Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

"Kαι γλάστρες με γεράνια.. "




Οδυσσέας Ελύτης
–  από "Τα δημόσια και τα ιδιωτικά"


Πήρε να χειμωνιάζει. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου.
Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ
στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη,
αν δεν την έχω κιόλας περάσει.
Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ' τον ήλιο κι ένα
κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο που, έτσι και συμβεί να μου λείψουν
μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη.
Σχεδόν σοβαρολογώ.

Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω,
είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις,
ούτε καν για την παράδοση.
Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει
τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα,
και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων
επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου -
παραλίγο να πω η ψυχή μου.

Μέσα σ' ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι
ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς,
σύνολο γης, φυτών και υδάτων.
Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη.

Θέλω να πιστεύω - και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη
στον αγώνα της με τη γνώση - ότι όπως και να τα εξετάσουμε,
η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε
του Αιγαίου χώματα, έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου
το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη
δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου
πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες,
υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί
από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.  ….




db – [2fA]



"Οριακή ημερομηνία.. "





11 Σεπ. 2001  -  Οριακή ημερομηνία αντίστροφης μέτρησης

"… Δεν υπάρχουν πια νωπά λουλούδια
σκοτείνιασε το μέτωπο τους
άοσμα μεγαλώνουν σε μήτρες πλαστικές
να στολίζουν το πένθος μας… "





                                                                    







              

                   


[2φΑ]



Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

"Φθινοπωρινή ζωγραφιά "





«Το Φθινόπωρο»
--  από την Λίνα Αλεξανδράκη

Μια Έκθεση ζωγραφιά, ένα εποχικό μινουέτο
δροσιάς και νοσταλγίας





- κλικ για μεγάλο μέγεθος εικόνας

fb [2fΑ]

                                                                          


Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

"Αριγκάτο!... "





Η (άγνωστη) ιστορία του εμπορικού καραβιού από την Άπω Ανατολή
που έδωσε παράδειγμα ανθρωπιάς στους δυτικούς «συμμάχους»
-  από τον Σωτήρη Λέτσιο, στην "Δημοκρατία"


Την ώρα που γραφόταν μία από τις πιο θλιβερές και αιματοβαμμένες σελίδες στην ιστορία του Ελληνισμού με την καταστροφή της Σμύρνης, αλλά και την εξόντωση του ελληνικού πληθυσμού, κάποιοι τρίτοι με τις ηρωικές πράξεις τους, έσωσαν την τιμή του παγκόσμιου ανθρωπισμού.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1922, με τη Σμύρνη στις φλόγες και τους εξαθλιωμένους Έλληνες να αναζητούν απεγνωσμένα τη σωτηρία δια θαλάσσης, ένας Ιάπωνας καπετάνιος εμπορικού πλοίου και το πλήρωμά του, συγκλονισμένοι από την εικόνα της τραγωδίας και χωρίς χρονοτριβή, παίρνουν μια γενναία απόφαση: μεταφέρουν στο κατάστρωμα όλο το φορτίο από μετάξι και δαντέλα που ήταν αποθηκευμένο στα αμπάρια και χωρίς δισταγμό τα πετάνε στη θάλασσα!

Για τον Ιάπωνα καπετάνιο -το όνομα του οποίου παραμένει, δυστυχώς, έως και σήμερα άγνωστο- υπέρτερο όλων είναι η διάσωση των ανθρώπινων ψυχών. 
Γι' αυτό δίνει διαταγή να πλευρίσει το πλοίο στην προκυμαία και να επιβιβαστούν σε αυτό Έλληνες και Αρμένιοι, προκειμένου να μεταφερθούν ασφαλείς στον Πειραιά και σε άλλα ελληνικά λιμάνια.
Η εξαίρετη αυτή πράξη φιλελληνισμού αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία, δεδομένου ότι εκείνες τις ημέρες η ελληνική κυβέρνηση είχε εκδώσει αυστηρή διαταγή, τα ελληνικά πλοία να μην παίρνουν Έλληνες! 

Η πρωτοβουλία του Ιάπωνα πλοιάρχου δεν πέρασε απαρατήρητη· καταγράφηκε μέσα και από τις πληροφορίες που έδωσε ο Τζορτζ Χόρτον, Αμερικανός πρόξενος τότε στη Σμύρνη.
Σε τηλεγράφημά του προς το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (18 Σεπτεμβρίου 1922) τονίζει: 
«Ένα γιαπωνέζικο πλοίο πήρε μερικούς πρόσφυγες και άκουσα πως πέταξε το φορτίο του για τον σκοπό αυτό.
- Επιβάτες του πλοίου μιλούν για τη συγκινητικά ευγενική συμπεριφορά του ιαπωνικού πληρώματος».

Το γεγονός αυτό όμως δεν διέφυγε και από τον ιαπωνικό Τύπο. 
Στις 15 Οκτωβρίου 1922 η «Atlanta Journal-Constitution» ανέφερε:
«Αντίθετα με τις ενέργειες κάθε άλλου πλοίου στη Σμύρνη, υπήρχε κι ένα φορτηγό πλοίο στο λιμάνι το οποίο έριξε όλο το φορτίο στη θάλασσα, και πήρε κάθε πρόσφυγα για τον οποίο θα μπορούσε να βρει χώρο πάνω στο σκάφος και τους μετέφερε στον Πειραιά.
Τα αμερικανικά, τα βρετανικά, τα γαλλικά και τα ιταλικά πλοία έλεγαν στους πρόσφυγες ότι μπορούσαν να πάρουν μόνο δικούς τους στα σκάφη και τότε παρέμειναν οι ταπεινοί Ιάπωνες για να αποδείξουν την ευσπλαχνία τους προς τους πρόσφυγες».

ΣΤΑ ΜΜΕ

Στην εφημερίδα «The Boston Globe» της 21ης Οκτωβρίου 1922, η Αν Χάρλοου Μπιρτζ, σύζυγος του Χ. Μπιρτζ, καθηγητή του Διεθνούς Κολεγίου της Σμύρνης, έδωσε τη δική της μαρτυρία:
«Οι απελπισμένοι πρόσφυγες βρίσκονταν στις αποβάθρες και το λιμάνι ήταν γεμάτο από άνδρες και γυναίκες που κολυμπούσαν με την ελπίδα να σωθούν. 
Στο λιμάνι εκείνη τη στιγμή ήταν μόνο ένα γιαπωνέζικο πλοίο, το οποίο μόλις είχε φθάσει φορτωμένο έως το κατάστρωμα με ένα πολύτιμο φορτίο από μετάξι και δαντέλες μεγάλης αξίας, χιλιάδων δολαρίων.

Ο Γιαπωνέζος καπετάνιος, όταν κατάλαβε την κατάσταση που επικρατούσε, δεν δίστασε. 
Ολόκληρο το φορτίο πετάχτηκε αμέσως στα βρόμικα νερά του λιμανιού, ενώ το φορτηγό φορτώθηκε και γέμισε με όσες εκατοντάδες πρόσφυγες μπορούσε να μεταφέρει ασφαλείς στον Πειραιά και στις ελληνικές ακτές».

