Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παῦλος Εὐδοκίμωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παῦλος Εὐδοκίμωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

"Η πιό ἐνδόμυχη ἐγγύτης.. "





-  Παῦλος Εὐδοκίμωφ
[από την Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων]


….   Μυστικά, στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀναγνωρίζονται υἱοὶ μέσα στὸν Υἱό, οἱ ἀγαπημένοι υἱοὶ στὸν ἀγαπημένο Υἱὸ καὶ ἄρα οἱ φίλοι τοῦ Νυμφίου, οἱ μάρτυρες.
Τὸ γένοιτο τῆς Παρθένου ὑπῆρξε τὸ ναὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὴν Ἐνσάρκωση, στὴν ἔλευση τοῦ Θεοῦ στοὺς δικούς του. Στὸν ἅγιο Ἰωάννη, αὐτὸν τὸν ἄλλο τῶν «δικῶν του», ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λέγουν «γένοιτο» στὴ Συνάντηση, στὴ θεία Φιλία, στὴ Φιλανθρωπία τοῦ Πατρός, φίλου τῶν ἀνθρώπων.
Ὅπως ὁ Συμεὼν ὠθούμενος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα συναντᾶ καὶ δέχεται τὸν Ἰησοῦ-βρέφος, ἐπίσης ὁ Ἰωάννης συναντᾶ καὶ δέχεται τὸν Ἰησοῦ-Μεσσία: «Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι᾿ αὐτοῦ» (Ἰω. 1, 6-7).
Μαρτυρεῖ γιὰ ὅλους, στὴ θέση ὅλων καὶ αὐτὴ ἡ μαρτυρία εἶναι ἕνα γεγονὸς στὸ ἐσωτερικὸ ὁλοκλήρου τῆς Ἀνθρωπότητος καὶ ἀφορᾶ ὅλο τὸν ἄνθρωπο.

Τὸ Δ´ εὐαγγέλιο μιλᾶ γιὰ τὸν Ἰωάννη στὸν πρόλογό του, ἀμέσως μετὰ τὸν Λόγο, ποὺ εἶναι στὴν ἀρχή, καὶ ὅταν διαβάζει κανεὶς "ὑπῆρχε ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό", αἰσθάνεται ὅτι ἡ ἔλευσή του, σὲ μιὰ ὁρισμένη ἔννοια ἔρχεται ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν αἰωνιότητα.
Ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει μπροστὰ ἀπὸ αὐτὸν καὶ μαρτυρεῖ: «ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτὸν… οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 29-34)· σ᾿ αὐτὸ τὸν σύντομο λόγο εἶναι πιά, μὲ μιὰ μορφὴ περιορισμένη ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὁ Ἰωάννης εἶναι αὐτὸς ποὺ γνωρίζει, προσδιορίζει τὸν Ἀμνὸ γιατὶ εἶναι μυημένος στὸ μυστήριο τοῦ «ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἀπὸ καταβολῆς κόσμου…».
Ὁ Ἰωάννης δὲν ἔχει τίποτε προαγγείλει καὶ εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος προφήτης, ὅπως ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ προσδιορίζει τὸν Χριστό.

Εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος διότι εἶναι ὁ πιὸ μικρός, αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ πεῖ ἀπελεύθερος ἀπὸ τὴν ἴδια του ἐπάρκεια γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μένει ἐκεῖ, ἐκεῖνος ποῦ τέρπεται ἀκούοντας τὴ φωνὴ τοῦ Νυμφίου, καὶ ἡ χαρά του εἶναι μεγάλη, χωρὶς μέτρο.
Εἶναι ἡ πιὸ ἐνδόμυχη ἐγγύτης ὅπου ὁ Λόγος ἀντηχεῖ· εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου, παρὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός· εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Πνεύματος γιατὶ δὲν λέγει τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ μιλᾶ στὸ ὄνομα Αὐτοῦ ποὺ ἔχει ἔλθει. 
Εἶναι αὐτὸς ὁ ὁρμητικὸς ποὺ ἁρπάζει τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ μαρτύριό του λαμπρύνει θαυμαστὰ ἕνα ἀρχαῖο μοναστικὸ λόγιο: Δῶσε τὸ αἷμα σου καὶ πάρε τὸ Πνεῦμα…   ….



nektar – [2fA]



Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

"Χριστόν ἐνεδύσασθε.. "





-  Παῦλος Εὐδοκίμωφ
[από την "Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων"]


….  
Μυσταγωγικὰ τὸ νερὸ τῆς βαπτίσεως δέχεται τὴν ἀξία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, ἡ εἰκόνα δείχνει δύο μικρὲς ἀνθρώπινες μορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειμένων ποὺ ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἀκολουθίας: «τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καὶ σὺ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὁπίσω» (Ψαλμ.113, 5).
Τὸ τροπάριο (ἦχος Δ´) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιοὺ καὶ διῃρεῖτο τὰ ὕδατα ἔνθεν καὶ ἔνθεν· καὶ γέγονεν αὐτῷ ξηρὰ ὁδὸς ἡ ὑγρὰ εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι᾿ οὗ ἡμεῖς τὴν ῥέουσαν τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν».
Εἰκόνα συμβολικὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ τὴ μετάνοια ἀκόμη ἀόρατη τῆς κοσμικῆς φύσεως, τῆς μεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της.
Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τὴν ἴδια ἀρχὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς.
Γι᾿ αὐτό, μετὰ τὴ θεία λειτουργία γίνεται ὁ μεγάλος ἁγιασμὸς τῶν ὑδάτων (ἑνὸς ποταμοῦ, μιᾶς πηγῆς ἢ ἐντελῶς ἁπλὰ ἑνὸς δοχείου τοποθετημένου μέσα στὴν ἐκκλησία). 
Μιλώντας γιὰ τὰ μὴ ἁγιασμένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου – κατακλυσμοῦ ἡ λειτουργία τὰ ὀνομάζει ὑδατόστρωτο τάφο.

Πραγματικά, ἡ εἰκόνα δείχνει τὸν Ἰησοῦ νὰ εἰσέρχεται στὰ νερά, στὸν ὑγρὸ τάφο. 
Αὐτὸς ἐδῶ ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς σκοτεινοῦ σπηλαίου (εἰκονογραφικὴ μορφὴ τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, ποὺ προσφέρεται στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος μὲ ὁλικὴ κατάδυση, μορφὴ τοῦ πασχαλίου τριημέρου), γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὸν ἀρχηγὸ τῆς φυλῆς μας στὴ ζοφερὴ διαμονή.
Συνεχίζοντας τὸν προκαταβολικὸ συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τὴν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη: «καταβὰς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τὸν ἰσχυρόν». 
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζει: ἡ κατάδυση καὶ ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου στὸν ἅδη καὶ τῆς ἀναστάσεως.

Ὁ Χριστὸς παριστάνεται γυμνός, εἶναι ντυμένος μὲ τὴν ἀδαμικὴ γυμνότητα καὶ ἔτσι ἀποδίδει στὴν ἀνθρωπότητα τὸ ἔνδοξο παραδεισιακὸ ἔνδυμά της.
Γιὰ νὰ δείξει τὴν ὑπέρτατη πρωτοβουλία του, παριστάνεται βαδίζοντας ἢ κάνοντας ἕνα βῆμα πρὸς τὸν ἅγιο Ἰωάννη: ἐλεύθερα ἔρχεται καὶ κλίνει τὸ κεφάλι.
Ὁ Ἰωάννης εἶναι ταραγμένος:
"ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; "… 
Ὁ Ἰησοῦς τὸν διατάζει: "ἄφες ἄρτι".
Ὁ Ἰωάννης τείνει τὸ δεξιό του χέρι σὲ μιὰ τελετουργικὴ χειρονομία, στὸ ἀριστερὸ κρατεῖ ἕνα εἰλητάριο, κείμενο τοῦ κηρύγματός του.
Οἱ ἄγγελοι τῆς Ἐνσαρκώσεως εἶναι σὲ μιὰ στάση προσκυνήσεως, τὰ σκεπασμένα χέρια τους σὲ ἔνδειξη σεβασμοῦ. Συμβολίζουν ἐπίσης καὶ εἰκονογραφοῦν τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Γαλατ. 3, 27): «Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε…».



nektar– [2fA]



Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

"Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου "





-  Παῦλος Εὐδοκίμωφ
[από την "Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων"]



Μέχρι τὸν Δ´ αἰώνα, ἡ Γέννηση καὶ ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου ἑορτάζονταν τὴν ἴδια ἡμέρα. 
Ἡ ἑνότης τους εἶναι ἀκόμη ὁρατὴ στὴν παρόμοια σύσταση τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν τῶν δύο ἑορτῶν καὶ δείχνει μιὰ ὁρισμένη συμπλήρωση τοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως σ᾿ἐκεῖνο τῆς Βαπτίσεως.
Στὴν Γέννησή του, λέγει ὁ ἅγιος Ἰερώνυμος, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦλθε στὸν κόσμο μὲ κρυφὸ τρόπο, στὴν Βάπτισή του ἐμφανίστηκε μὲ φανερὸ τρόπο.
Ἐπίσης ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Τὰ Θεοφάνεια δὲν εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως, ἀλλὰ τῆς Βαπτίσεως. Πρὶν ἦταν ἄγνωστη ἀπὸ τὸν λαό, μὲ τὴ Βάπτιση, ἀποκαλύπτεται σὲ ὅλους.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀναπαύεται αἰώνια ἐπάνω στὸν Υἱὸ ἐκδηλωτικὴ δύναμη ἀποκαλύπτει τὸν Υἱὸ στὸν Πατέρα καὶ τὸν Πατέρα στὸν Υἱὸ καὶ πραγματοποιεῖ ἔτσι τὴν θεία γενεαλογία, εἶναι ἡ αἰώνια χαρὰ… ὅπου οἱ τρεῖς χαίρονται μαζί.
Ἡ ἐνσάρκωση ῥιζώνεται στὴν ἴδια πράξη γενεαλογίας, ἀλλὰ ποὺ καλύπτει προοδευτικὰ τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ. Στὴ Γέννηση, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατεβαίνει στὴν Παρθένο καὶ τὴν κάνει πραγματικὰ Θεοτόκο, Μητέρα τοῦ Θεοῦ: «τὸ γενώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ» (Λουκ. 1, 35).

«Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε… καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό» (Λουκ. 2, 40). 
«Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι» (Λουκ. 2, 52).
Γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ περνᾶ ἀπὸ τὴ φυσικὴ καὶ προοδευτικὴ ἀνάπτυξή της· ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος τὴ συνοδεύει, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ Ὑπόσταση τοῦ Πνεύματος ποὺ ἀναπαύεται σ αὐτὸν, ὅπως αὐτὴ ἀναπαύεται αἰώνια στὴν θεότητά του.
Λοιπόν, μιλώντας γιὰ τὴ Βάπτιση, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἰεροσολύμων καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ἀναφέρουν τὶς Πράξεις (10, 38): «Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ, ὡς ἔχρισεν αὐτὸν ὁ Θεὸς Πνεύματι Ἁγίῳ», καὶ ὑπογραμμίζουν στὸ γεγονὸς τὸ ὕψιστο σημεῖο τῆς ὡριμότητος, τὴν κατακόρυφη ἐκδήλωση τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τότε ἐντελῶς θεοποιημένη.
Εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Κεχρισμένος· τὸ πνεῦμα ἀποκαλύπτει τὴν Ἀνθρωπότητά του στὸν Πατέρα, καὶ ὁ Πατὴρ τὴν δέχεται σὰν τὸν Υἱό του: «Καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα: οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ. 3, 17).   

Τὸ πνεῦμα κατεβαίνει στὸν σαρκωθέντα Υἱὸ σὰν ἡ πνοὴ υἱοθεσίας κατὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ὅπου ὁ Πατὴρ λέγει: «ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε». Ἡ στοργή μου ἢ ἡ εὔνοιά μου εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ποὺ ἀπὸ τότε ἀναπαύεται στὸν Χριστὸ στὴν ὑποστατικὴ κάθοδο τοῦ Πνεύματος.
Ὁ Θεὸς – Ἄνθρωπος ἀποκαλύπτεται πραγματικὰ Υἱὸς στὶς δύο φύσεις του καὶ αὐτὸ τὸ πλήρωμα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου θὰ διαβεβαιωθεῖ πάλι κατὰ τὸν χρόνο τῆς Μεταμορφώσεως σὰν ἐνέργεια πιὰ ἐκδηλωμένη στὴ Βάπτιση: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός».
Γι᾿ αὐτὸ ἡ Βάπτιση ὀνομάζεται Θεοφάνεια, Ἐπιφάνεια, ἐκδήλωση τῶν Τριῶν Προσώπων στὴν ὁμόφωνη μαρτυρία τους.   ....   ....



nektar – [2fA]



Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

"Η μεγάλη Ημέρα.. "











                                    Ο Άγιος Σπυρίδων



Παῦλος Εὐδοκίμωφ  -  βιβλική ἄποψη τῆς ὡραιότητος
[ἀπό τό βιβλίο «Ἡ τέχνη τῆς εἰκόναςθεολογία τῆς ὡραιότητος»


….   Κατὰ τὴν βιβλικὴ διήγηση τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, στὴν ἀρχή:
«ἐγένετο ἑσπέρα, καὶ ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία».
Τὸ Ἑξαήμερο δὲν γνωρίζει τὴν νύχτα.
Τὰ σκοτάδια καὶ ἡ νύχτα δὲν δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό· πρὸς τὸ παρὸν ἡ νύχτα δὲν εἶναι παρὰ ἕνα σημεῖο τοῦ ἀνυπάρκτου, τὸ ἀφηρημένο μηδὲν χωρισμένο ἀπὸ τὸ ὂν κατὰ τὴν φύση του.
Τὸ πρωὶ καὶ ἡ νύχτα σημειώνουν τὴν διαδοχὴ τῶν γεγονότων, προσδιορίζουν τὴν δημιουργικὴ πρόοδο καὶ δὲν σχηματίζουν παρὰ τὴν ἡμέρα, διάσταση τοῦ καθαροῦ φωτός.
Τὸ ἀντίθετό της, ἡ νύχτα, δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ ἐνεργητικὴ δύναμη τοῦ σκοταδιοῦ· ἡ νύχτα στὴν ἰωάννεια σημασία, δὲν ἐμφανίστηκε παρὰ μέσα στὴν πτώση.

Κατὰ τὸν Δεῖπνο τοῦ Κυρίου, τὸ ὑπερῶο πλημμυρίζει ἀπὸ τὸ φῶς, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι στὸ μέσο τῶν ἀποστόλων.
Εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Σατανᾶς εἰσέρχεται στὸν Ἰούδα καὶ ἀπὸ τότε ὁ Ἰούδας δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ μείνει στὸν κύκλο τοῦ φωτός.
Ἐξέρχεται βιαστικὰ καὶ ὁ Ἰωάννης, τόσο λιτὸς γιὰ τὶς λεπτομέρειες, παρατηρεῖ: ἐγένετο νύξ.
Τὰ σκοτάδια τῆς νύχτας τυλίγουν τὸν Ἰούδα καὶ ἀποκρύβουν τὸ τρομερὸ μυστικὸ τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Σατανᾶ.

Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς Δημιουργίας, σημειώνουν οἱ Πατέρες, δὲν εἶναι πρώτη, ἀλλὰ μία, ἡ μοναδική, ἐκτὸς σειρᾶς.
Εἶναι τὸ ἄλφα ποὺ φέρει πιὰ καὶ καλεῖ τὸ ὠμέγα, τήν ὀγδόη ἡμέρα τῆς τελικῆς συμφωνίας, τὸ πλήρωμα.

Αὐτὴ ἡ πρώτη ἡμέρα εἶναι ἡ χαρούμενη ὠδὴ τοῦ Ἄσματος τῶν Ἀσμάτων τοῦ Θεοῦ τοῦ ἴδιου, ἡ ἀστραπιαία ἀνάβλυσή του ὅτι «τὸ φῶς ἐγένετο».
Αὐτὸ τὸ φῶς δὲν εἶναι καθόλου ἕνα ὀπτικὸ στοιχεῖο, αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἐμφανιστεῖ τὴν τετάρτη ἡμέρα μὲ τὸν ἀστρονομικὸ ἥλιο.
Τὸ ἀρχικὸ Φῶς, «ἐν ἀρχῇ» στὴν ἀπόλυτη σημασία, εἶναι ἡ πιὸ ἀνατρεπτικὴ ἀποκάλυψη τῆς Ὄψεως τοῦ Θεοῦ.
«Ὅτι ἐγένετο φῶς» σημαίνει γιὰ τὸν κόσμο ἐν δυνάμει: ὅτι ἡ Ἀποκάλυψη ἔγινε καὶ ἄρα καὶ Αὐτὸς ποὺ ἀποκάλυψε, καὶ ὅτι ἦλθε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ Πατὴρ ἀναγγέλλει τὸν λόγο του καὶ τὸ Πνεῦμα τὸν διακηρύττει, εἶναι τὸ Φῶς τοῦ Λόγου.
Ἀποκαλύπτει τὸν Θεὸ ὅπως τὸ ἀπόλυτο Σὺ καὶ προβάλλει ἀμέσως αὐτὸν ποὺ τὸν ἀκούει καὶ τὸν θεωρεῖ.

Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς μετὰ τὴν πτώση, τὸ φῶς λάμπει στὰ σκοτάδια.
Δὲν λάμπει γιὰ νὰ λάμπει μόνο, μεταμορφώνει τὴν νύχτα σὲ ἡμέρα χωρὶς ἀπόκλιση: 
«Τότε ἀνατελεῖ ἐν τῷ σκότει τὸ φῶς σου, καὶ τὸ σκότος σου ὡς μεσημβρία» (Ἠσ. 58, 10).
«Ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἔστιν ὁ ὀφθαλμός, ἐὰν οὒν ὁ ὀφθαλμός σου, ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμα σου φωτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22).
Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση διδάσκει τὴν μέθοδο τῆς σιωπηλῆς περισυλλογῆς καὶ τὴν γνώση τοῦ φωτός.
Οἱ τέλειοι διδάσκονται τὸ θεῖο ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν Λόγο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ λόγου  (τὸ Ἅγιο Πνεῦμα), μυστηριωδῶς...

