Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν. Καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν. Καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

"Η Μάνα μου "





Ν. Καζαντζάκης, «Η μάνα μου»
-  απόσπασμα από τήν «Αναφορά στο Γκρέκο»



«Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. 
Με υπομονή, μ' αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. 
Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι, ήταν χωριάτες. 
Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα.

Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. 
Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της.
Στην αβροχιά κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. 
Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους...

Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. 
Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι κι όλα της τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να 'χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη.

Μπορεί και να 'ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. 
Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει κείνο το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.

Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ' το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει κάποια φορά το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. 
Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου· κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη:
παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.

Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. 
Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να μην ήταν ο αγέρας ανάμεσά μας και βύζαινα.

Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη η αυλή μοσκομύριζε. 
Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα 'βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες; πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου· δε μ' έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

- Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχιωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. 
Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό. Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: 
«Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να 'χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους, κι ήρθε στη Γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου·
δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν' ακούσω καναρίνι, χωρίς ν' ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου, και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.



difo – [2fA]

                                              


Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

"Η πεταλούδα του Καζαντζάκη




Νίκος Καζαντζάκης  -  Η μικρή πεταλούδα


«Θυμήθηκα κάποιο πρωί, που είχα πετύχει σ' ένα πεύκο ένα κουκούλι πεταλούδας, την στιγμή που έσκαζε το τσόφλι κι ετοιμάζουνταν η μέσα ψυχή να προβάλει. 
Περίμενα, αργούσε κι εγώ βιαζόμουν. 
Έσκυψα τότε απάνω της κι άρχισα να τη ζεσταίνω με την ανάσα μου.

Τη ζέσταινα ανυπόμονα και το θάμα άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου, με γοργό ρυθμό. 
Το τσόφλι άνοιξε όλο, η πεταλούδα πρόβαλε. 
Μα ποτέ δε θα ξεχάσω τη φρίκη μου, τα φτερά της έμεναν σγουρά, αξεδίπλωτα όλο..  όλο της το κορμάκι έτρεμε και μάχουνταν να τα ξετυλίξει. 
Μα δεν μπορούσε, μαχόμουν κι εγώ με την ανάσα μου να την βοηθήσω.

Του κάκου, είχε ανάγκη από υπομονετικό ωρίμασμα και ξετύλιγμα μέσα στον ήλιο και τώρα πια ήταν αργά. 
Η πνοή μου είχε ζορίσει την πεταλούδα να ξεπροβάλει πριν της ώρας της, ζαρωμένη κι εφταμηνίτικη. Βγήκε αμέστωτη, κουνήθηκε απελπισμένη και σε λίγο πέθανε στην παλάμη μου.

Το πουπουλένιο κουφάρι αυτό της πεταλούδας, θαρρώ πως είναι το μεγαλύτερο βάρος που έχω στη συνείδησή μου. 
Και να, σήμερα κατάλαβα βαθιά..

Είναι θανάσιμο αμάρτημα να βιάζεις τους αιώνιους νόμους, έχεις χρέος ν’ ακολουθείς τον αθάνατο ρυθμό μ' εμπιστοσύνη.

Η μικρή ετούτη πεταλούδα, που σκότωσα γιατί παραβιάστηκα να την αναστήσω, ας ήταν να πετούσε πάντα μπροστά μου και να μου δείχνει το δρόμο. 
Κι έτσι μια πεταλούδα που πρόωρα πέθανε, να βοηθήσει μιαν αδερφή της, μιαν ανθρώπινη ψυχή, να μη βιάζεται και να προφτάσει να ξετυλίξει με αργό ρυθμό τις φτερούγες!... »



dinfo - [2fA]

                                                      


Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

"Και μια λουρίδα θάλασσα.. "





ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ "ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ"
-  Κρητικοί


Ποτέ δεν άκουσα από γραμματισμένο λόγια τόσο βαθιά όσο από χωριάτες κι από γέρους που τέλεψαν πια το πάλεμα, καταστάλαξαν μέσα τους τα πάθη και τώρα στέκουν ομπρός από το κατώφλι του θανάτου και ρίχνουν οπίσω τους τη στερνή γαληνεμένη τους ματιά, με τρυφεράδα.

