Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

"O κόσμος είναι όμορφος.. "





Νέο βιβλίο: «Πέρα από την χώρα της λύπης»
Γράφει ο Σωτήριος Ν. Κόλλιας - Δρ Θεολογίας ΕΚΠΑ


Σε ένα νοητό ταξίδι μετανοίας πέρα από την χώρα της λύπης, μας καλεί το νέο βιβλίο
του θεολόγου και πρωτοπρεσβυτέρου Χριστοδούλου Μπίθα, προϊσταμένου του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γρηγόρη.
Στο βιβλίο περιλαμβάνονται οκτώ ιστορίες μετανοίας βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα ανθρώπων που τις έζησαν.

«Ιστορίες ανθρώπων πονεμένων, αναγκεμένων, κουρασμένων από τη δυσκολία του βίου, που δεν γνωρίζουμε πώς θα καταλήξουν, αλλά που ελπίζουμε κι ευχόμαστε μέσα από τα δάκρυά τους να επιμείνουν μέχρι τέλους, πως ο κόσμος είναι όμορφος», όπως διαβάζουμε στον πρόλογο του βιβλίου.

Ο συγγραφέας με λογοτεχνική μαεστρία για μια ακόμη φορά, στο δεύτερο μεγάλου μήκους βιβλίο του, καταφέρνει να μας δώσει τροφή και σκέψη για περισυλλογή και αυτογνωσία, προβάλλοντας τον δρόμο της μετανοίας, καθώς αυτός καθίσταται ο μόνος σίγουρος τρόπος για τη συνάντησή μας με τον Χριστό.

Βάλσαμο παρηγοριάς της ψυχής για τους πονεμένους καθώς ζητούν παραμυθία και πνευματική ανακούφιση, που όμως πρέπει να στηρίζεται στην αλήθεια.
Μια αλήθεια που δεν προσεγγίζεται λογικά, αλλά νοερά, μετασχηματίζοντας το εγώ στο εμείς και νοιώθοντας υπαρξιακά ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά η εθελούσια παράδοση στο θέλημα Εκείνου που καθορίζει τα πάντα.

Οι ήρωες ή μάλλον οι αντιήρωες, που πρωταγωνιστούν στα κείμενα είναι οι «αποτυχημένοι» της ζωής ή απλοί άνθρωποι της καθημερινότητάς μας με τους οποίους κάλλιστα μπορούμε να ταυτιστούμε: ο επαναστάτης νέος που ονειρεύεται να αλλάξει τον κόσμο, ο αυταρχικός γονιός που αισθάνεται αλάνθαστος παγιδευμένος όμως σε κοινωνικά στερεότυπα, ο καταδιωκόμενος πρόσφυγας που παλεύει να επιβιώσει, ο μπερδεμένος σύζυγος που εγκλωβίστηκε σε έναν αδιέξοδο γάμο, ο αυτοδικαιωμένος δάσκαλος που νομίζει ότι τα γνωρίζει όλα, ο ηθικολόγος ιεροκήρυκας που με αυστηρό τρόπο στηλιτεύει τους πάντες, ο πονεμένος πλούσιος που έζησε τη ζωή του λάθος.

Η αχαριστία απέναντι στις ομορφιές του κόσμου, οι ψυχικές συγκρούσεις, τα διλήμματα,
η στασιμότητα, ο θάνατος, το νόημα της ζωής, είναι τα θέματα που απασχολούν τον συγγραφέα ως απόσταγμα της πολυετούς ποιμαντικής του διακονίας, από τα οποία αναδύεται με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος πάντα η ελπίδα!

Η υπέροχη και πρωτότυπη φωτογραφία του εξωφύλλου (τραβηγμένη από τον ίδιο τον συγγραφέα) παραπέμπει στον μοναχικό άνθρωπο, που του αποκαλύπτονται τα χνάρια του αιώνιου Χριστού, που όχι μόνο είναι δίπλα μας και μας καθοδηγεί, αλλά και μας καταδιώκει με την αγάπη Του μέσα στη θάλασσα της Χάριτός Του. 
Είναι τότε, που η άγονη άμμος της καρδιάς μας συναντά το ζωοποιό ύδωρ του Θεού.

Καλλιτεχνικές φωτογραφίες κοσμούν και τους αντίστοιχους τίτλους των κεφαλαίων δίνοντας στο βιβλίο μία ιδιαίτερη καλαίσθητη χροιά.

Το περιεχόμενο σίγουρα θα αποζημιώσει τον αναγνώστη, που δεν αρκείται σε κείμενα προβλέψιμα, αλλά αφήνει τη διάνοιά του ελεύθερη να δεχθεί τους απροσδόκητους τρόπους, με τους οποίους ο Θεός σαρώνει τα σκοτάδια της ψυχής μας, προσφέροντας
το Φως και τη Βασιλεία Του.



romfea – [2fA]



"Χριστός επί γης.. "
















Χριστούγεννα  2016



Χριστός γεννάται, δοξάσατε  
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε
Χριστός επί γης, υψώθητε!



[2φΑ]



Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

"Τι ωραίο πράγμα.. "











Μητρ. Νικόλαος Χατζηνικολάου


Τι ωραίο πράγμα να μπορεί κανείς να σκεφτεί τον διπλανό του.
Τι ωραίο πράγμα η ανάγκη του άλλου να περάσει από το αλάφρωμα
της δικής μας τσέπης.

Τι ευλογία να βαστάξουμε λίγο και τα υλικά βάρη των άλλων,
αν μπορούμε, αν έχουμε τη δυνατότητα.
Τι όμορφο αντί να σπαταλήσουμε σε κοσμικά και κούφια δώρα
να δώσουμε λίγο μέσα από αυτά αισθήματα αγάπης σε ιερούς σκοπούς,
σε αδελφούς μας που έχουν ανάγκη.

Τα Χριστούγεννα να βεβαιώνουν πως ο Θεός είναι μεθ’ ημών
και εντός ημών.
Να αντικρίσουμε τον Κύριο και στη φάτνη της Βηθλεέμ,
αλλά κυρίως στη φάτνη της ψυχής μας.



fb – [2fA]



"Ο Θεός ως παιδί.. "





Το θείο Βρέφος  -  του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν
Από το βιβλίο του: Εορτολόγιο, Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος


Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει
και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει
άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι
δι' ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

Κοντάκιον Χριστουγέννων  -  Ρωμανός ο Μελωδός


Το παιδί ως Θεός, ο Θεός ως παιδί... Γιατί δημιουργείται αυτή η ζωηρή συγκίνηση την περίοδο των Χριστουγέννων όταν οι άνθρωποι, ακόμη και αυτοί με χλιαρή πίστη ή ακόμη και οι άθεοι, παρατηρούν αυτό το μοναδικό, ασύγκριτο θέαμα της νεαρής μητέρας να κρατά το παιδί στην αγκαλιά της, και γύρω τους οι «Μάγοι οι από Ανατολών», οι ποιμένες, δροσεροί από τη νυχτερινή τους σκοπιά στους αγρούς, τα ζώα, ο ανοιχτός ουρανός, ο αστέρας;

Γιατί είμαστε τόσο βέβαιοι, αλλά και συνεχώς ανακαλύπτουμε, πως σ’ αυτόν το θλιβερό πλανήτη μας δεν υπάρχει τίποτε ομορφότερο και πιο χαρμόσυνο απ’ αυτό το θέαμα, που το πέρασμα των αιώνων αποδείχτηκε ανίκανο να ξεριζώσει από τη μνήμη μας; 
Επιστρέφουμε σ’ αυτό το θέαμα οποτεδήποτε δεν έχουμε άλλο καταφύγιο, οποτεδήποτε έχουμε βάσανα στη ζωή, και αναζητούμε αυτό που θα μάς ελευθερώσει.