Εξίσου σημαντική ήταν και η αναφορά του ανταποκριτή των «New York Times» στις 18 Σεπτεμβρίου:
«Την Πέμπτη υπήρχαν έξι ατμόπλοια στη Σμύρνη, για να μεταφέρουν τους πρόσφυγες. 
Ένα γιαπωνέζικο, δύο γαλλικά, ένα αμερικανικό και δύο ιταλικά. 
Το αμερικανικό και το γιαπωνέζικο πλοίο δέχθηκαν όλους τους πρόσφυγες, χωρίς να ελέγξουν τα χαρτιά τους, ενώ τα άλλα πλοία πήραν όσους είχαν διαβατήριο».

ΠΡΙΝ ΑΠΟ 17 ΧΡΟΝΙΑ

Το γεγονός αυτό ασφαλώς και δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο, έστω και αν ήταν ελάχιστα τα ιστορικά τεκμήρια και οι πρωταγωνιστές σχεδόν ακατόρθωτο να εντοπιστούν. 
Πριν από περίπου 17 χρόνια μια Γιαπωνέζα φοιτήτρια της Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας έφερε στο φως μια άγνωστη πτυχή του συμβάντος. Στο κείμενό της -που δημοσιεύτηκε σε περιοδικό της Ιαπωνίας- έγραψε, ότι κάποιοι διασωθέντες Έλληνες Μικρασιάτες ήξεραν τρεις λέξεις της ιαπωνικής γλώσσας.

Αυτές οι λέξεις ήταν το «αριγκάτο» («ευχαριστώ»), «κονίτσιουα» («καλημέρα») και η φράση «κοκόρο ιτάι» («πονάει η καρδιά μου βλέποντας τον πόνο των άλλων»), την οποία είχαν ακούσει από τον Ιάπωνα πλοίαρχο.

ΚΑΒΑΛΑ: Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΟΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥ 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

Στην παραπάνω μαρτυρία αξίζει να προσθέσουμε και άλλο ένα στοιχείο. 
Όταν διοργανώθηκε η τιμητική βραδιά για τους Ιάπωνες ναυτικούς από τον Μικρασιατικό Σύλλογο Καβάλας (Σεπτέμβριος 2009), στο τέλος της εκδήλωσης πλησίασε συγκινημένος ένας ηλικιωμένος κάτοικος της πόλης για να πει ότι είχε ακούσει από τη μητέρα του -μια Μικρασιάτισσα πρόσφυγα- να διηγείται ότι την έσωσαν κάποιοι «ανέγνωροι άνθρωποι» (παράξενοι άνθρωποι), οι οποίοι την είχαν μεταφέρει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Το εξαιρετικό αυτό συμβάν έχει ανακινήσει προσφάτως το ενδιαφέρον της ιαπωνικής κοινωνίας, καθώς η κυρία Νανάκο Μουράτα Σαβαγιανάγκι, καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Τόκιο με ειδίκευση στη Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, ετοιμάζει τη συγγραφή μελέτης σχετικά με το ιαπωνικό πλοίο.

-  Από ελληνικής πλευράς πάντως, τον περασμένο Μάιο η Εστία Νέας Σμύρνης επέδωσε πλακέτα στον πρέσβη της Ιαπωνίας στην Ελλάδα κ. Μασούο Νισιμπαγιάσι, τιμώντας τους Ιάπωνες ναυτικούς και εκφράζοντας τους, ένα μεγάλο «ευχαριστώ» «για τη βοήθεια που προσέφεραν στους κινδυνεύοντες με αφανισμό Μικρασιάτες προγόνους μας».





ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΕΜΠΡΟΣ -  Η ΓΕΝΝΑΙΑ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΙΑΠΩΝΩΝ

ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ
Αξίζει να εξαρθεί το γεγονός της φιλανθρωπικής,, αλλά και γενναίας στάσεως του κυβερνήτου του Ιαπωνικού σκάφους Τόκεϊ Μαρού, όστις κατόρθωσε να διασώσει 825 ομογενείς πρόσφυγας, παρά τας Τουρκικάς απειλάς.

Διότι, όταν ο Ιάπων κυβερνήτης, συγκινηθείς εκ των αγρίων σφαγών και των εκκλήσεων των προσφύγων, απέστειλεν όλας τας λέμβους του πλοίου όπως παραλάβει όσους ηδύνατο περισσοτέρους πρόσφυγας, αξιωματικοί του Κεμαλικού στρατού περικυκλώσαντες τας λέμβους, ηπείλουν να τις καταβυθίσουν.

Τότε ο Ιάπων πλοίαρχος σπεύσας αυτοπροσώπως, εδήλωσεν εις τους Κεμαλικούς αξιωματικούς, ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην έθιγον έστω και μίαν τρίχα προσφύγων, θα το εθεώρα ως προσβολήν κατά της Ιαπωνικής σημαίας και θα απήτει παρά της Κυβερνήσεως του άμεσον ικανοποίησιν.
Προ της απειλής ταύτης οι Κεμαλικοί συνεννοηθέντες μετά του αρχηγού των, ηναγκάσθησαν ν’ αφήσουν ανενοχλήτους τους επί του Ιαπωνικού σκάφους επιβιβασθέντας πρόσφυγας.



dimokratianews – [2fA]

                                                          


"Σκέπη και αντίληψις "




Γενέθλιον Θεοτόκου


Η γέννησις σου, Θεοτόκε, χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη
εκ σου γαρ ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών,
και λύσας την κατάραν έδωκε την ευλογίαν και καταργήσας τον θάνατον
εδωρήσατο ημίν ζωήν αιώνιον.

Πάντων προστατεύεις Αγαθή,
των καταφευγόντων εν πίστει τη κραταιά σου χειρί,
άλλην γαρ ουκ έχομεν, αμαρτωλοί προς Θεόν,
εν κινδύνοις και θλίψεσιν, αεί μεσιτείαν,
οι κατακαμπτόμενοι, υπό πταισμάτων πολλών,
Μήτερ του Θεού του Υψίστου 
όθεν σοι προσπίπτομεν
ρύσαι, πάσης περιστάσεως τους δούλους σου.

Δέσποινα, πρόσδεξε τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσε ημάς
από πάσης ανάγκης και θλίψεως.

Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτηρ του Θεού,
φύλαξον με υπό την σκέπην σου.

Εκ παντοίων κινδύνων τους δούλους σου φύλαττε, ευλογημένη Θεοτόκε,
ίνα σε δοξάζωμεν, την ελπίδα των ψυχών ημών.

Τη πρεσβεία, Κύριε, πάντων των Αγίων και της Θεοτόκου
την σην ειρήνην δος ημίν και ελέησον ημάς ως μόνος οικτίρμων.

