μας είναι εκεί.
– Ποια είναι λοιπόν η ρότα μας κι ο τρόπος για να φύγουμε;
– Δεν χρειάζεται να περπατήσουμε· γιατί τα πόδια μάς πάνε μόνο στα διάφορα μέρη της γης, από χώρα σε χώρα.
Ούτε χρειάζεται να φτιάξεις κανένα αμάξι με άλογα ή κάποιο θαλάσσιο μέσο, αλλά πρέπει να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά και να μην τα βλέπεις· και «κλείνοντας τα μάτια» άλλαξε την όρασή σου και ξύπνα μιαν άλλη, που ενώ την έχουν όλοι, λίγοι τη χρησιμοποιούν.

[9] Τι λοιπόν βλέπει η εσωτερική εκείνη όραση;
- Μόλις ξυπνήσει, δεν μπορεί καθόλου ν’ αντικρίσει τα λαμπρά όντα.
Πρέπει λοιπόν πρώτα η ψυχή αυτή να συνηθίσει να διακρίνει τους ωραίους τρόπους ζωής· κατόπιν τα ωραία, έργα, όχι εκείνα που κατασκευάζουν οι τέχνες, αλλά αυτά που κάνουν οι λεγόμενοι αγαθοί άνδρες· κοίταξε μετά την ψυχή αυτών που κάνουν τα ωραία έργα.

- Πώς θα δεις τώρα τι ομορφιά έχει μια καλή ψυχή;
- Αποσύρσου στον εαυτό σου και κοίτα· και αν δεις τον εαυτό σου να μην είναι ακόμη ωραίος, όπως ο δημιουργός του αγάλματος που πρέπει να γίνει ωραίο, αφαιρεί, λαξεύει, λειαίνει και καθαρίζει μέχρις ότου φανεί πάνω στο άγαλμα ένα ωραίο πρόσωπο, έτσι και συ αφαίρεσε τα περιττά και ίσιωσε τα στραβά, και όσα είναι σκοτεινά κάνε τα να γίνουν λαμπρά, καθαρίζοντάς τα, και μην πάψεις να σμιλεύεις το άγαλμά σου, έως ότου λάμψει πάνω του η θεόμορφη λαμπρότητα της αρετής, ώσπου να δεις «τη σωφροσύνη σε ιερό βάθρο ανεβασμένη».

Αν έχει γίνει αυτό και το είδες, και ενώθηκες καθαρός με τον εαυτό σου, χωρίς ούτε τίποτα να σε εμποδίζει να γίνεις έτσι ενιαίος, ούτε να έχεις μαζί σου τίποτε άλλο αναμεμιγμένο μέσα σου, αλλά έχεις γίνει ο ίδιος ολόκληρος μόνο φως αληθινό, που ούτε σε μέγεθος μετριέται, ούτε σε κανένα σχήμα περικλείεται, ώστε να ελαττωθεί, ούτε πάλι αυξάνει σε όγκο από έλλειψη ορίων, αλλά επεκτείνεται παντού απροσμέτρητο, ως κάτι μεγαλύτερο από κάθε μέτρο και ανώτερο από κάθε ποσό· αν δεις τον εαυτό σου να έχει γίνει αυτό, αφού θα έχεις γίνει πια όραση ο ίδιος, έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, χωρίς να χρειάζεται να σου δείξει κανείς, εφόσον θα έχεις ήδη ανέβει, προσήλωσε το βλέμμα σου και κοίταξε.

Διότι μόνον αυτό το μάτι βλέπει τη μεγάλη Ομορφιά.
Ενώ αν κανείς προσπαθήσει να φτάσει στη θέαση αυτή με μάτια θολωμένα από τις κακίες και χωρίς να έχει καθαρθεί ή όντας αδύναμος, μη μπορώντας από δειλία του να δει αυτά που είναι πολύ λαμπρά, δεν βλέπει τίποτα, έστω και αν κάποιος άλλος του δείξει πως αυτό που θα μπορούσε να δει βρίσκεται πλάι του.
Γιατί αυτό που βλέπει είναι συγγενικό με αυτό που βλέπεται, και πρέπει να στραφεί στη θέασή του αφού πρώτα έχει γίνει όμοιο μ’ εκείνο.

Αφού ποτέ κανένα μάτι δεν θα μπορούσε να δει τον ήλιο αν δεν ήταν ηλιόμορφο, ούτε η ψυχή μπορεί να δει το Ωραίο, αν δεν έχει πρώτα γίνει ωραία η ίδια.

(Μετάφραση, Π. Καλλιγάς)

 

to23ogramma – 2fA


Δευτέρα 17 Μαΐου 2021

"Ο Άγιος του π. Ανανία.. "



 

-  Ο Αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, είχε γράψει…


ἅγιος Γέροντας Πορφύριος εἶναι μία πολὺ πολὺ μεγάλη ἀγκαλιά.
Ἔσπασε τὸ φράγμα τῆς φιλαυτίας, ἀλλὰ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, θὰ λέγαμε -εἶναι τολμηρὸ αὐτὸ- κι ἔγινε μία ἀγκαλιὰ γιὰ τὴν Οἰκουμένη ὁλόκληρη.
Ἐγώ, τουλάχιστον, ὅταν πῆγα στὴν ἀφεντιὰ του τὸ 1980, Πρωτομαγιά, μὲ μία μεγάλη δυσκολία στὴ ζωή μου, ἔτσι τὸ εἰσέπραξα.

