Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

"Locus amoenus.. "













Locus amoenus ή ξημερώματα στο Κάιρο  (απόσπασμα)
Κυριακή 1η Αυγούστου 1943.

Βαγγέλης Σταυρόπουλος

….

Να’ σαι μόνος για να μπορείς απροσχημάτιστα να βουτάς στη θάλασσά σου. Όπως κοιτάζεις προς το χθες και βλέπεις τη χαρά σου αμήχανα νευρόσπαστη να αναπαύεται σε λίγα άσπρα βότσαλα, σε λίγη θάλασσα, σε μια λουρίδα φως, σε ένα βιβλίο. Στο διαυγές απήχημα της ύπαρξής σου που γνωρίζει τη σιωπή μέσα στα λόγια και στη βουή της Συγγρού και του Αμαρουσίου.

Ή τον Μάρτη. Τον Μάρτη, που τα λεμόνια κρέμονται στα δέντρα σαν ήλιοι, στα περιβόλια στην άλλη άκρη της πολιτείας. Ένα κορίτσι τριγυρνά ανάμεσά τους, ανάμεσα στις λεμονιές και στα πεύκα, κρατώντας στα δυο του χέρια μια βάρκα βαμμένη γαλάζια. Το κορίτσι φορά ένα γαλάζιο φόρεμα, όμοιο το’ χει με της βάρκας, σα το χρώμα του ουρανού και της θαλάσσης. Αφήνει το γαλάζιο βαρκάκι στην ακρογιαλιά, κι ύστερα σηκώνει το φόρεμα πάνω από τα γόνατα να μη το βρέξει, ίσα να σπρώξει το σκαρί στα ανοιχτά. Τώρα το καραβάκι ανοίχτηκε κι όλο μακραίνουν τα πεύκα στο γιαλό και τα νερά αγριεύουν. Το κορίτσι κοιτά ως τα πέρα, κι ύστερα ψάχνει τους αστερισμούς για να μαντέψει του καραβιού τη ρότα. Έχει δύο ήλιους καρφωμένους μες τα μάτια του, δύο κατακίτρινα λεμόνια. Το νερό που γλύφει τους πρόποδες της μεγάλης πολιτείας, πότισε την καρίνα και τα σχοινιά, κι ίσως ξανάρθει, λέει. Ίσως ξανάρθει, όταν τα πεύκα τα αττικά τα μεσημέρια του Ιούλη πιάνουν σκοπό κάτω από του ήλιου την βασιλεία την ασάλευτο. Ίσως γυρίσει απ’ το ταξίδι του, όταν ο ουρανός μας γιομίσει χαρταετούς, με τρελαμένα στα αφτιά τους σκουλαρίκια. Ίσως πάλι να βρει τον δρόμο του και να κινήσει για τις δικές μας  θάλασσες, όταν ο άνεμος ποτίσει κοκκινόχωμα και γιασεμί. Τότε θα τρέξουν τα παιδιά κατά τη θάλασσα φωνάζοντας, γελώντας και θα ρωτήσουν το κορίτσι αν βλέπει στον ορίζοντα να ’ρχεται εκείνο το ολοπάλαβο βαρκάκι. Κι εκείνο βότσαλο απ’ της θαλάσσης τον βυθό θα πάρει και φέρνοντάς το στα δυο του χείλια, θα γλείψει από πάνω του όλη την ποντική αρμύρα, ώσπου να μείνει στα χείλη του απάνω, όλη η ψυχή του βότσαλου. Τότε σιωπή θα ανατείλει, και τα παιδιά θα κάτσουνε ολόγυρα να ακούσουνε τη λέξη. Το κορίτσι λέξη δε θα πει, μόνο που θα μείνει να κοιτά τη θάλασσά μας, που γυρνά ανάμεσα στα δέντρα ψιθυρίζοντας, με μάτια σα δυο ήλιους, σα δυο ξανθά λεμόνια, όμοια με τα λεμόνια που σκαρφαλώνουν στα δέντρα μας, στην άλλη άκρη της Πολιτείας, του Μάρτη τις μέρες. Φωνή θα βγάλει το βότσαλο τότε και θα κράξει: - Ψυχή δε μου ’μεινε. Όλη η ψυχή μου κάθισε στου κοριτσιού τα χείλη. Εγώ ήμουν το βότσαλο ‘κείνο, που το βαρκάκι έριξε πίσω του καθώς σαλπάριζε. Κι ο ήλιος με καταδίκασε σκληρά σαν δίκαιος που είναι, σαν παντεπόπτης ρήγας, να ’χω για μέρα γιορτινή μου τούτη τη μέρα τη σημερινή, μέρα της άγιας Πίκρας. Με καταδίκασε σκληρά, να παραδέρνω σαν τον ποντικό στον πάτο, εγώ που θα ’μουν πέτρα, θα ’μουν λιθάρι κραταιό και ακρογωνιαίο, να αφήνουν πάνω μου τα ίχνη τους, των κοριτσιών τα γυμνά πόδια, καθώς γυρνούν μέσα στα λεμονοπερίβολα τις μέρες του Μάρτη, που οι καρδιές ορθώνονται στον ουρανό -έτσι να κάνουνε- να αρπάξουνε απ΄ τα μαλλιά τον ήλιο.  

Καθώς έφευγες -δέξου το- σου ’φταναν μονάχα τα βιβλία σου, ένα τετράδιο, δύο- τρία γραφικά σου. Στα περιθώρια να διορθώνεις με μολύβι κι αλλού να συμπληρώνεις, κάνοντας υπακοή στο τυπικό του λόγου, μετρώντας λέξεις στο κομποσκοίνι σου σαν την ευχή των καλογήρων στην ασβεστωμένη πεζούλα του μοναστηριού.


[πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Manifesto]

πλήρες το κείμενο: antifono  

[2fA]





Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

"Αγάπη, ερωτισμός και πλήξη"
















Ἡ ἀγάπη, ὁ ἐρωτισμὸς καὶ ἡ πλήξη

Μισὲλ Ευδοκίμωφ    - Père Michel Paul Evdokimov (1930) -


Στὴν κρίση τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, θὰ ἤθελα νὰ πῶ μιὰ λέξη γιὰ τὸν ἐρωτισμό.
Ἡ σύγχρονη λογοτεχνία καὶ ὁ κινηματογράφος ἔχουν ἀφθονία ἐρωτικῶν σκηνῶν
Ὁ ἐρωτισμὸς ταλαντεύεται ἀνάμεσα στὴν ἐπιθυμία γιὰ τὸ ἱερό (βλέπε τὸ ἔργο τοῦ George Bataile) καὶ σέ ἕνα γελοῖο κενό, βαρετό, μὲ μείωση τῆς ἐρωτικῆς πράξεως σ' ἕναν μονότονο μηχανισμό.
Οἱ ἡρωίδες τῆς Φρανσουὰζ Σαγκὰν δὲν δίνονται στὸν ἔρωτα, ἀλλὰ ἀφήνουν τὸν ἑαυτό τους νὰ ἄγεται καὶ νὰ φέρεται μέσα στὸ ἀλλοιωμένο περιβάλλον τῆς ράθυμης κοινωνίας στὴν ὁποία ἐξελίσσονται.

Αὐτοὶ ποὺ ἀφήνονται σὲ ἐρωτικὲς ἀκολασίες, ξέρουν πολὺ καλὰ τί εὐτελῆ εἰκόνα δίνουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Τὸ πρόσωπο τοῦ Δὸν Ζουὰν ποὺ πλημμυρίζει τὴ λογοτεχνία, δέν εἶναι παρά ἕνας δυστυχισμένος τοῦ ἔρωτα.
Λιγώτερο πρέπει νὰ φοβόμαστε τὸν ἐρωτισμὸ ἢ τὴν πορνογραφία, ἀπ’ ὅσο τὴν πλήξη ποὺ κατακλύζει αὐτοὺς τοὺς νεαροὺς μπλαζέ, τοὺς ἀηδιασμένους ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες τους, ποὺ τὸ ἐνδιαφέρον τους δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ἀνανεωθεῖ.


Ὁ Ρῶσος συγγραφέας Γκόγκολ ἔβλεπε στὴν πλήξη τὸ σημάδι τοῦ σατανᾶ, καὶ ἔλεγε ὅτι ὁ σατανᾶς μιὰ μέρα, θὰ φέρει ἕνα τεράστιο χασμουρητὸ ἀνίας, καὶ σ’ αὐτὸ τὸ χασμουρητὸ θὰ περικλείσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο.

Σὲ ἀκραῖες περιπτώσεις, ὁ ἐρωτισμὸς εἶναι μιὰ γλώσσα, ἡ γλώσσα τῆς ἐπιδερμίδας, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν χάσει τὴν ἱκανότητα ν’ ἀνταλλάσσουν λόγια ἢ νὰ ἐπικοινωνοῦν μὲ τὸ πνεῦμα.
Ἡ ἐρωτικὴ παραγωγὴ μαρτυρεῖ γιὰ τὴ μοναξιὰ τῶν ἀνθρώπινων ὄντων, ποὺ εἶναι στερημένα ἀπὸ ἀγάπη − εἶναι τὸ φανερὸ σημάδι μιᾶς κρίσης τῆς ἐπικοινωνίας.

Ὁ ἐπαναστάτης, ὅταν μάχεται γιὰ τὴ δικαιοσύνη, καὶ ὁ ἐρωτευμένος ἀπὸ τὴν ἄποψη ποὺ θὰ τὸν περιγράψω, εἶναι ἄνθρωποι πληγωμένοι, ἔχουν διαβλέψει ἕνα φῶς τελειότητας, καὶ δὲν ἔχουν παρὰ μιὰ ἐπιθυμία, νὰ παραμείνουν στὴν ἀκτινοβολία της.
Μᾶς κάνουν νὰ σκεφτοῦμε τὸν ἀπόστολο Πέτρο, ποὺ ἤθελε νὰ στήσει σκηνὲς πάνω στὸ Θαβώρ: «γιατὶ ἦταν ὄμορφα νὰ εἶναι κανεὶς ἐκεῖ», ἀρνούμενος νὰ ξανακατεβεῖ στὸν γκρίζο κόσμο τῶν ἀνθρώπων, στὴν καθημερινότητα, στὸν πόνο.


Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἡ λογοτεχνία δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον γιὰ τὸ θάμπωμα τῆς ἀγάπης ἢ τὰ δράματά της, καὶ ὄχι γιὰ τὴ συζυγικὴ ζωὴ ὅπως εἶναι. Τὰ παραμύθια τελειώνουν μὲ τὸ τυπικό: «παντρεύτηκαν καὶ ἔκαναν πολλὰ παιδιά», σὰν νὰ μὴν παρουσιάζει κανένα ἐνδιαφέρον αὐτὴ ἡ ζωή. 

Ἕνα πράγμα ἀκατανόητο γιὰ τοὺς νεόνυμφους, ποὺ ἔχουν νὰ χτίσουν τὴ ζωή τους γιὰ δύο, εἶναι νὰ ἀναλάβουν τὸν ἡρωισμὸ τῆς καθημερινότητας: να, μὲ δυὸ λόγια, ἕνα καλὸ θέμα μυθιστορήματος ποὺ σπάνια ἔχει θιγεῖ. Ἡ λογοτεχνία σταματᾶ στὴ ζωγραφικὴ τῆς ἐρωτικῆς μέθης ἢ στὶς ἀκολασίες της.

Τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη, ὅταν ποτίζεται ἀπὸ τὴν ἀνεξάντλητη πηγὴ τῆς θείας ἀγάπης, δὲν κάνει τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ βαθαίνει μὲ τὴ διάρκεια τῶν χρόνων.

Αὐτὴ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ ἔννοια τῶν γάμων τῆς Κανᾶ, ὅπου τὸ κρασὶ σερβιρισμένο στὸ τέλος τοῦ συμποσίου − στὸ τέλος τῆς ζωῆς − εἶναι, ἀντίθετα ἀπὸ τὶς προϋπάρχουσες ἰδέες, καλύτερης ποιότητας ἀπ’ αὐτό ποὺ προκάλεσε τὴν ἀρχικὴ μέθη.



[Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά: Μαρία Λαγουροῦ]

antifono – [2fA]





Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

"Είκοσι χρόνια περασμένα.. "















Ομήρου Οδύσσεια   - ρ, στ. 290-327 -

Οδυσσέας και Άργος


[Ο Οδυσσέας μαζί με τον χοιροβοσκό Εύμαιο, που δεν γνωρίζει ακόμα
ποιος είναι ο ζητιάνος που φιλοξενεί,  πηγαίνει στο παλάτι του,
για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης των μνηστήρων.
Έξω από το παλάτι αντικρίζουν τον Άργο, τον σκύλο του Οδυσσέα.]


Έτσι οι δυο αντάλλαζαν κουβέντες, και το κεφάλι σήκωσε                         
και όρθωσε τ’ αυτιά, ως ήταν ξαπλωμένος ο Άργος,
ο σκύλος του καρτερικού Οδυσσέα, που ο ίδιος είχε αναθρέψει,
μα δεν πρόλαβε να τον χαρεί πριν φύγει για την άγια Τροία.

Τα πρώτα χρόνια οι νιοι τον έπαιρναν να κυνηγά μαζί τους
να ξετρυπώνει τους λαγούς, ζαρκάδια να διώκει κι αίγαγρους,
σαν έμεινε όμως πια χωρίς αφέντη, τον παρατήσανε μες τους σωρούς
την κοπριά των μουλαριών και των βοδιών μπρος στην αυλόπορτα
να σέρνεται, ως να την πάρουν από κει οι δούλοι κάθε τόσο,
για λίπασμα στου Οδυσσέα τα χωράφια.

Κει τώρα κοίτουνταν ο Άργος, τσιμπούρια φορτωμένος,
μα μόλις ένιωσε κοντά να στέκει ο Οδυσσέας
κατέβασε ευθύς τ’ αυτιά και την ουρά του σάλεψε,
αλλά δεν άντεχε για να συρθεί σιμά στ’ αφεντικό του..
Κι εκείνος, στράφηκε αλλού και σκούπισε ένα δάκρυ,
να μην τον δει ο Εύμαιος, μην καταλάβει, και ρώτησε:

«Παράξενο, τέτοιο σκυλί να ’ναι παρατημένο στις κοπριές,
δείχνει καλή κοψιά κι αναρωτιέμαι αν ήταν όσο όμορφο,
το ίδιο γρήγορο στα πόδια ή ίσως ήταν απ’ αυτά
που τριγυρνούν στ’ αρχοντικά τραπέζια
και τα ’χουν οι αφέντες τους μονάχα για στολίδι;»

Και Εύμαιε συ, χοιροβοσκέ, αμέσως αποκρίθηκες:
«Είναι ο σκύλος του Άρχοντα που χάθηκε στα ξένα
κι αν είχε τώρα δα τα πρωτινά κουράγια,
όπως τον άφησε εκειός και μίσεψε στην Τροία,
το σφρίγος του θα θαύμαζες και τα γοργά του πόδια.     

Θήραμα δεν του ξέφευγε απ’ το κυνηγητό του
πάνω στα χνάρια που ’βρισκε βαθιά μέσα στο δάσος
μα τώρα δυστυχία του που χάθηκε ο αφέντης
οι δούλες αδιάφορες φροντίδα δεν του δίνουν.

Έτσι είναι οι δούλοι πάντοτε, χωρίς του αφέντη την ορμήνεια
σωστή δουλειά δεν ημπορούν να κάνουν·
ο Δίας ο αστραπόβροντος στερεί τ’ ανθρώπου τη μισή αξιοσύνη
σαν έρθει μαύρη η τύχη του και σκλαβωθεί.»  

Ετούτα όπως είπανε, μπήκε στο αρχοντόχτιστο παλάτι
και κατευθείαν πέρασε στην αίθουσα με τους μνηστήρες.
Όμως τον Άργο κάλυψε πια η σκοτεινή μοίρα του θανάτου
αφού τον Οδυσσέα αντίκρισε ξανά, είκοσι χρόνια περασμένα…      



απόδοση-Μ[2fA]





Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Ημερολόγιο Πλοίου – 07






ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΛΟΙΟΥ
-----------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις στο περιθώριο



ΠΑΡΟΥΣΙΑ


Και κάθε δεύτερη μέρα
ν’ αναρωτιέμαι για τις ώρες τις πικρές
πώς πέρασε το χθες από  μπροστά μου
άχρωμο, χωρίς παλμό
χωρίς συγκίνηση, άδειο από χαρά και
λύπη και κλάμα και ζωή
ημέρες χωρίς αίσθημα
στημένες στη σειρά σαν κυπαρίσσια
χωρίς δέηση
κι αντίκρισμα ανέμου