Πάντων θλιβομένων η χαρά, και αδικουμένων προστάτις,
και πενομένων τροφή, ξένων τε παράκλησις και βακτηρία τυφλών,
ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων σκέπη και αντίληψις
και ορφανών βοηθός,
Μήτερ του Θεού του ύψίστου, συ Υπάρχεις
Άχραντε σπεύσον, δυσωπούμεν ρύσασθαι τους δούλους σου.



[2φΑ]



Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

"Σικελικοί εσπερινοί "





ΣΙΚΕΛΙΚΟΙ ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ
-  ΜΑΙΡΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ  [ΤΟ ΒΗΜΑ, 29-02-2004]

Στις 30 Μαρτίου 1282, την ώρα που οι καμπάνες του Παλέρμο
καλούσαν τους πιστούς στους Εσπερινούς, οι Σικελοί πολίτες
κατέσφαξαν τη φρουρά και τα μέλη της Κυβέρνησης
του Ανδεγαυού Βασιλιά τους.
Ο Runciman θεωρεί πως το περιστατικό αυτό καλύπτει όλη την
περιοχή της Μεσογείου κατά το 13ο αιώνα και τονίζει τον σημαντικό
ρόλο που έπαιξε στην Ιστορία του Βυζαντίου.


Τι νορμανδοί βασιλείς, τι Γερμανοί, τι Γάλλοι, τι Ιταλοί, τι πάπες και πατριάρχες, τι εμίρηδες και χαλίφηδες, τι Μογγόλοι και Σαρακηνοί, τι χήρες και παιδιά! 
Όλοι αυτοί αναμετρώνται στο έργο του Στίβεν Ράνσιμαν με ακτίνα δράσης την τότε οικουμένη - είναι να σαστίζει κανείς. 
Τόση πολυκοσμία θα τρόμαζε οποιονδήποτε συγγραφέα, όχι όμως και τον Ράνσιμαν. 

Ο κορυφαίος βυζαντινολόγος και ιστορικός του Μεσαίωνα, που πέθανε το 2000 σε ηλικία 97 ετών, έπαιζε τις Σταυροφορίες στα δάχτυλα. 
Στο Βυζάντιο αισθανόταν σαν στο σπίτι του - άλλωστε είχε από τα νιάτα του επισκεφθεί τις περισσότερες τοποθεσίες που αναφέρει. 
Ανέλαβε λοιπόν τον άθλο να ξετυλίξει όλες τις αλλεπάλληλες πολιτικές δολοπλοκίες για να καταλήξει με σιγουριά, με σαφήνεια, αλλά και διαβρωτικό χιούμορ στην επανάσταση των εξαγριωμένων Σικελών πάνω στην ώρα που οι καμπάνες στις εκκλησίες του Παλέρμου σήμαιναν τον Εσπερινό, το Πάσχα του 1282.

Ένα άγριο βράδυ

Ο Ράνσιμαν, λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου, κωδικοποιεί τα συμπεράσματά του ώστε η εικόνα να προβάλει πεντακάθαρη. 
Όλοι όσους συναντήσαμε πιο πριν, είχαν βάλει ένα λιθαράκι στη «Σικελική υπόθεση». 
Εκείνη τη νύχτα, όταν οι Σικελοί ξεχύθηκαν στους δρόμους του Παλέρμου και κατέσφαξαν τη φρουρά και τη διοίκηση του γάλλου βασιλιά τους, του ανδεγαυού κατακτητή Καρόλου, ουσιαστικά άλλαξαν την ιστορία της χριστιανοσύνης. 
Σε ένα άγριο αιματοβαμμένο βράδυ καταβαραθρώθηκε ένα σχέδιο αιώνων, η παγκόσμια κυριαρχία της Παποσύνης.

«Στην αναταραχή των καιρών οι πάπες δεν έκαναν ποτέ μια ανάπαυλα για αναλογισμό» σχολιάζει ήρεμα ο Ράνσιμαν, ότι έχει ήδη αποδειχθεί περίτρανα στις προηγούμενες σελίδες. 
Ο ιστορικός βέβαια δεν είναι με το μέρος κανενός.
Κατ’ αρχάς μας ενημερώνει για το παράδοξο της αποσιώπησης στην εποχή μας, της σφαγής του Εσπερινού.
Ως πριν από έναν αιώνα και ίσως περισσότερο είχε χυθεί πολύ μελάνι για την ιστορία του από ποιητές, δραματουργούς και ιστορικούς, αλλά εν τω μεταξύ τα πράγματα άλλαξαν στο διεθνές σκηνικό. 
Στη θέση των εκτεταμένων αυτοκρατοριών εμφανίστηκαν εθνικά υπερήφανα κράτη. 

«Σπάνια στις μέρες μας θυμάται κανείς τον Σικελικό Εσπερινό. 
Για τον μέσο μορφωμένο άνθρωπο οι λέξεις υποδηλώνουν μόνο τον τίτλο μιας από τις λιγότερο γνωστές όπερες του Βέρντι». 
Και αυτή η όπερα σε λιμπρέτο του Scribe «ήταν μια δουλειά κάθε άλλο παρά επιτυχημένη».
Η παραγγελία για μια εορταστική παράσταση στο Παρίσι, δυσαρέστησε τους πάντες: τους Σικελούς γιατί ο πρωταγωνιστής και αρχισυνωμότης Ιωάννης της Πρότσιντα τους εμφάνιζε απάνθρωπους και δειλούς, τους Αυστριακούς γιατί αναφέρεται στον ξεσηκωμό των Ιταλών ενάντια σε μια κατοχική δύναμη και τους Γάλλους γιατί το έργο εξιστορεί τη δικαιολογημένη σφαγή των συμπατριωτών τους. 

Ο καιρός εκείνος που οι αυτοκράτορες με τους πάπες σχεδίαζαν εκστρατείες σε Ανατολή και Δύση για να ανασυγκροτήσουν την σιδηρά αυτοκρατορία του Ιουστινιανού, είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Τα σφάλματα της Παποσύνης που οδήγησαν στη σφαγή του Εσπερινού, είναι διάσπαρτα σε όλο το μάκρος της αφήγησης. 
«H Παποσύνη έριξε τα πάντα στον αγώνα. Έριξε περισσότερα χρήματα απ’ όσα διέθετε, ποντάρισε στον ιερό πόλεμο - και όλα αυτά δίχως σκοπό. 
Κατέληξε να πτωχεύσει και για να καλύψει τις οικονομικές της ανάγκες, ήταν υποχρεωμένη να επιχειρήσει να εισπράξει από κοσμικές δυνάμεις περισσότερα από όσα ήταν πρόθυμες να πληρώσουν».

Το κατηγορώ του Ράνσιμαν γίνεται σιγά σιγά αμείλικτο: 
«Στη μεσαιωνική ιστορία καμία ιδέα δεν υπήρξε υψηλότερη από αυτήν της Παγκόσμιας Εκκλησίας, που θα ένωνε όλη την χριστιανοσύνη σε μια μεγάλη θεοκρατία, διοικούμενη αμερόληπτα από τον συνετό αντιπρόσωπο του Θεού. 
Αλλά σ’ αυτόν τον αμαρτωλό κόσμο, ακόμη και ο αντιπρόσωπος του Θεού έχει ανάγκη από υλικές δυνάμεις για να επιβάλει τη θεία θέλησή του».