Εἶχε κόσμο πολύ. Καὶ περιμέναμε. Ἤτανε πασχάλιος περίοδος, Πεντηκοσταρίου.
Καὶ περιμέναμε νὰ βγεῖ ὁ Γέροντας. Εἶχε προβλήματα, δὲν μποροῦσε.
Σὲ κάποια στιγμὴ βγαίνει.
(Ἦταν στὸ παλιὸ καλυβάκι, δὲν εἶχε φτιάξει ἀκόμη τὸ μοναστήρι.)
Δὲν φοροῦσε οὔτε ράσο. Εἶχε μία πατατούκα, τὴν εἶχε ρίξει ἐπάνω του.
Βγαίνει καὶ περιμέναμε ὅλοι, χριστιανοὶ καὶ μή, περιμέναμε νὰ πεῖ ὁ Γέροντας «Χριστὸς Ἀνέστη»!

Δὲν εἶπε «Χριστὸς Ἀνέστη». Εἶπε: «Καλημέρα σας!» Τί ὡραία!
Γιατί ἀργότερα μᾶς ἔλεγε: «Ἐγώ, βρέ, δὲν μιλάω γιὰ τὸν Χριστό, ἂν δὲν μοῦ ζητήσουν.
Δὲν πάω γυρεύοντας, βρέ. Ὁ Χριστὸς εἶπε: “Ὅστις θέλει”.
Δὲν εἶναι πίεση, εἶναι ἀρχοντιά, εἶναι ἀγκαλιά, εἶναι μεγαλεῖο, εἶναι δημοκρατία».

Εἶπε, λοιπόν, αὐτὰ ὁ Γέροντας καὶ κάτσαμε κεῖ πέρα καὶ λέει: «Ὁ παπὰς νὰ ρθεῖ μέσα».
Θὰ ’ταν 100-150 ἄτομα, γιατί ἦταν καὶ ἀργία καὶ ὁ καθένας πήγαινε νὰ πεῖ τὰ βάσανά του, ὅπως κι ἐγώ. Τὸ δικό μου φαίνεται ἦταν μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλων στὴ φάση αὐτὴ καὶ μὲ κάλεσε μέσα καὶ κάτσαμε. Ἐγὼ δὲν μίλαγα, ἄκουγα, καθόμουν.

«Ε», μοῦ λέει, «βρέ, γι’αὐτὸ στενοχωριέσαι; Αὐτὸ δὲν ἤτανε κακό, μωρὲ παιδάκι.
Σὲ ξερίζωσε ἀπὸ κεῖ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ σὲ φυτέψει ἀλλοῦ. Ἀλλὰ σὲ ξερίζωσε λίγο ἄγαρμπα.
Γιατί ἀλλιῶς θὰ σοὺ στοίχιζε τὸ ξερίζωμα περισσότερο».
 Ἄκου τί μου εἶπε…
Ἐγὼ λέω: «Ποῦ τὰ ξέρει Αὐτὸς αὐτά;» Δὲν μοῦ εἶχε τύχει ἄλλη φορά.

Εἶπε κι ἄλλα διάφορα, ποὺ δὲν λέγονται ἐδῶ, καὶ μὲ παρηγόρησε οὐ μετρίως.
Σὲ λίγο, μου ἔφυγαν ὅλα ὅσα εἶχα. Κινδύνευα νὰ τρελαθῶ. Ἠρέμησα.
Αἰσθάνθηκα μετὰ, ὅτι εἶναι δικός μου αὐτός. Σὰν νὰ τὸν ἤξερα χρόνια καὶ πήγαινα πρώτη φορά. Καὶ μετὰ ἔφυγα.
Καὶ μ’ ἀκοθούθησε, μὲ συνόδευσε μέχρι κάτω, εὐχόμενος, σταυρώνοντας.
Καὶ νόμισα πὼς πῆγα στὸν Παράδεισο. Ἐγὼ αὐτὸ εἰσέπραξα, καὶ στὴ συνέχεια ποὺ πήγαινα στὸν Γέροντα αὐτὸ εἰσέπραττα ἀπὸ Ἐκεῖνον.

Τώρα τί εἶναι Ἐκεῖνος δὲν ξέρω. Εἶναι ἕνα θαῦμα.
Εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χειροπιαστή. Εἶναι ἡ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.
Εἶναι ἕνας δεύτερος Χριστός, εἶναι ἕνα μεγαλεῖο.
Τέτοιοι ἄνθρωποι γεννιῶνται μετὰ παρέλευση αἰώνων.
Εἶναι τὸ μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴ Γῆ ὅλη, ὁ Γέροντας Πορφύριος.
Ἐγὼ αὐτὸ εἰσέπραξα, αὐτὸ λέω.

Καὶ μὲ ’παιρνε καὶ τηλέφωνο ἐκεῖνος. Χωρὶς νὰ ξέρει τὸ τηλέφωνό μου, μ’ ἔπαιρνε τηλέφωνο. Εἶναι θαῦμα αὐτό. Ἔπαιρνε καὶ μιλοῦσε καὶ συμβούλευε.
Καὶ μετὰ εἶχα κι ἄλλες δυσκολίες, κι ἄλλες… Ἤτανε ἀπὸ κοντά.

Τὸν Θεὸ τὸν ψηλαφοῦμε μέσω τῶν ἁγίων. Μᾶς Τὸν μεταδίδουν, μᾶς Τὸν κοινοποιοῦν.
Μᾶς κάνουν νὰ Τὸν αἰσθανθοῦμε καὶ νὰ Τὸν ψηλαφήσουμε, εἰ δυνατόν. Γίνεται αὐτό.
Ἀφοῦ βρῆκα κι ἐγὼ τὸ μέλι, ἔγλειφα τὰ δάκτυλά μου.
Πήγαινα στὸν Γέροντα. Πάρα πολλὰ ἔδωσε, καὶ βοήθησε κι ἐμένα καὶ ἀμέτρητους.

