Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Ψαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Ψαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

"Ο Ποιητής "





Κώστας Ψαράκης  -  O ΠΟΙΗΤΗΣ


1.
Στο τέλος γκρεμίστηκε σχεδόν το σπίτι
γεμάτο γάτες και βιβλία
αλλά Αυτός
συνέχισε να λύνει Αρχαίες Ασκήσεις
για το μνημειώδες έργο του
"Γεωμετρία για Γάτες"
και να γράφει απίστευτα όμορφα ποιήματα

2.
Το καλοκαίρι στο σαλόνι
όπου ανάμεσα στις πολυθρόνες φύτρωσαν καλάμια
κάτω από τις μεγάλες τρύπες της στέγης
και τον χειμώνα
στο μόνο στεγνό μέρος το σπιτιού
κάτω από μια σκάλα
που έστεκε κι εκείνη έτσι, χωρίς νόημα πια

3.
τις κρύες νύχτες
που κουλουριαζόταν κάτω από τη σκάλα
ένας-ένας έρχονταν οι γάτοι
και κουλουριάζονταν πάνω του
να μην κρυώνει
κι ένα μικρό γατάκι
στ’ αυτί του,
του υπαγόρευε
το επόμενο ποίημα
για το άρρητο.



psarakis – [2fA]



Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

"Και γύρισαν τα όνειρα μου "





Κώστας Ψαράκης  -  τα βιβλία


Εκεί όπου είναι τώρα η εκκλησία, κάτω από τον Αρχαίο Βράχο,
αλλά αρκετά μακριά ώστε να μεσολαβεί  ένας δρόμος κι ένας ποταμός,
ήταν τα παλιά τα χρόνια ένα τρανό σχολείο,
και το μόνο που έμεινε απ αυτό, ένα αποθηκάριο με μια σάπια πόρτα.
Και είχε μέσα άχρηστα πράγματα, που κανείς δεν τα έψαξε ποτέ.
Όμως όταν έστεκε ακόμα το σχολείο,
ετούτο το αποθηκάριο το διαφέντευε ένας επιστάτης,
και είχε τα πάντα που θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε εκείνα τα χρόνια, 
αλλά και ακόμα και σήμερα, όπως ακατανόητα όργανα, σπαθιά του ιππικού,
σημαίες, λόγχες, πιστόλια αμερικάνικα,
αλλά και εκείνο που υποπτευόμαστε, αλλά κανείς δεν έλεγε τίποτε γι’ αυτό.

Κι ο δρόμος που κατηφόριζε στον κάμπο με τις ελιές,
αλλά και ο ποταμός που ήταν παράλληλα στο δρόμο και χώριζε το σχολείο
από τον αρχαίο βράχο, είχαν τη σημασία τους.
Διότι σ αυτόν τον δρόμο μάθαιναν να πετούν οι μαθητές του σχολείου,
που ήταν λίγο κατηφορικός και αυτό βοηθούσε, στην απογείωση.
Οι πιο προχωρημένοι έπεφταν κατευθείαν στο βάραθρο του ποταμού
και όσοι τον περνούσαν φτερούγιζαν στους άγριους γκρεμούς
του αρχαίου βράχου, μαζί με τα αγριοπερίστερα.
Και εδώ υπάρχει ένα δίλημμα γι’ αυτούς που πετούν,
διότι, αν πας στο βορρά θα περάσεις τον κάμπο
και θα βγεις στα ακρωτήρια του τέλους, και τις αρχαίες πόλεις του δειλινού,
κι αν πας στο νότο, θα περάσεις από εκείνους τους τόπους που λέει ο ποιητής…

1.
Το αρχαίο βουνό από τη μεριά της Νότιας θάλασσας 
κρημνώδες και απρόσιτο
κατοικητήριο πλέον των αετών και των ανέμων 
της απόλυτης ερημιάς