Στὴν κορυφὴ τῆς ἁγιότητος ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη γίνεται κατὰ κάποιον τρόπο, φῶς. 
Ἔτσι ἕνας Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, περιβάλλεται ἀπὸ ἥλιο καὶ ἀκτινοβολεῖ· ἐνῷ ὀνομάζεται «ὁμοίωμα», εἶναι ἡ ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ-Φωτός.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει τὴν ἄνοδο τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποὶα ἀκούει: ἔγινες ὡραία προσεγγίζοντας τὸ Φῶς μου.
Ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τὸ ὕψος, πηγαίνει ἐπάνω, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς, πετυχαίνει τὸ ἐπίπεδο τῆς θείας ὡραιότητος.
Ὕπαρξη μέσα στὸ φῶς, εἶναι ὕπαρξη μέσα σὲ μία φωτισμένη κοινωνία, ποὺ ἀποκαλύπτει τὶς εἰκόνες τῶν ὑπάρξεων καὶ τῶν πραγμάτων, ἁρπάζει τοὺς λόγους τους ποὺ περιέχονται στὴν θεία σκέψη καὶ μυεῖται ἔτσι στὴν τέλεια ὁλότητά τους· λέγοντάς το, κατ’ ἄλλον τρόπο: στὴν ὡραιότητά τους, ποὺ θέλει ὁ Θεός.

Ἢ Ἀποκάλυψη εἶναι στὸ τέλος, εἶναι ἐπίσης στὴν ἀρχή.
Τὸ φῶς τῆς πρώτης ἡμέρας εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς ὁράσεως, εἶναι ἐπίσης τὸ ὄργανο τῆς ὁράσεως.
Ὅλος αὐτὸς ὁ πρῶτος χρόνος τῆς Δημιουργίας, ὁ μέλλων αἰὼν σχηματίζει ἐξ ὁλοκλήρου μία μόνο ἡμέρα, τὴ μεγάλη Ἡμέρα, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. 
Πράγματι, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψη: «Καὶ νὺξ οὐκ ἔσται ἔτι, καὶ οὐ χρεία λύχνου καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς» (22, 5).

Εἶμαι τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὠμέγα... ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος.
Ὁ κύκλος τῆς Ἀποκαλύψεως κλείνει στὴ διαφοροποίηση καὶ κατὰ τὸν ἴδιο χρόνο στὴν τέλεια ὁμοιότητα ὅλων τῶν στοιχείων της.
Ἡ πρώτη λέξη τῆς Ἁγίας Γραφῆς «ἐγένετο Φῶς» εἶναι ἐπίσης ἡ τελευταία «ἐγένετο Ὡραιότης»!
Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ, παρὰ νὰ γίνει ὁλόκληρος Ζωντανὴ δοξολογία: Δόξα σὲ Σένα, ποὺ μᾶς ἀποκάλυψες τὸ Φῶς.
«Μίαν ἠτησάμην παρὰ Κυρίου ταύτην ἐκζητήσω· τοῦ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, τοῦ θεωρεῖν με τὴν τερπνότητα Κυρίου»
(Ψαλμ. 26, 4).
Ὁ ἅγιος Βασίλειος προσθέτει: Οἱ ἅγιοι προσεύχονται γιὰ νὰ ἐπεκταθεῖ ἡ θεωρία τῆς θείας Ὡραιότητος στὴν αἰωνιότητα...



antifono – [2fA]



Κυριακή 26 Αυγούστου 2018

"Ωραιότητα και Φως "





Παῦλος Εὐδοκίμωφ  -  Ἡ βιβλική ἄποψη τῆς ὡραιότητος
[Ἀπό τό βιβλίο «Ἡ τέχνη τῆς εἰκόνας – θεολογία τῆς ὡραιότητος»]


….   νας μεγάλος πνευματικὸς τοῦ Δ΄ αἰώνα, ὁ Εὐάγριος, σχολιάζοντας τὴν παραλλαγὴ τοῦ «Πάτερ ἠμῶν» στὸ εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Λουκᾶ, ὅπου στὴ θέση τῆς Βασιλείας διαβάζει «ἐλθέτω τὸ Ἅγιόν σου Πνεῦμα» λέγει: ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, παρακαλοῦμε τὸν Πατέρα ποὺ θὰ τὸ στείλει σ’ ἐμᾶς· σὲ συμφωνία μὲ τὴν Παράδοση ὁ Εὐάγριος ταυτίζει ἔτσι τὴ Βασιλεία καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἐάν, λοιπόν, ἡ θεωρημένη Βασιλεία εἶναι ἡ Ὡραιότης, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκαλύπτεται Πνεῦμα τῆς Ὡραιότητος.
Ὁ Ντοστογιέβσκυ τὸ κατανόησε καλά.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, λέγει, εἶναι ἡ ἄμεση κατάκτηση τῆς Ὡραιότητος, μεταδίδει τὴν λάμψη τῆς ἁγιότητος.
Γι’ αὐτό, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, στοὺς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ Πνεῦμα εἶναι ἡ προαιώνια χαρά... ὅπου οἱ τρεῖς συνέχαιραν.
Ἡ περίφημη εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ρουμπλιὼφ μᾶς προσφέρει τὸ συναρπαστικὸ θέαμα αὐτῆς τῆς θείας Ὡραιότητος.

Τὸ τριαδικὸ δόγμα ἐπεξηγεῖ: ἐὰν ὁ Υἱὸς εἶναι ὁ Λόγος ποὺ ὁ Πατὴρ ἀπαγγέλλει καὶ ποὺ ἔγινε σάρκα, τὸ Πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης τὸν κάνει ἀντιληπτὸ καὶ κατανοητὸ στὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ ὁ ἴδιος παραμένει κρυμμένος, μυστηριώδης, σιωπηλός, «οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ» 
(Ἰω. 16, 13).

Αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ λόγος, ἡ εἰκόνα μᾶς τὸ δείχνει σιωπηλά, αὐτὸ ποὺ ἔχουμε αἰσθανθεῖ νὰ λέγουμε, τὸ ἔχουμε δεῖ, λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὴν εἰκόνα.
Λοιπόν, ἐὰν «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ», κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραστήσει τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, παρὰ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Εἶναι ὁ θεῖος εἰκονογράφος.
Τὸ τυπικὸ τῶν ἐγκαινίων μιᾶς ἐκκλησίας ἐπιμένει ἐπάνω σ’ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα τοῦ Πνεύματος.
Τὸ τροπάριο (δ΄ ἤχου) ψάλλει τὴν τελειότητα ὁλοκλήρου τοῦ τύπου στὴν ἔλευση τοῦ Ὡραίου: 
Ὅπως ἀνέπτυξες ψηλὰ τὴ λαμπρότητα τοῦ στερεώματος τοῦ οὐρανοῦ, ἔτσι ἐδῶ ἀποκάλυψες τὴν ὡραιότητα τοῦ ἁγίου ἐνδιαιτήματος τῆς δόξας σου.

Τὰ πολὺ γνωστὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Πνεύματος εἶναι ἡ Ζωὴ καὶ τὸ Φῶς.
Τὸ Φῶς, πρὸ πάντων, εἶναι δύναμη ἀποκαλύψεως καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ποὺ ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ὀνομάζεται Θεὸς-Φῶς.
Ἡ δύναμή του «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 1, 9) καὶ κατὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν, μεταβάλλει σὲ φῶς αὐτοὺς ποὺ φωτίζει.
Ἐκτὸς αὐτοῦ τοποθετεῖται στὴν ἀρχὴ κάθε γνώσεως: «Ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» 
(Ψαλμ. 35, 10).

Ὑπάρχουν ἀπόψεις, πάντοτε μερικές, ἄρα ποὺ παραμορφώνουν, καὶ ὑπάρχει τὸ γεμάτο βλέμμα, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο, κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Μακαρίου, ἕναν «μοναδικὸ ὀφθαλμὸ» καὶ ἀπέραντα διαπερασμένο ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προτρέπει νὰ παρατηροῦμε μὲ τὸ μάτι τῆς Ἁγνῆς Παρθένου, καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητὴς μὲ τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ: 
Ὅπως στὸ κέντρο τοῦ κύκλου ὑπάρχει αὐτὸ τὸ μοναδικὸ σημεῖο, ὅπου εἶναι ἀκόμη ἀδιαίρετες ὅλες οἱ εὐθεῖες ποὺ προέρχονται ἀπ’ ἐκεῖ, καθ’ ὅμοιο τρόπο στὸν Θεὸ αὐτὸς ποὺ ἔχει κριθεῖ ἄξιος νὰ φθάσει ἐκεῖ, γνωρίζει μὲ ἁπλὴ γνώση καὶ χωρὶς ἔννοιες, ὅλες τὶς ἰδέες τῶν δημιουργημένων πραγμάτων.

