Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλμοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλμοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

"Nebraska "






Nebraska
- 
π. Χριστόδουλος Μπίθας

Από παρουσίαση της ταινίας, μετά την προβολή της
στο Πολιτιστικό κέντρο της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών



Η α­φή­γη­ση στις ι­στο­ρί­ες ­δρό­μου­’’ και ο μύ­θος τους ως έ­να υ­παρ­ξια­κό τα­ξί­δι στις γειτο­νι­ές του κό­σμου, ξε­κί­νη­σε τρεις χι­λιά­δες χρό­νια πριν με την Ο­δύσ­σεια του Ομήρου.
Έ­κτο­τε, τρο­φο­δό­τη­σε την παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α με πλή­θος ι­στο­ρι­ών, ποιημά­των, μυθι­στο­ρη­μά­των και δι­η­γη­μά­των και α­πο­τέ­λε­σε προ­σφι­λή α­φη­γη­μα­τι­κή φόρ­μα για να στο­χα­σμό πάνω σε ι­δέ­ες ση­μαν­τι­κές. Α­πό τούς πε­ρι­πλα­νώ­με­νους κυνικούς φιλοσο­φούν­τες στην Α­θή­να μέ­χρι τους  Shramanas δα­σκά­λους στην Ιν­δί­α, οι εμπειρίες της πε­ρι­πλά­νη­σης τρο­φο­δο­τούν την αν­θρώ­πι­νη σκέ­ψη.

Στην Χρι­στι­α­νι­κή μας πα­ρά­δο­ση οι Συ­νο­πτι­κοί ευ­αγ­γε­λι­στές θα πε­ρι­γρά­ψουν τα γεγο­νό­τα της συνοδοιπο­ρί­ας τους  με τον Χρι­στό στην Πα­λαι­στί­νη, ε­νώ ε­πί αι­ώ­νες η Ορ­θο­δο­ξί­α θα εμ­πλου­τί­ζε­ται με ο­δοι­πο­ρι­κά ό­πως το Λαυ­σα­ϊ­κό, το Λει­μω­νά­ριο  ή το πιο πρό­σφα­το Ρω­σι­κό α­φή­γη­μα "Πε­ρι­πέ­τει­ες ε­νός προ­σκυ­νη­τού", ό­που περιγράφονται οι ζω­ές περίφη­μων α­σκη­τών και πνευ­μα­τι­κές εμ­πει­ρί­ες.

Ο κι­νη­μα­το­γρά­φος, η 7η τέ­χνη που εμ­πε­ρι­έ­χει ό­λες τις άλ­λες τέχνες, γέν­νη­σε πάμπολ­λες ται­νί­ες, πε­ρι­πέ­τει­ες, έ­πη, μα πά­νω α­π' ό­λα τα­ξί­δια πνευ­μα­τι­κής ω­ρί­μαν­σης με φόν­το, πό­λεις, ε­ρή­μους και χώ­ρες πολ­λές και δι­ά­φο­ρες.
Λί­γη ση­μα­σί­α έ­χει εάν οι πρω­τα­γω­νι­στές θα τα­ξι­δεύ­ουν με αυ­το­κί­νη­το, με πλοί­ο, ή τρέ­νο - με ά­λο­γα ή με τα πό­δια, ό­πως λί­γη ση­μα­σί­α έ­χει τε­λι­κά και ο προ­ο­ρι­σμός – το κα­θο­ρι­στι­κό στην μυθολο­γί­α του δρό­μου εί­ναι η με­τά­βα­ση που λαμ­βά­νει χώ­ρα με ταυ­τό­χρο­νο τρό­πο, εσω­τε­ρι­κά και ε­ξω­τε­ρι­κά.

Οι Κύ­κλω­πες και οι Λαι­στρυ­γό­νες, η Κίρ­κη και η Καλυψώ, θα α­πο­τε­λούν δι­α­χρο­νι­κά σύμ­βο­λα, πάν­τα θα πα­ρα­πέμ­πουν στην ανθρώπινη α­μαρ­τί­α, στην φυ­γή, στην αναζήτη­ση, στην ε­λευ­θε­ρί­α, στην αυ­το­γνω­σί­α.

Κα­θώς ξε­κι­νά η α­να­συγ­κρό­τη­ση του δυ­τι­κού κό­σμου μετά α­πό τις πλη­γές του Β' Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου και οι άν­θρω­ποι αρ­χί­ζουν πά­λι να τα­ξι­δεύ­ουν, το εί­δος των απο­κα­λού­με­νων road movies ε­ξε­λίσ­σε­ται.
Με ε­πιρ­ρο­ές α­πό τα γου­έ­στερν και βέ­βαι­α α­πό κλασ­σι­κούς συγ­γρα­φείς ό­πως ο Μάρκ Του­αίν, ο Τζών Στά­ιν­μπεκ, αλ­λά και επίκαι­ρους ό­πως ο Τζακ Κε­ρου­ακ με το μυθιστό­ρη­μα του Στον Δρό­μο (1951), δημιουρ­γεί­ται μια σει­ρά ται­νι­ών ό­που βλέπουμε α­νή­συ­χους ή­ρω­ες να πε­ρι­πλα­νών­ται στην Α­με­ρι­κά­νι­κη εν­δο­χώ­ρα ή εκπροσώ­πους μιας ε­πα­να­στα­τη­μέ­νης γε­νιάς να περιφέ­ρε­ται με μο­το­συ­κλέ­τες και αυτο­κί­νη­τα α­να­ζη­τών­τας εμ­πει­ρί­ες και ε­λευ­θε­ρί­α.

Ται­νί­ες ό­πως το Bonnie and Clyde, το Easy Rider δί­νουν την εκ­κί­νη­ση την δε­κα­ε­τί­α του 70 για πλή­θος ται­νί­ες δρό­μου, φτη­νού προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού αλ­λά και εμ­πο­ρι­κές, και δη­μι­ουρ­γούν την ευ­και­ρί­α για Ευρωπαϊκά και διεθνή α­ρι­στουρ­γή­μα­τα ό­πως το Week end του Ζαν Λυκ Γκον­τάρ, το "Πα­ρί­σι Τέ­ξας" του Βιμ Βεν­τερς κα­θώς και οι πρώ­τες ται­νί­ες του, το P­α­s­s­e­n­g­er του Αν­το­νι­ό­νι και πολ­λά άλ­λα.

Στην 24 φο­ρές βρα­βευ­μέ­νη μαυ­ρό­α­σπρη πε­ρι­πλά­νη­ση που φέ­ρει τον τί­τλο Nebraska, o Α­λε­ξάν­τερ Πέ­ην ή αλ­λι­ώς Α­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δό­που­λος, πε­ρι­δι­α­βαί­νει μα­ζί με τους ήρωες του τα λι­βά­δια της καρ­διάς της Α­με­ρι­κής. Το έ­χει ξα­να­κά­νει πά­λι, στα ε­πί­σης βρα­βευ­μέ­να "Πλα­γί­ως" και "Σχε­τι­κά με τον Σμίντ".

Η α­πλή ι­στο­ρί­α τού η­λι­κι­ω­μέ­νου με αρ­χή ά­νοι­ας, που πι­στεύ­ει πως το δι­α­φη­μι­στι­κό χαρ­τί που κρα­τά θα τού λύ­σει ό­λα τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα,  εί­ναι πρό­σχη­μα για να μι­λή­σει μέ­σα α­πό το υ­πέ­ρο­χο σενά­ριο του Bob Nelson για πολ­λά θέ­μα­τα, ό­πως τα παι­δι­κά τραύ­μα­τα,  η συμφιλίωση με τους 
γο­νείς, η πο­ρεί­α προς την ω­ρι­μό­τη­τα, η οικο­γέ­νεια, η συγχώρεση.

