Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

"Το Κρεμμυδάκι του Φιόντορ "

 



Φιόντορ Ντοστογιέφσκι  -  ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙ
[από τους "Αδελφούς Καραμαζώφ"]


«Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια κακιά γυναίκα, σωστή μέγαιρα.
Δεν αγαπούσε κανέναν -πέρα από τον εαυτό της-, δεν είχε κάνει ποτέ και σε κανέναν καλό και μόνο κακό λόγο είχε να πει για όλους.
Όταν πέθανε, την άρπαξαν οι δαίμονες και την πέταξαν στη Φλογισμένη Λίμνη της Κολάσεως.

Μόλις το αντιλήφθηκε ο φύλακας άγγελός της (ω ναι, όσο στριμμένοι κι αν είμαστε, όλοι έχουμε κι από έναν…), κάθισε και σκέφτηκε:
“Πρέπει να θυμηθώ κάποια καλή της πράξη για να διηγηθώ στον Θεό, ώστε να σώσει την Ψυχή της”.

Θυμήθηκε και χαρούμενος όπως ήταν, πάει στον Θεό:
“Αυτή, του λέει με ενθουσιασμό, έβγαλε ένα κρεμμυδάκι φρέσκο από το περιβόλι της και το έδωσε σε έναν ζητιάνο που πεινούσε”.
Κι ο Θεός απαντάει: “Πάρε, λοιπόν, εκείνο το κρεμμυδάκι και πήγαινε πάνω από τη λίμνη.
Κράτα γερά το κρεμμυδάκι από τη μία άκρη και πες στη γριά να πιαστεί από την άλλη.
Μόλις πιαστεί, τράβα την.

Αν καταφέρεις να την τραβήξεις έξω από τη λίμνη, τότε δικαιούται να πάει στον Παράδεισο.
Όμως… αν σπάσει το κρεμμυδάκι, σημαίνει πως η Ψυχή της ανήκει στην Κόλαση”.

Έτρεξε βιαστικά ο άγγελος στη γριά και της φώναξε:
“Έλα, πιάσου γερά από το κρεμμυδάκι και εγώ θα σε τραβήξω έξω”.
Κι άρχισε να την τραβάει προσεκτικά.

Την είχε βγάλει σχεδόν ολόκληρη από τη λίμνη και της χαμογελούσε γεμάτος ελπίδα, μα μόλις είδαν οι άλλοι αμαρτωλοί που την τραβούσε έξω, γαντζώθηκαν από τα πόδια της, για να σωθούν κι αυτοί.

Μα η γυναίκα ήταν πραγματικά κακότροπη, άσπλαχνη, κι άρχισε να τους κλωτσάει με μανία! “Εμένα θέλει να σώσει, όχι εσάς. Δικό μου είναι το κρεμμυδάκι, όχι δικό σας,
ΔΙΚΟ ΜΟΥ!”

Μόλις η γριά ξεστόμισε αυτά τα λόγια, το κρεμμυδάκι έσπασε κι αυτή έπεσε πάλι στη λίμνη και στα έγκατα της λήθης…»

 

antikleidi – 2φΑ

                                               

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

"Ο Μέγας Ιεροεξεταστής "





Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι  (Fyodor Dostoevsky, 1821 - 9 Feb. 1881)

- 
Ο ΜΕΓΑΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ

[από τους Αδελφούς Καραμαζὠφ (τόμ. 2, βιβλ. Τέταρτο, κεφ. 5) 
– Ο Ιβάν κουβεντιάζει με τον αδελφό του Αλιόσα και του αφηγείται τον μύθο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, ένα ποίημα δικό του, που έχει συντάξει κι αποστηθίσει στο μυαλό του· ο Ιβάν θεωρεί τον αδελφό του σαν τον καταλληλότερο, για να είναι ο πρώτος ακροατής του δημιουργήματος του…
- Η δράση εξελίσσεται στον 16ο αιώνα στην Ισπανία, στη Σεβίλλη, την πιο φρικτή περίοδο της Ιεράς Εξέτασης, τότε που στο όνομα της δόξας του Θεού άναβαν καθημερινά πυρές και σε μεγαλοπρεπή ολοκαυτώματα έκαιγαν αιρετικούς.]