Όμως στην ευαγγελική διήγηση για τη γέννηση του Ιησού Χριστού, η μητέρα και το παιδί δε λένε ούτε μία λέξη, ωσάν οι λέξεις να είναι περιττές, επειδή καμιά λέξη δεν μπορεί να ερμηνεύσει, να ορίσει ή να εκφράσει το νόημα όσων έλαβαν μέρος και εκπληρώθηκαν εκείνη τη νύχτα.

Και παρ’ όλα αυτά χρησιμοποιούμε λέξεις εδώ, όχι για να εξηγήσουμε ή να ερμηνεύσουμε, αλλά επειδή, όπως η Γραφή λέει, «εκ γάρ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί» (Ματθ. 12, 34). Είναι αδύνατο κάποιος, που ξεχειλίζει η καρδιά του, να μη μοιραστεί με άλλους τα βιώματά του.

Οι λέξεις «παιδίον» και «Θεός» είναι οι πλέον αποκαλυπτικές για το μυστήριο των Χριστουγέννων. Κατά κάποιο τρόπο, είναι ένα μυστήριο που απευθύνεται στο παιδί που συνεχίζει να ζει μυστικά μέσα σε κάθε ενήλικα, στο παιδί που συνεχίζει να ακούει ότι ο ενήλικας έχει πάψει να ακούει, και που ανταποκρίνεται με μια χαρά, που ο ενήλικας, μέσα στον γήινο, υπερώριμο, κουρασμένο και κυνικό κόσμο που ζει, αδυνατεί να νιώσει.


Μάλιστα, τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή για τα παιδιά, όχι μόνο εξαιτίας του χριστουγεννιάτικου δένδρου που διακοσμούμε και φωτίζουμε, αλλά μ’ έναν πολύ βαθύτερο τρόπο, και μόνο τα παιδιά δεν ξαφνιάζονται για το ότι, όταν ο Θεός κατέρχεται στη γη, έρχεται ως παιδί.

Αυτή η εικόνα του Θεού ως παιδιού, συνεχίζει να λάμπει μέσα από τις εικόνες και τα αναρίθμητα έργα τέχνης, φανερώνοντας πως ότι είναι ουσιαστικότερο και πλέον χαρμόσυνο στο Χριστιανισμό βρίσκεται ακριβώς εδώ, σ' αυτήν την αιώνια παιδικότητα του Θεού. 
Οι ενήλικες, ακόμη και αυτοί που «συμπαθούν περισσότερο τα θρησκευτικά θέματα», περιμένουν και προσδοκούν από τη θρησκεία να δώσει εξηγήσεις και αναλύσεις, τη θέλουν έξυπνη και σοβαρή.

Οι αντίπαλοι της είναι εξίσου σοβαροί και τελικά τόσο βαρετοί, καθώς αντιμετωπίζουν τη θρησκεία μ' ένα χαλάζι από «ορθολογικές» σφαίρες. 
Στην κοινωνία μας δεν υπάρχει καμιά φράση που να μεταφέρει καλύτερα την περιφρόνησή μας, από το να χαρακτηρίσουμε κάτι λέγοντας πως «είναι παιδιάστικο».

Μ' άλλα λόγια, δεν είναι για τους ενήλικες, τους έξυπνους και σοβαρούς. 
Έτσι τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται εξίσου σοβαρά και βαρετά. 
Ο Χριστός όμως είπε, «γέννησθε ως τα παιδία» (Ματθ. 18,3). Τι σημαίνει αυτό;

Τι λείπει από τους ενήλικες ή καλύτερα, τι έχει στραγγαλισθεί, καταπνιγεί, εκμηδενισθεί από ένα παχύ στρώμα ενηλικιότητας; Δεν είναι πάνω απ' όλα αυτή η ικανότητα, η τόσο χαρακτηριστική των παιδιών, να θαυμάζουν, να αγαλλιούν και το πιο σπουδαίο να είναι γνήσια στη χαρά και στη λύπη;


Η ενηλικίωση στραγγαλίζει επίσης την ικανότητα να εμπιστεύεσαι, να αυτοεγκαταλείπεσαι, να αφήνεσαι τελείως στην αγάπη και να πιστεύεις με όλη σου την ύπαρξη. 
Τελικά τα παιδιά παίρνουν στα σοβαρά ότι οι ενήλικες δεν μπορούν πλέον να αποδεχθούν τα όνειρα, αυτά που διασπούν την καθημερινή μας εμπειρία και την κυνική μας καχυποψία, αυτό το βαθύ μυστήριο του κόσμου και καθετί που αποκαλύπτεται στους αγίους, στα παιδιά και στους ποιητές.

Έτσι μόνο όταν εισχωρήσουμε στο παιδί που ζει κρυμμένο μέσα μας, μπορούμε να κάνουμε δικό μας το χαρμόσυνο μυστήριο του Θεού που έρχεται προς εμάς «ως παιδίον». 
Το παιδί δε διαθέτει ούτε κύρος ούτε εξουσία, όμως η απουσία ακριβώς του κύρους το αναδεικνύει σε βασιλιά, πηγή της βαθιάς του δύναμης είναι η ανικανότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και η τρωτότητά του.

Το παιδί σ' αυτή τη μακρινή σπηλιά της Βηθλεέμ δεν έχει επιθυμία, ώστε να το φοβόμαστε, εισέρχεται στις καρδιές μας χωρίς να μας εκφοβίζει, χωρίς να επιδεικνύει το κύρος και τη δύναμή του, αλλά μόνο με την αγάπη.

Μας δίνεται ως παιδί, και μόνο ως παιδιά μπορούμε με τη σειρά μας να το αγαπήσουμε και να δοθούμε σ’ αυτό. Ο κόσμος κυβερνάται από τη δύναμη και την εξουσία, μας απελευθερώνει απ’ όλα αυτά. Το μόνο που επιθυμεί από μας είναι η αγάπη μας, που προσφέρεται με ελευθερία και χαρά, το μόνο που επιθυμεί από μας είναι να του δώσουμε την καρδιά μας. 
Και τη δίνουμε σ' ένα ανυπεράσπιστο παιδί, που εμπνέει όμως τεράστια εμπιστοσύνη.

Με τη γιορτή των Χριστουγέννων η Εκκλησία, μας αποκαλύπτει ένα μυστήριο χαράς:
το μυστήριο μιας ελεύθερα προσφερόμενης αγάπης που δεν επιβάλλεται σε κανέναν. 
Μιας αγάπης ικανής να δει, να αναγνωρίσει και να αγαπήσει τον Θεό στο πρόσωπο του θείου Παιδιού, και να γίνει έτσι δώρο μιας νέας ζωής.



panagiapalatiani – [2fA]



Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

"Το κρυφό μανδράκι "





Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης  -  ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΑΝΔΡΑΚΙ


Χριστούγεννα ποὺ ἔμελλαν νὰ κάμουν τὴν χρονιὰν ἐκείνην οἱ χριστιανοί, οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ! Ἂν ἐπερίμεναν ἀπὸ τὸν μπαρμπα-Στάθην τὸν Γροῦτσον μὲ τὴν βάρκαν του, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην καὶ πισσωμένην, νὰ τοὺς φέρῃ ἀρνιὰ νὰ φᾶνε! 

Οἱ καιροὶ ἦσαν τόσον ἀκατάστατοι, μὲ ὅλα τὰ χιόνια ποὺ εἶχε ρίξει γύρω στὰ βουνὰ ― ἕως τὴν παραθαλασσίαν, στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ εἶχαν καταβῆ τὰ χιόνια.
Καὶ μέσα στὸ χωρίον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι. Καὶ ὅλαι αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν, ἀπὸ πλάκες ἢ ἀπὸ κεραμίδια, εἶχον καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ λευκὸν στρῶμα.