Πα­ράλ­λη­λα, η πε­ρι­πλά­νη­ση στην καρ­διά της Α­με­ρι­κα­νι­κής ε­παρ­χί­ας θα αποκαλύ­ψει έ­να κό­σμο που ζει πα­ραι­τη­μέ­νος α­πό τους χυ­μούς της ζω­ής. Χιλιάδες άνθρωποι ξεχασμέ­νοι μπρο­στά σε μια τη­λε­ό­ρα­ση, πα­θη­τι­κοί θε­α­τές α­νό­η­των θεμάτων, πί­νουν δια­ρκώς σε πλη­κτι­κά μπαρ και συ­ζη­τούν για πράγ­μα­τα α­νού­σια, ζών­τας α­δι­ά­φο­ρες οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις, ό­που η ρου­τί­να κι η έλ­λει­ψη α­λη­θι­νής α­γά­πης χα­ρα­κτη­ρί­ζει το κε­νό. 

1450 χι­λι­ό­με­τρα α­νά­με­σα σε μο­νό­το­νες πό­λεις και α­πέ­ραν­τα χω­ρά­φια.
Ό­λα μελαγ­χο­λι­κά, α­πο­χρω­μα­τι­σμέ­να, δί­χως την πα­λέ­τα των χρω­μά­των τού Πλά­στη που δί­νουν ευ­χα­ρί­στη­ση και προ­σκα­λούν σε τα­ξί­δι α­να­ψυ­χής. Μαυ­ρό­α­σπρα, ό­πως οι ζωές και τα συ­ναι­σθή­μα­τα των κα­τοί­κων.
Το το­πί­ο πρω­τα­γω­νι­στεί κι αυ­τό σε ό­λη την διά­ρκεια της ται­νί­ας.  
Το τα­ξί­δι εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κό, και το το­πί­ο α­πο­τε­λεί το φόν­το, όπως κα­ταν­τά η ζω­ή μας ό­ταν εί­ναι δί­χως νό­η­μα.

Ο ε­πί­σης Έλ­λη­νας φω­το­γρά­φος Φαί­δω­νας Πα­πα­μι­χα­ήλ, κι­νη­μα­το­γρα­φεί την Αμερικα­νι­κή εν­δο­χώ­ρα χω­ρίς να χρη­σι­μο­ποι­εί τε­χνι­κές που εν­τυ­πω­σιά­ζουν τα μά­τια. Κα­νέ­να στυ­λι­ζά­ρι­σμα, ού­τε πε­ρί­τε­χνοι φω­τι­σμοί, μό­νο υ­ψη­λό κον­τρά­στ στην φωτογρα­φί­α για να το­νί­ζε­ται η δρα­μα­τι­κό­τη­τα της ι­στο­ρί­ας.

Τί­πο­τα που να δια­σπά την αί­σθη­ση του θε­α­τή α­πό τους ή­ρω­ες.
Η ται­νί­α εί­ναι γυ­ρι­σμέ­νη σε σι­νε­μα­σκόπ με α­να­μορ­φι­κούς φα­κούς, ώ­στε μέ­σα στο με­γά­λο κά­δρο να α­να­δει­κνύ­ον­ται οι α­πέ­ραν­τες πε­διά­δες και να το­νί­ζε­ται η μο­να­ξιά και η α­πο­μό­νω­ση των η­ρώ­ων. 
Γε­νι­κά κά­δρα και συν­θέ­σεις που δη­μι­ουρ­γούν ατμόσφαι­ρα, κον­τι­νά πλά­να που πε­ρι­γρά­φουν πρό­σω­πα με α­δρά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.

Και η σκη­νο­θε­σί­α, ό­πως μας λέ­ει ο ί­διος Πέ­ην, εί­ναι σαν μια ντο­κυ­μαν­τε­ρί­στι­κη προ­σέγ­γι­ση της μυ­θο­πλα­σί­ας. Ό­λα εί­ναι ρε­α­λι­στι­κά, οι πόλεις, τα χω­ριά, οι άνθρωποι. Τί­πο­τε ψεύ­τι­κο, που­θε­νά δεν θα δού­με πλα­στι­κούς Χολλυ­γουν­τια­νούς ήρω­ες και ι­δε­α­τές κα­τα­στά­σεις. 
Αυ­τή η ρε­α­λι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση, ό­μως, θα ε­πεν­δυ­θεί με ει­κό­να, α­τμό­σφαι­ρα και α­φή­γη­ση ποι­η­τι­κή.

Η ται­νί­α μοιά­ζει σαν μί­α Ο­δύσ­σεια ό­που ο πρω­τα­γω­νι­στής μπο­ρεί να πή­γε στον πόλε­μο, ό­μως σε τού­τη την ζω­ή δεν εί­ναι κα­θό­λου η­ρω­ϊ­κός, αλ­λά νι­κη­μέ­νος. Η μα­τιά του σκη­νο­θέ­τη εί­ναι αν­θρω­πο­κεν­τρι­κή. Οι κω­μι­κο­τρα­γι­κές φι­γού­ρες αντιμετωπίζονται με συμ­πά­θεια, ο άν­θρω­πος μοιά­ζει α­βο­ή­θη­τος μέ­σα στις δυ­σκο­λί­ες της βιοτής, αλ­λά κα­τά βά­σιν εί­ναι κα­λός.
Ό­πως και στις άλ­λες ται­νί­ες του, έ­τσι και εδώ ο Πέ­ην, έ­χει μια Πα­πα­δι­α­μαν­τι­κή μα­τιά στους ή­ρω­ές του, τους α­γα­πά μέ­σα στα πά­θη τους, στην μι­κρό­τη­τά τους, βλέ­πει την α­στει­ό­τη­τα της α­νο­η­σί­ας τους, τούς συγχω­ρεί.

….    ….    ….

Σε μια πρώ­τη α­νά­γνω­ση η ται­νί­α μοιά­ζει με σά­τι­ρα στον α­με­ρι­κα­νι­κό ψευδοπαράδεισο, στην χτυ­πη­μέ­νη α­πό την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση καρ­διά της χώ­ρας. Όμως, βα­θύ­τε­ρα, η ται­νί­α μάς βά­ζει μπρο­στά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τά μας. Και τό­τε ο τί­τλος μπο­ρεί να πα­ραλ­λα­χτεί. 
Η ται­νί­α θα μπο­ρού­σε να λε­γό­ταν Σπάρ­τη, Κα­τε­ρί­νη, Λα­μί­α.
Α­πό ό­που κι αν προ­έρ­χε­σαι, νι­ώ­θεις σα να στο­χά­ζε­σαι κοι­τών­τας τις φωτογρα­φί­ες των δι­κών σου γο­νι­ών.
Που κα­τα­λα­βαί­νεις πως δεν τους ξέ­ρεις κα­λά, πως δεν ξέ­ρεις πολ­λά πράγ­μα­τα για την ζω­ή τους. Και πως έ­χει έρ­θει ί­σως η ώ­ρα να μά­θεις κά­τι παρα­πά­νω γι αυ­τούς, να τους συγ­χω­ρή­σεις αν σε πλη­γώ­σα­νε.

Για­τί τώ­ρα έ­χεις αρ­χί­σει να συ­νει­δη­το­ποι­είς και την δι­κή σου α­μαρ­τί­α.
Για­τί αν εί­σαι Χρι­στια­νός Ορ­θό­δο­ξος εν με­τα­νοί­α, έ­χεις αρ­χί­σει να κα­τα­λα­βαί­νεις τον λόγο που οι συμπατριώτες σου ζουν έ­τσι.