Νύχτες δίχως πνοή
βουβές κουβαριασμένες στεγνές
από χαμόγελο και προσδοκία
η λαμαρίνα ν’ αντιβουίζει τη σιωπή
και το σκοτάδι
να κοντράρει τον ρυθμό της μηχανής
ώσπου να φέξει
όλα κενό σκιές και ψέμα
αποξεραμένα ροδοπέταλα που θρυμματίζει
στο άγγιγμα της
η νοσταλγία

- φαντάσου να ’ταν έτσι
και κάθε επόμενη ματιά
λεπίδα παγωμένη η απουσία σου
απ’ το ταξίδι

Όμως δεν είναι.. δεν είναι έτσι
ποτέ δεν ήταν
κρυφά το βλέμμα σου μ’ ακολουθεί
κάθε στιγμή κι ανάσα – να το θυμάσαι
κι είσαι παντού
μαζί μου
λυγμός και γέλιο κι αναφιλητό και χάδι
παρηγοριά φιλί ελπίδα
παρουσία
ως το ξημέρωμα και ως τη δύση. 



Μ[2φΑ]




"Η κοινή προσευχή"






Από Αφιέρωμα στον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά

Αλέξανδρος Χριστοδούλου - "Ο κόσμος της Προσευχής"

….

Αλλά και αργότερα στη Θεσσαλονίκη, επειδή δεν είχε κοντά του τη φίλη του ερημία και την αδιατάρακτη αναχώρηση από τους ανθρώπους, κατασκεύασε ο Άγιος για τον εαυτό του ένα κελλάκι στο βάθος, ώστε να είναι ανενόχλητος, και εκεί αναχωρούσε από όλα και απολάμβανε, όσο ήταν δυνατόν, νύκτα και ήμερα τα αγαθά της ερημίας.

Κάποια μέρα λοιπόν είχε καθίσει ησυχάζοντας εκεί και προσευχόταν μυστικά στον Θεό. Οι μαθητές και συνασκητές και ομότροποί του ήταν όλοι μαζί στον θαυμαστό Ισίδωρο, που τελούσαν αγρυπνία ψάλλοντας και πανηγυρίζοντας όπως έπρεπε τον Αντώνιο, τον κοινό καθηγητή και πατέρα των μοναχών.
Ήταν το βράδυ, της καθιερωμένης κοινής ετήσιας πανηγύρεως του αγίου αυτού, από την οποία δεν έλειπε ούτε ο ίδιος ο μέγας Αντώνιος, ω του θαύματος, αλλά παρευρισκόταν λαμπρός, με την μορφή μοναχού, μεσολαβώντας δίκαια μεταξύ των δύο μερών.

Ενώ δηλαδή ο Γρηγόριος προσευχόταν εκεί ησυχαστικά, όπως είπα, έρχεται και λάμπει γύρω του θείο φως -όπως συχνά συνέβαινε-, στο άπλετο δε αυτό φως μέσα φαινόταν και ο μέγας Αντώνιος· αυτός είπε στον Γρηγόριο, εμπρός στον οποίο στάθηκε:
«Καλή βέβαια είναι και η προσευχή του νου στην ησυχία, επειδή καθαρίζει το οπτικό της ψυχής και το καταξιώνει της αποκαλύψεως και θέας των απορρήτων μυστηρίων, αλλά μερικές φορές είναι αναγκαίο να συντροφεύει κανείς τους ομότροπους αδελφούς και να συμμετέχει μαζί τους στην προσευχή και στην ψαλμωδία και στις άλλες πνευματικές επιδόσεις· πρέπει λοιπόν και τώρα να μεταβείς προς εκείνους που αγρυπνούν και ψάλλουν, οι όποιοι χρειάζονται πολύ την επιστασία σου».

Και εκείνος μεν, αφού δίδαξε αυτά τον φίλο απήλθε προς τον εαυτό του, ο δε Γρηγόριος εξεπλήρωσε αμέσως την εντολή· αφήνοντας την ησυχία και το κελλί του, έρχεται με πολλή χαρά στους χαίροντες φίλους του και τελεί την εορτή άγρυπνος μαζί μ’ εκείνους, όλη την ιερή εκείνη νύχτα.



[2fA]





Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

"Ιερατική Ποίηση.. "






"ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ"
ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΣΤΙΣ 10 ΜΑΡΤΙΟΥ


Το Πρόγραμμα Μουσικής (ΒΜ) του Hellenic American College (HAEC)
σε συνεργασία με το Hellenic American University (Manchester, NH, USA)
και το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον»
παρουσιάζουν μουσική εκδήλωση αφιερωμένη στην Ιερατική Ποίηση, με τραγούδια για φωνή και πιάνο σύγχρονων Ελλήνων συνθετών, πάνω σε ποίηση σύγχρονων Ορθοδόξων κληρικών.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 10 Μαρτίου 2015, στις 20:00, στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, Μασσαλίας 22, Κολωνάκι.

Με τον όρο "Ιερατική Ποίηση" ορίζουμε την ποίηση που γράφουν σήμερα κληρικοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί). Η ποίηση αυτή δεν είναι κατ' ανάγκην θρησκευτική. Περιέχει τόση θρησκευτικότητα όση και κάθε άλλο ποίημα και χαρακτηρίζεται από την υπαρξιακή κυρίως, θεματολογία. Από την ποίηση αυτή, όπως είναι λογικό, δεν απουσιάζει ο Θεός, αλλά Αυτός νοείται ως αέναη αναζήτηση και ως Ον που νοηματοδοτεί την ύπαρξη και όχι ως κάτι το δεδομένο και μαγικό.