Στὸ ὀπτικὸ σχέδιο πιά, τὸ μάτι δὲν αἰσθάνεται καθόλου τὰ ἀντικείμενα, ἀλλὰ τὸ φῶς πού ἀντανακλᾶ ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα.
Τὸ ἀντικείμενο δὲν εἶναι ὁρατὸ, εἰμὴ μόνο ἐπειδὴ τὸ φῶς τὸ κάνει φωτεινό.
Αὐτὸ ποὺ βλέπει κανείς, εἶναι τὸ φῶς ποὺ ἑνώνεται στὸ ἀντικείμενο, μιὰ συζυγία κατὰ κάποιο τρόπο, καὶ παίρνει τὸν τύπο του, τὸ σχηματίζει καὶ τὸ ἀποκαλύπτει.

Ἡ μυστηριώδης χημικὴ ἀντίδραση τοῦ ἄνθρακος καὶ τοῦ φωτὸς παράγει τὸ διαμάντι, τὴν ὡραιότητα.
Κατὰ μιὰ παλιὰ λαϊκὴ πεποίθηση, ἡ λάμψη ποὺ μπαίνει τὴ νύχτα σ’ ἕνα στρείδι, γεννᾶ τὸ μαργαριτάρι.
Τὸ διάστημα δὲν ἔχει ὕπαρξη, παρὰ ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ κάνει τὴ μήτρα κάθε ζωῆς.
Σ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς ταυτίζονται.

Ἀντίθετα ἡ κόλαση, ὁ Ἅδης ἑλληνικά, ἡ Σεὼλ ἑβραϊκά, σημαίνει ἐκεῖνο τὸν συσκοτισμένο τόπο, ὅπου ἡ μόνωση μειώνει τὴν ὕπαρξη στὴν ἔσχατη ἔλλειψη τοῦ δαιμονιακοῦ σολιφισμοῦ, ὅπου κανένα βλέμμα δὲν διασταυρώνεται μ’ ἕνα ἄλλο.
Τὰ κοπτικὰ ἀποφθέγματα τοῦ Μακαρίου Πρεσβυτέρου δίνουν ἀπὸ αὐτὴ τὴ μόνωση μιὰ ἐκπληκτικὴ περιγραφή: Μὲ τὶς ράχες τους οἱ αἰχμάλωτοι εἶναι δεμένοι οἱ μὲν μὲ τοὺς δὲ καὶ μόνο μιὰ μεγάλη εὐσπλαγχνία τῶν Ζώντων φέρει σ’ αὐτοὺς μιά στιγμὴ ἀναπαύσεως: 
Στὸν χρόνο μιᾶς ριπῆς ὀφθαλμοῦ, βλέπουνε τὰ πρόσωπα οἱ μὲν τῶν δέ...   ....



antifono – [2fA]

                                                                


Σάββατο 7 Απριλίου 2018

"Ἡ εἰς Ἅδου Κάθοδος "





Παῦλος Εὐδοκίμωφ
Οἱ
εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ
[ἀπό τό βιβλίο «Ἡ τέχνη τῆς εἰκόναςΘεολογία τῆς ὡραιότητος»]


εὐαγγελικὴ διήγηση δὲν λέγει τίποτε γιὰ τὴν στιγμὴ τῆς Ἀναστάσεως. 
Ἡ εἰκονογραφία κολουθεῖ πολὺ πιστὰ αὐτὴ τὴν σιωπὴ μὲ τὸν πιὸ μεγάλο σεβασμὸ ποὺ ἁρμόζει στὸ μυστήριο.
Ἔτσι ἀκολουθώντας τὴν Γραφὴ οἱ δύο μόνες εἰκονογραφικὲς συνθέσεις τῆς Ἀναστάσεως, εἶναι «ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος» καὶ «οἱ Μυροφόρες στὸν Τάφο».
Εἶναι οἱ μόνες δύο εἰκόνες τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα.
Κατέβηκες στὴ γῆ, γιὰ νὰ σώσεις τὸν Ἀδάμ, καὶ μὴ βρίσκοντάς τον ἐκεῖ, Κύριε, πῆγες νὰ τὸν βρεῖς μέχρι τὸν Ἅδη (Ὄρθρος Μ. Σαββάτου).
Γιὰ νὰ ἐγγίσει τὴν ἄκρη τῆς πτώσεως καὶ νὰ τοποθετηθεῖ στὴν καρδιὰ τῆς δημιουργίας ὁ Χριστὸς γεννᾶται μυστικὰ στὸν Ἅδη, ἐκεῖ ὅπου τὸ κακὸ ζεῖ ἐκεῖ ὅπου συναντᾶ τὴν ἔσχατη ἀπελπισία.

Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως δείχνει τὸ πυκνὸ σκοτάδι τοῦ σπηλαίου, ἕνα σκοτεινὸ τρίγωνο, ὅπου τὸ παιδὶ Ἰησοῦς εἶναι ξαπλωμένος, ὅπως στὰ ζοφερὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδη. 
«Πυρσὸς ποὺ φέρει τὸ φῶς ἡ σάρκα τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, διαλύει τὰ σκοτάδια τοῦ Ἅδη.
Αὐτὸ ποὺ ἡ Γέννηση προφητεύει, τὰ Θεοφάνεια, ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ εἰς Ἅδου Κάθοδος, τὸ πραγματοποιοῦν καὶ ἀπὸ τότε, τὸ Φῶς λάμπει στὰ σκοτάδια». [...]
Ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τὸν Χριστὸ νὰ εἰσέρχεται στὸν Ἰορδάνη ποὺ ὀνομάζεται «ρευστὸς τάφος», ἄβυσσος τῆς ὑδρόβιας ὕλης ποὺ κρύβει τὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ.
Ὁ Χριστὸς τὸν διαπερνᾶ γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴ ζοφερὴ διαμονή. 
Βλέπει κανεὶς λοιπὸν ὅτι τὸ βάπτισμα τοῦ Κυρίου εἶναι πιὰ ἡ προ-κάθοδός του στὸν Ἅδη.

Ἡ πρώτη κατήχηση ἑλκύει τὴν προσοχὴ σὲ μιὰ ἄποψη τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, σχεδὸν ξεχασμένη κατὰ τὴν διαδρομὴ τῆς ἱστορίας: τὸ διὰ καταδύσεως βάπτισμα προσφέρει ὅλο τὸ ὁδοιπορικὸ τῆς ἱστορίας, καὶ ὁ βαπτισμένος τὸ διατρέχει ἀκολουθώντας τὸν Κύριο.
Τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος εἶναι ἔτσι μιὰ πολὺ πραγματικὴ κάθοδος μὲ τὸν Χριστὸ στὸν θάνατο, εἶναι ἐπίσης ἡ εἰς Ἅδου κάθοδος.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος τὸ λέγει καθαρά: Ἡ ἐνέργεια νὰ κατεβεῖ στὰ νερὰ καὶ νὰ ἀνεβεῖ πάλι ἔπειτα, συμβολίζει τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη καὶ τὴν ἔξοδο ἀπὸ αὐτὴ τὴ διαμονή.
Ὥστε τὸ νὰ πάρουμε τὸ βάπτισμα δὲν εἶναι μόνο νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ἀναστηθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ κατεβοῦμε στὸν Ἅδη καὶ νὰ ἐξέλθουμε ἀκολουθώντας τὸν Χριστό. [...]
Ὁ Χριστὸς κατεβαίνει ἐκεῖ, φορτωμένος μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ φέρει τὰ στίγματα τοῦ σταυροῦ, τῆς σταυρωμένης Ἀγάπης.

Ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε βαπτισμένος, ἀναστημένος μὲ τὸν Χριστό, φέρει ἐπίσης τὰ στίγματα τῶν ἱερατικῶν φροντίδων τοῦ Χριστοῦ ἱερέα, τῆς ἀποστολικῆς ἀγωνίας του γιὰ τὴν τύχη αὐτῶν ποὺ εἶναι στὸν Ἅδη.
Μπορεῖ νὰ κατεβεῖ ἐνῷ ζεῖ αὐτὸς σήμερα ἐπίσης, στὸν Ἅδη τοῦ συγχρόνου κόσμου, στὴν τελευταία κατάσταση τῆς ἀρνήσεως καὶ νὰ φέρει ἐκεῖ τὴ μαρτυρία τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ.
Aὐτὴ ἡ φροντίδα φαίνεται στὸν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ καὶ στὸν Κλήμεντα Ἀλεξανδρέα. 
Οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας κατεβαίνουν στὸν Ἅδη μετὰ τὸν θάνατό τους, γιὰ νὰ ἀναγγείλουν τὴ σωτηρία καὶ νὰ δώσουν τὸ βάπτισμα σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸ ζητοῦν.
Ἡ ἰωάννεια Ἀνατολή, τόσο εὐαίσθητη στὴν ἀνάσταση, εἶναι ἐξ ἴσου εὐαίσθητη καὶ στὸ θέμα τοῦ Ἅδη, αὐτὸ ποὺ φαίνεται τόσο καθαρά, ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ καὶ εἰκονογραφικὴ παράδοσή της.