Για­τί σου α­πο­κα­λύ­φθη­κε ε­κεί­νο το "ο α­να­μάρ­τη­τος πρώ­τος βα­λέ­τω λί­θον" που αναφώ­νη­σε ο γλυ­κύ­τα­τος Γα­λι­λαί­ος και κα­τα­νό­η­σες συντε­τριμ­μέ­νος τι θα πει πνευμα­τι­κός θά­να­τος και θέ­λεις να ξε­φύ­γεις α­π' αυ­τόν, να ανα­στη­θείς, για­τί αποφάσισες να α­να­λά­βεις την ευ­θύ­νη της ζω­ή σου, και συν Θεῷ απέκτησες την επίγνωση πως δεν υ­πάρ­χει λό­γος να κα­τη­γο­ρείς τους άλ­λους.
Μό­νο να τους πε­ρι­χω­ρείς και να τους συγ­χω­ρείς. 

Η Νεμ­πρά­σκα εί­ναι μια ρε­α­λι­στι­κή και ποι­η­τι­κή ται­νί­α, που ό­πως κά­θε κα­λό έργο τέ­χνης υ­πεν­θυ­μί­ζει, συγ­κι­νεί, προ­βλη­μα­τί­ζει.


Σκηνοθεσία: Alexander Payne, Σενάριο: Bob Nelson.
Παίζουν: Bruce Dern, Will Forte Διάρκεια: 114'



Πλήρες το κείμενο:

[2fA]



Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

"Emperor"





Στη Γάνδη γυρίζεται αυτές τις μέρες η ιστορική κινηματογραφική ταινία Emperor, μια παραγωγή Βελγίου 2015, σε σκηνοθεσία του Lee Tamahori, με τους  Adrien Brody, Rutger Hauer, Paz Vega και Bill Skarsgård.

Το σενάριο είναι του Michael Thomas και η φωτογραφία του Sam McCurdy.

Μέσα στις ισχύουσες κοινωνικές συνθήκες της Ευρώπης του 16ου αιώνα, ένα νεαρό κορίτσι αναζητά εκδίκηση από τον πανίσχυρο αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Κάρολο τον Ε΄, για τον θάνατο του πατέρα της.

Οι ενδυμασίες των ηθοποιών δένουν τόσο αρμονικά με το μεσαιωνικό χρώμα της πόλης, που μοιάζει να φαίνεται περισσότερο εκτός κλίματος, η παρουσία σύγχρονου κόσμου, να παρακολουθεί τα γυρίσματα.

Η μείξη αυτή των δύο εποχών, μας δίνει μερικές πολύ όμορφες εικόνες.





Ο Κάρολος Ε΄ (Karl V, 1500–1558) ήταν αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 1519 και ως Κάρολος Α΄ της Ισπανίας (ισπανικά: Carlos I de España) από το 1516 μέχρι την παραίτησή του το 1556, χάριν του νεότερου αδελφού του, Φερδινάνδου Α', ο οποίος τον διαδέχθηκε στον θρόνο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του γιου του, Φιλίππου Β΄, ο οποίος έγινε βασιλιάς της Ισπανίας.

Ως απόγονος τριών ηγεμονικών δυναστειών της Ευρώπης, του Οίκου των Αψβούργων, του Οίκου των Βαλουά-Βουργουνδίας και του Οίκου της Τρασταμάρα, έγινε ηγεμόνας των κτήσεων των Αψβούργων στην κεντρική Ευρώπη, των Βουργουνδικών Κάτω Χωρών και των βασιλείων της Καστίλλης και Αραγονίας.

Ήταν επίσης κυρίαρχος εκτεταμένων περιοχών της Κεντρικής, της Δυτικής και της Νότιας Ευρώπης, καθώς και των ισπανικών αποικιών στην Αμερική και την Ασία.

Ο Κάρολος ήταν ο πρεσβύτερος γιος του Φιλίππου του Ωραίου και της Ιωάννας της Τρελής.

Έφερε τους τίτλους του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του Βασιλέα της Γερμανίας, του Βασιλέα της Ιταλίας, του Βασιλέα της Ισπανίας, του Άρχοντα των Κάτω Χωρών και του Δούκα της Βουργουνδίας.


















Για μεγάλο μέγεθος, κλικ στη φωτογραφία.

Wiki-


[2fA]




Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Like Dandelion Dust







Like Dandelion Dust [ΗΠΑ – 2009]


Σε μια υπόθεση υιοθεσίας, όπου οι φυσικοί γονείς διεκδικούν μετά από επτά χρόνια, την επιστροφή του υιοθετημένου παιδιού τους, η ζωή όλων αναστατώνεται και αναπόφευκτα δημιουργούνται προβλήματα και δυσαρέσκειες. Παράλληλα, παρουσιάζονται και αντίστοιχες ευκαιρίες, για να γνωρίσει ο καθένας καλύτερα τον εαυτό του και να αντιληφθεί, πως τίποτα στη ζωή δεν είναι δεδομένο. 

Η σκηνοθεσία του Jon Gunn, βασισμένη σε μυθιστόρημα της Karen Kingsbury, κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, εστιάζοντας στους χαρακτήρες των δυο ζευγαριών γονέων –φυσικών και θετών-, που ζουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους.
Όσο ανόμοιες κι αν είναι όμως οι συνθήκες της ζωής τους, οι ελπίδες, τα όνειρα και οι ενέργειες τους επικεντρώνονται στον ίδιο στόχο, στον μικρό Τζόι.



Ο Τζακ Κάμπελ [Cole Hauser] με τη γυναίκα του Μόλλυ [Kate Levering] και τον γιο τους Τζόι [Maxwell PerryCotton], αποτελούν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Το παιδί μεγαλώνει σε ένα υγιεινό περιβάλλον χαράς και ευημερίας.
Η Μόλυ, είναι μια μητέρα ιδιαίτερα δοτική και τρυφερή. 
Ο Τζακ, ένα «ιδανικό» πρότυπο πατέρα, με την αυτοπεποίθηση που του παρέχει και η οικονομική του άνεση. Η άνεση αυτή, τον κάνει να υποτιμά κάποτε τα αισθήματα και τις προθέσεις των λιγότερο προνομιούχων από κείνον, όμως διαθέτει την τιμιότητα (όταν αντιλαμβάνεται τα λάθη του), να ζητά συγγνώμη και ταυτόχρονα την οξυδέρκεια, να διδάξει με απλότητα στον γιο του κάποιες βασικές αλήθειες της ζωής.

Η τόσο ισορροπημένη ωστόσο, ζωή των Κάμπελ, ξαφνικά κλονίζεται.
Ο Τζόι τους, -το υιοθετημένο παιδί-, θα πρέπει να αποδοθεί με απόφαση του Δικαστηρίου, στους Πόρτερ, τους φυσικούς γονείς του. Η υιοθεσία θεωρήθηκε άκυρη, γιατί ο πατέρας του παιδιού δεν ήταν ενήμερος των ενεργειών της συζύγου του.
Όλα ξεκίνησαν, όταν η μητέρα του Τζόι τον έφερε απελπισμένη στον κόσμο, ενώ ο αλκοολικός άνδρας της βρισκόταν ήδη στη φυλακή για επτά χρόνια, μετά από δική της καταγγελία για βιαιοπραγία.

Η ευτυχία φυσικά, ποτέ δεν είναι σταθερή στον κόσμο μας και τίποτα δεν εξαρτάται μόνο από τις δυνατότητες μας. Η ένταση έχει τη δική της έκφραση. 
Οι διαπροσωπικές σχέσεις επηρεάζονται και οι αντιδράσεις ακολουθούν ανεξέλεγκτες δυναμικές, όταν θίγονται τα αισθήματα και παρακάμπτονται οι επιθυμίες.

