Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023

"Λυπημένη; "

 


                            

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ  -  ΠΕΡΑΣΑ

Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω
ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τ
ὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν ο
ἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο ε
ὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ
᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες μὲ βροχή,
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τ
ὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι
ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια
κα
ὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σ
ὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Κα
ὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τ
ὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σ
ὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Ε
ἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
κα
ὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,
τ
ὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι
ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
ν
ὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα
ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
κα
ὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
κα
ὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.

Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,
στο
ὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Κα
ὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
κα
ὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Π
ῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντο
ῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι
ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι
ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Π
ῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μο
ῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τ
ὴ μοναξιὰ
κα
ὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Το
ὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
πο
ὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι
ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Κα
ὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.
Κα
ὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μ
ὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι
ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στ
ὰ ξεροπόταμα
κα
ὶ παρασύρθηκα.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σ
ὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.

 

Nectar – 2fA

                                                                




Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου