Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Αντώνιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Αντώνιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

"Νηφαλιότητα και αγρυπνία "

 



-  Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου
"Συμβουλές για το ήθος των ανθρώπων και την ενάρετη ζωή"
σε 170 κεφάλαια


1. Οι άνθρωποι λέγονται λογικοί καταχρηστικά. Δεν είναι λογικοί εκείνοι που έμαθαν τους λόγους και τα βιβλία των αρχαίων σοφών, αλλά όσοι έχουν λογική ψυχή και μπορούν να διακρίνουν ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό· και έτσι αποφεύγουν τα κακά και ψυχοβλαβή, μελετούν όμως σοβαρά τα καλά και ψυχωφελή και τα πράττουν με μεγάλη ευχαριστία προς τον Θεό.
Μόνο αυτοί πρέπει αληθινά να λέγονται λογικοί άνθρωποι.

2. Ο αληθινά λογικός άνθρωπος μια μόνο φροντίδα έχει, να υπακούει και να είναι αρεστός στον Θεό, τον Κύριο των όλων, και σε τούτο και μόνο να ασκεί την ψυχή του, πώς να γίνει αρεστός στον Θεό, ευχαριστώντας Τον για τη μεγάλη και εξαιρετική πρόνοιά Του και την κυβέρνηση όλου του κόσμου, όποια κι αν είναι η θέση του στη ζωή.
Γιατί είναι παράλογο, να ευχαριστούμε τους γιατρούς όταν μας δίνουν τα πικρά και αηδιαστικά φάρμακα για χάρη της υγείας του σώματός μας, να είμαστε όμως αχάριστοι στον Θεό για όσα φαίνονται σ’ εμάς δυσάρεστα και να μην αναγνωρίζομε ότι τα πάντα γίνονται όπως πρέπει και προς το συμφέρον μας σύμφωνα με την πρόνοιά Του.
Γιατί η αναγνώριση αυτή και η πίστη στο Θεό είναι η σωτηρία και η τελειότητα της ψυχής.

3. Η εγκράτεια, η ανεξικακία, η σωφροσύνη, η εγκαρτέρηση, η υπομονή και οι παρόμοιες μέγιστες και ενάρετες δυνάμεις μάς δόθηκαν από τον Θεό και είναι αντίθετες και αντιστέκονται και μας βοηθούν στις αντίστοιχες προς αυτές κακίες.
Αν γυμνάζομε αυτές τις δυνάμεις και τις έχομε πάντοτε πρόχειρες, τότε νομίζομε ότι δεν μας συμβαίνει πια τίποτε δύσκολο ή θλιβερό ή αβάσταχτο· γιατί σκεφτόμαστε ότι όλα είναι ανθρώπινα και τα νικούν οι αρετές που έχομε.
Αυτά δεν τα έχουν υπόψη τους οι ανόητοι άνθρωποι. Ούτε σκέφτονται ότι τα πάντα γίνονται σωστά και όπως πρέπει για το συμφέρον μας, για να λάμψουν οι αρετές μας και να στεφανωθούμε από τον Θεό.

….   ….

168. Όπως η γέννηση του ανθρώπου συνοδεύεται από το πάθος -γιατί ό,τι γίνεται στη ζωή συνοδεύεται από τη φθορά- έτσι και στο πάθος υπάρχει η κακία.
Μην πεις λοιπόν ότι δε μπορούσε ο Θεός να κόψει την κακία. Αυτά τα λένε οι αναίσθητοι και μωροί. Δεν ήταν λοιπόν ανάγκη να αποκόψει ο Θεός την ύλη· γιατί τα πάθη αυτά είναι πάθη της ύλης. Και ο Θεός αποβλέποντας στο συμφέρον απέκοψε την κακία από τους ανθρώπους και δώρισε το νου και τη σοφία και γνώση και διάκριση του καλού, για να γνωρίζομε ότι η κακία μας ζημιώνει και να την αποφεύγομε.
Ο ασυλλόγιστος όμως άνθρωπος ακολουθεί την κακία και καυχιέται γι’ αυτήν και αγωνίζεται πιασμένος από αυτήν όπως σε δίχτυα. Ποτέ δεν μπορεί να σηκώσει πάνω το κεφάλι του και να δει και να γνωρίσει τον Θεό, ο Οποίος τα πάντα δημιούργησε για την σωτηρία και θέωση του ανθρώπου.