Για να επιλέξουν τον κοσμικό υποστηρικτή τους οι πάπες βρέθηκαν τότε σε αλλεπάλληλα διλήμματα. 
Άγνωστο γιατί, κατέληξαν στον Κάρολο των Ανδεγαυών, έναν Γάλλο βασιλέα αλαζόνα και πιο φιλόδοξο και από τους πάπες ακόμη. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ στην Κωνσταντινούπολη αντιμετώπιζε την διαρκή απειλή μιας εισβολής των Ανδεγαυών: 
«Όταν η παντοδυναμία του Καρόλου γκρεμίστηκε από τον Εσπερινό στο Παλέρμο, οι πάπες ήταν πολύ στενά συνδεδεμένοι μαζί του για να μπορούν να απαλλαγούν από αυτόν».

Πρωινό στο Μιλάνο

Ήταν από τις λίγες φορές στην Ιστορία που βγήκε κάτι καλό από μια αιματοχυσία.
Δεν σώθηκε μόνο ένας ηρωικός λαός από την καταπίεση, γράφει ο Ράνσιμαν, αλλά πήραν αρκετά έθνη το μάθημά τους. 
Μια τόσο θυελλώδης αφήγηση δεν θα μπορούσε παρά να ολοκληρωθεί με ένα ιστορικό ανέκδοτο: 
«Περισσότερο από τρεις αιώνες αργότερα ο βασιλιάς Ερρίκος IV της Γαλλίας καυχιόταν στον Ισπανό πρέσβη για το κακό που θα μπορούσε να κάνει στις ισπανικές κτήσεις στην Ιταλία, αν ο βασιλιάς της Ισπανίας έβαζε σε πολύ μεγάλη δοκιμασία την υπομονή του: 
"Θα πάρω πρωινό στο Μιλάνο" είπε "και θα γευματίσω στη Ρώμη". 
Τότε ο πρέσβης απάντησε:
"Δίχως αμφιβολία, η Μεγαλειότης Σας θα βρεθεί εγκαίρως για τον Εσπερινό στη Σικελία"». 
Κάπως έτσι τελειώνουν τα ωραία παραμύθια.

Το βιβλίο ωστόσο δεν τελείωσε ακόμη. 
Ακολουθεί ένα κεφάλαιο, για το αν η σφαγή εκείνη είχε οργανωθεί έξω από τη Σικελία ή όχι. H επικρατούσα όμως άποψη, όπως και αυτή του Βολταίρου και του Γίββωνα, ήταν ότι η συνωμοσία που οδήγησε τελικά στη μεγάλη σφαγή του Εσπερινού, οργανώθηκε από τον ναπολιτάνο εξόριστο Ιωάννη της Πρότσιντα, ο οποίος και ενεργούσε για λογαριασμό του Οίκου της Αραγωνίας. 
Ο Ράνσιμαν ξέρει κάτι παραπάνω:
«Ο μεγάλος έπαινος - αν μια σφαγή αξίζει έπαινο - πρέπει να αποδοθεί στους ίδιους τους Σικελούς (...), η οικονομική όμως στήριξη και ο προσδιορισμός της χρονικής στιγμής ήταν έργο του Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης». 
Δεν ήταν απλώς μια επανάσταση που εξαπλώθηκε, ήταν ένας ευρωπαϊκός πόλεμος.



protoporia – [2fA]



Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

"Ανάμνησις εν Χώναις.. "





Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ – 6 Σεπτεμβρίου

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
από τον "Συναξαριστή των δώδεκα μηνών του ενιαυτού"


O μέγας Aρχιστράτηγος του Θεού Mιχαήλ, και παλαιά μεν προ της ενσάρκου οικονομίας, είχεν ευσπλαγχνίαν και κηδεμονίαν προς το ανθρώπινον γένος, και πολλάς ευεργεσίας έδειξεν εις αυτό. 
Mετά δε από την επί της γης ένσαρκον παρουσίαν του Θεού Λόγου, πολλά μεγαλυτέραν ευσπλαγχνίαν και αγάπην έδειξεν εις ημάς τους Xριστιανούς, τους καυχωμένους εις το όνομα του Xριστού. 
Όθεν από τότε και ύστερον, διατρέχοντας νοερώς άπαντα τα μέρη της οικουμένης, και δίδοντας πλουσίας τας ευεργεσίας του, εκατοίκησε και εις έναν τόπον της Φρυγίας, τον ονομαζόμενον Xερέτωπα.

Kαθώς και ο μέγας Eυαγγελιστής Iωάννης ο Θεολόγος, κηρύττοντας το Eυαγγέλιον εις εκείνα τα μέρη, προφητικώς είπεν, ότι μετά ολίγον καιρόν θέλει γένη θειοτέρα επισκοπή και ξεχωριστή πρόνοια του των Aγγέλων αρχηγού Mιχαήλ εις εκείνον τον τόπον. 
Διότι αφ’ ου επέρασεν ολίγος καιρός μετά την τοιαύτην πρόρρησιν, η γη εκείνη ανέβλυσε νερόν αγιάσματος διά μέσου της του Aρχαγγέλου δυνάμεως, το οποίον ιάτρευε κάθε πάθος των ασθενούντων. 
Όθεν ένας Xριστιανός ευεργετηθείς υπό του Aρχαγγέλου, με το να ιατρευθή η θυγάτηρ του από το ρηθέν ύδωρ του αγιάσματος, έκτισεν εκεί ένα Nαόν ωραιότατον εις όνομα του Aρχιστρατήγου. 
Oμοίως έκτισε και επάνω εις το αγίασμα μίαν σκέπην περικαλλή και πολυέξοδον.

Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι εννενήκοντα, επήγεν εις τον άνωθεν Nαόν του Aρχαγγέλου ένας θεοφιλής και ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος, καταγόμενος από την Iεράπολιν. 
Όστις διά τον πόθον, οπού είχεν εις τον Aρχιστράτηγον Mιχαήλ, κατεστάθη προσμονάριος και υπηρέτης του Nαού του, διαπερνώντας ζωήν πολλά εγκρατή και ασκητικήν. 
Όθεν επειδή επρόκοψε μεγάλως, τόσον κατά τους χρόνους της ηλικίας, όσον και κατά την αρετήν, και ενίκησε τελείως τα θελήματα της σαρκός, διά τούτο ηξιώθη και χαρισμάτων παρά Θεού.

Δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν και τα πλήθη των απίστων Eλλήνων εκατάτρεχον αυτόν, και με θυμόν κατ’ αυτού εκινούντο τόσον, ώστε οπού μίαν φοράν πιάσαντες αυτόν από τας τρίχας της κεφαλής, έδειραν με ραβδία τα ιερά μέλη του σώματός του. 
Aλλά και εναντίον του νερού του αγιάσματος ορμήσαντες, εδοκίμαζον να αφανίσουν αυτό από τον φθόνον τους. 
Aλλ’ ω της μεγίστης του Aρχαγγέλου δυνάμεως! άλλων μεν Eλλήνων τα χέρια επιάνοντο, και να κινηθούν δεν εδύναντο· άλλους δε, φλόγα πυρός έμπροσθεν απαντώσα, εγύριζεν εις τα οπίσω απράκτους.

Όθεν μη δυνάμενοι να κατορθώσουν τον κακόν τους σκοπόν, εστοχάσθηκαν και άλλην μηχανήν: ήγουν να γυρίσουν με αυλάκια τον ποταμόν, οπού εκεί κοντά έτρεχε, δια να ορμήση κατ’ ευθείαν εις τον Nαόν. 
Ίνα και τον τίμιον άνδρα Άρχιππον πνίξωσι, και τον εκεί προσμένοντα λαόν, αλλά και την ιαματικήν δύναμιν του ύδατος εκείνου του αγιάσματος νικήσωσι, με το να σμίξη με αυτό ο ποταμός, και εκ τούτου να αποβάλη των ιαμάτων την δύναμιν. 
Tοιαύτα μεν εμελέτων οι άφρονες.
Aλλ’ ο ποταμός, ω των θαυμασίων σου Kύριε! ωσάν να ήτον έμψυχος, εγύρισεν εις το άλλο μέρος, και απράκτους τας βουλάς των απίστων απέδειξε.

Θυμωθέντες λοιπόν οι ασεβείς περισσότερον, εστοχάσθησαν να ενώσουν και τους άλλους δύο ποταμούς, οι οποίοι έτρεχον κατ’ εκείνον τον τόπον, και ούτω να τους αφήσουν να ορμήσουν, ίνα κατασύρουν, όχι μόνον το νερόν του αγιάσματος, αλλά και αυτόν τον Nαόν, και τον τόπον του Nαού.
Mάλιστα δε, διατί και ο τόπος του Nαού ήτον κατηφορικός, και ακολούθως εσυνήργει εις τον στοχασμόν και επίνοιάν τους. 

Όταν δε εσυνάχθησαν οι κατάρατοι, και έσκαψαν ένα χαντάκι πολύ βαθύ, και τριγύρω περιφράξαντες, εγύρισαν τους δύο ποταμούς εις αυτό, και αφήκαν να ορμήσουν κατά του Nαού του Aρχαγγέλου· τότε ο ρηθείς αοίδιμος Άρχιππος ο προσμονάριος, εκατάλαβε την μηχανήν των ασεβών, και διά τούτο θερμώς τον Aρχάγγελον παρεκάλει. 
Όθεν ο Aρχάγγελος επακούσας της δεήσεώς του, εφάνη εις αυτόν, και κατ’ όνομα τούτον εκάλεσεν. O δε Άρχιππος εκπλαγείς, τόσον από την παράδοξον θεωρίαν του Aρχαγγέλου, όσον και διατί εξ ονόματος αυτόν εκάλεσεν, ευγήκεν έξω από τον Nαόν, και ευθύς πίπτει πρημνής εις την γην. 
O δε Mιχαήλ, έγειραι, του είπε, και έλα εις εμένα, και θέλεις ιδής Θεού δύναμιν άμαχον.

Kαι λοιπόν ευθύς οπού εσημείωσε τον τύπον του σταυρού ο Aρχάγγελος, ευθύς οι ποταμοί εστάθησαν ωσάν τείχος ακίνητοι. 
Έπειτα εχάραξε το σημείον του σταυρού επάνω εις μίαν πέτραν υψηλοτάτην, οπού ήτον κοντά εις τον Nαόν, και ω του θαύματος! ευθύς έγινε μία βροντή φοβερά. 
Kαι η μεν γη, εσείσθη μεγάλως· η δε πέτρα, εσχίσθη. 
O δε Aρχάγγελος πάλιν εσημείωσε τον τύπον του σταυρού, και είπεν·
ας συντριφθή η δύναμις του Διαβόλου·
ας πλημμυρήση δε από εδώ κάθε κακών ελευθερία και εις εκείνους, οπού πλησιάζουν μετά πίστεως.

Έπειτα με μεγάλην και λαμπράν φωνήν επρόσταξε ταύτα εις τους ποταμούς λέγων·
εις την χώνην ταύτην χωνεύθητε ω ποταμοί. 
Όθεν από τότε και έως της σήμερον χωνεύεται εκεί το νερόν με παράδοξον τρόπον. 
Διό και από την αιτίαν ταύτην, Xώναι ωνομάσθη ο τόπος, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών, και εις έπαινον και τιμήν του πανενδόξου και θερμού ημών αντιλήπτορος Mιχαήλ.



diakonima – [2fA]

                                                                                                             
                                                                                                         

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

"Το Βυζάντιο κι ο κόσμος "




Το Βυζάντιο, οι Έλληνες και ο κόσμος.

-  από συνέντευξη του σερ Στήβεν Ράνσιμαν
[Sir James Cochran Stevenson Runciman, 1903–2000,
Ιστορία των Σταυροφοριών - Βυζαντινός Πολιτισμός - Σικελικές νύχτες]
στον πύργο του, στο Ελσισιλντς της Σκωτίας, τον Οκτώβρη του 1994
για λογαριασμό της ΕΤ3 (Χρύσα Αράπογλου και Λαμπρινή Χ. Θωμά)
που για τεχνικούς λόγους, δεν «βγήκε» ποτέ στον αέρα


- Είμαι ευτυχής, που επέλεξα το Βυζάντιο ως το κύριο ιστορικό μου ενδιαφέρον.
Πιστεύω πως κάθε γεγονός της ιστορίας, αν αρχίσεις να το μελετάς σε βάθος, μπορεί να γίνει συναρπαστικό. 
Το Βυζάντιο το βρίσκω εξαιρετικά συναρπαστικό, γιατί ήταν ένας αυθύπαρκτος πολιτισμός. 
Για να μελετήσεις το Βυζάντιο, πρέπει να μελετήσεις την τέχνη, να μελετήσεις τη θρησκεία, να μελετήσεις έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, που είναι πολύ διαφορετικός από τον σημερινό.

- Στο Βυζάντιο είχαν έναν τρόπο ζωής που ήταν καλύτερα δομημένος. 
Άλλωστε, όταν έχεις έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ζωή σου «μορφοποιείται» κι είναι πολύ πιο ικανοποιητική από τη σημερινή, όπου κανείς δεν πιστεύει σε τίποτε αρκετά.

Ο κόσμος μιλά για το Βυζάντιο λες κι παρέμεινε το ίδιο, ένας πολιτισμός αμετάβλητος κατά την διάρκεια όλων αυτών των αιώνων. 
Είχε αλλάξει πολύ από την αρχή ως το τέλος του, αν και κάποια συγκεκριμένα βασικά στοιχεία κράτησαν σε όλη τη διάρκειά του -όπως το θρησκευτικό αίσθημα. 
Μπορεί να διαφωνούσαν για θρησκευτικά ζητήματα, αλλά πίστευαν όλοι, κι αυτό το αίσθημα είναι μόνιμο.