Η Ιερατική Ποίηση δικαιώνει απόλυτα τον στίχο του νομπελίστα ποιητή μας Οδυσσέα Ελύτη: “Όπου υπάρχει ποίηση, εκεί κι ο Θεός. Την ομορφιά εστιάζει”.


Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της Ιερατικής Ποίησης, έργα των οποίων θα παρουσιαστούν στην εκδήλωση είναι οι:
Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός,
Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος,
πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Καποδίστριας,
ιερομόναχος Συμεών ο Περουβιανός,
πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Θερμός
και οι μακαριστοί
Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός
και μοναχός Μωυσής ο Αγιορείτης.

Ποιήματα αυτών των ιερέων ποιητών μελοποιούν για πρώτη φορά, με πρωτοβουλία του θεολόγου και μουσικού Παναγιώτη Ανδριόπουλου, οι σύγχρονοι Έλληνες συνθέτες:
Κωνσταντία Γουρζή, Λεωνίδας Κανάρης, Ιάκωβος Κονιτόπουλος,
Αλέξανδρος Μούζας, Άλκης Μπαλτάς, Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου,
Φίλιππος Τσαλαχούρης και Βασιλική Φιλιππαίου.

Τα μελοποιημένα έργα Ιερατικής Ποίησης ερμηνεύουν οι:
Βίκυ Στυλιανού (πιάνο),
Μαργαρίτα Συγγενιώτου (μέτζο σοπράνο),
Δάφνη Πανουργιά (σοπράνο)
και Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος (απαγγελία–τραγούδι).


- Η συγκεκριμένη παραγωγή έχει παρουσιαστεί στην Πάτρα, στη μορφή για φωνή και πιάνο (2007) και στο Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής Πάτμου (2010), με την Ορχήστρα του Φεστιβάλ, υπό τον μαέστρο Άλκη Μπαλτά. -




pZ - [2fA]





Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

"Παιδί μου, πεινάω.. "





- Από το Γεροντικό


Ο αββάς Μακάριος έλεγε, πως όταν ήταν νέος, επειδή κάποτε έπεσε σε ακηδία, βγήκε έξω από το κελί του στην έρημο, με τον εξής λογισμό:
«Όποιον κι αν συναντήσω, θα τον ρωτήσω κάτι που θα με ωφελήσει.»

Βρήκε λοιπόν ένα παιδί που έβοσκε βόδια και του λέει:
- Παιδί μου, πεινάω. Τι να κάνω;
- Ε, να φας! αποκρίθηκε εκείνο.

- Έφαγα και πάλι πεινάω, είπε ο αββάς.
- Να ξαναφάς, του λέει το παιδί.
- Πολλές φορές έφαγα, και όμως πεινάω πάλι.

Τότε το παιδί τον ρωτάει με απλότητα:
- Μήπως είσαι γάιδαρος, γέροντα και γι’ αυτό θέλεις όλο να τρως;

Ωφελημένος απ’ αυτό ο αββάς, γύρισε πίσω στις εργασίες του.




[2fA]





Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Ημερολόγιο Πλοίου – 06






ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΛΟΙΟΥ
-----------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις στο περιθώριο



ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ


Η συντήρηση είναι απαραίτητη
είχε πει ο καπετάνιος
μα ακόμα πιο σπουδαία είναι η χαρά
της εργασίας
δοκίμασε και θα με θυμηθείς..

Πέσανε τότε οι μπογιές πολλές
κι έβαφα-έβαφα μέχρι να μου τελειώσουν
δεν άφησα επιφάνεια άβαφη…
το αποτέλεσμα δεν φάνηκε σημαντικό,
αλλά την ώρα που το χρειαζόμουν
έβαψα μπλε και κόκκινα και κίτρινα,
κι όλες τις αποχρώσεις που ζητούσε η καρδιά μου
- γέμισα τη ζωή μου χρώμα

τώρα, δεν είναι εύκολο ν’ απλώσω
ούτε μια απλή γραμμή…
επιφάνειες κενές πια δεν υπάρχουν
τα χρώματα σπανίζουν
και οι παλιές βαμμένες πόρτες
πήραν να ξεθωριάζουν…

έχω κρατήσει όμως μέσα μου
πολλή χαρά
όχι τόσο από την αρμονία που με σφράγισε
όσο από τον ιδρώτα που δωσα.



Μ[2φΑ]





Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

"Τo πιο πολύτιμο στη γη.. "












- Από το Γεροντικό -


Κάποια στιγμή στον Ουρανό, ζήτησε ο Θεός από τους αγγέλους, να του φέρουν το πιο πολύτιμο πράγμα που θα έβρισκαν στη γη.
Οι άγγελοι ξεκίνησαν και έψαξαν παντού.
Πολλοί έφεραν πολλά ωραία και πολύτιμα πράγματα.
Τρεις άγγελοι όμως, έφεραν τα καλύτερα.

Ο ένας έφερε και απέθεσε στον θρόνο του Θεού ένα ωραιότατο μαργαριτάρι.
Ήταν μια σταγόνα ιδρώτα.
Είχε πέσει από το μέτωπο κάποιου, που δούλευε τίμια όλη μέρα να ζήσει την οικογένειά του.
- Ωραίο το εύρημα σου, είπε ο Θεός, αλλά υπάρχει κάτι πιο ωραίο από αυτό.

Παρουσιάστηκε τότε ο δεύτερος άγγελος.
Αυτός απέθεσε με σεβασμό μπροστά στον Θεό ένα κατακόκκινο ρουμπίνι.
Ήταν μια σταγόνα αίμα ενός ήρωα, που είχε πέσει στο πεδίο της τιμής.
Οι άγγελοι έμειναν εκστατικοί.
- Υπάρχει κάτι πιο πολύτιμο ακόμη, είπε ο Θεός.