Αὐτὸ τὸ θέμα πιά, ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ πραγματεύεται κάτω ἀπὸ μιὰ συναρπαστικὴ μορφὴ στὸ Ἐφεσ. 4, 9-10:
«τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; 
Ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα».
Βλέπει κανεὶς τὴ θαυμαστὴ ἔκταση τοῦ ὁδοιπορικοῦ: κάτω, ἄνω· τὶς δύο ἀκρότητες τῆς διαδρομῆς τοῦ φτερωτοῦ Ἀρνίου τὴν κάθοδο στὸ πιὸ χαμηλὸ σημεῖο, τὸν Ἅδη, καὶ τὴν ἀνάληψη στὸ πιὸ ψηλὸ σημεῖο, τὸν οὐρανό.
Ἡ Ἀνατολὴ σταματᾶ ἔκπληκτη θεωρώντας τὸ ὕψος καὶ τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, τὶς διαστάσεις τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ θριαμβευτικὸ μήνυμά του: «ἀναβὰς εἰς ὕψος ἠχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν» ( Ἐφεσ. 4, 8).

Ἂς ἀφήσουμε τὸν λόγο στὸν Ἐπιφάνιο, στὴ θαυμάσια ὁμιλία του γιὰ τὸ Μέγα Σάββατο.
Τί εἶναι αὐτό; Μιὰ μεγάλη σιωπὴ βασιλεύει σήμερα στὴ γῆ, μιὰ μεγάλη σιωπὴ καὶ μιὰ μεγάλη μοναξιά.
Μιὰ μεγάλη σιωπή, γιατὶ ὁ Βασιλιὰς κοιμᾶται.
Ἡ γῆ σείστηκε καὶ ἡσύχασε, γιατὶ ὁ Θεὸς κοιμήθηκε σαρκικὰ καὶ πῆγε νὰ ξυπνήσει αὐτοὺς ποὺ κοιμόνταν ἀπὸ αἰῶνες.
Ὁ Θεὸς πέθανε σαρκικὰ καὶ ὁ Ἅδης ἐσκίρτησε.
Ὁ Θεὸς κοιμήθηκε γιὰ λίγο καιρὸ καὶ ξύπνησε ἀπὸ τὸν ὕπνο αὐτοὺς ποὺ παρέμεναν στὸν Ἅδη...

Θὰ ἀναζητήσει τὸν Ἀδάμ, τόν πρῶτο μας πατέρα, τὸ χαμένο πρόβατο.
Θέλει νὰ πάει νὰ ἐπισκεφθεῖ ὅλους αὐτοὺς ποὺ εἶναι καθισμένοι στὰ σκοτάδια καὶ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου...
Ἃς κατεβοῦμε λοιπὸν μὲ αὐτὸν γιὰ νὰ δοῦμε τὴ συμφωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων... ἐκεῖ βρίσκεται ὁ Ἀδάμ, ὁ Νῶε, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Μωυσῆς, ὁ Δανιήλ, ὁ Ἱερεμίας καὶ ὁ Ἰωνάς...
Καὶ μεταξὺ τῶν προφητῶν, εἶναι ἕνας ποὺ ἀναφωνεῖ: ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ Ἅδη εἰσάκουσε τὴν ἱκεσία μου, ἄκουσε τὶς κραυγές μου, καὶ ἕνας ἄλλος: ἀπὸ τὰ βάθη κραυγάζω πρὸς σέ, Κύριε, Κύριε, ἄκουσε τὴ φωνή μου, καὶ ἕνας ἄλλος ἀκόμη: κάμε νὰ ἀκτινοβολήσει τὸ πρόσωπό σου, καὶ ἐμεῖς θὰ σωθοῦμε...

Ὁ Ἀδάμ, αἰχμάλωτος πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους... μίλησε ἔτσι:
Ἀκούω τὰ βήματα κάποιου ποὺ ἔρχεται πρὸς ἐμᾶς.
Καὶ ὅταν μιλοῦσε ὁ Κύριος εἰσῆλθε κρατώντας τὰ νικητήρια ὅπλα τοῦ σταυροῦ.
Γεμάτος ἀπὸ κατάπληξη, ὁ Ἀδὰμ ἐκραύγασε στοὺς ἄλλους:
ὁ Κύριός μου εἶναι μαζὶ μὲ ὅλους σας.
Καὶ ὁ Χριστὸς ἀπάντησε στὸν Ἀδάμ: Καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σου...
Σήκω ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Εἶμαι ὁ Θεός σου, καί, ἐξ αἰτίας σου, ἔγινα ὁ υἱός σου...

Σήκω, καὶ ἂς φύγουμε ἀπ’ ἐδῶ, γιατὶ εἶσαι σ’ ἐμένα καὶ εἶμαι σὲ σένα, σχηματίζουμε ὅλοι οἱ δύο ἕνα μοναδικὸ καὶ ἀδιαίρετο πρόσωπο...
Σηκωθεῖτε, ἂς φύγουμε ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἂς πᾶμε ἀπὸ τὴ λύπη στὴ χαρά...
Ὁ οὐράνιος Πατέρας μου περιμένει τὸ χαμένο πρόβατο... ἡ αἴθουσα τῶν γάμων εἶναι ἑτοιμασμένη..., οἱ αἰώνιες σκηνὲς εἶναι στημένες..., αὐτὴ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ποὺ ὑπῆρχε πρὸ πάντων τῶν αἰώνων σᾶς περιμένει...
Στὴ σιωπὴ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἡ θεία εὐχαριστία δὲν τελεῖται, γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι στὸν Ἅδη
Γιὰ τὴ γῆ εἶναι ἡμέρα λύπης, ἀλλὰ στὸν Ἅδη, ἡ Μεγάλη Παρασκευή, εἶναι πιὰ Πάσχα. 
Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ διασκορπίζει τὰ σκοτάδια στὴν καρδιὰ τῆς Βασιλείας τοῦ θανάτου.

Ἡ ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τῆς Χώρας (Καχριὲ Τζαμί) στὴν Κωνσταντινούπολη χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Ε΄ αἰώνα καὶ ἀνοικοδομήθηκε τὸν ΙΒ’ αἰώνα τὸ ὄνομά της δηλώνει ὅτι βρίσκεται στοὺς ἀγρούς, ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη.
Δίπλα στὴν κύρια ἐκκλησία ὑπάρχει ἕνα παρεκκλήσιο.
Ἡ κόγχη εἶναι ἀφιερωμένη στὴν Ἀνάσταση καὶ δείχνει τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη.
Ἡ τεράστια ἐργασία καθαρισμοῦ τοῦ μουσουλμανικοῦ ἀσβεστίου, ὑπὸ τὴ διεύθυνση τοῦ Βυζαντινοῦ Ἰνστιτούτου Ἀμερικῆς, ἀποδίδει ὅλο τὸν πρῶτο πλοῦτο στὶς τοιχογραφίες καὶ τὰ ψηφιδωτά, καὶ δείχνει τὴν ἐξαιρετικὴ ποιότητα τῆς τέχνης τῆς βυζαντινῆς Ἀναγεννήσεως στὸν ΙΔ’ αἰώνα.

Ὁ καλλιτέχνης ποὺ ζωγράφισε τὴν «εἰς Ἅδου Κάθοδο» εἶναι ἕνας δάσκαλος μιᾶς ἐξαιρετικῆς γνώσεως, παραμένει ἀνώνυμος καὶ τὸ ἔργο του χρονολογεῖται στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ ΙΔ’ αἰώνα.
Ἐλευθερωτὴς ὁ Χριστός, κατὰ τὸν ἅγιο Πέτρο, ἀναγγέλλει στοὺς αἰχμαλώτους τὸ εὐαγγέλιο (Α΄ Πέτρ. 4, 6), ὁ λόγος του εἶναι πιὰ ἡ πράξη ποὺ σώζει: 
«Ἔσπασε τοὺς αἰώνιους μοχλοὺς ποὺ κατεῖχαν τοὺς αἰχμαλώτους».
Ὁ Χριστὸς πατεῖ στὰ πόδια τὶς σπασμένες θύρες τοῦ Ἅδη.

Σ’ ἕνα μαῦρο χάσμα ὁ Σατανᾶς εἶναι ἁλυσοδεμένος, καὶ οἱ ἡττημένες δυνάμεις τοῦ Ἅδη, τὰ συντρίμματα τοῦ κακόβουλου βάρους του παριστάνονται συμβολικὰ μὲ ἕνα πλῆθος σπασμένων ἁλυσίδων, κλειδιῶν καὶ καρφιῶν...
Στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας σκιρτᾶ ὁ Χριστός, ὁ Κύριος τῆς Ζωῆς, λάμποντας ἀπὸ φῶς, γεμάτος μὲ τὸ δυναμισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀκτινοβολώντας θεῖες ἐνέργειες
Τὸ πρόσωπό του, σὰν ἀκινητοποιημένο ἀπὸ τὸ ἄπειρο τῆς τρυφερότητός του, ἐξουσιάζει καὶ κυριαρχεῖ βασιλικὰ.

Ἡ δύναμη τῆς χειρονομίας του, αὐτὴ ἡ βία, ποὺ κυριεύει τοὺς οὐρανοὺς καὶ διέρχεται τοὺς αἰθέρες, ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ ἱμάτιό του ποὺ κυματίζει.
Περιστοιχίζεται ἀπὸ μιὰ φωτεινὴ δόξα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ οὐράνιες σφαῖρες στολισμένες μὲ λαμπρά ἄστρα ποὺ φωτίζονται ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία του.
Εἶναι ντυμένος μὲ φῶς, χαρακτηριστικὸ τοῦ δοξασμένου σώματος, σύμβολο τῆς θείας Δόξας.
Γι’ αὐτὸ τὰ ἐνδύματά του εἶναι ἀπὸ μιὰ ὑπερφυσικὴ λευκότητα ποὺ τὴν συναντοῦμε στὰ χρώματα τοῦ Θαβώρ.