Καὶ εἰς ὅλους τοὺς δρόμους καὶ τὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ εἶχε σωρευθῆ γόνα τὸ χιόνι πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Μιχαλιοῦ τῆς Μερεγκλίνας καὶ ὅλων τῶν ξυπολύτων παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς, ὁποὺ δὲν ἄφησαν γριὰν ἢ νέαν ἢ κορίτσι ἢ παιδὶ ποὺ νὰ φορῇ παπούτσια νὰ περάσῃ, χωρὶς νὰ τῆς σπάσουν τὴν στάμναν ἢ νὰ τὴν στραβώσουν στὸ ἕνα μάτι ἢ τὴν κουφάνουν ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ μὲ τοὺς τεραστίους καὶ πολὺ σφιχτοὺς βώλους χιόνος, ὁποὺ ἐξεσφενδόνιζον ἐναντίον των.

Ἐκολλοῦσαν μεγάλες μπάλες ἀπὸ χιόνι, τὰς ἐξώγκωναν ἐπ᾿ ἄπειρον, καὶ τὰς ἐσώρευον μπροστὰ στὴν αὐλὴν τῆς Μερεγκλίνας· ὁ Μιχαλιός, ὅστις εἶχε παιδιόθεν μέγα δαιμόνιον πλαστικῆς, ἐσχεδίαζεν ἕνα πελώριον κολοσσὸν εἰς σχῆμα ἀνθρώπου - Τούρκου ἢ λευκοῦ Ἀράπη, μὲ τὸ σαρίκι καὶ μὲ τὴν τσιμπούκα του.

Ἀκολούθως ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ κατώγι τὴν «στάφνη», ναυπηγικὴν μπογιὰν ἀπὸ κοκκινόχωμα τοῦ πατρός του τοῦ μαστρο-Γιώργου τοῦ Μερεγκλῆ, κ᾿ ἐζωγράφιζε κόκκινον τὸν λευκὸν Ἀράπην ― κόκκινα μάτια, κόκκινα φρύδια, κόκκινα γένεια καὶ μαλλιά, κόκκινην καπόταν καὶ βράκαν, ὅλα κατακόκκινα. Ἦτο φοβερὸν τὴν θέαν τὸ τέρας ἐκεῖνο τῆς ἐκ χιόνος ἀνδριαντοποιΐας.

Μὲ αὐτὸν τὸν καιρὸν ἐβγῆκε τὴν νύκτα, βαθιὰ πρὸ τῆς χαραυγῆς, ἀπὸ τὸ σπιτάκι του, σιμὰ στὸν αἰγιαλόν, ὁ μπαρμπα-Στάθης ὁ Γροῦτσος, φορῶν τοὺς ναυτικοὺς μαμτζάδες, ἤτοι τὰ ὑψηλὰ ἄνω τοῦ γόνατος ὑποδήματά του, κατέβη μὲ βαρὺ βῆμα, τρῖζον ἐπὶ τῆς χιόνος εἰς τὴν ἀποβάθραν, ἔσυρε τὴν μπαρούμα τῆς βάρκας του, ἐπήδησε μέσα, κ᾿ ἐξύπνησε τὸν δεκαπεντούτην υἱόν του, τὸν Στεφανήν, ὅστις ἐκοιμᾶτο πολὺ ζεστὰ ὑποκάτω στὴν πλώρην τῆς βάρκας.

― Σήκω, παιδί μ᾿, παιδί μ᾿! Στεφανή, σήκω, Στεφανή!
Τὸν ἔσεισε βιαίως, κ᾿ ἐτράβηξε τὴν τσέργα νὰ τὸν ξεσκεπάσῃ.
― Σῦκο! εἶπε μέσα στὸν ὕπνον του ὁ Στεφανής. Καὶ ποῦ βρέθηκε τὸ σῦκο;
― Ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶμε, Στεφανή, εἶπεν ὁ γερο-Γροῦτσος, θὰ βρῇς πολλὰ σῦκα νὰ φᾷς, Στεφανή! Ἀκόμα καὶ κοκκόσες θὰ βρῇς, γιὰ νὰ κάμῃς σουτζούκια.

Ὁ γερο-Γροῦτσος ἐμιμεῖτο ἐδῶ τὴν διάλεκτον τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τοῦ Πηλίου, πρὸς τὴν ἀκτὴν τοῦ ὁποίου ἐσκόπευε νὰ ταξιδεύσῃ· κοκκόσες ὠνόμαζαν ἐκεῖ τὰ καρύδια.

*
Ὁ Στεφανὴς ἐσηκώθη, ἐκρύωσεν, ἐζεστάθη. Ἔπιασε τὸ κουπί. Ὁ γέρων εἶχε σηκώσει ἤδη τὸ σίδερο, τὴν ἄγκυραν τῆς βάρκας, κ᾿ ἔκαμε τὸ πανί, ἔπιασε τὴν σκόταν κ᾿ ἐκάθισεν εἰς τὴν πρύμνην νὰ κυβερνήσῃ. Ὁ ἄνεμος, ἄστατος, ἐφαίνετο νὰ εἶναι μᾶλλον γραῖος ἢ νὰ κλίνῃ πρὸς τὸν λεβάντην, αὐτὸ τὸ πρωί. Ἄμποτε νὰ τὸν ἐπήγαινε σορόκον.

Τὸν γερο-Γροῦτσον δὲν τὸν ἔμελεν ἂν θὰ ἔρριχνε βροχὴν ἢ νερόχιονον ― διὰ νὰ ψηλώσῃ πάλιν τραμουντάνα, νὰ πέσῃ ἄλλο χιόνι αὔριον τὸ πρωί. Ἤρκει νὰ μποροῦσε ν᾿ ἀρμενίσῃ πρύμα. Ἔκαμψαν τὸ Καλαμάκι, παρέπλευσαν τὶς Κουκουναριές, ἔφθασαν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἑλένην, τὴν δυτικωτέραν ἀκτήν. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ μιλίων διάστημα.

Εἶχαν νὰ πλεύσουν ἀκόμη ἄλλο τόσον, διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὸν ἀντικρινὸν μικρὸν ὅρμον, τὸν Πλατανιᾶν, παρὰ τὴν ἄκραν τῆς Σηπιάδος. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ τὸν ηὗραν μαΐστρον κατάμπροστα. Ὁ γερο-Στάθης, εἶχε περιπλεύσει μὲ αὐτὴν τὴν βάρκαν, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην καὶ πισσωμένην, καὶ μὲ ἄλλας πρὸ αὐτῆς, ἑκατοντάκις αὐτὴν τὴν νῆσόν του, εἶχεν ἐπισκεφθῆ τρισεκατοντάκις ὅλας τὰς γειτονικὰς ἀκτὰς καὶ τοὺς ὅρμους. Καὶ δὲν ἵδρωνεν εὔκολα τὸ μάτι του.

Ἐμαϊνάρισε τὸ πανί, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ πλεύσῃ μὲ τέσσαρα κουπιά, δύο χειριζόμενος αὐτός, καὶ δύο ὁ υἱός του, ἐναντίον τοῦ ἀνέμου. Ἀλλ᾿ ὁ μαΐστρος ἐφαίνετο ὅτι τὸν ἐσυνερίζετο κ᾿ ἐθύμωνε περισσότερον. Ὅσον ἐδοκίμαζε νὰ προχωρήσῃ αὐτός, τόσον τὸν ἐξέπεφτεν ὁ ἄνεμος, φουρτούνα, κιαμέτ. Ἐδοκίμασε νὰ λοξοδρομήσῃ ὀλίγον πρὸς λίβα, διὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ὑπερφαλαγγίσῃ τὸν ἄνεμον, μὲ ἡμιαναπεπταμένον τὸ πανί.

Ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος τώρα ἐγίνετο σχεδὸν πονέντης, ἐτρέπετο πρὸς δυσμάς, κ᾿ ἐτίναζε τὰ κύματα εἰς τὴν πλώρην καὶ εἰς τὴν πλευρὰν τῆς βάρκας, κ᾿ ἐμαγκάνιζεν ὅλην τὴν σκάφην, κ᾿ ἔπνιγε τὸν μπαρμπα-Στάθην καὶ τὸν υἱόν του, φουρτούνα, ξίδι! Ἐμαϊνάρισε πάλιν, κ᾿ ἐδοκίμασε μὲ τὰ κουπιά, νὰ «τοῦ πάρῃ τὸ χνῶτο» τοῦ ἀνέμου, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου μέρους, πρὸς ἀνατολάς. Ἀλλ᾿ ἡ σκάφη ἐκλυδωνίζετο μέχρις ἀγωνίας κ᾿ ἐκινδύνευε νὰ συντριβῇ καθ᾿ ἑαυτὴν πρὶν προφθάσῃ νὰ βουλιάξῃ. Θάλασσα, κιαμέτ!

*
Ὁ γερο-Γροῦτσος ἀνέκρουσε πρύμνην. Ἦτο παραμονὴ Χριστουγέννων, καὶ εἶχε λογαριάσει νὰ ἐπιστρέψῃ, πρὶν ξημερώσῃ ἡ ἑορτή, εἰς τὴν νῆσόν του, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὸν Γιάννην τὸν Μπόζαν, τὸν χασάπην, τὰ ὀλίγα ἀρνιά, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐκεῖνος εἰς ἕνα κολλήγαν του, εἰς τὰ πέρα χωρία, ὅπως χρησιμεύσουν διὰ τὴν ἑορτήν. 

Καὶ τώρα ἐβασίλευεν ὁ ἥλιος τῆς παραμονῆς, ἥλιος λοξὰ βαδίζων βραχὺν δρόμον εἰς μίαν ἄκρην τ᾿ οὐρανοῦ, καὶ αὐτὸς ἄπρακτος καὶ ντροπαλὸς ἐπόδιζεν εἰς μίαν ἔρημον ἀκτὴν τῆς νήσου του. Ὤ, ἐκεῖ ἦτο πεπρωμένον νὰ κάμῃ Χριστούγεννα, τὴν χρονιὰν ἐκείνην!

*
Ἐνύχτωσε, κι ὁ γερο-Ντανάκιας μαζὶ μὲ τὴν κόρην του τὴν Βασώ, κορασίδα ἕνδεκα χρόνων, εἶχε κλεισθῆ εἰς τὴν καλύβην του πλησίον εἰς τὴν ἔρημον ἀκτὴν τῆς Τουρκόβιγλας, βορειότερον ὀλίγον ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Ἑλένην. Ἡ κόρη εἶχεν ἀνάψει τὸν λύχνον, κ᾿ ἐπῆρε νὰ πλέξῃ τὴν κάλτσα της. Ὁ πατήρ της τῆς εἶπε:
― Δὲ δουλεύουν ἀπόψε· ξημερώνει Χριστούγεννα.

Ἡ μικρὴ ἀφῆκε τὴν κάλτσα της καὶ εἶπε:
― Κ᾿ εἶν᾿ ἀλήθεια, πατέρα, πὼς ἔρχονται τώρα οἱ καλλικαντζάροι;
― Ἀκοῦς ἐκεῖ! ὄρεξη νά ᾽χῃς· μιλιούνια.
― Εἶναι τόσοι πολλοί; εἶπε μὲ φρίκην ἡ κόρη. Καὶ τί κάνουν;

― Φωλιάζουν στὶς καπνοδόχους… φτύνουν ἀπάνω στὶς σοῦβλες μὲ τὸ γουρουνίσιο κρέας… Δέρνουν τὰ μικρὰ κορίτσια, ὅσα δὲν κάνουν φρόνιμα.
― Ἀλήθεια;
― Ἔρχονται καὶ χτυποῦν τὶς πόρτες, τὴν νύχτα…

Μόλις εἶπε τὴν λέξιν αὐτὴν ὁ Ντανάκιας, κ᾿ ἡ πόρτα τῆς καλύβης ἐκρούσθη βιαίως· ντούκ! ντούκ! Τῆς μικρῆς Βασῶς τὸ αἷμα ἐπάγωσεν. Ὁ πατήρ της ὁ ἴδιος τὰ ἐχρειάσθη.
― Ἀνοῖξτε! εἶπεν ἀνδρικὴ χονδρὴ φωνή. Εἴμαστε καλοὶ ἄνθρωποι.
Ὁ Ντανάκιας ἐδίστασεν. Εἶτα ἔλαβε θάρρος, ἀφοῦ ἐπίστευεν ὅτι δὲν ἦσαν καλλικάντζαροι.
― Ποιοὶ εἶστε;
― Εἶμ᾿ ἐγώ, ὁ μπαρμπα-Στάθης ὁ Γροῦτσος, ὁ καϊκτσής, κι ὁ Στεφανὴς ὁ γυιός μου.

Ὁ Ντανάκιας ἤνοιξε τὴν θύραν, εἰσῆλθεν ὁ γερο-Γροῦτσος καὶ ὁ υἱός του.
― Καλῶς σᾶς ηὕραμε!
― Καὶ ποῦ βρεθήκατε δῶ, στὸ Μανδράκι; ἠρώτησεν ὁ χωρικός.
Μανδράκι ἐκαλεῖτο γραφικῶς ὁ μικρὸς θαλάσσιος ὁρμίσκος, μία ἀγκάλη ὡραία τῆς ἀκτῆς, μὲ χαμηλὴν ὄχθην γύρω-γύρω, ὁμοιάζουσα πράγματι μὲ μάνδραν αἰγοβοσκοῦ μὲ τὸν γυρτὸν φράκτην της. Ἡ καλύβα τοῦ Ντανάκια ἀπεῖχε δέκα βήματα ἀπὸ τὸ Μανδράκι.
― Ποῦ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο; ἐπανέλαβεν ὁ ἐρημίτης.

Ὁ Ντανάκιας ἐκατοίκει ἐκεῖ ἐντὸς μεγάλου κτήματος τὸ ὁποῖον ἐξάνοιγε κ᾿ ἐκαλλιέργει ὁ ἴδιος, ὡς κολλήγας καὶ συνιδιοκτήτης μὲ ἕνα ἄνθρωπον τῆς
πόλεως. Σπανίως ἔβλεπεν ἐκεῖ ἐπισκέπτας, καὶ μάλιστα τὴν νύκτα.
Ὁ μπαρμπα-Στάθης ὁ Γροῦτσος διηγήθη τὴν μικρὰν Ὀδύσσειάν του.
― Καὶ τώρα θὰ κάμουμε μαζὶ Χριστούγεννα ἐδῶ στὴν ἐρημιά;
― Κατὰ πῶς φαίνεται, ἐστέναξεν ὁ γερο-Ντανάκιας! Κ᾿ ἔτσι δὲν ἔχετε ἀρνιὰ κάτω στὸ χωριό;
― Ποῦ νὰ τὰ βροῦμε;

― Καὶ γιατί δὲ σφάζουν φραγκόκοττες, πατέρα; ἠρώτησεν ἡ μικρὴ Βασώ.
Ὅλοι ἐγέλασαν.
Ὁ Στεφανής, πρὶν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν καλύβην, εἶχεν ἀκούσει γρυλλισμὸν ἐκεῖ πλησίον, καὶ εἶχε διακρίνει ἀμυδρῶς εἰς τὸ σκότος μίαν γουρούναν δεμένην εἰς ἕνα παλούκι, μὲ τὰ χοιρίδιά της.
― Πατέρα, εἶπεν ἀνήσυχος, κρυφὰ εἰς τὸ οὖς τοῦ μπαρμπα-Στάθη, ἔρχεσαι νὰ κλέψουμε τὴ γουρούνα μὲ τὰ γουρουνόπουλα, νὰ τὴν πᾶμε στὸ χωριό;… καὶ νὰ ποῦμε τοῦ Μπόζα, νά, αὐτὰ ηὕραμε, αὐτὰ σοῦ φέρνουμε!
― Σιώπα!