Τότε όλοι στράφηκαν προς το μέρος του τρίτου αγγέλου, που με πολλή ευλάβεια άφησε να κυλήσει στον θρόνο του Θεού ένα αστραφτερό διαμάντι, που όμοιο μ’ αυτό ποτέ δεν είχαν δει.
Ήταν ένα δάκρυ αμαρτωλού, που με συντριβή ομολογούσε τις αμαρτίες του στον ιερέα.
- Αυτό είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στη γη, είπε τότε ο Θεός.



fb - Pres Nota Katras

ap[2fA]





Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

"Αγρυπνίες Αγίου Ελισαίου"






Το Εκκλησάκι του Αγίου Ελισαίου, βρισκόταν στον οδό Άρεως 14, κοντά στο Μοναστηράκι.
Ήταν μικρή μονόκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, χωρητικότητας 50-60 ατόμων.

Κτίστηκε τον 17ο αι. στην αυλή του αρχοντικού της οικογένειας Χωματιανού Λογοθέτη (από το όποιο διασώζονται η είσοδος και η σκάλα), και ήταν κτητορική (ιδιωτική), αλλ΄ όμως ανοιχτή στο κοινό. Αργότερα πέρασε στην οικογένεια Ματουκά.

Ο Άγιος Ελισαίος είναι γνωστός και από τις αγρυπνίες που στα 1880-1925 τελούνταν σ΄ αυτόν και στις οποίες μετείχαν ο άγιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς, οι λογοτέχνες Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Παύλος Νιρβάνας, Γεώργιος Τσοκόπουλος, Γιάννης Βλαχογιάννης κ.α., καθώς επίσης και ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως και ο Φιλόθεος Ζερβάκος.





Ένα πνευματικό φυτώριο

Απόσπασμα από άρθρο του Κωστή Μπαστιά στην εφημερίδα "Η Βραδυνή"
-  της 8ης Ιουνίου 1960 -


Οι  αγρυπνίες του Αγίου Ελισαίου, σταθήκανε πνευματικό φυτώριο.
Μέσα στο ταπεινό αυτό εκκλησάκι, στους Αγέρηδες, το ιδιωτικό, το ανύπαρκτο τώρα πια, αφού το γκρέμισε η σκαπάνη της οικονομικής σκοπιμότητας, ο Όσιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και μία πλειάδα ταπεινών ορθοδόξων Χριστιανών, είχανε οργανώσει αυτές τις αγρυπνίες.

Ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς στάθηκε η πιο ολοκληρωμένη λειτουργική έκφρασι μέσα στη ορθόδοξη Ελλάδα του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα και των πρώτων εικοσιπέντε χρόνων του τωρινού. Λειτουργική στάθηκε ολάκερη η ζωή του.

Ξημερώματα άρχιζε και μεσημέρι τελείωνε. Γιατί τάλεγε όλα, γιατί μνημόνευε εκατοντάδες νεκρούς και ζωντανούς.
Και το εκκλησίασμα ούτε αβάσταχτες εύρισκε αυτές τις ακολουθίες, ούτε καταπονετικές, ούτε εμπόδιο στις δουλειές του.
Φτωχοί και πολλοί μεροκαματιάρηδες ήτανε αυτοί που εκκλησιαζόντανε στον Άγιο Ελισαίο, ή στον Άγιο Γιάννη τον Κυνηγό, της οδού Βουλιαγμένης, όπου χρόνια λειτουργούσε ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς.

Άνθρωποι της ανάγκης, θεόφτωχοι, κοπιώντες και πεφορτισμένοι.
Κι' όμως δεν κουραζόντανε για ένα και μόνο λόγο: Δεν ήτανε ξένοι προς τα μυστήρια και τις ακολουθίες. Τις διαβάζανε, ξέρανε όλα απ' έξω και γευότανε τη λειτουργία ή τις ακολουθίες των αγρυπνιών, όταν τις τελούσε ένας ιερέας ταπεινός και καθαρός την καρδία.

Αυτός ο κόσμος γευότανε όσα έλεγε ο λειτουργός, όσα ψέλνανε οι ψαλτάδες. Τα σιγόλεγε και τα σιγόψελνε και το εκκλησίασμα και κάθε λέξη και κάθε φράση και κάθε μουσικός φθόγγος ήτανε βίωμα.
Ό,τι ακούγανε, σκορπούσε γαλήνη στην ψυχή και στο πνεύμα τους και τα μάτια τους δεχότανε σαν ίαμα τ' άγια εικονίσματα της βυζαντινής αγιογραφίας.

Όξω και μακριά απ' τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, δεν βρίσκανε ούτε λύτρωση, ούτε ανάπαυση. Ο πόθος τους για χριστιανική δικαιοσύνη, όπως το βλέπουμε τόσες φορές στο έργο του Παπαδιαμάντη και του Μωραϊτίδη, δεν έκρυψε ποτέ την οργή της εκδίκησης. Η αγάπη που τους θέρμαινε δεν ήτανε η ανήσυχη κι' εναγώνια αγάπη του κόσμου, αλλά η ατάραχη και ειρηνική αγάπη τού Χριστού.

Αυτοί οι επιζώντες, όπως και μερικοί άλλοι, καθώς και κείνοι που κοιμηθήκανε εν Κυρίω από τους αγρυπνητές του προφήτη Ελισαίου, ξέρουνε πως η λογική του κόσμου δεν έχει θέση στον χριστιανικό περίβολο, όπως δεν έχει θέση κι' η μεθοδολογία του κόσμου.



[2fA]





Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

"Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς"






Από την Εφημερίδα ΕΣΠΕΡΙΝΗ, 6 Μαρτίου 1932


Μεταξύ των ολίγων πραγματικών λειτουργών του Υψίστου, υπήρξεν ασφαλώς ο εις Κύριον αποδημήσας στις 2 Μαρτίου, αιδεσιμώτατος ιερεύς Νικόλαος Πλανάς, εις ηλικίαν 82 ετών.

Εγεννήθη εις Νάξον το 1851 και από μικρό παιδί αφιερώθη εις τα θεία και την υπηρεσίαν της Εκκλησίας.
Από δέκα ετών υπήρξεν υπηρέτης του ιερού, εσήκωνε τα άγια εξαπτέρυγα, αγρυπνούσεν εις τας ολονυκτίας, και από της ηλικίας εκείνης είχεν εκδηλωθή το φιλεύσπλαγχνον του χαραχτήρος του και τα αλτρουιστικά του αισθήματα. Το ψωμί που του έδιδε η μητέρα του, το εμοίραζε με τα άλλα παιδιά του χωριού του, και πολλές φορές είχε δώσει και τα ρούχα του ακόμη στα φτωχά παιδιά.

Το 1879 εχειροτονήθη διάκονος εις τον Άγιον Παντελεήμονα τον παλαιόν... και κατόπιν εχειροτονήθη ιερεύς (1884) εις το παρά τον Παλαιόν Στρατώνα ναΰδριον του Προφήτου Ελισσαίου, εις το οποίον μετέβαινε ως γνωστόν και έψαλλε κάθε Κυριακήν, ο αείμνηστος διηγηματογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Ελειτούργησεν εις τον ιερόν ναόν της Μεταμορφώσεις ολίγον διάστημα, και ετοποθετήθη εις το τότε εξωκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μετόχιον της Μονής του Όρους Σινά.[...]

Ο κόσμος χάρις εις τον παπα-Πλανάν, συνέρρεεν εις την μικράν αυτήν εκκλησίαν και τα εισοδήματά της, φυσικά, ηύξανον. Ταυτοχρόνως εμεγάλωνε και η συνοικία και κατέστη, συν τω χρόνω, μεγάλη ενορία.

Όλα τα κέρδη του ο παπα-Νικόλαος τα διέθετε εις την εκκλησίαν και τους πτωχούς.
Ηγόρασεν εικόνας και προσέφερε δώδεκα χιλιάδας προπολεμικών δραχμών, ως εμφαίνεται εκ των πρακτικών, και δεκαπέντε μεταπολεμικάς. Ουδέποτε κρατούσε χρήματα.
Ό,τι του έδιδον, τα διέθετεν αμέσως. Με το ένα χέρι τα έπαιρνε και με το άλλο τα έδιδε σε πτωχούς, χήρας και ορφανά. Εισέπραττε το πρωί; Το μεσημέρι δεν είχε πεντάρα.
Εισέπραττε το απόγευμα; Το βράδυ εκοιμάτο απένταρος.

Άκακος και άχολος, μη γνωρίζων την άρνησιν, έδιδε εις πάντας τους ζητούντας.
Και πολλάκις, έπιπτε θύμα εκμεταλλευτών, οι οποίοι επήγαιναν και του έλεγαν ότι ήσαν πτωχοί, ότι επεινούσαν και υπέφεραν και τους έδιδε και την τελευταίαν του δεκάραν.

Όπως ήτο επόμενον, ήτο αδύνατον ο άγιος άνθρωπος να έχη εχθρούς. Και να τον ύβριζον ακόμη και να τον έκλεπτον φανερά, αυτός με το μειδίαμα της καλωσύνης εις τα χείλη, τους συνεχώρει και τους ηυλόγει.
Ένα τάλληρο την ημέραν ήτο δι' αυτόν πολύ. Ουδέποτε κρατούσε περισσότερα χρήματα.
Τα υπόλοιπα τα εμοίραζε.




ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


Γνωρίζω έναν ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκώτερος των ανθρώπων. Δια πάσαν ιεροπραξίαν αν του δώσης μίαν δραχμήν ή πενήντα λεπτά ή μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν του δώσης τίποτε, δεν ζητεί.

Διά τρεις δραχμάς εκτελεί παννύχιον Ακολουθίαν, Λειτουργίαν και Απόδειπνον, Εσπερινόν, Όρθρον, Ώρας, το όλον διαρκεί εννέα ώρας.
Αν του δώσης μόνο δύο δραχμάς, δεν παραπονείται.
Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ του το δώσης, το κρατεί δια πάντοτε. Επί δύο, τρία έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα.

Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ή τρεις χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ.
Η προσκομιδή παρ' αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία, άλλας δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός του ιερού, από πρόσφορα ή αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.




[2fA]





Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Ημερολόγιο Πλοίου – 05






ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΛΟΙΟΥ
-----------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις στο περιθώριο



Το λιμάνι είναι η αγκαλιά του θαλασσοδαρμένου,
όποια στεριά πατά είναι πατρίδα του,
το κάθε σπίτι ζεστασιά και αγάπη,
όμως το σκάφος του ταξιδευτή, είναι ο ίδιος του ο εαυτός 
μ’ αυτό μετρά όλες τις θάλασσες του κόσμου…



Στην καρδιά του λιμανιού, απέναντι από τα πλοία, είναι απλωμένα τα καλά μαγαζιά.
Προσεκτικά συντονισμένα, στην ίδια εικόνα εκλεκτικότητας και εντυπώσεων.

Τραπεζομάντιλα και λουλούδια, σερβιτόροι με ύφος συγκατάβασης προς όλους.
Διακόσμηση επαγγελματική και φωτεινές επιγραφές.

Πέρα από τις εκλεκτές γεύσεις, προσφέρουν την αίσθηση πως ανήκεις κάπου.
Όσοι πηγαίνουν εκεί, θα δουν κόσμο και θα τους δουν.