Ὁ Χριστὸς εἶναι μὲ βασιλικὰ ἐνδύματα, εἶναι ὁ Κύριος, ἀλλὰ ἡ μόνη δύναμή του εἶναι ἡ σταυρωμένη Ἀγάπη καὶ ἡ ἀήττητη δύναμη τοῦ Σταυροῦ.
Μὲ μιὰ δυνατὴ κίνηση τῶν χεριῶν του ἁρπάζει στὸν Ἅδη τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ταραγμένους. [...]
Αὐτὸς ποὺ ἔχει πεῖ στὸν Ἀδὰμ «ποῦ εἶσαι;», ἀνέβηκε στὸν σταυρὸ γιὰ νὰ ζητήσει αὐτὸν ποὺ χάθηκε.
Κατέβηκε στὸν Ἅδη λέγοντας: Ἔλα λοιπόν, ἐσὺ ποὺ εἶσαι δική μου εἰκόνα καὶ ἡ ὁμοιότης μου (Ὕμνος τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ).

Τὰ πρόσωπα ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ παριστοῦν, τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ Ἀδάμ, τὴν ἀνθρωπότητα, τοὺς ἀνθρώπους.
Εἶναι οἱ δίκαιοι καὶ οἱ προφῆτες ἀριστερὰ βρίσκονται οἱ βασιλεῖς Δαβὶδ καὶ Σολομών, προηγοῦνται ἀπὸ τὸν Πρόδρομο δεξιὰ εἶναι ὁ Μωυσῆς, ποὺ φέρει συχνὰ πλάκες τοῦ νόμου.
Ὅλοι ἀναγνωρίζουν τὸν Σωτήρα καὶ τὸ ἐκφράζουν μὲ τὶς χειρονομίες τους καὶ τὶς στάσεις τους. Καὶ ὁ Κύριος ἁπλώνοντας τὸ χέρι ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὸν Ἀδὰμ καὶ σὲ ὅλους τοῦς ἁγίους, καί, κρατώντας τὸ χέρι τοῦ Ἀδάμ, ἀνέβηκε ἀπὸ τὸν Ἅδη καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι τὸν ἀκολούθησαν.
Ὁ Χριστὸς δὲν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν τάφο, ἀλλὰ ἐκ νεκρῶν, βγαίνοντας ἀπὸ τὸν ἐξουθενωμένο Ἅδη σὰν ἀπὸ ἕνα νυφικὸ ἀνάκτορο...

Μεταξὺ τῆς καθόδου στὸν Ἅδη καὶ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναστημένου τοποθετεῖται ἕνα μυστήριο ποὺ περιβάλλεται ἀπὸ σιωπή, ἀπόλυτα προσιτὸ στὸ ἀνθρώπινο βλέμμα.
Περνᾶ κανεὶς ἀμέσως στὴ δεύτερη εἰκόνα τοῦ διπτύχου της Ἀναστάσεως ποὺ δείχνει τὶς μυροφόρες γυναῖκες ποὺ ἦλθαν στὸν Τάφο, νὰ κρατοῦν δοχεῖα μὲ ἀρώματα.
Στὴν εἰκόνα τοῦ Ρουμπλιὼφ ἢ τῆς σχολῆς του, οἱ γυναῖκες ἔχουν τὴν ἐκπληκτικὴ μορφὴ μιᾶς δέσμης μὲ τρία ἄνθη, μιᾶς θαυμαστῆς κομψότητος – εἶναι σὰν μιὰ μυστηριώδης ἀντανάκλαση τῆς τριαδικῆς ἑνότητος.

Στὸν εἰκονογραφικὸ αὐτὸ τύπο βλέπει κανεὶς δύο ἀγγέλους ντυμένους μὲ λευκὰ νὰ στέκονται ὁ ἕνας στὸ κεφάλι, ὁ ἄλλος στὰ πόδια, καὶ ποὺ λέγουν στὶς γυναῖκες: 
Δὲν βρίσκεται ἐδώ ἀναστήθηκε.
Δείχνουν τὸν ἄδειο τάφο μὲ τὰ ὀθόνια καὶ αὐτὰ τὰ ὀθόνια ἔχουν ἀκριβῶς τὴ μορφὴ τῶν σπαργάνων τοῦ παιδιοῦ ποὺ βλέπει κανεὶς στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως.

Στὸ τέλος, το μόνο ποὺ μένει στὸ μνημεῖο εἶναι τὰ συντρίμματα, ἡ σκόνη, τὸ κενό, ἡ ἀνυπαρξία, ἀφοῦ ἡ Ζωὴ εἶναι ἀλλοῦ: «τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν» ( Ἰω. 20, 8). 
Ἡ εἰκόνα μᾶς δείχνει ἀκριβῶς ἐκεῖνα ποὺ εἶδε ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης. [...]
Οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἀπομακρύνονται μὲ μιὰ μεγάλη χαρά, καὶ ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται σὲ συνάντησή τους καὶ ὁ πρῶτος λόγος του εἶναι «Χαίρετε»...

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐξαφανίζει τὰ σκοτάδια τοῦ θανάτου, τὸν φόβο τῆς Κρίσεως, τὸ βαθὺ χάσμα τοῦ ἍδηΤὸ φῶς Tου μετασχηματίζει τὴν πασχαλινὴ νύχτα σὲ Συμπόσιο Χαρᾶς, ἑορτὴ τῆς Συναντήσεως.



antifono – [2fA]



Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

"Θεολογία τῆς ὡραιότητος" 2





Παῦλος Εὐδοκίμωφ  -  Ἡ βιβλική ἄποψη τῆς ὡραιότητος  2/2
Ἀπό τό βιβλίο «Ἡ τέχνη τῆς εἰκόνας – θεολογία τῆς ὡραιότητος»


Στὸ ὀπτικὸ σχέδιο πιά, τὸ μάτι δὲν αἰσθάνεται καθόλου τὰ ἀντικείμενα, ἀλλὰ τὸ φῶς ἀντανακλᾶ ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα.
Τὸ ἀντικείμενο δὲν εἶναι ὁρατὸ εἰμὴ μόνο ἐπειδὴ τὸ φῶς τὸ κάνει φωτεινό.
Αὐτὸ ποὺ βλέπει κανείς, εἶναι τὸ φῶς ποὺ ἑνώνεται στὸ ἀντικείμενο, μιὰ συζυγία κατὰ κάποιο τρόπο, καὶ παίρνει τὸν τύπο του, τὸ σχηματίζει καὶ τὸ ἀποκαλύπτει.
Ἡ μυστηριώδης χημικὴ ἀντίδραση τοῦ ἄνθρακος καὶ τοῦ φωτὸς παράγει τὸ διαμάντι, τὴν ὡραιότητα. Κατὰ μιὰ παλιὰ λαϊκὴ πεποίθηση ἡ λάμψη ποὺ μπαίνει τὴ νύχτα σ’ ἕνα στρείδι, γεννᾶ τὸ μαργαριτάρι.
Τὸ διάστημα δὲν ἔχει ὕπαρξη παρὰ ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ κάνει τὴ μήτρα κάθε ζωῆς.
Σ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς ταυτίζονται.

Ἀντίθετα ἡ κόλαση, ὁ Ἅδης ἑλληνικά, ἡ Σεὼλ ἑβραϊκά, σημαίνει ἐκεῖνο τὸν συσκοτισμένο τόπο, ὅπου ἡ μόνωση μειώνει τὴν ὕπαρξη στὴν ἔσχατη ἔλλειψη τοῦ δαιμονιακοῦ σολιφισμοῦ, ὅπου κανένα βλέμμα δὲν διασταυρώνει ἕνα ἄλλο.
Τὰ κοπτικὰ ἀποφθέγματα τοῦ Μακαρίου Πρεσβυτέρου δίνουν ἀπὸ αὐτὴ τὴ μόνωση μιὰ ἐκπληκτικὴ περιγραφή: Μὲ τὶς ράχες τοὺς οἱ αἰχμάλωτοι εἶναι δεμένοι οἱ μὲν μὲ τοὺς δὲ καὶ μόνο μιὰ μεγάλη εὐσπλαγχνία τῶν Ζώντων φέρει σ’ αὐτοὺς μιά. στιγμὴ ἀνα­παύσεως: Στὸ χρόνο μιᾶς ριπῆς ὀφθαλμοῦ, βλέπουνε τὰ πρόσωπα οἱ μὲν τῶν δέ...