Ο σεβασμός και η εκτίμηση προς τις τέχνες, ως εκείνες που ευχαριστούν τον Θεό, κι αυτά διατηρήθηκαν. 
Έτσι, παρ' ότι οι μόδες άλλαζαν, η οικονομική κατάσταση άλλαζε, οι πολιτικές καταστάσεις άλλαζαν, υπήρχε μια ακεραιότητα, πολύ ενδιαφέρουσα μέσα στο σύνολο.

- Mερικοί από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς όπως οι Καππαδόκες πατέρες, ως τον Γρηγόριο τον Παλαμά, ήταν άνθρωποι μοναδικής πνευματικότητας... 
Υπήρχε έντονη διανόηση και πνευματική ζωή στο Βυζάντιο. 
Κυρίως στο τέλος των βυζαντινών χρόνων, π.χ. στην Παλαιολόγεια περίοδο. 
Είναι αρκετά περίεργο, πως την ώρα που η αυτοκρατορία συρρικνώνονταν, η διανόηση ήταν πιο ανθηρή από ποτέ.

Η βυζαντινή τέχνη ήταν από τις μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. 
Κανένας αρχαίος Έλληνας δε θα μπορούσε να χτίσει την Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση. 
Κάποιοι υποστηρίζουν, ότι η βυζαντινή τέχνη είναι στατική. 
Δεν ήταν καθόλου στατική, αλλά ήταν μια σχολή τέχνης από τις σημαντικότερες στον κόσμο, που όσο περνά ο καιρός εκτιμάται όλο και περισσότερο, κι όσοι Έλληνες ή μη διανοούμενοι λένε ότι το Βυζάντιο δεν δημιούργησε τίποτε, είναι τυφλοί.

Βλέποντας μια εικόνα, μπορούμε τη χρονολογήσουμε -αν ήταν όλες ίδιες, αυτό φυσικά δεν θα συνέβαινε. 
Υπάρχουν συγκεκριμένες παραδόσεις που διατηρούνταν, αλλά η τέχνη αυτή παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από αιώνα σε αιώνα. 
Η τέχνη των Παλαιολόγων είναι πολύ διαφορετική από την Ιουστινιάνεια. 

Τα πράγματα είναι απλά: οι άνθρωποι που κατατρέχουν το Βυζάντιο ποτέ δεν το μελέτησαν, ξεκίνησαν με προκαταλήψεις εναντίον του. 
Δεν γνωρίζουν τι κατόρθωσε, τι επετεύχθη.

- Μέσα στον χρόνο, μέσα στους αιώνες, οι φυλές δεν μένουν καθαρές, υπάρχουν όμως ορισμένα χαρακτηριστικά των πολιτισμών που παραμένουν εθνικά. 
Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα -που άλλαξε λίγο, αλλά οι γλώσσες αλλάζουν- ενδιαφέρονταν για τη φιλοσοφία και τη φιλοσοφική ζωή πάρα πολύ, ήταν μεν υπήκοοι ενός αυτοκράτορα, αλλά αυτός ο αυτοκράτορας έπρεπε να φέρεται σωστά, γιατί γίνονταν εύκολα λαϊκές εξεγέρσεις.

Το χειρότερο που θα μπορούσαν να πουν για το Βυζάντιο είναι πως ήταν, μάλλον, ένα γραφειοκρατικό κράτος. 
Όμως είχε μια πολύ "μορφωμένη" γραφειοκρατία, πολύ πιο βαθιά μορφωμένη από τους γραφειοκράτες του σημερινού κόσμου.

Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνον εάν έχουμε ένα υψηλής μόρφωσης κοινό. 
Σε μία πόλη σαν την αρχαία Αθήνα, υπήρχε δημοκρατία - χωρίς να σκεφτόμαστε πως περνούσαν οι σκλάβοι ή οι γυναίκες -, διότι οι άνδρες είχαν όλοι πολύ καλή μόρφωση. 
Συνήθως δεν εξέλεγαν τους κυβερνήτες τους, τραβούσαν κλήρο, σαν να το άφηναν στα χέρια του Θεού -καμία σχέση με τη βουλή των κοινοτήτων.

- Το Βυζάντιο είχε πλήρη κοινωνική αίσθηση. 
Τα νοσοκομεία ήταν πολύ καλά, όπως και τα γηροκομεία, τα οποία ανήκαν κυρίως στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνο σε αυτήν -υπήρχαν και κρατικά. 
Ας μη ξεχνάμε ότι ένας από τους πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους του κράτους ήταν ο Ορφανοτρόφος.

Σίγουρα η Εκκλησία έπαιξε βασικό κοινωνικό ρόλο. 
Δεν ήταν απλά ένα καθεστώς ερημιτών που κάθονταν στο Άγιο Όρος -ήταν κι αυτό, αλλά υπήρχε ένα σύστημα από μοναστήρια στις πόλεις.
Τα μοναστήρια φρόντιζαν τους Οίκους για τους γέροντες, των οποίων οι μοναχοί μόρφωναν τη νεολαία -κυρίως τα αγόρια, γιατί τα κορίτσια μορφώνονταν στο σπίτι- και τα περισσότερα παρείχαν πολύ καλή μόρφωση. 
Νομίζω ότι η βαθμολογία που θα δίναμε στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας στο Βυζάντιο, είναι ιδιαίτερα υψηλή.

- Ήταν επίσης γνώστες της αρχαίας ελληνικής Γραμματείας. 
Υπάρχει η διάσημη ιστορία μιας ελκυστικής κυρίας, φίλης ενός αυτοκράτορα, που μας διηγείται η Άννα Κομνηνή. 
Την ώρα που η κυρία περνούσε, κάποιος της φώναξε έναν ομηρικό στίχο, που μιλούσε για την Ελένη στην Τροία, κι εκείνη κατάλαβε το υπονοούμενο. 
Δεν υπήρχε κανείς λόγος να της εξηγήσει κάποιος, ποιανού ήταν οι στίχοι. 
Όλα ανεξαιρέτως τα αγόρια και τα κορίτσια ήξεραν τον Όμηρο. 
Η Άννα Κομνηνή δεν εξηγεί ποτέ τα σημεία στα οποία αναφέρεται στον Όμηρο, όλοι οι αναγνώστες της τα γνώριζαν.

Ήταν τόσο καλοί γνώστες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ώστε επηρεάστηκαν στη διαμόρφωση της γλώσσας. 
Πολλοί ιστορικοί ήθελαν να γράψουν σαν τον Θουκυδίδη, δεν ήθελαν να γράψουν στη γλώσσα που τους ήταν πιο φυσική, αλλά στην αρχαία. 
Η μεγάλη τραγωδία των βυζαντινών γραμμάτων ήταν η εξάρτησή τους από την κλασσική γραμματεία. 
Όχι γιατί δεν γνώριζαν αρκετά, αλλά γιατί γνώριζαν πολύ περισσότερα από όσα ήταν απαραίτητα, για το δικό τους «δημιουργικό» καλό.