Οι προθέσεις και οι σχεδιασμοί συμπαρασύρονται στους ρυθμούς των γεγονότων και οι χαρακτήρες εξαντλούν τις ιδιομορφίες τους. Παραμένει όμως, σταθερή στη συνείδηση όλων και κοινή αξία, η αγάπη για το παιδί, τόσο των θετών, όσο και των φυσικών του γονιών.
                                                                             
Η αγάπη βιώνεται διαφορετικά από τον καθένα, όπως και εκφράζεται διαφορετικά.
Ο μικρός Τζόι θα είναι ο τελικός αποδέκτης της αγάπης αυτής. Ένας αποδέκτης με ελεύθερη προσωπικότητα, που διαθέτει κι αυτός τα δικά του αισθήματα. Αν και τυπικά τίποτα δεν εξαρτάται από κείνον, ίσως είναι αυτός που θα δώσει την τελική λύση, με την εμπιστοσύνη της αθωότητας του.

Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, ο Τζόι θα πρέπει να κάνει τρεις εβδομαδιαίες επισκέψεις προσαρμογής στους φυσικούς του γονείς, με την εποπτεία της Κοινωνικής Λειτουργού, προτού μάθει την αλήθεια.
Οι υποχρεωτικές αυτές επισκέψεις σε μια «φιλική οικογένεια», μακριά από τους δικούς του, είναι για το παιδί και ακατανόητες και σκληρές, ο Νόμος ωστόσο, έχει τη δική του λογική.



Ο Ριπ Πόρτερ [Parry Pepper], βγαίνοντας από τη φυλακή, είχε πάρει την απόφαση να αλλάξει ζωή. Όταν μαθαίνει την ύπαρξη του Τζόι, η απόφαση του εδραιώνεται. Από την πρώτη συνάντηση μαζί του, χτίζει βήμα-βήμα μεταξύ τους μια φιλική σχέση εμπιστοσύνης, ενώ όμως όλα πηγαίνουν καλά, η ικανοποίηση που αντλεί από το καινούργιο του πρόσωπο, αμβλύνει την εγρήγορση του, με συνέπεια το στρες του εγχειρήματος του, να μειώνει τις αντιστάσεις του.
Η αυτοπεποίθηση του κλονίζεται. Πάντα βρίσκεται μια αφορμή.
Μπορεί να ήταν τα εκατομμύρια δολάρια που του πρόσφερε ο Κάμπελ, για να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση του παιδιού. Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο.

Η συναισθηματική αστάθεια που παραμένει ακάλυπτη, ακόμα κι όταν η εξάρτηση φαίνεται πως έχει ξεπεραστεί, απλώς περιμένει την ευκαιρία της.
Μόλις αυτή υπάρξει, ξυπνά αιφνίδια η επιτακτική ανάγκη για φυγή και η τυφλή επιστροφή στη γνώριμη συνήθεια, είναι η μόνη διέξοδος.
Όλες οι αποφάσεις παραμερίζονται, η σωματική μνήμη επανέρχεται πανίσχυρη και η επιθυμία γίνεται πιεστική.

Το εσωτερικό κενό, καταπίνει το θύμα του χωρίς οίκτο και δισταγμό.
Το μονοπάτι της αυτοκαταστροφής είναι οικείο. Λήθη, απόσυρση, ηδονική χαλάρωση από την ένταση και δαιμονική αίσθηση αυτάρκειας. Πώς μπορεί κανείς να ξεφύγει από έναν τέτοιο κλοιό;
Το πάθος πολεμιέται με ισχυρή βούληση, σθένος κι επιμονή, αλλά νικιέται οριστικά μόνο με τη βοήθεια του Θεού.
Γιατί μόνο Εκείνος, μπορεί καλύψει το κενό της έλλειψης Του.

Το ενέργεια του αλκοόλ μεταφέρει τον Ριπ επτά χρόνια πίσω, στην ίδια ομίχλη αθλιότητας κι εγωισμού, που τον είχε οδηγήσει στη φυλακή. Ο αλαζονικός εαυτός του αναβιώνει και θολωμένος διεκδικεί άμεσα, όσα πιστεύει πως δικαιούται και έχει άδικα στερηθεί.
Ο μικρός Τζόι παίρνει μια γεύση αδικαιολόγητα βίαιης συμπεριφοράς, που τον αναδιπλώνει στον εαυτό του.


Η Γουέντι Πόρτερ [Mira Sorvino, Όσκαρ β' Γυναικείου Ρόλου στο Mighty Aphrodite το 1995], βλέπει το παιδί της αποτραβηγμένο, δυστυχισμένο κι εγκλωβισμένο σε μια άμορφη δίνη, αδύναμο να αντιδράσει.
Τι παρηγοριά μπορεί να του δώσει, πως μπορεί να το πλησιάσει μετά από τόσα χρόνια;

Αυθόρμητα του προσφέρει μια μικρή διέξοδο, μια προοπτική απελευθέρωσης. Κόβει μια πικραλίδα και του τη δίνει, για να κάμει μια ευχή σκορπίζοντας την στον αέρα.
Τον παρακολουθεί ήρεμη, γνωρίζοντας καλά ποια θα είναι η ευχή του.
Είναι η στιγμή που συγκεντρώνει υπέροχχα, τη δυναμική όλου του έργου.

Η αλήθεια συνήθως, βρίσκεται βαθύτερα από την επιφάνεια της πρώτης εντύπωσης. Η νοερή ευχή του Τζόι, μπορεί να θεωρηθεί σαν δεισιδαιμονία των μεγάλων ή σαν ένα απλό παιδικό παιχνίδι. Και αν η ευχή τελικά πραγματοποιηθεί, να αποδοθεί στην «τύχη» ή να χαρακτηριστεί σαν «σύμπτωση».
Όμως η ευχή που βγαίνει μέσα από τα βάθη μιας αγνής καρδιάς, είναι πίστη και η πίστη είναι η δύναμη της πραγμάτωσης.
Η «απόλυτη αυτή στιγμή» του Τζόι και της μητέρας του, ήταν γεμάτη από αγάπη, αγάπη που άγγιζε τα όρια της θυσίας και όπου υπάρχει τέτοια αγάπη, είναι αισθητή η παρουσία του Θεού.

Όλα τώρα θα ακολουθήσουν ένα νέο δρόμο.
Οι Κάμπελ αποφασίζουν να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους, αλλά θα καταλάβουν σύντομα πως είναι μάταιο να εκβιάζουν τις καταστάσεις.
Οι Πόρτερ θα εκτιμήσουν με καθαρότερο βλέμμα τα γεγονότα και θα ξεκινήσουν πάλι τη ζωή τους, με σταθερότερες βάσεις.

Όταν μετέχουμε στη ζωή χωρίς έπαρση, τότε όλα γίνονται απλά και αυτονόητα.
Παύουμε να ψάχνουμε για λύσεις στα προβλήματα μας, όταν πάψουμε να τα βλέπουμε σαν ανεπιθύμητες καταστάσεις και αποσύρουμε την αγωνία μας απ’ αυτά. Η εμπιστοσύνη στον Θεό και η αποδοχή των δώρων του, είτε τα κατανοούμε είτε όχι, θα γεμίσουν το κενό της καρδιάς μας.

Χωρίς να γίνεται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας καμία άμεση αναφορά στον Θεό, είναι διάχυτη μια αίσθηση πληρότητας, που τεκμηριώνεται κλιμακωτά με την εξέλιξη του έργου και ολοκληρώνεται στη συνείδηση του θεατή, όταν όλες οι επιμέρους σκηνές θα πάρουν τη συγκεκριμένη θέση τους στο σκηνοθετικό παζλ και θα το συμπληρώσουν αρμονικά.

Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό των θεϊκών ενεργειών και επεμβάσεων, η αθόρυβη και ήρεμη ανατροπή των λογικών και διαφαινόμενων προοπτικών, τόσο που όποιος δεν έχει την ευαισθησία να βλέπει την καρδιά των πραγμάτων, χάνει την ουσία της πραγματικότητας.
Ο θεατής χωρίς καμιά προτροπή, αφήνεται ανεπηρέαστος να αποκομίσει ό,τι μπορεί από την ιστορία αυτή.

Η Κοινωνική Λειτουργός κυρία Μπόουερ, δίνει στο έργο μια αισιόδοξη πινελιά, με τον γεμάτο ανθρωπιά επαγγελματισμό της, που εξευγενίζει την έννοια του καθήκοντος.
Σαν καταλύτης εξομαλύνει τις αντίξοες καταστάσεις και μετατρέπει σε πράξη τις ευχές και σε γέφυρες τις αντιθέσεις.

Η αδελφή της Μόλυ Κάμπελ, Μπεθ, αλλά και ο σύζυγος της Μπιλ, συμπληρώνουν τις χαρακτηριολογικές αντιθέσεις των ζευγαριών της ταινίας. Ο Μπιλ, επιφανειακά αδιάφορος, εκπέμπει σταθερότητα, καλοσύνη και κατανόηση, ενώ η Μπεθ, μέσα από ένα κοσμικό θρησκευτικό οπτικό πεδίο, ερμηνεύει τα σχέδια του Θεού και θεωρεί καθήκον της να επέμβει στις εξελίξεις.
Μπορεί όμως κανείς να εικάζει τους σχεδιασμούς του Κυρίου και να προδικάζει το μέλλον; Είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτοί από τον άνθρωπο, οι τρόποι που ενεργεί ο Θεός;

Ενώ είναι ακατάληπτος στη ουσία Του, την ίδια στιγμή είναι και απλός και προσηνής, προσφερόμενος πάντοτε στην ελάχιστη ειλικρινή μας επίκληση. Διευθετεί τα πάντα κατά την οικονομία Του, αντιμετωπίζει με άπειρη υπομονή και επιείκεια την επιπολαιότητα των παιδιών Του και βέβαια, βρίσκεται παντού.

Ο μικρός Τζόι, Τον συνάντησε στην καρδιά της δαντελωτής πικραλίδας. Με ένα φύσημα τη σκόρπισε σαν σκόνη στον αέρα μαζί με τις αντίξοες δυνάμεις και η αγωνία της ανάσας του έγινε η ευχή που άγγιξε τον Θεό που κρυβόταν στο μικρό, εύθραυστο κι ανεκτίμητο αυτό δώρο της πονεμένης μητέρας του και όλα τότε πήραν τη θέση που έπρεπε στη ζωή του.



Μ. Ψ.








[2φΑ]





Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

12 [Ρωσία - 2007]





12 [Ρωσία - 2007]


Στη ρωσική παραλλαγή της πολυβραβευμένης ταινίας του Sidney Lumet “12 Angry Men” (1957 - Χρυσή Άρκτος στο Βερολίνο και 12 ακόμα βραβεία), δώδεκα ένορκοι κλεισμένοι σε ένα γυμναστήριο σχολείου, θα αποφασίσουν για την ενοχή ή όχι ενός νεαρού Τσετσένου, που κατηγορείται πως σκότωσε τον θετό του πατέρα, έναν Ρώσο αξιωματικό.
Η δίκη κράτησε τρεις ημέρες, όλα τα στοιχεία και οι μαρτυρίες ήταν ξεκάθαρα σε βάρος του κατηγορούμενου και η διαδικασία της έκδοσης της ετυμηγορίας έμοιαζε να είναι απλή και σύντομη.

Ωστόσο δώδεκα άτομα με διαφορετικές πορείες στην κοινωνία ή δώδεκα πρόσωπα με άνιση διάθεση επικοινωνίας, μπορούν να εκπροσωπήσουν όλο το φάσμα της ρωσικής κοινωνίας, όλη τη γκάμα της οποιασδήποτε κοινωνίας μέσα στη ζωή κι αυτό σημαίνει πως όσο απλή και αναμενόμενη μπορεί να φαίνεται η συμπόρευση με την κοινή λογική, τόσο απρόβλεπτη μπορεί να αποδειχθεί η συμπεριφορά των ανθρώπων, όταν ξαφνικά κάποιος από το πλήθος έχει το θάρρος να ταράξει την επιφάνεια της πνευματικής αδράνειας και να μεταθέσει αναπόφευκτα τον καθένα από την ισχυρή θέση του κριτή των άλλων, σε απολογούμενο απέναντι στον εαυτό του.




Ο Nikita Mikhalkov σε μια έξοχη σκηνοθεσία, μας ενσωματώνει στο σχολικό γυμναστήριο, μάρτυρες της αναλυτικής διαδρομής δώδεκα χαρακτήρων, που αναπτύσσουν τις αντιστάσεις τους απέναντι στη «δύναμη του ενός», αντιτάσσουν τις άμυνες τους στην προοπτική να «ανοιχτούν» στην κριτική των άλλων, αλλά τελικά όλοι υποκύπτουν στην εσωτερική παρόρμηση, να δουν βαθύτερα και ειλικρινέστερα τα διδάγματα που τους χάρισε η ζωή και να αποδεχθούν τη σημασία τους.

Ο πρώτος ένορκος που αρνείται να δώσει καταδικαστική ψήφο, δηλώνει ενοχλημένος που μια τόσο σοβαρή απόφαση για τη ζωή ενός νέου, θα παρθεί τόσο εύκολα, τόσο βιαστικά, τόσο επιπόλαια, χωρίς έστω λίγο προβληματισμό, κάποια συζήτηση, ένα τελευταίο ζύγισμα της υπόθεσης πριν από την τελική απόφαση. Οι άλλοι τον κοιτούν έκπληκτοι, αφού δεν υπάρχουν σκοτεινά σημεία στην υπόθεση κι εμείς, απλοί θεατές της ταινίας και πολύ συχνά της ίδιας της ζωής μας, νοιώθουμε περισσότερη συμπάθεια πιθανόν στην ανθρώπινη ανυπομονησία των έντεκα να γυρίσουν στο σπίτι τους, παρά στην "αναίτια" εμμονή του ενός.

Ο ακατανόητος για τους πολλούς συναισθηματισμός όμως, έχει κι αυτός την αιτία του. Όλα κάπου οφείλονται και ο «ένας» αισθάνεται σημαδεμένος για πάντα και ανάλογα υπεύθυνος, από τα λόγια μιας γυναίκας.
Όταν βρέθηκε κάποτε εξαθλιωμένος, εγκαταλελειμμένος και μεθυσμένος, σε ένα τρένο που οι συνταξιδιώτες του έδειχναν να αγνοούν τελείως την ύπαρξη του, επισημαίνοντας έτσι τη δυσαρέσκεια τους για την προκλητική συμπεριφορά του, εκείνη εξήγησε ήρεμα στο κοριτσάκι της πως όχι, δεν είναι τρελός ο άνθρωπος αυτός και να μη τον φοβάται, γιατί η καρδιά του είναι γεμάτη πόνο και θλίψη. Μόνο εκείνη μπόρεσε να δει τη βαθιά δυστυχία του και με τα λόγια της αυτά, άλλαξε σε μια στιγμή την πορεία της ζωής του.
Η απλή εξιστόρηση του, που ερμήνευε την τωρινή του ανάγκη να δει κι αυτός τον «νεαρό φονιά» από πιο κοντά, να σκύψει πάνω του όπως η γυναίκα του τρένου σ’ εκείνον, άγγιξαν κάποιες χορδές (ένα πρώτο άγγιγμα) στις καρδιές των άλλων ενόρκων.

Όλα λοιπόν μπορούν να συμβούν στη ζωή και ο δεύτερος ένορκος που είναι έτοιμος να δεχθεί την αθωότητα του Τσετσένου, το ξέρει αυτό πολύ καλά.
Ένας μοναχικός εβραίος ταλαιπωρημένος, ευαίσθητος και στοχαστικός.
Ο πατέρας του στον πόλεμο, μας διηγείται, αγάπησε παράφορα μια πανέμορφη Λιθουανή, γυναίκα ενός Γερμανού αξιωματικού. Ένας φτωχός οικογενειάρχης, χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον και με σβησμένο παρελθόν, ερωτεύθηκε. Κι εκείνη, με τα δικά της τραυματικά βιώματα παρά την ασύγκριτη ομορφιά της, συγκινήθηκε από την ανερμάτιστη αγάπη του αξιοθρήνητου καχεκτικού εβραίου, μέσα στην αβεβαιότητα του πολέμου μιας μετέωρης Ρωσίας.
Ο αξιωματικός έφυγε στην πατρίδα του, εκείνους τους έστειλαν σε στρατόπεδα για μεγάλο διάστημα, συναντήθηκαν αργότερα κι έκαμαν δική τους οικογένεια και πολλά παιδιά...
Όλα μπορούν να συμβούν στη ζωή, γιατί να μην είναι αθώος ο κατηγορούμενος, όταν μάλιστα για υπεράσπιση του είχε έναν τελείως αδιάφορο συνήγορο;
Κάποιες φορές η διαίσθηση αποδεικνύεται σωστότερη από τη λογική.

Αν και περιορισμένος ο χώρος του Γυμναστηρίου, παρέχει αρκετή άνεση στις κινήσεις των ηθοποιών, σαν μόνη διέξοδο στην αμηχανία και στον προβληματισμό των ενόρκων που σταδιακά επιτείνεται, ωστόσο διατηρεί παράλληλα την αίσθηση του θεατρικού στησίματος, που διαχέεται στον θεατή και διατηρεί το ενδιαφέρον του σταθερά προσηλωμένο στο ξεδίπλωμα των συναισθηματικών μεταπτώσεων των χαρακτήρων του έργου.
Ο αγρότης, θα θυμηθεί την καλοσύνη ενός αστυνομικού που έσωσε τη ζωή του θείου του, ο ηθοποιός περιπλανώμενου θιάσου  θα εκτιμήσει σαν σημαντικότερο επίτευγμα στη θεατρική του καριέρα, το πονεμένο χαμόγελο της ετοιμοθάνατης γιαγιάς του.
Ο διευθυντής του Νεκροταφείου θα δικαιώσει τις απάτες του στις κηδείες, με τις ευεργεσίες που πρόσφερε στο χωριό του και ο καλοπροαίρετος χειρούργος θα κάμει μια αριστοτεχνική επίδειξη χορού με το μαχαίρι του φόνου, ξαναζώντας κάποιες νεανικές του στιγμές στον Καύκασο.

Η προοδευτική ευαισθητοποίηση από την εξοικείωση που αναπτύσσεται μεταξύ τους, ακολουθεί την κατεύθυνση ομαδικής ψυχοθεραπείας, όπου ο καθένας θα νοιώσει ασφαλής ακούγοντας τις ιστορίες των άλλων, αλλά αυτή η γενική και ισότιμη συμμετοχή στη διαδικασία, αφυπνίζει την ανάγκη αυτοκριτικής τους και διαμορφώνει τον αυθορμητισμό της δημόσιας εξομολόγησης.
Όταν κάποιος ανοίγει με ειλικρίνεια την καρδιά του στους άλλους, αποφορτίζεται από τη ένταση του εγωκεντρισμού του, εκτονώνει τη πίεση της επιθετικότητας του και κατευνάζει τη οδύνη των ενοχών του.



Η ευκαιρία παρουσιάζεται αιφνίδια, αβίαστη.
Στην προσπάθεια διαλεύκανσης των γεγονότων του φόνου, οι συνειρμοί που προκύπτουν από τους παραλληλισμούς, εξελίσσονται σε προσωπική ενδοσκόπηση και στρέφονται στην εξομολογητική έκφραση. Η ανακουφισμένη συνείδηση μπορεί να επανεξετάσει πια τα δεδομένα χωρίς προκαταλήψεις, με ειρηνική διάθεση αποδοχής και επιείκειας.
Η μεταστροφή των ενόρκων πραγματοποιείται πρώτα στο ψυχολογικό επίπεδο και στη συνέχεια τεκμηριώνεται με τη λεπτομερή διερεύνηση των στοιχείων και των συνθηκών του εγκλήματος.
Το νέο αυτό πρίσμα θεώρησης των πραγμάτων, υιοθετείται σε διαφορετικό χρόνο από τους ενόρκους, που παρά τις αρχικές αντιθέσεις τους, εναρμονίζονται τελικά σε ένα κοινό τρόπο προσέγγισης της αλήθειας.

Η συμμετοχή όλων στην αναπαράσταση των συνθηκών του φόνου, το σενάριο φόβου που υποβάλλει στον ασταθή συναισθηματικά παραγωγό της τηλεόρασης ο επίμονος ταξιτζής, οι σκοπιμότητες και η ζήλια που αποκαλύπτονται στις καταθέσεις των μαρτύρων και τέλος, η αποδεδειγμένη επιπολαιότητα της υπεράσπισης και όλου του τρόπου διεξαγωγής της δίκης, δίνουν νέες διαστάσεις στην υπόθεση και περισσότερο ισχυρά ερείσματα στους ενόρκους για επανεκτίμηση των γεγονότων.
Παράλληλα με τις αυξανόμενες αθωωτικές ψήφους στις διαδοχικές ψηφοφορίες των ενόρκων και με τις συχνές αναδρομές στην παιδική ηλικία του νεαρού Τσετσένου, που εναλλάσσονται με ανάλογες κλεφτές ματιές της κάμερας στο κελί της αναμονής για την τελική απόφαση της δίκης, η εκδοχή του στυγνού δολοφόνου έχει ήδη χάσει και την ψήφο του θεατή.

Ο σταθερότερος στις καταδικαστικές απόψεις του ταξιτζής, αποδεικνύεται πως φέρει στη συνείδηση του τις περισσότερες ενοχές.
Ο σκληρότερος ένορκος από τους δώδεκα, ομολογεί τελικά τα λάθη του, αφηγείται και λυπάται ειλικρινά για την ανηλεή συμπεριφορά του απέναντι στον γιο του, αποσύρει την προβολή της επιθετικότητας του από τον άτυχο Τσετσένο και αποδέχεται κι αυτός την αθωότητα του.

Ο δωδέκατος όμως ένορκος, ο περισσότερο έμπειρος παλιός αξιωματικός που προεδρεύει στη συνάντηση αυτή, δεν έχει πει την τελευταία του λέξη.
Αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, οι σκευωροί που μεθόδευσαν την καταδίκη του, είναι βέβαιο πως θα τον σκοτώσουν, προτού αυτός προλάβει να τους εντοπίσει και να τους αποκαλύψει. Ποιος θα τον προστατεύσει; Δεν είναι προτιμότερο να διασφαλίσουν τη ζωή του στη φυλακή, κηρύσσοντας τον ένοχο;
Το δίλημμα είναι εύλογο, προσωπικό και δραματικό, όμως οι άλλοι έντεκα δεν συμφωνούν.
Ο νεαρός Τσετσένος δεν είναι δολοφόνος και θα πρέπει να αποδοθεί πάλι καθαρός στην κοινωνία. Δεν αποδέχονται την ευθύνη, να ρυθμίσουν αυτοί τη μοίρα του.