Κατὰ τὴ βιβλικὴ διήγηση τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, στὴν ἀρχή: «ἐγένετο ἑσπέρα, καὶ ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία». Τὸ Ἑξαήμερο δὲν γνω­ρίζει τὴ νύχτα. 
Τὰ σκοτάδια καὶ ἡ νύχτα δὲν δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεό· πρὸς τὸ παρὸν ἡ νύχτα δὲν εἶναι παρὰ ἕνα σημεῖο τοῦ ἀνυπάρ­κτου, τὸ ἀφηρημένο μηδὲν χωρισμένο ἀπὸ τὸ ὂν κατὰ τὴ φύση του. 
Τὸ πρωὶ καὶ ἡ νύχτα σημειώνουν τὴ διαδοχὴ τῶν γεγονότων, προσδιορί­ζουν τὴ δημιουργικὴ πρόοδο καὶ δὲν σχηματίζουν παρὰ τὴν ἡμέρα, διά­σταση τοῦ καθαροῦ φωτός. 
Τὸ ἀντίθετό της, ἡ νύχτα, δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ ἐνεργητικὴ δύναμη τοῦ σκοταδιοῦ· ἡ νύχτα στὴν ἰωάννεια σημασία δὲν ἐμφανίστηκε παρὰ μέσα στὴν πτώση.

Κατὰ τὸ Δεῖπνο τοῦ Κυρίου, τὸ ὑπερῶο πλημμυρίζει ἀπὸ τὸ φῶς, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι στὸ μέσο τῶν ἀποστόλων. Εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Σατανᾶς εἰσέρχεται στὸν Ἰούδα καὶ ἀπὸ τότε ὁ Ἰούδας δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ μείνει στὸν κύκλο τοῦ φωτός. 
Ἐξέρχεται βια­στικὰ καὶ ὁ Ἰωάννης, τόσο λιτὸς γιὰ τὶς λεπτομέρειες, παρατηρεῖ: ἐγένετο νύξ. 
Τὰ σκοτάδια τῆς νύχτας τυλίγουν τὸν Ἰούδα καὶ ἀποκρύβουν τὸ τρομερὸ μυστικὸ τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Σατανᾶ.
Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς Δημιουργίας, σημειώνουν οἱ Πατέρες, δὲν εἶναι πρώτη, ἀλλὰ μία, ἡ μοναδική, ἐκτὸς σειρᾶς. 
Εἶναι τὸ ἄλφα ποὺ φέ­ρει πιὰ καὶ καλεῖ τὸ ὠμέγα, ἡ ὀγδόη ἡμέρα τῆς τελικῆς συμφωνίας, τὸ πλήρωμα.

Αὐτὴ ἡ πρώτη ἡμέρα εἶναι ἡ χαρούμενη ὠδὴ τοῦ Ἄσματος τῶν Ἀσμάτων τοῦ Θεοῦ τοῦ ἴδιου, ἡ ἀστραπιαία ἀνάβλυσή του ὅτι «τὸ φῶς ἐγένετο». 
Αὐτὸ τὸ φῶς δὲν εἶναι καθόλου ἕνα ὀπτικὸ στοιχεῖο, αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἐμφανιστεῖ τὴν τετάρτη ἡμέρα μὲ τὸν ἀστρονομικὸ ἥλιο. 
Τὸ ἀρχικὸ Φῶς, «ἐν ἀρχῇ» στὴν ἀπόλυτη σημασία, εἶναι ἡ πιὸ ἀνατρε­πτικὴ ἀποκάλυψη τῆς Ὄψεως τοῦ Θεοῦ. «Ὅτι ἐγένετο φῶς» σημαί­νει γιὰ τὸν κόσμο ἐν δυνάμει: ὅτι ἡ Ἀποκάλυψη ἔγινε καὶ ἄρα καὶ Αὐ­τὸς ποὺ ἀποκάλυψε, καὶ ὅτι ἦλθε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 

Ὁ Πατὴρ ἀναγ­γέλλει τὸ λόγο του καὶ τὸ Πνεῦμα τὸν διακηρύττει, εἶναι τὸ Φῶς τοῦ Λόγου. Ἀποκαλύπτει τὸ Θεὸ ὅπως τὸ ἀπόλυτο Σὺ καὶ προβάλλει ἀμέ­σως αὐτὸν ποὺ τὸν ἀκούει καὶ τὸν θεωρεῖ.
Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς μετὰ τὴν πτώση, τὸ φῶς λάμπει στὰ σκοτάδια. Δὲν λάμπει γιὰ νὰ λάμπει μόνο, μεταμορφώνει τὴ νύχτα σὲ ἡμέρα χω­ρὶς ἀπόκλιση: «Τότε ἀνατελεῖ ἐν τῷ σκότει τὸ φῶς σου, καὶ τὸ σκότος σου ὡς μεσημβρία» (Ἠσ. 58, 10). 

«Ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἔστιν ὁ ὀφθαλμός, ἐὰν οὒν ὁ ὀφθαλμός σου, ἁπλοῦς ἤ, ὅλον τὸ σῶμα σου φωτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22). Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση διδάσκει τὴ μέ­θοδο τῆς σιωπηλῆς περισυλλογῆς καὶ τὴ γνώση τοῦ φωτός. 
Οἱ τέλειοι διδάσκονται τὸ θεῖο ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν Λόγο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ λό­γου (τὸ Ἅγιο Πνεῦμα), μυστηριωδῶς...
Στὴν κορυφὴ τῆς ἁγιότητος ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη γίνεται κατὰ κά­ποιο τρόπο φῶς. 
Ἔτσι ἕνας Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ περιβάλλεται ἀπὸ ἥλιο καὶ ἀκτινοβολεῖ· ἐνῷ ὀνομάζεται «ὁμοίωμα», εἶναι ἡ ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ-Φωτός. 

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει τὴν ἄνοδο τῆς ψυχῆς, Ἡ ὁποὶα ἀκούει: ἔγινες ὡραία προσεγγίζοντας τὸ Φῶς μου. 
Ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τὸ ὕψος, πηγαίνει ἐπάνω, θὰ μποροῦσὲ νὰ πεῖ κανεὶς πετυχαίνει τὸ ἐπίπεδο τῆς θείας ὡραιότητος. 
Ὕπαρξη μέσα στὸ φῶς, εἶναὶ ὕπαρξη μέσα σὲ μία φωτισμένη κοινωνία, ποὺ ἀποκαλύπτει τὶς εἰκόνες τῶν ὑπάρξεων καὶ τῶν πραγμάτων, ἁρπάζει τοὺς λόγους τους ποὺ περιέχονται στὴ θεία σκέψη καὶ μυεῖται ἔτσι στὴν τέλεια ὁλότητά τους· λέγοντάς το κατ’ ἄλλὸ τρόπο: στὴν ὡραιότη­τά τους ποὺ θέλει ὁ Θεός.

Ἢ Ἀποκάλυψη εἶναι στὸ τέλος, εἶναι ἐπίσης στὴν ἀρχή. 
Τὸ φῶς τῆς πρώτης ἡμέρας εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς ὁράσεως, εἶναι ἐπίσης τὸ ὄργανο τῆς ὁράσεως. Ὅλος αὐτὸς ὁ πρῶτος χρόνος τῆς Δημιουργί­ας, ὁ μέλλων αἰὼν σχηματίζει ἐξ ὁλοκλήρου μία μόνο ἡμέρα, τὴ μεγά­λη Ἡμέρα, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. 
Πράγματι, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψη: «Καὶ νὺξ οὐκ ἔσται ἔτι, καὶ οὐ χρεία λύχνου καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς» (22, 5).
Εἶμαι τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὠμέγα... ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. 

Ὁ κύκλος τῆς Ἀποκαλύψεως κλείνει στὴ διαφοροποίηση καὶ κατὰ τὸν ἴδιο χρόνο στὴν τέλεια ὁμοιότητα ὅλων τῶν στοιχείων της. 
Ἡ πρώτη λέξη τῆς Ἁγίας Γραφῆς «ἐγένετο Φῶς» εἶναι ἐπίσης ἡ τελευταία «ἐγένετο Ὡραιότης»! 
Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ γίνει ὁλόκληρος Ζωντανὴ δοξολογία: 
Δόξα σὲ Σένα ποὺ μᾶς ἀποκάλυψες τὸ Φῶς.
«Μίαν ἠτησάμην παρὰ Κυρίου ταύτην ἐκζητήσω· τοῦ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, τοῦ θεωρεῖν με τὴν τερπνότητα Κυρίου» (Ψαλμ. 26, 4). 
Ὁ ἅγιος Βασίλειος προσθέτει: Οἱ ἅγιοι προσεύχονται γιὰ νὰ ἐπεκταθεῖ ἡ θεωρία τῆς θείας Ὡραιότητος στὴν αἰωνιότητα...
  

Μετάφραση: Κώστας Χαραλαμπίδης
Πίνακας: ρωσικὴ ἀπεικόνιση τῆς θείας Λειτουργίας


antifono – [2fA]

                                            


Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

"Θεολογία τῆς ὡραιότητος" 1





Παῦλος Εὐδοκίμωφ  -  βιβλική ἄποψη τῆς ὡραιότητος  1/2
Ἀπό τό βιβλίο «Ἡ τέχνη τῆς εἰκόναςθεολογία τῆς ὡραιότητος»

 
Τὸ ὡραῖο εἶναι ἡ λαμπρότης τοῦ ἀληθινοῦ, ἔλεγε ὁ Πλάτων: βεβαίωση ποὺ τὸ δαιμόνιο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας συμπλήρωσε ἀφοῦ ἐπινόησε ἕνα μοναδικὸ ὅρο, τὴν καλοκαγαθία, ποὺ κάνει τὸ καλὸ καὶ τὸ ὡραῖο, τὶς δύο πλαγιὲς μιᾶς μοναδικῆς κορυφῆς.
Στὸν τελευταῖο βαθμὸ τῆς συνθέσεως, αὐτὸν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ καλὸ προσφέρονται στὴ θεωρία, ἡ ζωντανὴ συμβίωσή τους σημειώνει τὴν ὁλοκληρία τοῦ ὄντος καὶ ἐκπέμπει τὴν ὡραιότητα.