Ὣς τόσον, κατὰ τὸ «δίδου σοφῷ ἀφορμήν», ὁ μπαρμπα-Στάθης ἐσοφίσθη, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ντανάκιαν:
― Νὰ μὴ σοῦ βρίσκονται τίποτε ἀρνάκια, Γιάννη;
― Εἶχα δυὸ-τρία.
― Μοῦ τὰ δίνεις;… νὰ πάω ἀσπροπρόσωπος στὸ χωριό;… γιὰ νὰ σοῦ σηκώσω καὶ σένα τὸ βάρος, γλήγορα.

― Θὰ φύγουμε ἀπ᾿ τὴ ζεστασιά, πατέρα;… Φουρτούνα, κιαμέτ!
― Ὅπου εἶναι τώρα, θὰ μπονατσάρῃ.
― Καὶ θὰ τὰ πληρώσῃς, καπετὰν Στάθη; Ἔχεις λεπτά;
Ὁ Στάθης ἐξεκομβώθη, κ᾿ ἐξήγαγε μίαν σακκούλαν ἀπὸ τὸν κόλπον του, κρεμαμένην ἀπὸ τὸν τράχηλον. Ἔβγαλε πέντε ἢ ἓξ ἀργυρᾶ τάλληρα.
― Νά, πάρε, Γιάννη.
Ὁ Ντανάκιας ἔτρεξε, κ᾿ ἔφερε τ᾿ ἀρνιά, ὅσα εἶχε.

Ὁ Στάθης ὁ Γροῦτσος τὰ ἐμβαρκάρισε, καὶ ἀπέπλευσε μὲ τὸν υἱόν του. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει. Ἔβαλαν πλώρην διὰ τὸ μεσημβρινὸν χωρίον, ὅπου ἔφθασαν εἰς τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα ― τὴν ὥραν ὅπου ἡ χαρμόσυνος κλαγγὴ τῶν κωδώνων ἐκάλει τοὺς πιστοὺς εἰς τὴν νυκτερινὴν Ἀκολουθίαν τῶν Χριστουγέννων.

(1906)



papadiamantis – [2fA]



Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

"Καθαρότητα και Ταπείνωση "





Από το ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
-   τοῦ Μ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΝΙΚΟΛΑΟΥ



[…. ]

Ὅταν οἱ ἄγγελοι ψάλλουν «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ», αὐτὸ ἀκριβῶς ὁμολογοῦν ὅτι, ἂν ἀπόδειξη τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ ἡ πλάση τοῦ ἀνθρώπου, κορύφωσή της εἶναι ἡ ἐναθρώπηση τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου καὶ ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτὸ δὲ τὸ μοναδικὸ γεγονὸς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἐπιτελεῖται μὲ δύο ἐπίσης μοναδικὰ σημεῖα: πρῶτον «ἐκ Παρθένου», δηλαδὴ μὲ ὑπερφυσικὸ τρόπο καὶ ἀπόλυτη καθαρότητα καὶ δεύτερον «ἐν τῷ σπηλαίῳ», δηλαδὴ ἀφανῶς καὶ μὲ ἄκρα ταπείνωση.
Αὐτὴ ἡ καθαρότητα καὶ ἡ ταπείνωση ἀποτελοῦν καὶ τὸν δρόμο τῆς δικῆς μας μετοχῆς στὴν εὐλογία τῶν Χριστουγέννων.

Καιρός, ἀγαπητοί μου, νὰ ζήσουμε τὰ Χριστούγεννα μὲ ἀνοιχτὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, μὲ ἐλεύθερους τοὺς ὁρίζοντες τῆς διανοίας μας, μὲ προευτρεπισμένη τὴν καρδιά μας.
Χωρὶς πίστη καὶ θεολογικὴ προσέγγιση ὁ ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων εἶναι ὅ,τι πιὸ κούφιο, ὅ,τι πιὸ ψεύτικο ὑπάρχει· εἶναι γιορτὴ ποὺ στὸ τέλος της ἀφήνει τὴν πικρὴ γεύση ἑνὸς ἐπαναλαμβανόμενου κενοῦ.

Τὸ βλέπουμε γύρω μας· ἡ ἀσέβεια αὐξανόμενη ξεσκεπάζεται και τὸ κῦμα τῆς ἁμαρτίας διογκώνεται, ἡ παγκόσμια οἰκονομία ἔχει ἀποτύχει, τὰ πολιτικὰ συστήματα καταρρέουν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο, οἱ κοινωνίες ἐκφυλίζονται, οἱ δημοκρατίες αὐτοκαταργοῦνται, οἱ χωρὶς τὸν ἀληθινὸ Χριστὸ θρησκεῖες αὐτοδιαψεύδονται, οἱ ἄνθρωποι ἐντελῶς πλέον ἀπαξιωμένοι δυστυχοῦν.

Ἀντίθετα, τὰ Χριστούγεννα τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς πνευματικῆς κατάνυξης χαρίζουν τὴν ἐμπειρία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μᾶς καθιστοῦν ἀποδέκτες τῆς εἰρήνης τοῦ ἀγγελικοῦ ὕμνου, προσφέρουν τὴ χαρὰ τῶν ἐξ ἀνατολῶν μάγων καὶ ὁδηγοῦν στὴ δοξολογία τῶν ἁπλοϊκῶν ποιμένων.

Εἶναι κρῖμα νὰ χάσουμε τὰ φετινά μας Χριστούγεννα. 
Αὐτὴ τὴν ἀδικία δὲν πρέπει νὰ τὴν ἐπιτρέψουμε στὸν ἑαυτό μας.

Εὔχομαι ἐκ βάθους καρδίας, «ὁ ἐν σπηλαίῳ γεννηθεὶς καὶ ἐν φάτνῃ ἀνακλιθεὶς διὰ τὴν ἡμῶν σωτηρίαν Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεός» νὰ χαρίζει σὲ ὅλους σας κάθε χαρά, εὐλογία καὶ εὐτυχία, προσωπικὴ καὶ οἰκογενειακή, ὑλικὴ καὶ πνευματικὴ καὶ κυρίως νὰ ξυπνήσει μέσα μας τὴν ἀγάπη Του καὶ νὰ μᾶς προσφέρει τὸν φωτισμό Του.  ….



imml – [2fA]



Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

"Μαγική Νύχτα.. "




Περιμένοντας τη Μαγική Νύχτα














tilestwra – [2fA]



Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

"XL-STARS GALA'




XL-STARS of Opera & Classical Music λάμπουν στην ΑΛΚΥΟΝΙΔΑ

GALA- CONCERT   Χριστουγεννιάτικη Φιλανθρωπική Συναυλία
Opera - Operetta – Musical – Jazz - Pop


-  ΤΕΤΑΡΤΗ 21 Δεκεμβρίου στις 20.00΄

Cine-Θέατρο ΑΛΥΟΝΙΣ  -  Ιουλιανού 42 ΑΘΗΝΑ
τηλ. 210 82 20 008





Famous artists: 

Eleni Kelesidi - Soprano
Antonios Batsakis -Tenor

Evita Petraki - Soprano
George Katsoulis - Contra Tenor

Svetlana Karpunkina - Piano
George Tsekouras - Piano singer Jazz
Ada Karmiri - Piano



GT – [2fA]



Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

"Δρόμος και φράχτες"





ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει... 2016
-  «Νέοι και Εκκλησία: Δρόμος και φράχτες»

π. Χριστόδουλος Μπίθας





Στο Ενοριακό Αρχονταρίκι του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς,
στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει...»
o Ηλίας Λιαμής, Μουσικός - Θεολόγος,
συζήτησε το θέμα «Νέοι και Εκκλησία: Δρόμος και φράχτες»,
με τον Πρωτοπρεσβύτερο Χριστόδουλο Μπίθα,
του Ι. Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου,
την Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016.



db – [2fA]



Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

"Εστία Νέας Σμύρνης"





[2φΑ]



"Αναζητώντας την αγιότητα"





Γράφει ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου
διευθυντής Πολιτιστικοῦ Κέντρου Ἱ.Ἀ.Ἀ.



