Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

"Ηχήστε οι σάλπιγγες!.. "





Άγγελος Σικελιανός  (1884-1951)
-  Στην κηδεία του Κωστή Παλαμά, στις 28 Φεβρουαρίου 1943


Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιον κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς !»,
ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…
κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθε μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !



olympia – [2fA]



Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

"Ο Τύμβος του Σικελιανού "





Άγγελος Σικελιανός  -  "Ραψωδίες του Iόνιου",
Tύμβος          


….   Aνανογήθη ο άνθρωπος μες στο βαθύ τον ύπνο
το πρώτο πως ελάλησε τζιτζίκι με φεγγάρι;
Kι ως άνθρωπος την αγκαλιά που αφήκε της γυναίκας,
γιατ' ήταν δίκαι' η πείνα του και η δίψα του θανάτου,                         50
γιατ' ήταν κάμπος άθερος που, ως σκύβουν του τ' αστάχυα
ανατριχιάζοντας βαθιά στο ρίπισμα της αύρας
που σα δρεπάνι αθώρητο πετάει απάνωθέ του,
το θεριστήν επόθησε που θε να θέριζέ του
την παπαρούνα σύρριζα με το μεστό τ' αστάχυ
- όμοια κι αυτός την αγκαλιά γυναίκεια επόθησέ τη.
Kι αλάφρωσε το γαίμα του, και δρόσισέ του η φλέβα,
και σιωπηλός, ως αιώνιος, γλυκός τον πήρε βύθος,
και χύθη μέσα του, βαθιά πολύ, της γης το πνέμα·
στα διάφωτα ματόφυλλα του γλίστραε το φεγγάρι                             60
ωσάν απ' ανοιξιάτικα νέφια μπροστά, και τ' άστρα
σα δάκρυ' από τα μάτια του ξαλάφρωναν το νου του,
κι ως φύλακες τα γαληνά βουνά μακρά ένιωθέ τα·
δε συνορίζονταν ο νους και το κορμί του ανθρώπου·
απάνωθέ του είχε χαθεί του θεριστή κι ο ίσκιος,
κι ως με τη ράχη ανάπευε δεν έβλεπε ένα γνέφι,
αλλά είδεν άσωτους βυθούς στο αργό βλεφάρισμά του
- όμοια κ' εγώ τα μάτια μου στον αιώνιο μέσα ξύπνο
έχω ανοιγμένα διάπλατα και, ορτός, ψηλά τ' αφήνω,
φέγγω βαθιά τα μέσα μου και τα βουνά αντιφέγγω...                         70

Mέσα μου φέγγουνε άσβηστα και τα γλαυκά σου μάτια.
Άθερος κάμπος και πλατύς ποιος σαν εμένα ευρέθη;
Mηδέ τα στάχυα μόσπειρεν ανθρώπινο ένα χέρι·
με τη σιγή τα θέρισες και με την καλοσύνη.
Kι αν κάποτε τα μάτια σου με βλέπουνε, σα μάτια
που απάνω αλησμονήθηκαν σε σιωπηλό ποτάμι,
κι ως ακλουθάν τα ρέματα, το κλάμα αργά ανεβαίνει
- τα μάτια φεύγουν από με κι ακολουθάν το ρέμα-
σκυμμένα δεν αναρωτούν για με τη γη, που πέφτει
η σκιά μου ως ανοιξιάτικου συννέφου απάνωθέ σου,                        80
και το χαμόγελο ως βουβή πλατιά αστραπή του Mάη·
ως την καρδιά σου απ' το θαμπό τον ίσκιο του θανάτου
σου αλάφρωσα, και το αίμα σου στη φλέβα ρέει σα λάδι,
γαληνομέτωπη, κοιτάν τα μάτια σου ωσά μάτια
π' αλησμονήθηκαν ψηλά στο ημερινό φεγγάρι!


(από τον Λυρικό Bίο, A΄, Ίκαρος 1965)





snhell – [2fA]