169. Τα θνητά λυπούνται επειδή προγνωρίζουν ότι θα πεθάνουν.
Και η αθανασία, επειδή είναι αγαθό, πηγαίνει στις όσιες και ενάρετες ψυχές.
Ενώ ο θάνατος, επειδή είναι κακό, πηγαίνει στην ανόητη και άθλια ψυχή.

170. Όταν με ευχαριστία πλαγιάσεις στο στρώμα σου, τότε φέρνοντας μπροστά σου τις ευεργεσίες και την τόση πρόνοια του Θεού, γεμίζεις από καλές σκέψεις και χαίρεσαι περισσότερο και ευφραίνεσαι. Και γίνεται ο ύπνος του σώματος, νηφαλιότητα και αγρυπνία της ψυχής· και το κλείσιμο των ματιών σου, αληθινή όραση του Θεού· και η σιωπή σου, κυοφορώντας το αγαθό, προσφέρει ολόψυχα, με πνευματική αίσθηση, δόξα που ανυψώνεται στον Θεό των όλων. Γιατί όταν λείπει η κακία, η ευχαριστία και μόνη της αρέσει στον Θεό παραπάνω από κάθε πολυτελή θυσία.
Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

impantokratoros - 2φΑ

                              

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2021

"Είπε ο αββάς Αντώνιος.. "

 



-  Διδαχές Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου

«Κανείς δεν μπορεί να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών, χωρίς να δοκιμάσει πειρασμούς (=δοκιμασίες).
Βγάλε από τη μέση τους πειρασμούς και τότε κανείς δεν θα υπάρχει που να σώζεται».

«Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού (δηλαδή του διαβόλου) απλωμένες πάνω στη γη.
Και στέναξα και είπα: Ποιος άραγε θα τις προσπεράσει χωρίς να τον πιάσουν;
Και άκουσα φωνή να μου λέει: Η ταπεινοφροσύνη.»
Είπε πάλι:
«Είναι μερικοί που έλιωσαν τα σώματά τους με την άσκηση, επειδή όμως τους έλειπε η διάκριση, βρέθηκαν μακριά από τον Θεό».

Κάποιος που κυνηγούσε στην έρημο άγρια ζώα, είδε τον αββά Αντώνιο να αστειεύεται με τους αδελφούς και σκανδαλίστηκε, θέλοντας δε ο γέροντας να τον διδάξει ότι είναι ανάγκη πού και πού να συγκαταβαίνει κανείς στους αδελφούς, του λέγει: «Βάλε μια σαΐτα στο τόξο σου και τέντωσέ το».
Το έκαμε εκείνος. Του λέγει: «Τέντωσέ το πιο πολύ». Και το τέντωσε.
Και πάλι του λέγει: «Ακόμη πιο πολύ».
Του απαντά τότε ο κυνηγός: "Αν το τεντώσω υπερβολικά, θα σπάσει το τόξο».
Και ο γέροντας τού λέει: «Έτσι και στο έργο του Θεού. Αν τεντώσουμε υπερβολικά τη συμπεριφορά μας απέναντι στους αδελφούς, θα σπάσουν και αυτοί.
Πρέπει λοιπόν πού και πού να συγκαταβαίνουμε στους αδελφούς».
Και έφυγε πολύ ωφελημένος από τον γέροντα.
Οι δε αδελφοί, στηριγμένοι, έφυγαν και πήγαν στον τόπο τους.

Πήγαν κάποτε μερικοί γέροντες στον αββά Αντώνιο και ήταν ο αββάς Ιωσήφ μαζί του.
Και θέλοντας ο γέροντας να τους δοκιμάσει, τους πρόβαλε ένα ρητό της Γραφής και άρχισε, από τους πιο νέους, να τους ρωτά για το νόημά του.
Και καθένας απαντούσε κατά τη δύναμή του.
Ο δε γέροντας έλεγε στον καθένα: «Δεν το βρήκες».
Ύστερα από όλους, λέει στον αββά Ιωσήφ: «Εσύ τί έχεις να πεις πάνω σ' αυτό το ρητό;»
Αποκρίνεται εκείνος: «Δεν ξέρω».
Λέει λοιπόν ο αββάς Αντώνιος: «Ο αββάς Ιωσήφ βρήκε τον σωστό δρόμο, γιατί είπε "δεν ξέρω"!»

Είπε ο αββάς Αντώνιος: «Έρχεται καιρός που οι άνθρωποι θα παραλογίζονται.
Και αν δουν κάποιον να μη παραλογίζεται, θα ξεσηκωθούν εναντίον του, λέγοντας:
"Εσύ είσαι παράλογος". Και αυτό θα συμβεί, γιατί δεν θα είναι όμοιός τους».

Κάποιοι αδελφοί πήγαν στον αββά Αντώνιο και του ανέφεραν ένα ρητό από το Λευιτικό. Βγήκε λοιπόν ο γέροντας στην έρημο και τον ακολούθησε ο αββάς Αμμωνάς κρυφά, γνωρίζοντας τη συνήθειά του.
Ο γέροντας απομακρύνθηκε πολύ, στάθηκε για προσευχή και φώναξε δυνατά:
«Θεέ μου, στείλε μου τον Μωυσή να μου εξηγήσει αυτό το ρητό».
Και ακούστηκε φωνή, που μιλούσε μαζί του.
Είπε λοιπόν ο αββάς Αμμωνάς: «Τη φωνή που μιλούσε μαζί του, την άκουσα.
Αλλά το νόημα του λόγου, δεν το έμαθα».

Τρεις από τους πατέρες, είχαν τη συνήθεια να πηγαίνουν κάθε χρονιά στον μακάριο Αντώνιο.
Και οι μεν δύο τον ρωτούσαν σχετικά με τους λογισμούς και τη σωτηρία της ψυχής.
Ο άλλος όμως σιωπούσε πάντα, μη ρωτώντας τίποτε.
Μετά λοιπόν από πολύ καιρό, του λέγει ο αββάς Αντώνιος:
«Τόσο καιρό έρχεσαι εδώ και τίποτε δεν με ρωτάς».
Και εκείνος του αποκρίνεται: «Μου αρκεί μόνο να σε βλέπω, πάτερ».

Έλεγαν μερικοί για τον αββά Αντώνιο, ότι τον φώτιζε σε όλα το Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν ήθελε να μιλά, εξαιτίας των ανθρώπων.
Γιατί και όσα γίνονταν στον κόσμο και όσα έμελλαν να συμβούν, τα γνώριζε.
Είπε πάλι: «Γνωρίζω μοναχούς, που ύστερα από πολλούς κόπους έπεσαν και τους σάλεψαν τα λογικά, επειδή στήριξαν ελπίδες στον εαυτό τους και δεν λογάριασαν τη θεία εντολή, που λέει: "Επερώτησον τον πατέρα σου και αναγγελεί σοι".

 

agiostheologos – 2fA


Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

"Πρώτος ώκησας εν τη ερήμω"

 



ΌΣΙΟΣ ΑΒΒΑΣ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΘΗΒΑΙΟΣ
-  H συνάντηση με τον άγιο Αντώνιο τον Μέγα

... … Ο αββάς Παύλος έφτασε στην ηλικία των εκατό και δεκατριών ετών.
Τότε και ο Μέγας Αντώνιος ήταν ενενήντα χρόνων και πολλές φορές σκεπτόταν και απορούσε λέγοντας. Άραγε θα υπάρχει άλλος Μοναχός στην πιο βαθειά έρημο;

Μια νύκτα ήλθε Άγγελος Κυρίου και του λέγει: «Πήγαινε γρήγορα στο βάθος της έρημου, να βρεις τον Αββά Παύλο, ο οποίος είναι πιο ενάρετος από σένα και θα λάβεις μεγάλη ωφέλεια από αυτόν».
Όταν άκουσε αυτά δεν καθυστέρησε καθόλου, αλλά αφού περιφρόνησε την αδυναμία των γηρατειών, την μεγάλη οδοιπορία και όλα τα άλλα εμπόδια, ξεκίνησε το πρωί και περπατώντας όλη την ημέρα εκαίγετο από τον καφτερό ήλιο.
Είχε όμως την ελπίδα στον Κύριο ότι θα του δείξει τον έμψυχο θησαυρό, και δεν σκεπτόταν καθόλου τις δυσκολίες του δρόμου.

Την τρίτη ημέρα είδε ένα λιοντάρι, που ανέβαινε βιαστικά σε ένα βουνό.
Ο δε Όσιος γνωρίζοντας ότι ο Θεός τον άκουσε, ακολούθησε το θηρίο και έτσι έφθασε στο σπήλαιο. Τότε το μεν λιοντάρι μπήκε στο σπήλαιο, ο δε όσιος έμεινε απ’ έξω.
Έτσι, αφού άφησε για την αγάπη κάθε δειλία και φόβο, ξεκίνησε γρήγορα να μπει μέσα σε αυτό και από την βιασύνη του σκόνταψε σε μια πέτρα και κτύπησε λίγο το πόδι του.

Ακούγοντας τον θόρυβο ο ευρισκόμενος μέσα στο σπήλαιο Όσιος Παύλος, έκλεισε την πόρτα, ο δε όσιος Αντώνιος τον παρακαλούσε από έξω λέγοντας:
«Σε παρακαλώ για τον Κύριο, Όσιε Πάτερ, άνοιξέ μου για να δω το σεβάσμιο πρόσωπο σου». Ο δε Όσιος Παύλος, θέλοντας να τον δοκιμάσει δεν άνοιγε.
 Έτσι, επειδή δεν μπορούσε ο μακάριος Αντώνιος από τον κόπο της οδοιπορίας και το κτύπημα να στέκεται όρθιος, έπεσε με το πρόσωπο στην γη και έμεινε έτσι έξι ώρες να τον παρακαλεί.

Βλέποντας τον ήλιο να πλησιάζει την δύση του, παρακαλούσε πιο θερμά τον Όσιο να του ανοίξει την είσοδο. Ο δε Όσιος τον ρώτησε από μέσα ποιος ήταν, από που ήλθε και τι ζητούσε.
Ο Αντώνιος του αποκρίθηκε λέγοντάς του την αλήθεια και πρόσθεσε: «Άνθρωπε του Θεού, γνωρίζω πως δεν είμαι άξιος να σε δω και να συναντηθούμε, αλλά μάθε ότι δεν φεύγω από δω αν δεν απολαύσω την ποθούμενη μου θέα σου και τα γλυκύτατα σου λόγια. Γι’ αυτό περπάτησα ο γηραιός τόσο δρόμο, και δεν λογάριασα τόση ταλαιπωρία, και βάσανα και τον φόβο των θηρίων, ω επώνυμε και μιμητά του Παύλου, τα άγρια θηρία φιλοξενείς και τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο, αν και αμαρτωλό και ανάξιο αποστρέφεσαι; …αλλά δεν φεύγω από εδώ έως να μου ανοίξεις, ακόμα και να πεθάνω έξω από την πόρτα σου, κι έτσι νεκρός να ελέγχω και να κατηγορώ αφώνως την ασπλαχνία σου». Αυτά έλεγε ο Αντώνιος κλαίγοντας.

Και απαντώντας του ο Παύλος “χαριέντως” του λέγει: «Όποιος ζητεί δεν φοβερίζει κι όποιος κατηγορεί δεν δακρύζει». Και ανοίγοντάς του τον υποδέχεται εγκάρδια: «Καλώς ήρθες αδελφέ και συνεργάτα Αντώνιε».
Έτσι αφού κατασπάσθηκε ο ένας τον άλλο εν φιλήματι αγίω και αφού συνομιλούσαν με λόγια θεϊκά, αισθάνθηκαν μεγάλη πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση.
Έπειτα είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο: «Τι ανάγκη είχες αδελφέ να κακοπαθήσεις τόσο να έλθεις έως εδώ , για να δεις έναν σαπρό και άχρηστο γέροντα ο οποίος πρόκειται σε λίγο να πεθάνει;»…

Κι ενώ συνομιλούσαν οι Άγιοι, βλέπουν πάνω σε ένα κλαδί δένδρου, κόρακα να βαστάζει ένα ολόκληρο άρτο, ο οποίος αφού πέταξε από το δένδρο τοποθέτησε τον άρτο ανάμεσα τους.
Ενώ θαύμαζε ο Όσιος Αντώνιος αυτό το παράδοξο, του είπε ο Όσιος :
«Στα αλήθεια, αδελφέ Αντώνιε, πολύ φιλάνθρωπος και Ελεήμων είναι ο Κύριος χορηγώντας σπόρο σε αυτόν που σπέρνει και άρτο για τροφή. Εξήντα χρόνια είναι όπου μου φέρνει την τροφή ο κόρακας αυτός, όπως είδες και όχι έναν άρτο, αλλά το μισό και σήμερα για την παρουσία σου διπλασίασε ο αγαθός Τροφεύς και Δεσπότης την τροφή».

Ευχαρίστησαν τον Θεό και οι δυο και πήγαν στην πηγή να δειπνήσουν («παξιμαδήσουσι»).
"Και φιλονικούντες ώραν πολλήν ως ταπεινόφρονες, συνερίζουνταν τις να κόψη τον άρτον, να ευλογήση την τράπεζαν, κι επροτίμα ένας τον άλλον τους… Τέλος, συμφώνως έλαβε πας ένας τον άρτον από το ένα μέρος"’. Και τον έκοψαν μαζί εις το Όνομα του Κυρίου. …

Αφού έφαγαν, έκαναν αγρυπνία όλη την νύκτα, προσευχόμενοι και δοξολογούντες τον Κύριο, και το πρωί είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο. «Είναι πολλές μέρες, όπου μου απεκάλυψε ο Κύριος μας, ότι κατοικείς σε αυτή την έρημο, και μου υποσχέθηκε ότι θα σε ιδώ προτού τελειώσει η ζωή μου. Τώρα λοιπόν κατά την υπόσχεση σε απέστειλε να ενταφιάσεις το σώμα μου».
Όταν άκουσε αυτά ο Μέγας Αντώνιος, έτρεχαν τα δάκρυα του σαν ποτάμι, κλαίοντας για τον χωρισμό και τον παρακαλούσε θερμά να κάνη δέηση προς τον Κύριο, για να πάει και αυτός στην συνοδεία του.

«Σε παρακαλώ για την αγάπη μου, να μην βαρεθείς μέσα στους άλλους κόπους σου, αλλά να μου φέρεις τον μανδύα που σου έδωσε ο Επίσκοπος (Μέγας) Αθανάσιος, διότι έχω πολλή ευλάβεια να ενταφιάσεις με εκείνον το λείψανό μου».
Αυτό, βέβαια, το έλεγε ο Παύλος μόνον ως πρόφαση, ώστε να μην είναι παρών κατά την κοίμησή του ο Αντώνιος και λυπηθεί περισσότερο.
Και ούτε είχε ανάγκη από το ιμάτιο κατά τον θάνατο. Θαυμάζοντας ο Αντώνιος το προορατικόν πνεύμα του Οσίου, τον ευλαβείτο ως Άγγελο και δακρύζοντας του φίλησε τα χέρια και τα μάτια. Και ζητώντας του συγχώρεση, έφυγε γρήγορα για το κελί του.

Αφού πήρε λίγη τροφή επήρε τον μανδύα που του είπε, και έτρεχε γρήγορα προς αυτό που επιθυμούσε, διψώντας τον Παύλο, βλέποντας προς τον Παύλο, "τον οποίον είχεν τροφήν σώματος, πνοήν και αναψυχήν της ψυχής του"..
Προσπαθούσε όσο μπορούσε πιο γρήγορα να περπατήσει, επειδή φοβόταν μήπως και δεν τον φθάσει ζωντανό για να πάρει την ευλογία του.

Αφού περπάτησε όλη την πρώτη ημέρα και μέρος από την δεύτερη, είδε στο δρόμο με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής του τάγματα, Αγγέλων, Προφητών και χορούς Αποστόλων, στρατεύματα Μαρτύρων και Όσιων και μαζί με αυτούς, την ψυχή του Παύλου να λάμπει περισσότερο από το χιόνι, την οποίαν πήγαιναν με πολλή χαρά στα ουράνια.
Όταν είδε αυτά έπεσε με το πρόσωπο στην γη, και αφού έβαλε άμμο στο κεφάλι του, κτυπούσε το πρόσωπο του “οδυρόμενος”. Αφού έκλαψε πολλή ώρα, έτρεχε και αισθανόταν τόσο δύναμη στο σώμα του, σαν να ήταν νέος και ακόμη περισσότερο.

Όταν έφθασε στο σπήλαιο, βρήκε τον Όσιο γονατιστό και είχε προς τον ουρανό υψωμένα τα χέρια του και το πρόσωπο. Επειδή νόμισε λοιπόν, ότι ήταν ακόμη ζωντανός και προσευχόταν, συμπροσευχόταν και αυτός πολλή ώρα και έβλεπε με προσοχή εάν κουνηθεί κάποιο μέλος του Αγίου ή αν στενάξει ή αν κάνη κάτι που κάνουν οι ζωντανοί, για να γνωρίσει την αλήθεια.
Αφού πέρασε πολύ ώρα και καθόλου δεν κινήθηκε, κατάλαβε ότι τελείωσε προσευχόμενος. Τότε πήγε με πολλή ευλάβεια και αγκάλιασε εκείνο το σεβασμιότατο λείψανο και συνεχώς το ασπάζονταν, κλαίοντας επειδή δεν τον γνώρισε πολύ πιο μπροστά, για να απολαύσει την συνομιλία του προς ψυχική του ωφέλεια.
Αφού τύλιξε αυτό με τον μανδύα, που έφερε, είπε τους συνήθεις ψαλμούς και όσα τροπάρια ήξευρε και θέλοντας να τον ενταφιάσει δεν ήξερε πως να σκάψει την γη επειδή δεν πήρε μαζί του κάποιο εργαλείο όταν αναχώρησε από το κελί του.

Στεκόταν λοιπόν στεναχωρημένος, σκεπτόμενος να μην φύγει "έως να του στείλει ο Κύριος εξ ύψους βοήθειαν". Τότε βλέπει να έρχονται τρέχοντας προς αυτόν δύο “φοβερώτατοι” λέοντες από το βάθος της έρημου .
Στην αρχή μεν φοβήθηκε σαν άνθρωπος. Αλλά στήριξε την καρδιά του προς τον Κύριο κι έμεινε χωρίς φόβο. Τα δε λιοντάρια αφού πλησίασαν πρώτα στον μακάριο Παύλο κουνούσαν τις ουρές τους και με τις γλώσσες τους, έγλειφαν τα πόδια του, σαν να ήταν ζωντανός. Έπειτα, όταν κατάλαβαν ότι ο Άγιος είχε τελειώσει, μούγκρισαν πέφτοντας στα πόδια του με πολλή θλίψη σαν άνθρωποι.

Ο δε Όσιος θαύμασε βλέποντας, ότι και τα θηρία είχαν στεναχωρηθεί για την αναχώρηση του Παύλου. "Αφού δε επέρασεν ολίγον η λύπη τους, ηγέρθησαν" και έσκαψαν την γη με τα νύχια τους κάνοντας τάφο ίσα ακριβώς με το λείψανο, και έβγαλαν το χώμα με τα πόδια τους. Έπειτα πήγαν στον Αντώνιο σαν να του ζητούσαν ευλογία "δια τον μισθόν του κόπου τους", κουνώντας τις ουρές τους και τα αυτιά τους και έβαλαν κάτω το κεφάλι τους και έκαναν και άλλα τέτοια σχήματα.

Ο δε Όσιος Αντώνιος αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό, αυτά προσευχήθηκε: «Κύριε ο Θεός που τα γνωρίζεις όλα, που χωρίς την εντολή Σου ούτε φύλλο από το δένδρο δεν πέφτει, ούτε πουλί στην γη δεν κατεβαίνει, Συ Κύριε, όπως γνωρίζεις, δώσε και τον μισθό στα θηρία αυτά.»
Αυτά αφού είπε ο θείος Αντώνιος, έκανε με το χέρι του σημείο στα λιοντάρια για να αναχωρήσουν. Αυτά αφού πήγαν πάλι στο ιερό λείψανο του Παύλου και κατεσπάσθηκαν αυτό αναχώρησαν.

Ο δε Αντώνιος, βαστάζοντας το ιερό λείψανο το ενταφίασε το έτος 341, στις 15 Ιανουαρίου. Ο Άγιος Παύλος γεννήθηκε το έτος 227 στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου, το δε έτος 250 έφυγε στην έρημο. Έζησε δε στο σπήλαιο 91 έτη, όλα δε τα χρόνια του ήσαν 114.
Περίμενε δε ο Μέγας Αντώνιος ακόμη μία ημέρα, για να δη εάν έλθει πάλι ο κόρακας με τον άρτο, αλλά δεν φάνηκε. Και αφού έγινε κληρονόμος της στολής του Οσίου Παύλου, επήρε εκείνο το ένδυμα των φοινίκων και επέστρεψε στο Μοναστήρι διηγούμενος στους Μοναχούς όλα τα προηγούμενα, την δε στολή του Οσίου Παύλου την είχε σε τόση μεγάλη τιμή και καύχημα, ώστε την φορούσε το Άγιον Πάσχα και τις άλλες μεγάλες εορτές.   ….

 

iconandlight

fb - Panteleimon Krouskos
2fA



Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

"Εγκράτεια και ἀγάπη "





Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

[Από τις "ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΑΡΕΤΗ ΖΩΗ 
ΣΕ 170 ΚΕΦΑΛΑΙΑ"]


3. Ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἀνεξικακία, ἡ σωφροσύνη, ἡ ἐγκαρτέρηση, ἡ ὑπομονή καί οἱ παρόμοιες μέγιστες καί ἐνάρετες δυνάμεις μᾶς δόθηκαν ἀπό τόν Θεό καί εἶναι ἀντίθετες καί ἀντιστέκονται καί μᾶς βοηθοῦν στίς ἀντίστοιχες πρός αὐτές κακίες.
Ἄν γυμνάζομε αὐτές τίς δυνάμεις καί τίς ἔχομε πάντοτε πρόχειρες, τότε νομίζομε ὅτι δέν μᾶς συμβαίνει πιά τίποτε δύσκολο ἤ θλιβερό ἤ ἀβάσταχτο. γιατί σκεφτόμαστε ὅτι ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα καί τά νικοῦν οἱ ἀρετές πού ἔχομε.
Αὐτά δέν τά ἔχουν ὑπόψη τους οἱ ἀνόητοι ἄνθρωποι.
Οὔτε σκέφτονται ὅτι τά πάντα γίνονται σωστά καί ὅπως πρέπει γιά τό συμφέρον μας, γιά νά λάμψουν οἱ ἀρετές μας καί νά στεφανωθοῦμε ἀπό τόν Θεό.