Ὁ Θεός φαντάστηκε ἕνα κόσμο ὅπου ἡ ἁγιότητα δέν θά ἦταν ἡ ἐπιτέλεση
ὑπερφυσικῶν πράξεων, ἀλλά ἡ συνέργεια στήν τρυφερότητα, ἡ κατάφαση τοῦ ἀνθρώπου
στό μυστήριο, πού ἐπιτρέπει στό νοῦ νά χλοΐζει καί τά σπλάχνα τήν ἄνοιξη νά ἀνεμώνουν. 
Καί ὅλα αὐτά ζωή, ὄχι φαντασία, σέ τόνο ὑπεραισθητό.

Ἡ ἀπώλεια τῆς ἁγιότητας ἦταν πού τρόμαξε τόν ἄνθρωπο τον ἔκανε νά κρυφτεῖ
πίσω ἀπό ραμμένα φύλλα συκῆς.

Διάλεξε τό πράσινο. Τό πράσινο ἔγινε ἡ κρυψώνα του κι ὁ τελευταῖος του σταθμός,
κάτω ἀπό τήν ὁμόχρωμη χλοΐζουσα γῆ. Οἱ ἀποχρώσεις τοῦ θανάτου εἶναι ἐξαίσιες.

Ὁ Θεός διάλεξε τό μπλέ, ἀπέραντο, νά Τόν χωρᾶ, ὄχι γιά νά κρυφτεῖ φοβικά ἀπό ἐμᾶς,
ἀλλά γιά νά μήν Τόν βλέπουμε εὔκολα καί φτηνά, ὅπως μᾶς γνωστοποίησε
ὁ μαρτυριάρης φίλος Του ποιητής , γιά νά μήν ἐπιβάλλεται, σχεδόν ἀμήχανος μπροστά
στήν συμπαντική τρέλλα μας νά Τόν ἀρνηθοῦμε.


Ὁ Σωτήρης Κόλλιας τόλμησε νά διεμβολήσει αὐτό τό μπλέ καταφύγιο τοῦ Θεοῦ
καί ἤδη ἀπό τό ἐξώθυρο τοῦ βιβλίου του, νά ἀνοίξει παραθύρι ἀναζήτησής Του.

Ἀναζητώντας λοιπόν τήν ἁγιότητα, εἶναι ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου,
ὁ ὁποῖος θά πάει κατευθείαν νά τρυπώσει σ’ ἐκείνη τή γωνιά τῆς καρδιᾶς
πού προορίζεται ἀπό καταβολῆς κόσμου γιά τήν ἀναζοπύρωση τῆς ἁγιότητας.

Τίτλος, μ’ ἕναν ρηματικό τύπο ἀγωνίας καί πορείας πού γλίτωσε τίς κακοτοπιές
τῆς σιγουριᾶς, τά ἐπικίνδυνα μονοπάτια τῆς ἀσφάλειας.
«Ἀναζητώντας», γιατί ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι ἕνα φτάσιμο, ἀλλά μία διαρκής μετοχή
στήν Χάρη καί τήν παρουσία τοῦ μόνου Ἅγιου, τοῦ Θεοῦ.

Στόν ὑπότιτλο τοῦ βιβλίου σκιαγραφεῖται τό περιεχόμενό του, ἀλλά ἀφήνεται νά νοηθεῖ
καί ἡ προέλευσή του.


Τό βιβλίο ἀπαρτίζεται ἀπό 77 ἐρωτήσεις σχετικές μέ τήν ἁγιότητα, κατανεμημένες
σέ ἑπτά κεφάλαια, στίς ὁποίες ὁ συγγραφέας προσπαθεῖ νά ἀπαντήσει.

Ὅλα στήν τονικότητα τοῦ ἑπτά, ἐνθύμηση «ἡμερῶν ἀρχαίων», ἐσχατολογική πρόγευση
«ζωῆς καινῆς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ».

Ἐρωτήσεις πού δέν δημιουργήθηκαν ἀπό τόν συγγραφέα σέ θεωρητικό ἐπίπεδο
ἁπλῶς γιά νά φανερώσει γραπτῶς τίς ἤδη ὑπάρχουσες ἀπαντήσεις του,
ἀλλά ἀπαντήσεις πού ἀναδύθηκαν ἀπό ἐρωτήματα γεννημένα σέ πλαίσιο ζωῆς ἐνοριακῆς.

Σ’ ἕναν τρόπο ζωῆς πού δέν στοχάζεται τήν ἁγιότητα ἐπιστημονικά, ἀλλά τή νηστεύει,
τήν γονυπετεῖ, τήν διακονεῖ καί τήν λειτουργεῖ, τήν προσδοκᾶ καί τήν ἀγωνιᾶ, προσπαθώντας
νά τήν ζεῖ.


Ἡ ἐπισήμανση αὐτή, ὅτι κοιτίδα τοῦ βιβλίου εἶναι μία ζωντανή Εὐχαριστιακή κοινότητα
ἀνθρώπων πού ἀναζητᾶ τήν ἁγιότητα ἐν μέσῳ ἑνός κόσμου πού καταρρέει μέσα στά γέλια
καί τή σάτιρα, εἶναι ἐξόχως σημαντική, διότι κάθε συζήτηση στήν ἐποχή μας περί ἁγιότητας, προκαλεῖ ψυχικές ἐμπλοκές τῶν ἄκρων.

Τήν χλεύη, διακωμώδηση καί ἀπαξίωση ἀπό τήν μία ἤ τήν ἄφταστη τελειότητα,
τόν πρωταθλητισμό τῆς θαυματουργίας τῶν λίγων ἀπό τήν ἄλλη.

Ἡ ἁγιότητα εἶναι ἀνοιχτή καί παροῦσα σέ κάθε στιγμή τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας,
ἀπό τά πολύβουα ἀστικά κέντρα μέχρι τά ἐρημητήρια τῶν ὀρεσίτροφων μοναχῶν.

Παρ΄ ὅτι ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου τυγχάνει ἐμβριθής ἐπιστήμονας καί μελετητής,
ἐν τούτοις τό συγκεκριμένο βιβλίο εἶναι γραμμένο σέ μία ἀπόλυτη ἐναρμόνιση μέ τόν μέσο ἐκκλησιαζόμενο πιστό, ἀλλά καί τόν ὁποιονδήποτε ἀναζητητή ἄνθρωπο,
τόσο σέ ἐπίπεδο γλωσσικό-ἐκφραστικό ὅσο καί σέ ἐπίπεδο νοηματικό-ἐννοιολογικό.


Ἡ ἐπιτυχία τοῦ γλωσσικοῦ καί ἐννοιολογικοῦ ὕφους τοῦ βιβλίου, βρίσκεται στό ὅτι
δέν γίνεται ἀκατανόητο ἀπό τούς πολλούς μά οὔτε καί βαρετό ἀπό τούς λίγους.

Διδάγματα, ἀποφθέγματα καί ἱστορίες ἀπό τό Γεροντικό καί τό Λαυσαϊκό, ἡ ἁγιότητα
δοσμένη στήν πληγωμένη καί ἀδύναμη πλευρά της καί ὄχι στήν ἐξιδανίκευσή της.