Όταν πια όλοι έχουν αποχωρήσει και η ζωή του καθενός θα συνεχίσει τον δρόμο της, πλουσιότερη και διαυγέστερη μετά από μια ανέλπιστη εμπειρία κάθαρσης, ο κύριος αίτιος της εμπειρίας αυτής, ο πρώτος ένορκος, επιστρέφει μόνος στο Γυμναστήριο.
Κατευθύνεται σε ένα απόμερο ντουλάπι και πιάνει από ψηλά μια τοποθετημένη εκεί μικρή εικόνα της Παναγίας.

Ο «ένας» που αντιτάχθηκε με θάρρος στη γνώμη των πολλών, που ανέτρεψε τη βέβαιη καταδίκη ενός αθώου και πρόσφερε την καθαρτήρια και εξιλαστήρια διαδικασία στην ομάδα των ενόρκων, είχε τοποθετήσει εκεί κρυφά την Παναγία, να εποπτεύει, να ρυθμίζει, να καθοδηγεί τον νου και να θερμαίνει τις καρδιές των ενόρκων, για να διασφαλιστεί μια δίκαιη ετυμηγορία.
Η δύναμη του πνεύματος του «ενός», πραγματοποιεί τα αποτελέσματα που επιδιώκει, όταν αντλείται άμεσα από τη Θεότητα, που χορηγεί υπόσταση, νόημα και ισχύ στις αγαθές προαιρέσεις και συνεργεί μαζί Της.
Ο «ένας» που τολμά, επιμένει και ανατρέπει, ποτέ δεν ενεργεί μόνος.

Σε μια τελευταία συμβολική καταγραφή της ταινίας, ανοίγει στη συνέχεια δυο παράθυρα του γυμναστηρίου για να μπορέσει να πετάξει ελεύθερο, ένα πουλάκι που βρισκόταν εγκλωβισμένο στο χώρο του.
Εκείνο, πετά με ελπίδα μπροστά στο ανοικτό παράθυρο κι αφήνοντας πίσω του τη ζεστασιά και την ασφάλεια του προστατευμένου χώρου, επιστρέφει στον κόσμο του, στην παγωμένη χιονοθύελλα της ελευθερίας του.



Μ. Ψ.















Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Planta 4a






Planta 4a  -  [Ο 4ος όροφος, Ισπανία - 2003]


Η ταινία εκτυλίσσεται στον τέταρτο όροφο ενός επαρχιακού νοσοκομείου στην Ισπανία.
Εκεί βρίσκεται το τμήμα νοσηλείας εφήβων, που έχουν προσβληθεί από καρκίνο των οστών.
Οι περισσότεροι έχουν ήδη χειρουργηθεί και ανάμεσα τους ξεχωρίζει μια ομάδα ανάπηρων νεαρών που κυκλοφορούν στο Νοσοκομείο με καροτσάκια και αποκαλούνται χαϊδευτικά από το προσωπικό και τους γιατρούς «καραφλούληδες», αφού έχουν χάσει τα μαλλιά τους από τη χημειοθεραπεία, που θα τους παρατείνει για λίγο τη ζωή!
Η μικρή αυτή περιγραφή σίγουρα δεν προδιαθέτει για μια ευχάριστη προβολή, σημασία όμως έχει πάντα, η γωνία από την οποία θα δεις κάτι, το πρίσμα μέσα από το οποίο θα το εξετάσεις, τα σημεία στα οποία θα στρέψεις το βλέμμα σου και θα εστιάσεις.

Ο Alberto Espinosa, έγραψε ένα θεατρικό έργο για τη ζωή των παιδιών αυτών στο Νοσοκομείο, έχοντας ζήσει ο ίδιος και επιβιώσει από τις οδυνηρές εμπειρίες μιας τέτοιας νοσηλείας.
Το έργο του γνώρισε μεγάλη επιτυχία και το 2001, ο Ignacio del Moral με βάση το θεατρικό αυτό έργο, έγραψε ένα σενάριο για μεταφορά του στον κινηματογράφο, σε συνεργασία με τον Espinosa και με τον Antonio Mercero, που σκηνοθέτησε την ταινία.
Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο, αλλά  η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 2003 και την ίδια χρονιά κέρδισε το Βραβείο του Κοινού στο Φεστιβάλ του Μόντρεαλ.
Ακολούθησαν πολλές ακόμα διακρίσεις και οι κριτικές σε όλο τον κόσμο χαρακτήρισαν το έργο από «εξαιρετικό» έως «αριστούργημα».

Ο Michelangelo, ο Izan, ο Dani και ο Jorge, η παρέα των παιδιών του τέταρτου ορόφου που υποδύονται οι Juan Jose Ballesta και Gorka Moreno, Alejandro Zafra και Maite Jauregui, δεν ελκύουν τη συμπάθεια του κοινού λόγω του οίκτου που προκαλούν με την πάθηση τους, αλλά γιατί παρουσιάζουν με πολύ ρεαλιστικό τρόπο μια υγιή αντίδραση στην προοπτική του θανάτου, με τη συσπείρωση τους σε μια μικρή κοινότητα φίλων που αποδέχονται την πραγματικότητα και την αντιμετωπίζουν με τη φυσικότητα, που αρμόζει σε παιδιά της ηλικίας τους, χωρίς να αποσύρονται στη σκιά της μειονεκτικότητας τους. 
Έχουν την ευκαιρία να δουν και να ζήσουν τη δική τους «περιπέτεια» και δίνουν σε μας την ευκαιρία να αντιληφθούμε, πως είναι καλύτερα να ζούμε την καθημερινή μας αλήθεια, χωρίς τους περιττούς τυποποιημένους συναισθηματισμούς που δεν ωφελούν κανέναν.   




Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Shrink - Εξομολογήσεις







Shrink [Εξομολογήσεις, ΗΠΑ - 2009]

                                    
Κάτι που χαρακτηρίζει ουσιαστικά την ποιότητα μιας ταινίας, είναι τα αποτυπώματα που αφήνει το πέρασμα της στις ψυχές των θεατών.
Ίχνη αδρά ή ανεπαίσθητα, ανάλογα με την "ικανότητα" της ταινίας (του θέματος, του σκηνοθέτη και των πρωταγωνιστών κυρίως) να ανταποκριθεί στη δεκτικότητα που διαθέτει ο θεατής και να δονήσει τις ευαίσθητες χορδές του.

Συνήθως ωστόσο, ο θεατής εκφράζεται για το "άγγιγμα" της ταινίας, με μια αισθητική κυρίως αξιολόγηση, για το «πόσο του άρεσε» το έργο, αποφεύγοντας έτσι να επισημάνει συνειδητά τα σημεία επηρεασμού του, ώστε να αποδεχθεί την ύπαρξη και μη συνειδητών πτυχών στην προσωπικότητα του, που επίσης συμμετέχουν στην τελική  κρίση του.

Συνειδητά ή όχι, όλοι μας έχουμε και την αθέατη πλευρά του εαυτού μας.
Αθέατη για μας και τους γύρω μας, προσβάσιμη όμως στους εκπαιδευμένους αναλυτές της ψυχής, που έχουν εξοικειωθεί στο να ερμηνεύουν ορισμένα σημεία στον λόγο και τις αντιδράσεις μας, ώστε να «βλέπουν καθαρά» τα κίνητρα που ασυνείδητα μας ωθούν, στην οποιαδήποτε συμβατή ή ακραία συμπεριφορά μας.

Αυτή άλλωστε, είναι και η βασική αλήθεια στη διαδρομή μιας ψυχοθεραπείας.
Ο ψυχαναλυτής είναι ο άνθρωπος που «μπορεί», αυτό που δεν μπορούμε εμείς για τον εαυτό μας, να δει δηλαδή τι κρύβεται «από την άλλη μεριά του τοίχου»!