Είναι μεγάλο πρόβλημα να έχεις μεγάλη ιστορία. 
Έχεις πολύ περισσότερες μνήμες από ότι μπορείς να σηκώσεις. 
Είναι μια τραγωδία στην περιοχή αυτές οι μνήμες, διότι έχεις να νοιαστείς για πάρα πολλά. 
Δεν κυλούν εύκολα τα πράγματα, λόγω της αρχαίας, με βαθιές ρίζες, μνήμης.

- Δεν ξέρω αν προσωπικά θα ταίριαζα στην εποχή του Βυζαντίου. 
Αν ζούσα τότε, σκέφτομαι ότι θα αναπαυόμουν σε κάποιο μοναστήρι, ζώντας, όπως πολλοί μοναχοί ζούσαν, μια ζωή διανοούμενου, χωμένος στις θαυμάσιες βιβλιοθήκες που διέθεταν. 
Δεν νομίζω πως θα ήθελα μια ζωή στη βυζαντινή πολιτική, αλλά είναι πολύ δύσκολο να βρεις μια περίοδο στην παγκόσμια ιστορία στην οποία θα ήθελες να ζήσεις...

Έχω μεγάλο σεβασμό για τα χριστιανικά δόγματα, και κυρίως για την Ορθοδοξία, διότι μόνον η Ορθοδοξία αναγνωρίζει πως η θρησκεία είναι μυστήριο. 
Οι ρωμαιοκαθολικοί κι οι προτεστάντες θέλουν να τα εξηγήσουν όλα. 
Είναι άσκοπο να πιστεύεις σε μία θρησκεία, θεωρώντας ότι αυτή η θρησκεία θα σε βοηθήσει να τα καταλάβεις όλα.

Ο σκοπός της θρησκείας είναι ακριβώς, για να μας βοηθάει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. 
Νομίζω πως η Ορθοδοξία συντηρεί αυτό το πολύτιμο αίσθημα του μυστηρίου.

Χρειαζόμαστε αυτό το μυστήριο, χρειαζόμαστε αυτή την γνώση που λέει πως στο σύμπαν υπάρχουν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούμε να κατανοήσουμε. 
Χρειαζόμαστε και την διανοητική μετριοφροσύνη, κι αυτή απουσιάζει, ειδικά μεταξύ των Δυτικών Εκκλησιαστικών ανδρών.
Από τη στιγμή που προσπαθείς να εξηγήσεις τα πάντα, καταστρέφεις ουσιαστικά αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί την ανθρώπινη διαίσθηση, αυτή που συνδέει τη διανόηση με τους αγίους και την αίσθηση του Θεού.

Η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ήταν πάντα και πολιτικό ίδρυμα, εκτός από θρησκευτικό, και πάντα ενδιαφερόταν για τον νόμο. 
Στο Βυζάντιο -και είναι ενδιαφέρον πώς μετά την τουρκική κατάκτηση τα υποστρώματα παραμένουν- η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνον για τον Κανόνα, τον νόμο των γραφών. 
Δεν έχει την επιθυμία να καθορίσει τα πάντα.

Έχει πολύ ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς -και μελετώ εδώ και καιρό- τον διάλογο ανάμεσα στην Αγγλικανική Εκκλησία του 17ου αιώνα και την Ορθόδοξη. 
Οι Αγγλικανοί ήταν ιδιαίτερα ανάστατοι διότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι πίστευαν οι Ορθόδοξοι σχετικά με την μεταβολή του οίνου και του άρτου σε αίμα και σώμα.

Οι Ορθόδοξοι έλεγαν «είναι μυστήριο, που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. 
Πιστεύουμε ότι γίνεται, αλλά το πώς δεν το γνωρίζουμε». 
Οι Αγγλικανοί -όπως κι οι ρωμαιοκαθολικοί- ήθελαν μια καθαρή εξήγηση. 
Αυτή είναι η τυπική διαφορά των Εκκλησιών και γι' αυτό ακριβώς αγαπώ τους Ορθοδόξους.

- Στους νεοέλληνες υπάρχει ακόμη ζωντανή αυτή η γρήγορη κατανόηση των πραγμάτων και των καταστάσεων. 
Υπάρχει έντονη επίσης, η άλλη ποιότητα των Βυζαντινών: η ζωηρή περιέργεια. 
Και οι νεοέλληνες έχουν, όπως είχαν κι οι Βυζαντινοί, αντίληψη της σημασίας τους στην ιστορία του πολιτισμού. Όλα αυτά δείχνουν μία ιστορική ενότητα, άλλωστε κανείς λαός δεν διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του απείραχτα. 
Πολλά εξαρτώνται κυρίως από τη γλώσσα, που είναι ο καλύτερος τρόπος συντήρησης της παράδοσης. 

- Πρωτογνώρισα τον Σεφέρη όταν ήμουν στην Ελλάδα, αμέσως μετά τον πόλεμο. 
Όταν ήρθε πρεσβευτής στο Λονδίνο, τον έβλεπα πολύ συχνά. 
Εκείνη την εποχή, περνούσα πολύ καιρό σε ένα νησί στη Δυτική Ακτή της Σκωτίας, με πολύ μαλακό κλίμα λόγω του Ρεύματος του Κόλπου. 
Μια αλέα με φοινικιές οδηγούσε στο σπίτι μου.

Ήρθε κι έμεινε μαζί με τη γυναίκα του. 
Ο καιρός ήταν υπέροχος, όπως συμβαίνει συχνά εκεί, και μου είπε: 
«Είναι πιο όμορφα κι από τα ελληνικά νησιά» -κάτι πολύ ευγενικό εκ μέρους του. 
Είχαμε τακτική αλληλογραφία μέχρι τον θάνατο του...

Όταν έφυγε από το Λονδίνο για την Αθήνα, μου χάρισε την μοναδική κάβα του, μια κάβα αποτελούμενη αποκλειστικά από ούζο και ρετσίνα. 
Ακόμη δεν έχω πιει όλο το ούζο, που έχω... 
Είχε πει ότι "Οι Κέλτες είναι οι Ρωμιοί του Βορρά"· ναι, τον διασκέδαζε να κάνει τέτοια σχόλια. Αν κι εδώ, έχει αρκετό δίκιο...




db – [2fA]



Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017

"Λέβης ο θυμώδης.. "





Ἀπό το Ἀρχείο τῆς ΕΣΤΙΑΣ, 4 Σεπτεμβρίου 1937
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ  -   ΕΞΑΤΜΙΣΕΙΣ


Εὐρέθη λοιπόν ὁ ἀνώτερος ἀνεκτός βαθμός τῆς ἀτμοσφαιρικής πιέσεως εἰς τον ἀνθρώπινον λέβητα, ὅταν τόν θερμαίνει τό πῦρ τῆς ἐρωτικῆς ἐκδικήσεως.