Ζητήματα ὅπως, ἁγιότητα καί αὐτογνωσία, ἁγιότητα καί ταπείνωση, μπορεῖ οἱ ἅγιοι
νά κάνουν λάθη;
Σωστός καί λάνθασμένος ζηλωτισμός, ἁγιότητα καί πολυμάθεια,
ἡ μετάνοια ὡς ὁδός ἁγιότητας, ἀναδεικνύουν τήν ἁγιότητα περισσότερο στά ὅρια
μιᾶς γεώτρησης, παρά μιᾶς ἀπογείωσης. 

Μιά νίκη ἡ ἁγιότητα, ἀπό χιλιάδες μικρές ἦττες καμωμένη.

Καλοτάξιδο τό βιβλίο σέ ἀρυτίδωτες ψυχές...



romfea – [2fA]



"Δέκα μικρές μέρες.. "





Χόρχε Μπουκάι  -  "Συνειδητοποίηση"
από τις Ιστορίες να σκεφτείς....


Σηκώνομαι το πρωί - Βγαίνω από το σπίτι μου
Υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο - Δεν την βλέπω
και πέφτω μέσα.

Την επόμενη μέρα - βγαίνω απ' το σπίτι μου,
ξεχνάω ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο,
και ξαναπέφτω μέσα.

Την τρίτη μέρα - βγαίνω απ' το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ
ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο - Ωστόσο, δεν το θυμάμαι
και πέφτω μέσα.

Την τέταρτη μέρα - βγαίνω απ' το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ
την τρύπα στο πεζοδρόμιο - Τη θυμάμαι και παρόλα αυτά,
δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα.

Την πέμπτη μέρα - βγαίνω απ' το σπίτι μου
Θυμάμαι ότι πρέπει να έχω στο νου μου - την τρύπα στο πεζοδρόμιο
και περπατάω κοιτάζοντας κάτω - Την βλέπω και παρόλο που την βλέπω,
πέφτω μέσα.

Την έκτη μέρα - βγαίνω απ' το σπίτι μου
Θυμάμαι την τρύπα στο πεζοδρόμιο - Πηγαίνω ψάχνοντας την με τα μάτια μου
Την βλέπω, προσπαθώ να πηδήξω από πάνω,
αλλά πέφτω μέσα.

Την έβδομη μέρα - βγαίνω απ' το σπίτι μου
Βλέπω την τρύπα - Παίρνω φόρα, πηδάω,
φτάνω με την άκρη των ποδιών μου - ως την άλλη μεριά,
αλλά όχι αρκετά μακριά
και πέφτω μέσα.

Την όγδοη μέρα, - βγαίνω απ' το σπίτι μου,
βλέπω την τρύπα, - παίρνω φόρα, πηδάω,
φτάνω στην άλλη άκρη! - Αισθάνομαι τόσο υπερήφανος που τα κατάφερα
που χοροπηδάω από τη χαρά μου... - Και έτσι όπως χοροπηδάω,
ξαναπέφτω μέσα.

Την ένατη μέρα, - βγαίνω απ' το σπίτι μου,
βλέπω την τρύπα, - παίρνω φόρα, πηδάω
και συνεχίζω τον δρόμο μου.

Τη δέκατη μέρα, σήμερα μόλις, - συνειδητοποιώ
ότι είναι πιο βολικό - να περπατάω…
στο απέναντι πεζοδρόμιο.



blogthea - [2φΑ]



Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

"Χωρίς καπάρο… "













Τα ψάρια του Αγίου Σπυρίδωνα


Κάποτε στο Κουτλουμουσιανό Κελί του Αγίου Σπυρίδωνος, το Κερκυραίικο, ενώ πια είχε πλησιάσει η εορτή του Αγίου, δεν είχαν βρει ακόμη ψάρια και οι Πατέρες ανησυχούσαν.

Τα καλογέρια έλεγαν στον Γέροντα να αγοράσουν βακαλάο, μια που δεν βρήκαν ψάρια.
Ο όσιος Παΐσιος τους έλεγε: 
"Κάντε υπομονή, ο Άγιος Σπυρίδων θα μας φέρει ψάρια. Και συνέχεια έκανε κομποσκοίνι".

Ενώ είχαν χάσει πια την υπομονή τους τα καλογέρια και ήταν καταστεναχωρημένα, γιατί η ώρα είχε πλησιάσει και έπρεπε να μαγειρέψουν, ακούνε ξαφνικά να χτυπάν την πόρτα. 
Ανοίγουν και τι να ιδούν!
Δύο ψαράδες με δυο πανέρια γεμάτα ψάρια να ζητάνε τον Γέροντα.

Φώναξαν οι υποτακτικοί τον Γέροντα, αλλά οι ψαράδες είπαν:
Δεν είναι αυτός ο Γέροντας. Σ’ εμάς ήρθε ένας άλλος Γέροντας και μας είπε: 
"Να πάτε τα ψάρια στο Κελί του Αγίου Σπυρίδωνος, που πανηγυρίζει, και θα πληρωθείτε με καλή τιμή. Αν θέλετε, να σας δώσω και καπάρο".

Ο Γέροντας κατάλαβε το θαύμα, και τους πέρασε στον Ναό να προσκυνήσουν. 
Μόλις αντίκρισαν την Εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνος είπαν:
Να αυτός ήταν ο Γέροντας, που μας είπε να φέρουμε εδώ τα ψάρια!

Τους λέει τότε ο Γέροντας
Αχ βρε παιδιά, δεν παίρνατε το καπάρο από τον Άγιο, για να το έχουμε ευλογία...




fb [2fA]


Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

"Κυκλοφορεί.. "





Πέρα από την χώρα της λύπης
... μια μικρή κατάθεση ψυχής και συνάμα απόπειρα επικοινωνίας
μέσα από εννέα διηγήματα

-  του π. Χριστοδούλου Μπίθα

….

Καπετάνιος ὁ Θεολόγος κι ἐκεῖνος ρασοφορεμένος πιά, μέ τό ὄνομα Μωυσῆς.
Τοῦ ἔδωσαν ὄνομα ἀπό τόν Ἅγιο Μωυσῆ τόν Αἰθίοπα,
πού στόν πρότερο βίο του ἦταν ληστής.
Πλήρωμα καί ἐπιβάτης ὁ ἴδιος, ἀπολαμβάνει τόν περίπλου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. 
Σαλπάρανε τό πρωί καί μέ σιγανή ταχύτητα ταξιδεύουν, χαίρονται,
κουβεντιάζουν, ἀγναντεύουν, δοξολογοῦν.
Μέρες εὐλογημένες τῆς ζωῆς του, μετά τήν καταιγίδα ἡ ἠρεμία,
μετά τό σκοτάδι τό φῶς.
Ζεῖ ἕνα θαῦμα, ἡ ζωή πού ξαναπόκτησε φῶς γυρεύει τά χαμένα της, ἀποζητᾶ
τήν χαρά στά ἀσήμαντα καί ταπεινά, στήν κάθε στιγμή.
Ἀναλογίστηκε ὅλους αὐτούς τούς ἀνθρώπους πού πάλεψαν στήν ζωή τους
γιά νά συναντήσουν τόν Χριστό. Δάκρυα κύλησαν στά μάγουλά του.
Τώρα πιά τούς ἔνοιωθε κοντά του, ὁμοίους του, ἀδελφούς, ταυτιζόταν μαζί τους
....