Μετάφραση από τα ρωσικά: Ελένη Μπακοπούλου


Όχι με τον τρόπο που υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει, στους αιώνες των αιώνων, με το πλήρωμα του χρόνου και σ᾿ όλη του την ουράνια δόξα, αλλά ξαφνικά, ξαναγυρίζει (ο Ιησούς) κοντὰ στους ανθρώπους, με την μορφὴ που είχε κατὰ την διάρκεια των τριών χρόνων της δημόσιας ζωής του.
Σιωπηλός, περνά καταμεσὶς του πλήθους, μ᾿ ένα χαμόγελο απέραντης συμπάθειας.
Η καρδιά του πλημμυρίζει απὸ αγάπη, τα μάτια του αντανακλούν την Γνώση, το Φως, την Δύναμη, που φωτίζουν και ξυπνούν την αγάπη στις καρδιές, τους απλώνει τα χέρια, τους ευλογεί, μια αρετὴ εξυγίανσης βγαίνει απ᾿ την κάθε επαφὴ μαζί του κι᾿ ακόμη απ᾿ τα φορέματα του.
Ο λαὸς χύνει δάκρυα χαράς και φιλά το χώμα όπου πατά.
Τα παιδιὰ σκορπίζουν λουλούδια στο πέρασμα του και φωνάζουν «Ωσαννά!»
- Εκείνος!, φωνάζουν. Είναι Εκείνος! δεν μπορεί παρὰ νάναι Εκείνος.
Κάνει θαύματα, μοιράζει έλεος.

Εκείνη την στιγμὴ περνά απὸ την πλατεία ο καρδινάλιος Μέγας Ιεροεξεταστής.
Είν᾿ ένας ψηλὸς γέρος, σχεδὸν αιωνόβιος, με στεγνὸ πρόσωπο, μάτια χωμένα στις κόγχες, μα που μέσα τους λάμπει ακόμη μια σπίθα. Δεν φορεί πια εκείνη την περίλαμπρη στολή, που τον έκανε να ξεχωρίζει χτες μέσα στο πλήθος, την ώρα που έκαιγαν τους εχθροὺς της Καθολικής Εκκλησίας· έχει ξαναβάλει το παλιό, ασκητικό του ράσο. Οι βοηθοί του κι ο Μέγας Σκευοφύλακας τον ακολουθούν απὸ απόσταση, όλο σεβασμό. Σταματά πλάι στο πλήθος και κοιτάζει απὸ μακριά. Ζαρώνει τα πυκνά του φρύδια και στα μάτια του αστράφτει μια τρομερὴ φλόγα.

Τον δείχνει με το δάχτυλο και διατάζει τους φρουρούς του να τον πιάσουν.
Είναι τόσο μεγάλη η δύναμη του και ο λαὸς τόσο συνηθισμένος να τον υπακούει, που όλοι παραμερίζουν, υπακούουν τρέμοντας· μέσα σε μία θανάσιμη σιωπή, οι χωροφύλακες τον πιάνουν και τον παίρνουν μαζί τους. Σαν ένας άνθρωπος όλο αυτὸ το πλήθος γονατίζει μπρος στον Μεγάλο Ιεροεξεταστὴ, που σηκώνει το χέρι του και το ευλογεί, κι ύστερα χωρὶς να πει μία λέξη εξακολουθεί τον δρόμο του.
Οδηγούν τον Κρατούμενο στο θλιβερὸ και παλιὸ κτίριο του Ιεροδικαστηρίου, και τον κλείνουν εκεί, σ᾿ ένα μικρὸ υπόγειο κελλί. Η ημέρα περνά κι έρχεται η νύχτα, μια νύχτα Σεβιλλιάνικη ζεστὴ κι αποπνικτική. Η ατμόσφαιρα «μυρίζει δάφνη και λεμονιά» (1).

Μέσα στο βαθύ σκότος ανοίγει η σιδερένια πόρτα της φυλακής κι ο Μεγάλος Ιεροεξεταστὴς αυτοπροσώπως, με μια λαμπάδα στο χέρι, μπαίνει αργά στο κελλί. Είναι μόνος, η πόρτα πίσω του κλείνει αμέσως. Σταματάει στο κατώφλι κι επί μακρόν, ένα λεπτό ή δύο, περιεργάζεται το πρόσωπο Του. Τελικὰ πλησιάζει, ακουμπάει το κηροπήγιο στo τραπέζι και του λέει:
«Εσύ; Είσαι Εσύ;   ….