Όλα συμβατικά, μ’ έναν κώδικα που απευθύνεται στην ομοιομορφία των ατόμων.
Η απρόσωπη ομαδοποίηση της μόδας, έχει τους κανόνες της παντού.
Ακόμα και στον αργό, νωχελικό τρόπο συνομιλίας των θαμώνων.
Και στην επίπλαστη ελαφρότητα της διάθεσης τους.


Αν τύχει να με ψάχνεις, μην ασχοληθείς με τα συγκεκριμένα μαγαζιά.
Τα νοιώθω ξένα.
Λίγο πιο κάτω, δίπλα σε ένα εμπορικό εκτός εποχής, θα δεις δυο τραπεζάκια ορφανά στο πεζοδρόμιο.
Μέσα, φτιάχνουν με σοβαρότητα και φροντίδα, σουβλάκι και γύρο.
Ίσως με δεις εκεί.

Στην επόμενη γωνία, υπάρχει μια παλιά αίθουσα εστιατορίου, με μεγάλα τζάμια και έναν πάγκο στο βάθος, για τα φαγητά της ημέρας.
Με ατμόσφαιρα φιλική.
Μια τετράγωνη κόλλα χαρτί στο τραπέζι, χαρτοπετσέτες, αλατοπίπερο, λαδόξιδο και ένα μπουκάλι νερό από τη βρύση, μήπως είσαι διψασμένος.

Απ’ έξω, η επιγραφή λέει: «ΖΥΘΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ».
Χωρίς παπιγιόν και επισημότητα. Με αμεσότητα και χαμόγελο.
Ρίξε μια ματιά.


Αλλιώς, προχωράς λίγα τετράγωνα πιο κάτω, αφήνεις τον δρόμο της παραλίας και μπαίνεις στο πρώτο ήσυχο στενό.
Θα δεις μια παλιά θαμπή τζαμαρία.
Μια ταμπέλα μισοσβησμένη, γράφει «ΟΙΝΟΜΑΓΕΙΡΕΙΟ».

Όλοι εκεί μέσα, γνωστοί και άγνωστοι μεταξύ τους, είναι αυτοί που είναι. 
Ο καθένας με το δικό του πρόσωπο και την ιστορία του γραμμένη στο μέτωπο του.
Σαν να μπαίνεις στο σκάφος σου.
Την πόρτα, δεν την περνά σχεδόν ποτέ, περαστικός. 

Εσύ, ν’ ανοίξεις και να μπεις.
Εδώ καταλαγιάζω τα όνειρα μου.



Μ[2φΑ]



Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

"Μαθήματα από τη φύση.. "












Από την Νεκταρία Α.


Καλοκαίρι.
Η μεγάλη καρυδιά γεμάτη από πράσινους καρπούς, που ως το φθινόπωρο θα μαυρίσουν και θα είναι έτοιμοι για συγκομιδή.

Όποιος βιαστικός έχει μαζέψει καρύδια το καλοκαίρι και έχει μελετήσει την "ανατομία" τους, διαπιστώνει πόσα πολλά στρώματα προστατεύουν τον ανώριμο καρπό που είναι νόστιμος, αλλά λίγος. Και όσο ωριμάζει το εσωτερικό, τόσο φθίνει το περίβλημα.
Ώσπου μένει μόνο το καρυδότσουφλο, ικανό να διατηρήσει την ουσία για πολύν καιρό.

Βέβαια και ο ανώριμος καρπός με τη χοντρή φλούδα, φτιάχνει υπέροχο λικέρ ή γλυκό του κουταλιού. Μόνο που εκεί χρειάζεται μαεστρία και ανάμειξη με άλλα υλικά.


Κάπως έτσι δε συμβαίνει και με την πνευματική ζωή;
Όσο πιο ανώριμοι είμαστε, τόσο περισσότερο χρειαζόμαστε τους εξωτερικούς τύπους. Όταν όμως, ωριμάσει ο καρπός της πίστης, δεν έχει ανάγκη από περίβλημα.
"Από τον τύπο οδηγούμενοι στην ουσία",  όπως έλεγε ένας σύγχρονος πνευματικός.

Και ο κάθε καρπός, έχει βγει από κάποιο λουλούδι.
Το ρόδι από το έντονο κόκκινο λουλούδι σαν φλόγα, που θυμίζει το πάθος για ζωή και το λεμόνι, από τον διακριτικό και ευωδιαστό λεμονανθό.


Το κάθε δέντρο διαφορετικό, ξεχωριστό, μοναδικό, κρύβει τη δική του σοφία
- απλώνει τα κλαδιά του προς τον ουρανό και ρουφάει ήλιο!




[2φΑ]





Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

"Το ποτάμι του χρόνου"





Σταύρος Λάντσιας





The river of time
Από το Άλμπουμ: Ημερολόγιο Ονείρων (Diary of Dreams) 2011



Nicky - [2fA]






Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Ημερολόγιο Πλοίου – 04






ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΛΟΙΟΥ
-----------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις στο περιθώριο



ΟΤΙ ΕΧΩ


Στεγνώνει στο χαρτί το δάκρυ
ο πόνος γράφει πιο καλά
στης καρδιάς το άσπρο

κράτα με σφιχτά 
όσο αντέχω
κι ας πονώ

το μέτωπο στα γόνατα σου ακουμπώ
εμπιστοσύνη κατάθεση ομολογία
σιωπή λατρεία
χάνομαι
δέξου την ικεσία μου
δέομαι
η λησμονιά κυκλώνει
δυναστεύει

είναι αδύναμη η αγάπη μου
γλυκόπικρη
- ο πόνος της
είναι ότι έχω.



Μ[2φΑ]