Ὑπάρχουν ἀκόμα σήμερα ἄνθρωποι πού μετανοοῦν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι
καί στρέφονται στόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία;
Ποιά εἶναι ἡ ἱστορία τους καί ποιός ὁ βαθύτερος λόγος γιά τόν ὁποῖο συμβαίνει
αὐτή ἡ μεταστροφή στήν ζωή τους;

Στό βιβλίο παρουσιάζονται ἱστορίες πού βασίζονται σέ πραγματικά πρόσωπα,
μόνο πού συμπυκνώνονται κάθε φορά μαζί σέ ἕναν ἥρωα μέ φανταστικό ὄνομα,
ὁ ὁποῖος ζεῖ μέσα σέ μιά μυθοπλασία πού, ὅμως κι αὐτή θά μποροῦσε νά εἶναι 
ἀληθινή.
Ἡ ὀμορφιά τοῦ ἀνθρώπου κοινή, τό ἴδιο καί ἡ ἀστοχία του κι αὐτές οἱ ἱστορίες
σκοπό ἔχουν νά περιγράψουν τήν πορεία ἀπό τήν τυφλότητα στήν μετάνοια,
ἀπό τήν σύγχυση στό νόημα, ἀπό τήν μοναξιά στό μαζί.




Εκδόσεις Γρηγόρη  -  ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ







'Του ασώτου μα όχι του φιλεύσπλαγχνου πατέρα"
από το βιβλίο του π. Χριστοδούλου Μπίθα, "Πέρα από τη χώρα της λύπης"


Μαρία Κάτσενου και Τάσος Πασιαλής 



Το αφήγημα του π. Χριστοδούλου, δραματοποιημένο από τους αδελφούς και συνεργάτες 
της ενορίας του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου,
παρουσιάστηκε την Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016, στο Πνευματικό Κέντρο του Ναού.

-  Το αφήγημα αυτό είναι ένα από τα εννιά που ανήκουν στο νέο βιβλίο
του π. Χριστοδούλου, με τον γενικό τίτλο: "Πέρα από την χώρα της λύπης"
το οποίο ήδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γρηγόρη.



[2φΑ]



Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

"Iδέες νέου σύμπαντος "





King Vidor  -  Το σύμπαν του κινηματογράφου


Για να κατανοήσει κανείς το βεληνεκές και τη σημασία του κινηματογράφου ως μέσου έκφρασης, οφείλει να συνειδητοποιήσει απόλυτα τις αισθητικές του δυνατότητες. 
Γιατί είναι κίνηση, μιλάει δια μέσου του tempο, του «στησίματος» και του ρυθμού. 
Εκ της φόρμας του, ο κινηματογράφος είναι κυρίως μια γραφική παράσταση, είναι όμως ελεύθερος να γίνει κυριολεκτικός ή αφαιρετικός.


Ως γλώσσα των χρωμάτων, δεν γνωρίζει όρια κι όταν το ύφος το απαιτεί, μπορεί να αποφύγει το χρώμα και να μιλήσει μέσα σε όλες τις αποχρώσεις από το αδιαπέραστο μαύρο στο εκτυφλωτικό λευκό. Η φωνή των λέξεων και οι ήχοι της μουσικής δεν είναι προσθέματα στη φύση του, αλλά εκδηλώσεις της εσωτερικής μεγαλοφυΐας του. 

Μπορεί, σύμφωνα με αυτόν που τον χρησιμοποιεί, να είναι επιφανειακός ή να προκαλεί σε σκέψη. Οι όροι του μπορεί να είναι να είναι χονδροειδώς υλικοί. 
Μπορεί όμως και να αφίσταται μέσα σε μια μεταφυσική και πνευματική ουσία.


Από την αρχή του αιώνα, εποχή όπου το σινεμά παρουσιάστηκε στο κοινό, θεωρήθηκε γενικώς ένα μέσον αφήγησης ιστοριών ή αυτό που αόριστα ονομάζουμε διασκέδαση. 
Καθυστερήσαμε να εκτιμήσουμε τις άφθονες δυνατότητες του κι ακόμα περισσότερο να τις καταλάβουμε. Επειδή οι συνήθειες του αγκαλιάζουν όλες τις άλλες τέχνες, η ανακάλυψη του απέραντου βεληνεκούς του δεν έχει ολοκληρωθεί.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, είδαμε το περιεχόμενο των ταινιών να περνά από μια δραματική δομή, από μια αφηγηματική φόρμα με μια αρχή, μια μέση και ένα τέλος, πρώτη πράξη, δεύτερη πράξη και τρίτη πράξη, σε μια φόρμα χωρίς δομή, με ψυχολογικές ή φιλοσοφικές ενασχολήσεις.

Αυτά τα νέα ερευνητικά εδάφη πρόσφεραν στους κινηματογραφιστές την ελευθερία να φέρουν στο φως τόσες άγνωστες πηγές κινηματογραφικού υλικού όσες αντιπροσωπεύει η ατέλειωτη παραλλαγή της ίδιας της ανθρώπινης ψυχής (…).

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας περάσαμε από έναν κόσμο της εξωτερικής αλήθειας της εξωτερικής αρχής στην εσωτερική κατανόηση. «Το Βασίλειο των Ουρανών είναι μέσα μας», το ξέρουμε εδώ και καιρό, αλλά χρειαζόταν το κουράγιο των πρόσφατων γενεών για να περάσουμε στην πράξη.

Όσο εισερχόμεθα σε μια εποχή συνειδητής υποκειμενικής πραγματικότητας και πειθόμεθα ότι όλη μας η ζωή είναι μια ανάβλυση συνείδησης, η κινηματογραφία γίνεται ο πιο πλήρης τρόπος έκφρασης.
Εδώ και κάποια χρόνια, ο John Van Druten έγραψε ένα έργο που τιτλοφόρησε «Είμαι μια κάμερα» - "I Am a Camera".
Να μια ιδέα άξια προσοχής, γιατί εκφράζει μια βαθιά αλήθεια.

Μια κάμερα παρατηρεί, καταγράφει και οδηγούμενη από το άτομο ερμηνεύει τα πάντα. Ως άνθρωπος συνειδητός, κάνω ότι κάνει η κάμερα αλλά είμαι, επιπλέον ικανός να ανατρέψω τη διαδικασία απορρόφησης και να εκφράσω όλα αυτά που είμαι ικανός να αντιληφθώ. Συνεπώς η κάμερα γίνεται το πιο χρήσιμο εργαλείο μου.

Ο σολιψισμός (αυτοκρατία) είναι μια λέξη που συναντάμε συνήθως σε κείμενα, γιατί κατά μια έννοια ο σολιψισμός «γειτνιάζει» άμεσα με την εγγενή αποκάλυψη της εσωτερικής ανακάλυψης. Κάθε ζωή εξωτερικεύεται.
Γι’ αυτό η κάμερα γίνεται το εργαλείο των νέων φιλοσόφων.

Αυτό το εργαλείο, για να μπορεί να διατυπώνει τις ιδέες του νέου σύμπαντος δεν πρέπει να παρεμποδίζεται (…). Ο κινηματογράφος γίνεται μια προέκταση του «εγώ» και ως τέτοια, το φερέφωνο του σολιψιστή μέσα στο σύμπαν του σολιψισμού (…). 
Όσο η ανθρωπότητα ανοίγει στην ενδοσκόπηση, ένα στοίχημα και ένα χρέος επίσης, θα μεγαλώνουν γι’ αυτούς που οδηγούν το λεωφορείο που ονομάζεται κινηματογράφος.

Οφείλουν να συνειδητοποιήσουν τις ευθύνες του τρόπου έκφρασης τους και να θέσουν σε λειτουργία το όραμα, αλλά και το κουράγιο που απαιτούνται, για να επιτύχουν την πλήρη ωριμότητα του.


[Αποσπάσματα από το ομότιτλο κείμενο του Αμερικανού σκηνοθέτη King Vidor 
(1894-1982), που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1973 στο αμερικάνικο περιοδικό «Arts in Society» 
Επαναδημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκαμβρίου του γαλλικού «Positif» / Décembre 1997 
για τον επικαιρικό του χαρακτήρα.
- Η ελληνική μετάφραση δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Επενδυτής, 24-25 Ιανουαρίου 1998].




[2fA]