Σ’ ένα βουνό ένα μεσημέρι συνάντησα ένα γέρο, στεγνό, λιγνό, με κάτασπρα μαλλιά, με μπαλωμένη βράκα, με τρυπημένα τα στιβάνια κι είχε περασμένη, καθώς το συνηθούν οι Κρητικοί τσομπάνηδες, τη βέργα του ανάμεσα στους ώμους. 
Ανηφόριζε αργά, πέτρα την πέτρα, και κάθε τόσο στεκόταν και κοίταζε ώρα πολύ τα βουνά γύρα, και κάτω χαμηλά τον κάμπο, και ίσα πέρα, ανάμεσα από μια χαράδρα, μια λουρίδα θάλασσα.

- Ώρα καλή παππού! Του φώναξα από μακριά. 
Τι γυρεύεις εδώ ολομόναχος;
- Αποχαιρετώ παιδί μου, αποχαιρετώ...
- Ποιόν αποχαιρετάς στην ερημιά; Δε βλέπω κανένα.

Ο γέρος θύμωσε, τίναξε το κεφάλι:
- Ποιάν ερημιά; Και δε θωράς τα βουνά, δε θωράς τη θάλασσα; 
Γιατί μας έδωκε ο Θεός τα μάτια; Δεν ακούς τα πουλιά από πάνω σου; 
Γιατί μας έδωκε ο Θεός τ’ αυτιά; Ερημιά το λες αυτό;

Αυτοί ’ναι εμένα οι φίλοι μου. 
Τους μιλώ και μου μιλούνε, ρίχνω φωνή και μου αποκρίνουνται. 
Δύο γενεές γύριζα με τη συντροφιά τους, βοσκός, και ήρθε η ώρα να χωρίσουμε... 
Βράδιασε πια...

Θάρρεψα πως είχαν θαμπώσει τα μάτια του από τα γεράματα:
- Μα ακόμα είναι μεσημέρι παππού, δε βράδιασε.
Κούνησε το κεφάλι του:
- Κατέχω εγώ τι λέω. Βράδιασε, σου λέω βράδιασε... Έχε γεια!

- Εσύ θα βάλεις και το χάρο κάτω, παππού, έκαμα για να τον γκαρδιώσω. Γέλασε.
- Μωρέ τον έβαλα κιόλα κάτω κι έγνοια σου, αποκρίθηκε, τον έβαλα κάτω, τον άτιμο, γιατί δεν τον φοβούμαι. 
Έχε γεια, να τον βάλεις κι εσύ κάτω, παλικάρι μου, να’ χεις την ευχή μου.

Δε μου ’κανε καρδιά να τον αφήσω να φύγει.



[2fA]


                                                             


Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

"Κρητική Ματιά.. "












Νίκος Καζαντζάκης  -  Αναφορά στον Γκρέκο

Η Αναφορά στον Γκρέκο, που άρχισε να γράφεται το φθινόπωρο του 1956, 
ήταν το τελευταίο έργο του μεγάλου συγγραφέα
0 ίδιος, γράφει:


- «Η Αναφορά μου στον Γκρέκο δεν είναι αυτοβιογραφία,
η ζωή μου η προσωπική για μένα μονάχα έχει κάποια πολύ σχετική αξία,
για κανένα άλλον - η μόνη αξία που της αναγνωρίζω είναι ετούτη:
ο αγώνας της ν' ανέβει από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και να φτάσει
όσο πιο αψηλά μπορούσαν να την πάνε η δύναμή της και το πείσμα·
στην κορφή που αυθαίρετα ονομάτισα "Κρητική Ματιά".

Θα βρεις λοιπόν αναγνώστη, στις σελίδες ετούτες την κόκκινη γραμμή,
καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου
ανάμεσά στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες».

- «Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει τον σταυρό του
κι ανεβαίνει τον Γολγοθά του.
Πολλοί, οι πιο πολλοί φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι,
λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν
στην κορφή του Γολγοθά -θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους-
να σταυρωθούν, ν’ αναστηθούν και να σώσουν την ψυχή τους.
Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν και δεν ξέρουν πως η σταύρωση
είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης.
Άλλον δεν έχει».



dinfo – [2fA]