Καὶ παρακαλοῦσε πάντοτε κι ἔλεγε: «Νὰ ἀγαπᾶτε, νὰ συγχωρᾶτε.
Νὰ ἐξομολογεῖσθε καθαρὰ καὶ νὰ τὰ λέτε ὅλα. Νὰ τὰ λέτε ὅλα, γιατί τότε φεύγει τὸ κακὸ ἀπὸ πάνω σας. Καὶ νὰ προσεύχεσθε. Νὰ προσεύχεσθε ἁπλά.
Νὰ μιλᾶτε στὸν Θεὸ ἁπλά. Ὅπως μιλᾶτε στὸν πατέρα σας, στὴ μάνα σας, στὸν φίλο σας, στὸν ἄνθρωπό σας. Καταλαβαίνει ὁ Θεός».

Καὶ κάποια ἄλλη φορᾶ ποὺ πῆγα ἐκεῖ -γλίτωσα ἀπὸ ἄλλη δυσκολία, ἐλύθη κάποιο πρόβλημα-, τοῦ λέω: «Ἔγινε μὲ τὴν εὐχή Σας».
«Ὄχι, βρέ. Μὲ τὴ δική σου εὐχή». «Γιατί;» τοῦ λέω.
«Μ’ αὐτὰ ποὺ τραβᾶς, σὲ ἀκούει ὁ Θεός». «Καὶ γιατί τὰ τραβάω;»
«Ἔτσι, γιὰ νὰ γίνεις καλύτερος. Ἐγώ, ὅταν δὲν εἶμαι καλὰ καὶ μοῦ λένε “Γέροντα, Σᾶς εὐχόμεθα νὰ γίνετε καλά”, τοὺς ἀπαντῶ: “Ὄχι καλὰ νὰ γίνω, νὰ γίνω καλός”».

Καὶ συμβούλευε πάντα νὰ ἀγαπᾶμε καὶ πάντα νὰ συγχωρᾶμε.
Καὶ πάντα, ἂν μποροῦμε, νὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο.
«Τίποτα, βρέ, νὰ μὴν κάνετε, νὰ διαβάζετε τὸ Εὐαγγέλιο. Εἰ δυνατὸν ὄρθιοι.
Αὐτὸ εἶναι καὶ λατρεία καὶ νηστεία καὶ προσευχὴ καὶ ἄσκηση καὶ ὅλα τὰ καλά».

Εἶχε μάθει τὰ Εὐαγγέλια ἄπ’ ἔξω. Καὶ μία φορά μου ἔλεγε, πῶς μιλοῦσε ὁ Ἰησοῦς.
Καὶ μοῦ παρίστανε ἀκριβῶς τὸν Ἰησοῦ.
«Ποῦ τὸ ξέρεις, Γέροντα;» «Μπορῶ νὰ πάω κεῖ πέρα ἐγὼ καὶ νὰ ρθῶ».
Πῶς; Δὲν ξέρω. Δὲν ὑπόκεινται στὸν χωρόχρονο αὐτοί. Κι ὅταν ζοῦσε αὐτό.

«Ὅταν θὰ φύγω», ἔλεγε, «θὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὶς ἀρρώστιες -εἶχε πολλὲς ἀρρώστιες, ὡς γνωστὸν- καὶ θὰ ’μαι πανελεύθερος, θὰ πηγαίνω παντοῦ, θὰ βοηθάω ὅλους.
Δὲν θ’ ἀφήνω κανέναν, γιατί τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἀγαπῶ, γιατί ἀγαπῶ τὸν Ἰησοῦ μου Χριστό». Τὰ εἶχε κάνει ἕνα αὐτὰ τὰ δυό. Οἱ δύο ἐντολὲς τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

Ἦταν ἀγάπη ὁ Γέροντας, ὁ ἅγιος Πορφύριος, ὁ βασιλέας τῆς ἀγάπης.
Ἔγινε ἀγάπη, ἔγινε στοργή, ἔγινε κατανόηση. Ἤτανε ἀστενόχωρη ἡ ἀγάπη του.
Κι ἁπλωνότανε παντοῦ. Σὲ ὅλους καὶ σὲ ὅλα.
Σὲ Ὀρθόδοξους, σὲ ἑτερόδοξους, σὲ ἐτερόθρησκους.
Μπορεῖ νὰ μὴ συμφωνοῦσε μὲ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς αἱρέσεις, ἀλλὰ συναντιόταν ἡ ψυχή του μὲ τὴν ψυχή τους, ὅπως καὶ ὁ Ἀθάνατος Χριστός.
Ἀγαποῦσε τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς τελῶνες. Δὲν συμφωνοῦσε μὲ τὰ ἔργα τους, ἀλλὰ ἀγαποῦσε τὴν ψυχούλα τους.

Ἄσε ποὺ δὲν ἄφηνε νὰ λέμε γι’ Αὐτόν. Ὄχι.
«Τί πᾶς ἐσὺ καὶ λὲς γιὰ μένα ὅτι εἶμαι καλός; Νὰ μὴ μιλᾶς. Νὰ μὴ μιλᾶς.
Ἀφοῦ δὲν εἶμαι καλός». Ἦταν ταπεινὸς κι εἶχε ἀγάπη. Αὐτὸ ἦταν ὁ Γέροντας.

Ὅ,τι εἰσέπραξα ἀπὸ τὸν Γέροντα ὀφείλω νὰ τὸ πῶ.
Καὶ νὰ εὐχαριστήσω τὸν Θεὸ ποὺ μὲ ἔφερε στὸν δρόμο τοῦ Γέροντα καὶ στὴ ζωή του, καὶ νὰ εὐχαριστήσω κι Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγκατέλειψε κανέναν, οὔτε κι ἐμένα τὸν ἐλάχιστο καὶ ἁμαρτωλό.
Κι ἂν σήμερα ζῶ καὶ εἶμαι στὴν Ἐκκλησία καὶ “κάνω” πέντε πράγματα, αὐτὰ τὰ ὀφείλω στὸν ἅγιο Πορφύριο.

[φωτογραφία: Julia Hayes]

sportime 2φΑ


"Τιτανικός – Αρματωλός "

 



 -  Γήσης Παπαγεωργίου
ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ – ΑΡΜΑΤΩΛΟΣ
(ΙΔΙΑ ΓΕΥΣΗ)


Τον Οκτώβρη του '56, σε κείνο το πρώτο μας ταξείδι με τον ΑΡΜΑΤΩΛΟ, για εμάς τους μηχανικούς, έφθασεν η ώρα για την επιμόρφωσή μας επί τα μηχανικά.
Μια βάρδια τετράωρη στο λεβητοστάσιο κι άλλη μια στο μηχανοστάσιο κι ότι προλάβουμε.
Τι να προλάβουμε, που με το που κατεβήκαμε στο λεβητοστάσιο και μας έπιασεν η λάβα του καζανιού, ποτάμι ο ιδρώτας κι αρχίσαμε να χάνουμε κιλά σε ρυθμό σαρανταδυό γραμμάρια το λεπτό.
Μα θα μου πεις υπήρχανε κι οι ανεμιστήρες που κατεβάζανε αέρα στα κάποια μπόλικα Μποφώρ, μα τι να το κάνεις. Τον καυτό τον αέρα κυκλοφοράγανε, που να επιτυγχάνεται ομοιόμορφος κατανομή της υψηλής θερμοκρασίας ανά τα κορμάκια μας.
Τότε ήτανε που άρχισα να μετανιώνω που το πήγαινα για μηχανικός, κι όχι μετεωρολόγος.
Και προτού προλάβω να το καλοσκεφτώ, ο τεταρτοετής που ήτανε στην βάρδια μου μ’ έστειλε και κουτουπώθηκα στον «θρόνο».

Στο πάνω δεξιά του καζανιού βγαίνει ο ατμός που πάει στις μηχανές και μέσα από αγωγό τυλιγμένο με χοντρό αμίαντο. Εκεί πάνω στον αμίαντο βάζουνε οι μηχανικοί το ψωμάκι τους να γίνει φρυγανιά κι άμα περάσουνε τα δέκα οχτώ λεπτά γίνεται παξιμάδι.
Εκεί μ’ έβανε ο άλλος να βγάνω την βάρδια μου, που να εκπαιδευτώ περί τους λέβητες του Βασιλικού μας του Ναυτικού.
Τέσσερεις ώρες ολόκληρες έμεινα κει πάνω σαν το χοιρινό στο φούρνο χωρίς πατάτες κι εκεί να δεις μόρφωση περί τους λέβητες, τον ατμό και τα λεβητοστάσια.
Κι όταν κάποιαν ώρα τέλειωσεν η βάρδια μου στον προθάλαμο της κόλασης, δεν επρόλαβα να βγω στο κατάστρωμα, και φλουπ μου πέφτει το παντελόνι.
Από τη ζέστη φαίνεται θα μαλάκωσε η ζώνη και λασκάρισε, αλλιώς δεν εξηγιέται.

Η επόμενη βάρδια και μετά από οχτώ ώρες, ήτανε στο μηχανοστάσιο.
Εκεί να δεις γνώσεις και μόρφωση που μαζέψαμε, που δεν μας εφτάνανε οι τσέπες μας για να τις παραχώσουμε. Εκεί κάτω μπορεί να μην σε τσουρούφλαγεν η κάψα του ατμού, μα δεν ήτανε δα και κάνα περβόλι στην εξοχή.
Κάψα του κερατά κι εκεί κάτω από τους ατμούς που πηγαίνανε στις μηχανές και στα μηχανήματα, για να τα κουνάνε. Κι άμα οι μηχανές και τα μηχανήματα κουνάνε όλα μαζί, σου βγάζουνε ένα σαματά σα να δουλεύουνε εφτά τραίνα χωρίς ρόδες, σε υπόγειο.

Δυο παλινδρομικές μηχανές είχε το καραβάκι για να κουνάνε οι προπέλες του και ν’ αρμενίζει, κι αυτές πρέπει να’ ταν οι μόνες και τελευταίες των ανά τον κόσμον πολεμικών πλοίων. Τέτοιες μηχανές είχε κι ο ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ το 1912, όταν εκουτούλησε στην παγοκοτρώνα κι εβούλιαξε.
Αυτό το τελευταίο με τον ΤΙΤΑΝΙΚΟ το είδα στο σινεμά, σαράντα χρόνια μετά από κείνο το ταξείδι με τον ΑΡΜΑΤΩΛΟ, και ως μηχανικός, έστω κι απόστρατος, πολύ το καμάρωσα για τις γνώσεις μου και το θυμητικό μου.
Ήταν όταν σε κάποια στιγμή που ο ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ άρχισε να μπάζει νερά, μας έδειξε το μηχανοστάσιο κι εκεί πρόλαβα και είδα τις μηχανές του.
Παλινδρομικές κι αυτές όπως και του ΑΡΜΑΤΩΛΟΥ, αλλά κάπου δεκαεφτά φορές μεγαλύτερες.
Δεν έχει όμως σημασία, αφού από μακριά το ίδιο δείχνανε, κι εκεί μέσα στην καργαρισμένη από κόσμο αίθουσα, ήμουνα σίγουρα ο μόνος που το ‘ξερα.

Και τότε είπα από μέσα μου όλο καμάρι, πως χαλάλι κείνο το Σαββατοκύριακο του ’56 που είχαμε μάθει πως ο ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ είχε κι αυτός μηχανές παλινδρομικές, όπως κι ο δικός μας ο τότε ΑΡΜΑΤΩΛΟΣ.


[Απόψε: ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ - ΓΗΣΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
               ΔΕΥΤΕΡΑ 17 ΜΑΪΟΥ - ΕΡΤ2 - 20:00΄]

 

gisispa - faroi

fb – 2fA


Κυριακή 16 Μαΐου 2021

"Μείνε κοντά μας "

 



Cantus Angelicus  -  ΜΕΙΝΕ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ

- Το τραγούδι αυτό γράφτηκε για το κατηχητικό βοήθημα του Ιδρύματος
Νεότητας και Οικογένειας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών "Θέλουμε
να σε ακούσουμε και πάλι" -
Εμπνευσμένο από τα γεγονότα της Αναστάσεως του Χριστού μας,
αφιερωμένο στις γυναίκες Μυροφόρες, που η αφοσίωσή τους στον Θεό
τις έκανε πρότυπα αγιότητας.

Στίχοι, μουσική: Αναστασία Χατζηπαύλου

Τραγούδι: Νεανικό Σύνολο Ι. Ν. Ταξιαρχών Μοσχάτου "Cantus Angelicus"
- Μαρκέλλα Τζιώτη - Αθηνά Καμηλέλλη - Αναστασία Σαβάρη
- Ευαγγελία Πούλη - Μαρία Μελά - Αιμιλία Χερουβίμ
- Ιωάννα Βέλλιου - Ειρήνη Μελά - Μαρία Ελισάβετ Λεβειδιώτη
- Χρύσπα Χαραλαμπίδου - Αλεξάνδρα Μίχου

Επιμέλεια βίντεο: Κωνσταντίνος Κτενίδης, π. Ζήσης Κτενίδης

 



Πολύ πρωί, ανατολή κι αυτές με πόνο στα μάτια τους,
ο ήλιος λάμπει στα δάκρια τους.

Γοργά γοργά τα βήματα να βρουν Αυτόν που αγάπησαν,
τα τόσα λόγια Του κράτησαν.

Μείνε κοντά μας, Χριστέ μου, ν’ ανατέλλεις την ελπίδα!
Μείνε κοντά μας, Χριστέ μου, στο σκοτάδι ηλιαχτίδα!

Με μύρα και αρώματα τον φόβο τους ποιος τον νίκησε,
με θάρρος ποιος τις πλημμύρισε;

Γοργά γοργά, γιατί η καρδιά γνωρίζει όποιον την αγαπά,
μαζί του μένει παντοτινά.

Μείνε κοντά μας, Χριστέ μου, να φωτίζεις κάθε λύπη!
Μείνε κοντά μας, Χριστέ μου, να γιορτάζει όλη η φύση!

Μείνε κοντά μας, Χριστέ μου, να ομορφαίνεις το ταξίδι!
Μείνε κοντά μας, Χριστέ μου, στην αντάρα μας γαλήνη!

[Ι. Ν. Ταξιαρχών Μοσχάτου]

 

2φΑ


"Αγάπη και αφοσίωση "

 



π. Αλέξανδρος Σμέμαν  -  Οι Μυροφόρες
["Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος", Εκδ. Ακρίτας]


….   Στον κήπο της Γεσθημανή, ακόμη και οι τρεις στενότεροι μαθητές Του δεν άντεξαν, αλλά αποκοιμήθηκαν ενώ ο Χριστός βρισκόταν στην τελική αγωνία, με τον ιδρώτα Του «ωσεί θρόμβοι αίματος» και προετοιμαζόταν για ένα φοβερό θάνατο.
Γνωρίζουμε πως ακόμη κι ο Πέτρος, που τόσο ηχηρά είχε υποσχεθεί να πεθάνει για τον Χριστό, κλονίστηκε την τελευταία στιγμή και Τον αρνήθηκε, Τον απέρριψε και Τον πρόδωσε. Και «τότε», γράφει ο ευαγγελιστής, «οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον» (Ματθ. 26, 56).

Όχι όμως όλοι, όπως αποδείχθηκε.
Ο Σταυρός έφερε την ώρα της απλής ανθρώπινης αφοσίωσης και αγάπης.
Αυτοί που την ώρα της «επιτυχίας» φαίνονταν τόσο απόμακροι, που δεν τους βρίσκουμε σχεδόν ποτέ στις σελίδες των ευαγγελίων, στους οποίους ο Χριστός ποτέ δεν προανήγγειλε την ανάστασή Του, και για τους οποίους τα πάντα τέλειωσαν και χάθηκαν τη νύχτα του Σταυρού, αυτοί ήταν, που παρέμειναν στον Σταυρό με ακλόνητη ανθρώπινη αγάπη.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει, «ειστήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού, η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιωάν. 19, 25).

Αργότερα, μετά τον θάνατο του Ιησού, «Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἀριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθήτευσε τῷ Ἰησοῦ· οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν ἀποδοθῆναι τὸ σῶμα· καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ, καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν» (Ματθ. 27, 57- 60).

Μια μέρα αργότερα, μετά το Σάββατο, την αυγή της τρίτης ημέρας, οι ίδιες γυναίκες ήρθαν στον τάφο, όπου σύμφωνα με το έθιμο της εποχής θα άλειβαν τον νεκρό με μύρα.
Ακριβώς σ’ αυτές ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε για πρώτη φορά.
Ήταν οι πρώτες που άκουσαν απ’ αυτόν το «Χαίρετε», το οποίο πλέον έγινε για πάντα η ουσία της Χριστιανικής δύναμης.
Ο Χριστός δεν είχε αποκαλύψει σ’ αυτές τις γυναίκες τα μυστήρια του μέλλοντος όπως τα είχε αποκαλύψει στους δώδεκα αποστόλους.