2.
ποιός θ αναζητήσει πια 
τα μυστικά μονοπάτια
των τόπων της Πρώτης Μνήμης;
Τα αιώνια καταφύγια του εφήμερου
-τα μαυσωλεία των στιγμών-
εκεί που η νοσταλγία 
είναι αβάστακτη σαν τη σιωπή;

Γκρεμίστηκε το σχολείο όπου βρίσκω την πόρτα πεσμένη,
και μπαίνω μέσα και είναι πίσω από τα άχρηστα μια άλλη πόρτα
και  μια σκάλα που κατεβαίνει στο υπόγειο.
Και είναι αυτό το υπόγειο του παλιού σχολειού του αρχαίου
κι είναι γεμάτο βιβλία από αυτά που δεν υπάρχουν πια
όπως δεν υπάρχουν πια τόσα πολλά πράγματα.
Και γράφουν τα βιβλία ό,τι έχει χαθεί από τη μνήμη των ανθρώπων,
για όλους, αλλά και για τον καθένα ξεχωριστά…
και γράφει αυτά που δε μάθαμε όταν έπρεπε
και ό,τι γράψαμε εμείς και χάθηκε
και γύρισαν τα όνειρά μου και άδειασαν.

Ούτε  εικόνες, ούτε ήχους
ούτε μυρωδιές ούτε ανθρώπους.
μόνο  τόπους άκτιστους
όπως πριν την δημιουργία
γεμάτους μόνο με ό,τι αισθάνεται η ψυχή
γυμνό.
Μα δεν είναι η ψυχή μαθημένη ν’ αγγίζει έτσι τα πράγματα
και έλεγα, τώρα θα σπάσει η καρδιά μου
και εμνήσθην εκείνον τον Λόγο
όπου μου είπε ο Καλόγερος που είναι και Στρατηγός
που δεν τον κατάλαβα τότε,
ότι δεν μας αφήνει ο Θεός να δούμε τα πράγματα γυμνά
και τετραχηλισμένα,
διότι δεν αντέχει η καρδιά μας...



psarakis – [2fA]



Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

"Κατερίνα "




Κώστας Ψαράκης, "Κατερίνα"
-  Από τη συλλογή «ώσπερ πελεκάν»


Ή
ταν η ώρα του περίπατου, όταν έβγαινε από το σπίτι της
και βουτούσε στο πλήθος που σεργιάνιζε και κατέβαινε
μέχρι τα μπεντένια της θάλασσας ολομόναχη,
δεκαπέντε χρονών.

Και κοίταζε μόνο χάμαι, ολότελα συγκεντρωμένη στον κίνδυνο,
και γελούσε το χαμόγελο της νίκης, κι έσκιζε το πλήθος,
κι έκοβε τα λόγια, κι άφηνε πίσω της αφρούς,
όπως το ποντοπόρο πλοίο.

Και περνούσε ώρα να καταλαγιάσουνε τα κύματα, όπου χτυπούσανε
δεξά-ζερβά στα πεζοδρόμια.

Κι ήταν ένα μεγάλο νόημα γλυκόπικρο μέσα στο ψεύτη κόσμο,
τότε που φύτρωναν οι κολώνες της ψυχής μας και πριν να μπει η βαριά σκεπή
να τις συντρίψει.

και λέει ο ποιητής που γράφει τη Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών
για τούτο το νόημα, που έχει αρχή μα που δεν έχει τέλος, όπου φτιάχτηκε
μέσα μας,
για τούτη την όμορφη πληγή που φτιάξαμε εκείνες τις ανοικτές εποχές,
όπου διαλέγαμε τις κρυφές μας τις πληγές και σφραγίζαμε τις κάμερες

πού τάμαθες τα μυστικά
ετούτου του πολέμου;
να μη σηκώνεις τη ματιά
μα να κοιτάζεις χάμαι;
Όποιος σιωπά ακούγεται
που δε θωρεί θαμπώνει
κι όποιος περνά και χάνεται
ποτέ δε λησμονιέται.



poiein – [2fA]