4. Τήν ἀπόκτηση τῶν χρημάτων καί τό πλούσιο ξόδεμά τους νά τά θεωρεῖς μόνο σάν φαντασία πού δέν κρατᾶ παρά λίγο καιρό, καί ξέροντας ὅτι ἡ ἐνάρετη καί θεάρεστη ζωή διαφέρει ἀπό τόν πλοῦτο.
Ὅταν τό μελετᾶς αὐτό σταθερά, οὔτε θά ἀναστενάξεις, οὔτε θά κραυγάσεις, οὔτε θά κατηγορήσεις κανέναν, ἀλλά θά εὐχαριστεῖς τόν Θεό γιά ὅλες τίς εὐεργεσίες πού σοῦ δίνει, βλέποντας ὅτι οἱ χειρότεροι ἀπό σένα στηρίζονται στά λόγια καί στά χρήματα. 
Γιατί ἡ ἐπιθυμία, ἡ δόξα καί ἡ ἄγνοια εἶναι τά πιό κακά πάθη τῆς ψυχῆς.

5. Ὁ λογικός ἄνθρωπος, προσέχοντας ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του, ἐξετάζει τί πρέπει νά πράξει καί τί τόν συμφέρει, καθώς καί ποιά ταιριάζουν στήν ψυχή καί τήν ὠφελοῦν καί ποιά δέν τῆς ταιριάζουν. Καί ἔτσι ἀποφεύγει ἐκεῖνα πού βλάπτουν τήν ψυχή, ὡς ξένα καί γιατί τόν χωρίζουν ἀπό τήν αἰώνια ζωή.

6. Ὅσο πιό λίγη περιουσία ἔχει κανείς, τόσο εὐτυχέστερος εἶναι.
Γιατί δέν φροντίζει γιά πολλά πράγματα, γιά ὑπηρέτες, καλλιεργητές, ἀπόκτηση ζώων. 
Ὅταν ἀφοσιωνόμαστε σ' αὐτά κι ὕστερά μᾶς συμβαίνουν ἐξαιτίας αὐτῶν δυσκολίες, κατηγοροῦμε τόν Θεό.
Μέ τήν αὐθαίρετη ἐπιθυμία μας τρέφομε τόν θάνατο καί ἔτσι μένομε στό σκοτάδι τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, μέσα στήν πλάνη, χωρίς ν' ἀναγνωρίζομε τόν πραγματικό ἑαυτό μας.

7. Δέν πρέπει κανένας νά λέει ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά κατορθώσει ὁ ἄνθρωπος τήν ἐνάρετη ζωή, ἀλλά νά λέει ὅτι αὐτό δέν εἶναι εὔκολο.
Οὔτε μποροῦν νά κατορθώσουν τήν ἀρετή οἱ τυχόντες.
Τήν ἐνάρετη ζωή τήν πραγματοποιοῦν ὅσοι ἄνθρωποι εἶναι εὐσεβεῖς καί ἔχουν νοῦ πού ἀγαπᾶ τόν Θεό.
Γιατί ὁ νοῦς τῶν πολλῶν εἶναι κοσμικός καί μεταβάλλεται. Κάνει σκέψεις ἄλλοτε καλές, ἄλλοτε κακές. Μεταβάλλεται στήν φύση καί γίνεται ὑλικότερος.
Ὁ νοῦς ὅμως πού ἀγαπᾶ τόν Θεό, τιμωρεῖ τήν κακία ἡ ὁποία ἔρχεται ἑκούσια στούς ἀνθρώπους ἀπό τήν ἀμέλειά τους. 




[2fA]