Δεν γνώριζαν ούτε το νόημα του θανάτου Του, ούτε το μυστήριο της προσεγγίζουσας νίκης Του με την ανάσταση. Γι’ αυτές ο θάνατος του δασκάλου και φίλου τους ήταν ένας απλός θάνατος, ένα τέλος, ακόμη χειρότερα, ήταν ένας τρομακτικός και επαίσχυντος θάνατος, ένα τρομερό και παράλογο τέλος. Στάθηκαν στον Σταυρό μόνο επειδή αγαπούσαν τον Χριστό, και λόγω αυτής της αγάπης υπέφεραν μαζί Του. Δεν άφησαν το φτωχό, βασανισμένο σώμα Του, αλλά έκαναν όλα όσα η αγάπη κάνει πάντοτε κατά τον τελικό χωρισμό. […]

Αυτό είναι το νόημα της Κυριακής των Μυροφόρων.
Μας υπενθυμίζει πως η αγάπη και η αφοσίωση λίγων ατόμων έλαμψε φωτεινά στο μέσο του απελπιστικού σκοταδιού. Μας καλεί να εξασφαλίσουμε πως σ’ αυτόν τον κόσμο η αγάπη και η αφοσίωση δε θα εξαφανισθούν, ούτε θα πεθάνουν. Κρίνει την έλλειψη θάρρους, τον φόβο μας, τον ατέλειωτο και δουλοπρεπή ορθολογισμό μας.
Οι μυστηριώδεις Ιωσήφ και Νικόδημος, και αυτές οι γυναίκες που πάνε στον τάφο την αυγή, καταλαμβάνουν τόσο λίγο χώρο στα ευαγγέλια.
Ακριβώς εδώ όμως, είναι που αποφασίζεται η αιώνια μοίρα του καθενός μας.

Νομίζω πως σήμερα έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη, να ξαναβρούμε αυτή την αγάπη και τη βασική ανθρώπινη αφοσίωση. Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια εποχή, όπου ακόμη κι αυτά δυσφημούνται από επιβλαβείς ιδέες σχετικά με το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή, που επικρατούν τώρα σ’ αυτόν τον κόσμο.
Για αιώνες ο κόσμος διέθετε ακόμη εκείνη την αδύνατη, αλλά τρεμάμενη και φεγγοβόλα φλόγα της αφοσίωσης, της αγάπης και της συμπόνιας που ήταν σιωπηλά παρούσα στα βάσανα του Ανθρώπου που είχε απορριφθεί από όλους.
Πρέπει δε να πιαστούμε, σαν από τελευταία κλωστή, από το καθετί που στον κόσμο μας διαθέτει ακόμη αυτό το ζεστό φως της απλής, γήινης, ανθρώπινης αγάπης.

Η αγάπη δεν εξετάζει θεωρίες και ιδεολογίες, αλλά μιλά στην καρδιά και στην ψυχή.
Η ανθρώπινη ιστορία πέρασε με βοή, βασίλεια υψώθηκαν και έπεσαν, πολιτισμοί φτιάχτηκαν και αιματηροί πόλεμοι έγιναν, αλλά αυτό που έμεινε αμετάβλητο πάνω στη γη και σ’ αυτή την ταραγμένη και τραγική ιστορία είναι η φωτεινή εικόνα της γυναίκας.
Μια εικόνα φροντίδας, αυτοπροσφοράς, αγάπης και συμπόνιας.
Δίχως αυτή την παρουσία, χωρίς αυτό το φως, ο κόσμος μας, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του, θα ήταν ένας κόσμος τρόμου.

Μπορεί να ειπωθεί χωρίς υπερβολή, πως η ανθρωπιά του ανθρωπίνου γένους διασώζεται και συντηρείται από τη γυναίκα, συντηρείται όχι με λόγια και ιδέες, αλλά με τη σιωπηλή παρουσία της, που φροντίζει και αγαπά, και αν συνεχίζεται ακόμη η μυστηριώδης γιορτή της ζωής, παρά το κακό που επικρατεί στον κόσμο, αν ακόμη αυτή η γιορτή εορτάζεται σε κάποιο πάμφτωχο δωμάτιο, σ’ ένα γυμνό τραπέζι, τόσο χαρούμενα όσο και σ’ ένα παλάτι, τότε η χαρά και το φως αυτής της γιορτής ανήκει σ’ αυτή, στη γυναίκα, στην αγάπη και την αφοσίωσή της που ποτέ δε σβήνει.
«Και υστερήσαντος οίνου…» (Ιωάν. 2, 3), αλλά όσο είναι αυτή εδώ, – η μητέρα, η σύζυγος, η νύφη – υπάρχει αρκετό κρασί, αρκετή αγάπη, αρκετό φως για τον καθένα…

 

diakonima – 2φΑ

[ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Μαρία ἡ Μαγδαληνή – Σαλώμη, η θυγατέρα του Ιωσήφ -  Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά,
επιτρόπου και οικονόμου στον οίκο του βασιλέα Ηρώδη – Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου
– Μάρθα, η αδελφή της Μαρίας και του Λαζάρου -  Μαρία, η γυναίκα του Κλωπά –
Σωσσάνα – και άλλες γυναίκες, που δεν αναφέρονται ονομαστικά]



Σάββατο 15 Μαΐου 2021

"Γήσης Παπαγεωργίου "

 



ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ - ΓΗΣΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
(σκιτσογράφος, συγγραφέας, Πλοίαρχος ΠΝ ε.α.)

Δευτέρα 17 Μαΐου 2021 - ΕΡΤ2 - 20:00΄


Σκιτσογράφος, γελοιογράφος, συγγραφέας με πλούσιο, πηγαίο χιούμορ και έναν αυτοσαρκασμό που δεν τον εγκαταλείπει ποτέ, ο Γήσης Παπαγεωργίου αυτοβιογραφείται όπως μόνο αυτός ξέρει, στο Μονόγραμμα.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Ο πατέρας του, στρατιωτικός, πρόεδρος του Αναθεωρητικού, πέθανε όταν ο Γήσης ήταν 15 ετών.
Δημοτικό Σχολείο πήγε στη Νέα Σμύρνη και Γυμνάσιο στο Πειραματικό στο Κολωνάκι.
Το στρατιωτικό επάγγελμα επέλεξαν γι αυτόν οι συνάδελφοι του πατέρα του, με την προοπτική να γίνει ναυπηγός επειδή σχεδίαζε και ζωγράφιζε καλά!

Υπηρέτησε σε όποιο καράβι υπήρχε και δεν υπήρχε!
Από το 1960 που έγινε σημαιοφόρος, πήρε μεταθέσεις σε αντιτορπιλικά, κυρίως και σε αρματαγωγά.

Τη γνωριμία του με τους πέτρινους φάρους έκανε το 1980 - 1981 ως διοικητής της Φαρικής Βάσης.
«Όταν είχα βρεθεί στην υπηρεσία φάρων, τότε γνώρισα πόσο ιδιαίτερο είναι το κτίσμα φάρος. Παλιά, στους επιτηρούμενους φάρους, υπήρχαν φαροφύλακες οι οποίοι έμεναν μονίμως εκεί. Πολλοί φάροι όμως είχαν πλέον καταστραφεί και προσπαθούσα με τα στοιχεία που έπαιρνα από φαροδείκτες να τους αναστηλώσω και όσους μπόρεσα τους αναστήλωσα».

Το 1981 παραιτήθηκε από το Πολεμικό Ναυτικό.
Για ένα διάστημα 12 περίπου χρόνων ασχολήθηκε με τη γελοιογραφία σε συνεργασία με τις εφημερίδες "Η Πρώτη", το "Βήμα", η "Ελευθεροτυπία", "Τα Νέα" και πολλά περιοδικά.
Το 1996 άρχισε να ασχολείται με την συγγραφή βιβλίων και λευκωμάτων.
Το πρώτο λεύκωμα "Οι ελληνικοί πέτρινοι φάροι" εκδόθηκε εκείνη τη χρονιά.

Από το 2002 ασχολείται αποκλειστικά με ένα τεράστιο έργο (15 τόμων) την έρευνα και σχεδίαση της ελληνικής φορεσιάς για λογαριασμό της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.
«Με την σχεδίαση της παραδοσιακής φορεσιάς, μου κόλλησε η πετριά πριν από καμία πενηνταριά χρόνια. Αλλά ευτυχώς γρήγορα βρέθηκα σε πηγές με αυθεντικές φορεσιές και αντί να κάθομαι να κάνω απλές ζωγραφίτσες, το γύρισα και λιγάκι στην έρευνα. Το 1982 η Ελληνοαμερικανική Ένωση γιόρταζε τα 25 της χρόνια. κάνοντας μια έκθεση με θέμα τις παραδοσιακές φορεσιές».

Πραγματοποίησε ατομικές εκθέσεις-παρουσιάσεις με ελληνικές φορεσιές στην Αθήνα το 1983 και το 1985, στην Καλαμάτα το 1987, στον Βόλο το 2004, εκθέσεις με στολές του Πολεμικού Ναυτικού στην Αθήνα το 1985.

- Την Δευτέρα, στις 8.00΄μμ, στην ΕΡΤ-2

 

monogrammatv

Φίλοι Πολεμικού Ναυτικού - Χρήστος Αλεξίου
fb -2fA


                                                                     

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

Μάης αιώνιος..

                                          


Η ΣΙΩΠΗ


Πικρό αγέρι φύσηξε
και μάδησε το βάζο
με τ’ ανθισμένα όνειρα
περνούσαν οι καιροί κι εμείς
μετρούσαμε αυλές και Καλοκαίρια
θάλασσες κι επιστροφές
να ξεπεράσουμε τις περσινές
απλές χαρές

υπήρχε τότε ελπίδα
μέχρι που σβήσαν οι πυγολαμπίδες
τα μικρά τους φώτα
κλείσανε το στόμα τους σφιχτά
οι αχιβάδες
και σώπασαν τα  πρωινά σπουργίτια
της Άνοιξης

πανίσχυρη η  σιωπή
φέρνει καινούργιους τρόπους
αίσθησης
μια αχτίδα αγάπης γλίστρησε
στο μάγουλο σου
νέες μελωδίες ακούστηκαν
σφραγίστηκαν οριστικά
οι εαρινές συμφωνίες
κι ένας Μάης αιώνιος
στεφάνωσε το μέτωπο σου.

 

2φΑ

                       

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

"Το χρυσόμαλλο δέρας.. "

 



Οδυσσέας Ελύτης  -  ΠΡΩΤΑ-ΠΡΩΤΑ Η ΠΟΙΗΣΗ
[από τα «Ανοιχτά Χαρτιά», εκδ. Ίκαρος]

Ζ’

Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία.
Η αίσθηση του «γυρισμού των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός – καθώς το θέλησα.
Ένας αμετανόητα ερωτευμένος· που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω – κάτω και περιμένω…
Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί.
Κάποτε είναι μια κοπέλα· κάποτε, πάλι, δυο – τρεις στίχοι· πολλές φορές, απλά και μόνον το καλοκαίρι.

Τα πιο ανεπαίσθητα σημάδια, τα πιο αόρατα -ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί, που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο, που μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου (που βρέθηκε; από που να ‘ρχεται)-, παίρνουν ολάκερη τη σημασία τους, λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να με πείσουν ότι, οπού να ‘ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.

Να γιατί γράφω.
Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει, που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος.
Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη, αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται.
Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστο, που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό γράφω.
Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός –που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου».

Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε.
Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση.
Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. Κάποτε, είναι η αλήθεια, μ’ εξαναγκάσανε και σ’ αυτό.
Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ, από που κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας.
Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει άλλα παρ’ όλ’ αυτά το ξέρει, πως υπάρχει· και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει μήτε να την υπερβεί.
Θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας, που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε.
Να από που ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης.   ….

Σίγουρα στο κεφάλαιο της τέχνης της ψυχής δεν έχουμε περάσει ακόμη στη σύνθεση.
Ψελλίζουμε, συλλαβίζουμε, το πολύ βγάζουμε κραυγές που, για να νιώθουμε πως είναι το μέγιστο που μπορούμε, τις θαυμάζουμε και μας συγκινούν ως τα δάκρυα.
Όμως, αν το καλοσκεφτούμε, πόσο μέρος από το πραγματικό αντίκρισμα της ζωής καταφέρνουν κάθε φορά να καλύπτουν;
Να γιατί, τ’ ομολογώ, αποβλέπω στην άνδρωση του λόγου, όπως ένας συνωμότης αποβλέπει στην κατίσχυση των μυστικών του ιδεών με πολλούς υπολογισμούς και πολλά όνειρα.
Δεν είμαι – δεν ήμουν ποτέ – της πλειοψηφίας, το ξέρω.
Αφελείς πρέπει να είμαστε όσοι λέμε, πως διακρίνουμε κάποιο σχέδιο ανάμεσα στ’ άστρα και στα σπλάχνα μας, ανάμεσα στο πέταγμα των πουλιών και στην ψυχή μας.
Παρ’ όλ’ αυτά, η αφέλεια μας δεν είναι τόση που να φτάσουμε να πούμε το καίριο.
Πρέπει να ξέρεις ν’ αρπάξεις τη θάλασσα από τη μυρωδιά, για να σου δώσει το καράβι, και το καράβι να σου δώσει τη Γοργόνα, κι η Γοργόνα τον Μεγαλέξαντρο, και όλα τα πάθη του Ελληνισμού.

Έτσι κάποτε, όταν το πλήρωμα του χρόνου φτάσει, μία μέσ’ απ’ την άλλη, αποσυρταρωμένες οι αισθήσεις μας, συνθέτουν τη δεύτερη και την τρίτη ιστορία που η Ποίηση ζητά στην ίδια της την κίνηση ν’ απαθανατίσει.
Οι αισθήσεις μας, που δεν έχουν, όπως τα αισθήματα μας, ιστορία – τι περίεργο· που χωρίς να υπόκεινται στη μεταβολή, την προκαλούν και την υποβοηθούν αποτελεσματικότερα· που χωρίς να εκβιάζονται να παρακολουθήσουν το πνεύμα μιας εποχής, το εκφράζουν πάντα πιο εύγλωττα.
Να γιατί πιστεύω πως κι η πιο ύστερη (η πιο μοντέρνα) κάθε φορά ποιητική γραφή οφείλει να μαρτυρεί ότι είναι σε θέση ν’ ανάγεται, όπως κι αυτές, στην πρώτη γραφή των πραγμάτων.
Είναι κάτι αυτό, που όσο απλό κι αν φαίνεται, όταν το συνειδητοποίησα ένιωσα πραγματικά μιαν απέραντη ελευθερία.

Ένα μεταφορικό καλοκαίρι με περίμενε, ολόιδιο, αιώνιο, με τα τριξίματα του ξύλου, τις μυρωδιές των άγριων χόρτων, τα σύκα του Αρχίλοχου και το φεγγάρι της Σαπφώς.
Ταξίδευα σα να περπατούσα σ’ ένα διάφανο βυθό· το σώμα μου έφεγγε καθώς το διαπερνούσανε πράσινα και γαλάζια ρεύματα· χάιδευα τις αμίλητες πέτρινες γυναικείες μορφές, και στους αντικατοπτρισμούς άκουγα χιλιάδες, των βλεμμάτων τα κελαηδίσματα· μια ατελεύτητη σειρά πρόγονοι, αγριωποί, βασανισμένοι, περήφανοι, κινούσαν τον κάθε μου μυώνα.
Ω ναι, δεν είναι μικρό πράγμα να ‘χεις τους αιώνες με το μέρος σου, έλεγα ολοένα, και προχωρούσα.

Έτσι, ανάμεσ’ από το αδιάφορο «μεγάλο κοινόν» και τις «εχθρικές Εξουσίες» πέρασα όπως ανάμεσ’ απ’ τις Συμπληγάδες. Κι ότι δεν υπάρχει χρυσόμαλλο δέρας είναι ψέματα·
ο καθένας από μας είναι το χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του.
Κι ότι δεν αφήνει ο θάνατος να το δούμε, και να τ’ αναγνωρίσουμε, είναι απάτη· πρέπει ν’ αδειάσουμε τον θάνατο απ’ αυτά που τον έχουν παραγεμίσει, να τον φτάσουμε στην απόλυτη καθαρότητα, για ν’ αρχίσουν να ξεχωρίζουν μέσ’ απ’ αυτόν, τ’ αληθινά βουνά και η αληθινή χλόη, ο γδικιωμένος κόσμος γιομάτος δροσοσταλίδες που λάμπουν καθαρότερες από τα πιο πολύτιμα δάκρυα.

Να τι είναι αυτό που περιμένω κάθε χρόνο, με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή: την πλήρη αντιστροφή, την απόλυτη διαφάνεια…

 

aromalefkadas – 2φΑ


Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

"Παραμύθια της Ανατολής "



 


ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 
-  με την Μαρία Κανελλοπούλου

ΣΤΙΧΟΙ - ΜΟΥΣΙΚΗ: ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ

 


 

2fA