Τὸ πουλὶ ἐπάνω στὸν κλάδο, ὁ κρίνος στοὺς ἀγρούς, τὸ ἐλάφι στὸ δάσος, τὸ ψάρι στὴ θάλασσα, τὰ ἀναρίθμητα πλήθη εὐθύμων ἀνθρώπων διακηρύττουν μὲ ἀγαλλίαση: ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη!
Ἀλλὰ πιὸ κάτω, καὶ σὰν νὰ φέρονται ὅλες αὐτὲς οἱ φωνές, ἀκούγεται ἀπὸ βαθειὰ ἡ φωνὴ αὐτῶν ποὺ προσφέρουν θυσία: ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη!

Οἱ θυσιασμένοι, οἱ μάρτυρες, αὐτοὶ οἱ τραυματισμένοι φίλοι τοῦ Νυμφίου, οἱ ὁποῖοι δίνονται σὰν θαύμασμα στοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀνθρώπους, παριστοῦν τὶς βασικὲς συμφωνίες τῆς ἀπείρου ὠδῆς τῆς σωτηρίας.
Τοὺς θερισμένους στάχεις, ὁ Κύριος τοὺς τοποθετεῖ στοὺς σιτοβολῶνες τῆς βασιλείας του. 
Ἡ παράδοση βλέπει, σ’ αὐτό, τὴν ἐν Χριστῷ διαμόρφωση μέσα στὴν ὡραιότητα· ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ὁ μεγάλος λειτουργιολόγος τοῦ ΙΔ΄ αἰ., τὸ λέγει ὅταν μιλᾶ γιὰ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀγάπησαν ὑπεράνω ἀπὸ ὅλα τὴν ὑπέρτατη Ὡραιότητα, σπόρο τοῦ θείου, ἀγάπη ριζωμένη μέσα στὴν καρδιά.

Παράγοντας τὸν κόσμο ἀπὸ τὸ μηδέν, ὁ Δημιουργός, σὰν θεῖος ποιητής, συνθέτει τὴ Συμφωνία του σὲ ἕξι ἥμερες, τὸ Ἑξαήμερο, καὶ σὲ κάθε μία τῶν πράξεων του «εἶδεν ὅτι καλόν».
Τὸ ἑλληνικὸ κείμενο τῆς βιβλικῆς διηγήσεως λέγει καλ-ὡραῖο καὶ ὄχι ἀγαθὸ-καλό, ἡ ἑβραϊκὴ δὲ λέξη σημαίνει τὰ δύο ταυτόχρονα.
Ἐξ ἄλλου, τὸ ρῆμα δημιουργῶ εἶναι κλιτὸ στὴν ἑβραϊκὴ γλώσσα κατὰ τὸν τετελεσμένο χρόνο: ὁ κόσμος ἔ χ ε ι  δ η μ ι ο υ ρ γ η θ ε ῖ, εἶναι δημιουργημένος
καὶ  θ ὰ  δ η μ ι ο υ ρ γ η θ ε ῖ  μέχρι τῆς τελειώσεώς του.
Βγαίνοντας ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, τὸ σπέρμα εἶναι πιὸ ὡραῖο, ἀλλὰ καλεῖ τὴν ἐξέλιξή του, τὴν τόσο ζωηρὴ καὶ τραγικὴ ἱστορία τῆς συνεργείας τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἐνεργείας.
Κατὰ τὸν Μάξιμο Ὁμολογητὴ ἡ συμπλήρωση τῆς πρώτης ὡραιότητος μέσα στὴν τέλεια ὡραιότητα τοποθετεῖται στὸ τέλος καὶ παίρνει τὸ ὄνομα τῆς Βασιλείας.

Ἡ Παράδοση προσφέρει ἐδῶ μιὰ σπουδαία ἀλήθεια.
Ἕνας μεγάλος πνευματικὸς τοῦ Δ΄ αἰώνα, ὁ Εὐάγριος, σχολιάζοντας τὴν παραλλαγὴ τοῦ «Πάτερ ἠμῶν» στὸ εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Λουκᾶ, ὅπου στὴ θέση τῆς Βασιλείας διαβάζει «ἐλθέτω τὸ Ἅγιόν σου Πνεῦμα» λέγει: ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, παρακαλοῦμε τὸν Πατέρα ποὺ θὰ τὸ στείλει σ’ ἐμᾶς· σὲ συμφωνία μὲ τὴν Παράδοση ὁ Εὐάγριος ταυτίζει ἔτσι τὴ Βασιλεία καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἐάν, λοιπόν, ἡ θεωρημένη Βασιλεία εἶναι ἡ Ὡραιότης, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκαλύπτεται Πνεῦμα τῆς Ὡραιότητος.
Ὁ Ντοστογιέβσκυ τὸ κατανόησε καλά. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, λέγει, εἶναι ἡ ἄμεση κατάκτηση τῆς Ὡραιότητος, μεταδίδει τὴ λάμψη τῆς ἁγιότητος.
Γι’ αὐτό, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, στοὺς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ Πνεῦμα εἶναι ἡ προαιώνια χαρά... ὅπου οἱ τρεῖς συνέχαιραν.
Ἡ περίφημη εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ρουμπλιὼφ μᾶς προσφέρει τὸ συναρπαστικὸ θέαμα αὐτῆς τῆς θείας Ὡραιότητος.

Τὸ τριαδικὸ δόγμα ἐπεξηγεῖ: ἐὰν ὁ Υἱὸς εἶναι ὁ Λόγος ποὺ ὁ Πατὴρ ἀπαγγέλλει καὶ ποὺ ἔγινε σάρκα, τὸ Πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης τὸν κάνει ἀντιληπτὸ καὶ κατανοητὸ στὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ ὁ ἴδιος παραμένει κρυμμένος, μυστηριώδης, σιωπηλός, «οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ»
(Ἰω. 16, 13).

Αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ λόγος, ἡ εἰκόνα μᾶς τὸ δείχνει σιωπηλά, αὐτὸ ποὺ ἔχουμε αἰσθανθεῖ νὰ λέγουμε, τὸ ἔχουμε δεῖ, λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὴν εἰκόνα.
Λοιπόν, ἐὰν «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ», κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραστήσει τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, παρὰ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Εἶναι ὁ θεῖος εἰκονογράφος. Τὸ τυπικὸ τῶν ἐγκαινίων μιᾶς ἐκκλησίας ἐπιμένει ἐπάνω σ’ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα τοῦ Πνεύματος.
Τὸ τροπάριο (δ΄ ἤχου) ψάλλει τὴν τελειότητα ὁλοκλήρου τοῦ τύπου στὴν ἔλευση τοῦ Ὡραίου: Ὅπως ἀνέπτυξες ψηλὰ τὴ λαμπρότητα τοῦ στερεώματος τοῦ οὐρανοῦ, ἔτσι ἐδῶ ἀποκάλυψες τὴν ὡραιότητα τοῦ ἁγίου ἐνδιαιτήματος τῆς δόξας σου.

Τὰ πολὺ γνωστὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Πνεύματος εἶναι ἡ Ζωὴ καὶ τὸ Φῶς.
Τὸ Φῶς, πρὸ πάντων, εἶναι δύναμη ἀποκαλύψεως καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ποὺ ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ὀνομάζεται Θεὸς-Φῶς.
Ἡ δύναμή του «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 1, 9) καὶ κατὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν μεταβάλλει σὲ φῶς αὐτοὺς ποὺ φωτίζει.
Ἐκτὸς αὐτοῦ τοποθετεῖται στὴν ἀρχὴ κάθε γνώσεως: «Ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» 
(Ψαλμ. 35, 10).

Ὑπάρχουν ἀπόψεις, πάντοτε μερικές, ἄρα ποὺ παραμορφώνουν, καὶ ὑπάρχει τὸ γεμάτο βλέμμα, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο, κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Μακαρίου, ἕναν «μοναδικὸ ὀφθαλμὸ» καὶ ἀπέραντα διαπερασμένο ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προτρέπει νὰ παρατηροῦμε μὲ τὸ μάτι τῆς Ἁγνῆς Παρθένου, καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητὴς μὲ τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ: Ὅπως στὸ κέντρο τοῦ κύκλου ὑπάρχει αὐτὸ τὸ μοναδικὸ σημεῖο, ὅπου εἶναι ἀκόμη ἀδιαίρετες ὅλες οἱ εὐθεῖες ποὺ προέρχονται ἀπ’ ἐκεῖ, καθ’ ὅμοιο τρόπο στὸν Θεὸ αὐτὸς ποὺ ἔχει κριθεῖ ἄξιος νὰ φθάσει ἐκεῖ, γνωρίζει μὲ ἁπλὴ γνώση καὶ χωρὶς ἔννοιες ὅλες τὶς ἰδέες τῶν δημιουργημένων πραγμάτων.


[2φΑ]