Η ταινία "Shrink" (όπου shrink στην Αμερική σημαίνει και ψυχαναλυτής), σε εξαιρετική σκηνοθεσία του Jonas Pate, κινείται πολύ διακριτικά γύρω από το θέμα της ψυχανάλυσης, αλλά καταγράφει παράλληλα κάποιες ουσιαστικές αδυναμίες της, που τις πλαισιώνει ρεαλιστικά με τους σύγχρονους ρυθμούς ζωής.
Όμως οι άνθρωποι είναι παντού (και πάντοτε) ίδιοι, με παρόμοια προβλήματα, με ανάλογες ανάγκες και με ταυτόσημη δυστυχώς αδιαφορία, σε ό,τι δεν τους αφορά άμεσα.           



Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

IDA [Πολωνία, 2013]










Ida  [Πολωνία, 2013 – 80΄]


Μια ιδιαίτερη ταινία ηθικού προβληματισμού, με πληθώρα διακρίσεων σε Ευρώπη και Αμερική, από τον σκηνοθέτη Paweł Pawlikowski, σε σενάριο του ιδίου και της Rebecca Lenkiewicz.

Οι ηθοποιοί Agata Trzebuchowska σαν Ida Lebenstein - αδελφή Άννα και Agata Kulesza σαν Wanda Gruz, θεία της Άννας, αποτελούν ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο, που σίγουρα δεν θα ξεχαστεί σύντομα, όπως άλλωστε και η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία της ταινίας.




Η Άννα είναι μια δόκιμη μοναχή, που ορφανή από μικρή μεγάλωσε στον χώρο του  Μοναστηριού. Αυτό ήταν το σπίτι της και οι μοναχές η οικογένεια της. Ακολουθεί τον δρόμο της με αφοσίωση στον Χριστό και θεωρεί δεδομένο το να αφιερώσει τη ζωή της στην Υπηρεσία Του.

Ο καλλωπισμός, η μεταφορά και η τοποθέτηση του ομοιώματος Του στο προαύλιο, μαρτυρούν με τον συμβολισμό τους τον ζήλο και τον προσανατολισμό των κοριτσιών που θα γίνουν μοναχές.

Οι προβληματισμοί όμως που αποσκοπούν στη στήριξη της βούλησης μας, στην εδραίωση των αποφάσεων για έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, είτε προέρχονται από εσωτερική αναζήτηση, είτε προκύπτουν από εξωτερικούς παράγοντες, αποτελούν πάντοτε διεργασίες απαραίτητες και αυστηρά προσωπικές.

Η Άννα δεν έχει ρίζες, δεν έχει παρελθόν. Μόνο μια θεία, που δεν την επισκέφθηκε ποτέ στο Μοναστήρι. Η ηγουμένη θεωρεί επιβεβλημένη μια συνάντηση γνωριμίας της Άννας με τη θεία της, προτού δώσει τους όρκους της σαν μοναχή.

Η συνάντηση τους, θα επαναφέρει στο προσκήνιο το παρελθόν, που επί τόσα χρόνια προσπαθεί να διαγράψει η θεία Wanda από τη μνήμη της. Παράλληλα θα αρχίσει να παίρνει μορφή, να αναπτύσσεται και να διεκδικεί την παρουσία της στον κόσμο, με το άγνωστο παρελθόν της, η Ida, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Άννας.

Η Ida, που δικαιωματικά ψηλαφά στη συγκρατημένη συμπεριφορά της Άννας, την αναλογία των δικών της συναισθημάτων, των δικών της επιθυμιών, όπως και τη δική της ελευθερία επιλογών.

Είναι συχνά αναγκαίο, αλλά εξίσου δύσκολο, να εξισορροπηθούν τα δυναμικά δύο κόσμων. Όταν ωστόσο πρόκειται για το παρελθόν και το παρόν του ιδίου προσώπου, που στον συγκερασμό τους θα οικοδομηθεί το μέλλον, οι εσωτερικές συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες κι εκρηκτικές.

Η προσωπική μας ιστορία, ζει στα τωρινά μας συναισθήματα. Οι επιρροές της στο σήμερα, ζωντανεύουνε τις σκιές του τότε. Οι άγνωστες αλήθειες της Άννας και οι απωθημένες της Wanda, διαμορφώνουν την τραγικότητα της συνάντησης τους.


Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Doubt [ΗΠΑ - 2008]







Doubt  [Αμφιβολία, Η. Π. Α. – 2008 – 104΄]


Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου και πολυβραβευμένου θεατρικού έργου του John Patrick Shanley [με βραβείο Pulitzer και έξι ακόμα διακρίσεις], που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αμερική.
Ο ίδιος ο συγγραφέας, δούλεψε το σενάριο και σκηνοθέτησε την ταινία.

Η θεατρική ατμόσφαιρα που περιβάλλει το έργο και οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, εισδύουν αθόρυβα στη συνείδηση του θεατή που απολαμβάνει τις συγκινησιακές δονήσεις των κύριων προσώπων του [τέσσερις υποψηφιότητες για Oscar] τόσο, όσο και την ταυτόχρονη αντήχηση που προκαλούν αυτές στην ψυχή του.

Τα πρόσωπα που δεν εκφράζουν πάντοτε τις πραγματικές θέσεις τους, τα ερωτηματικά που ακολουθούν μοιραία τις αβάσιμες ή όχι υποψίες και παραμένουν μετέωρα, οι απαντήσεις που δεν δίνονται ποτέ και πάνω απ’ όλα τα καίρια ψυχολογικά δυναμικά που ασυνείδητα προσδιορίζουν τις πράξεις, αποτελούν πρόκληση για προσέγγιση.

Το 1964, στο καθολικό σχολείο του Αγίου Νικολάου στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, εγγράφεται για πρώτη φορά ένας μαύρος μαθητής, ο Ντόναλντ Μίλερ.

Το απλό αυτό γεγονός και η φιλική αντιμετώπιση του ιερέα Φλιν [Philip Seymour Hoffman] στο παιδί (που αισθάνεται εχθρικό το νέο του περιβάλλον και έχει ανάγκη τη διακριτική στοργή του ιερέα για να προσαρμοστεί), δίνει την ευκαιρία στη Διευθύντρια του σχολείου, την αυστηρή Αδελφή Αλοΐσιους [Meryl Streep] να αντιτεθεί στις παιδαγωγικές και ποιμαντικές απόψεις του ιερέα, επικεντρώνοντας την καχυποψία της στη σχέση του αυτή με τον μαθητή και να επιδιώξει την απομάκρυνση του από το σχολείο και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

Στην τάξη του Ντόναλντ διδάσκει η απλή και ευσυνείδητη νεαρή μοναχή Αδελφή Τζέιμς [Amy Adams], που με τη διάφανη ηρεμία της προσφέρει στους μικρούς μαθητές της πολλά περισσότερα, πέρα από τις γνώσεις των μαθημάτων τους. 

Τόσο το σχολείο όσο κυρίως η νεαρή δασκάλα, είναι βιωματικές εικόνες του συγγραφέα, απ’ όταν σαν εξάχρονο παιδάκι πήγαινε στο σχολείο του Αγίου Αντωνίου στο Μπρονξ και είχε σαν πρώτη του δασκάλα μια μοναχή, το πρότυπο της Αδελφής Τζέιμς.
Βαθιά επηρεασμένος από τη γαλήνια προσωπικότητα της δασκάλας του, πολλά χρόνια αργότερα τη μεταφέρει αυτούσια όπως την είχε εισπράξει, στο θεατρικό του έργο και στο σενάριο της ταινίας.