Ἀντιπροσωπεύεται ἀπό 15 μαχαιριές. 
Αὐτούς τούς αριθμούς μᾶς ἔδωκαν αἱ τελευταῖαι ἐκρήξεις. 
Δεκαπέντε μαχαιριές. Τοὐλάχιστον.
Φθάνουν κάποτε καί τάς 20, ἀλλά ποτέ δέν εἶναι ὀλιγώτερες τῶν 15.

- Μά γιατί δεκαπέντε; ἐρώτησε ἕνας φιλομαθής. Δέν φθάνουν δύο ἤ τρεῖς;
- Διά ν' ἀποθάνη ἕνας ἄνθρωπος -του ἀπάντησε κἄποιος γνωρίζων τά πράγματα- φθάνει καί μία μαχαιριά κἄποτε. 
Διά νά ἀνακουφισθῆ ὅμως ὁ ζηλότυπος σύζυγος ἤ και ὁ φιλότιμος αδελφός, χρειάζονται τοὐλάχιστον δεκαπέντε.

- Καί ἄν ἀποθάνη μέ τήν πρώτην μαχαιριά τό θῦμά του;
- Αὐτό δέν ἀρκεῖ. Πρέπει να ἀπαλλαγῆ καί ὁ λέβης ἀπό τήν πίεσιν τοῦ ἀτμοῦ, πού ἀπειλεῖ νά τόν διαρρήξη.

- Ἀλλά τότε ὁ ἐκδικητής ἐξακολουθεῖ νά μαχαιρώνη ἕνα ἄψυχον σῶμα.
- Βεβαιότατα. Αὐτό συμβαίνει συνήθως. 
Κατόπιν τῆς πρώτης ἤ τῆς δευτέρας μαχαιριᾶς, ὅλοι οἱ ἐκδικηταί ἐξακολουθοῦν πλέον νά μαχαιρώνουν ἕνα πτῶμα.

- Ἀλλ' αὐτό εἶνε ἀκατανόητον.
- Καθόλου ἀκατανόητον. Σᾶς φέρνω ἕνα παράδειγμα. 
Μία καλή ξυλιά δέν φαντάζεσθε, ὅτι εἶνε ἀρκετή νά σωφρονίση ἕνα ἀτακτήσαν παιδί;
Βεβαιότατα εἶνει ἀρκετή. Καί ὑπεραρκετή κἄποτε. 
Ἐν τούτοις, καί μετά τήν πρώτην, ὁ καλός πατέρας ἤ ἡ καλότατη μητέρα ἐξακολουθοῦν νά δέρνουν τό παιδί τους.

Ματαίως ἐπεμβαίνουν οἱ παριστάμενοι: "Ἄφησέ το, ἐπί τέλους, τό κακόμοιρο.
Ἀρκρτές τοὔδωκες. Φτάνει πιά...".
Ὁ ἀμείλικτος τιμωρός ἐξακολουθεί νά δέρνη. 
Ματαίως προσπαθοῦν νά ἀποσπάσουν τό ἀθῶον μας θῦμα ἀπό τούς στιβαρούς πατρικούς βραχίονας.
Εἶνε ἀδύνατον ν' ἀποσπασθῆ.

- Τόση σκληρότης λοιπόν;
- Δεν πρόκειται περί σκληρότητος, κύριε. 
Πρόκειται ἁπλούστατα, νά ἀπαλλαγῆ ο πατρικός ἤ ὁ μητρικός λέβης ἀπό τήν ὑπερβολικήν πίεσιν τοῦ ἀτμοῦ.

- Ἡ ξυλιά δηλαδή ἐδῶ ἐπέχει θέσιν ἀσφαλιστικής δικλεῖδος.
- Ἀκριβῶς. Καί ἡ μαχαιριά ὁμοίως.
- Φαινόμενον ἐξατμίσεως δηλαδή;
- Βεβαιότατα. Ἁπλοῦν φαινόμενον εξατμίσεως τοῦ λέβητος. 
Τά ἀγριώτερα ἐγκήματα εἰς τήν Ἑλλάδα εἶνε ἁπλαί ἐξατμίσεις.

Τό μαχαίρι, τό περίστροφον, ὁ μπαλντᾶς, τό τσεκούρι δέν εἶνε φονικά ὅπλα. 
Εἶνε ἀσφαλιστικαί δικλεῖδες.

Ὁ ἀπορῶν ἔμεινε τελείως ἱκανοποιημένος. 
Καί ὁ ἀναγνώστης, ὑποθέτω, ἐπίσης.



dwrean – [2fA]

                                                        


Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

"Η λησμονιά του θανάτου "











Ολιβιέ Κλεμάν
-  από το βιβλίο «Ο άλλος ήλιος»


Η μαθητεία στην πολιτική και στον πολιτισμό μου ξανάνοιγαν τον δρόμο για το θεμελιακό. 
Ξανά πάλι η αγωνία. Ξανά πάλι η κατάπληξη. 
Και τώρα η πορεία για τη συνάντηση των προσώπων.

Μπροστά στον θάνατο, μπροστά σ’ αυτή την αγωνία, σ’ αυτή την απομόνωση, σ’ αυτό τον πνευματικό θάνατο, που το βιολογικό τέρμα δεν είναι παρά ένα σημάδι του, ο άνθρωπος είναι σήμερα γυμνός. 
Τόσο γυμνός, όσο δεν ήταν ποτέ άλλοτε. 

Ο πολιτισμός μας είναι ο πρώτος, φαίνεται, σ’ όλη την ιστορία, που πασχίζει ν’ αγνοήσει τον θάνατο και μ’ αυτό, ίσως, ξεσκεπάζει την ουσία... 
Οι επικήδειες τελετές έχουν μικρύνει υπερβολικά ή και χάνονται. 
Δεν ξέρουν πια τι να πουν και τι να κάνουν.

Όταν ήμουνα παιδί, σε έναν κύκλο στερημένο από καιρό από κάθε χριστιανική αναφορά, δεν άφηναν κανένα να πεθάνει στο νοσοκομείο. 
Όταν δεν απόμενε πια ελπίδα, έφερναν τον άρρωστο στο σπίτι και τότε τον τύλιγαν σε περισσότερη στοργή. 
Ξαγρυπνούσαν όχι μονάχα εκείνους, που πέθαιναν, αλλά και τους πεθαμένους. 
Αγρυπνία, σχεδόν ανυπόφορη, μπροστά στο μηδέν.  [ …]

Με σιωπή. Πάντοτε αυτή η σιωπή.
Είναι αλήθεια, πως καταπιάνονταν με υπερβολική λεπτομέρεια μ’ όλα εκείνα τα πράγματα, που πλαισιώνουν τον θάνατο. 
Τα αγγελτήρια της κηδείας, την ταφή, τον οικογενειακό τάφο. 
Κι αυτά, αν δεν χρειαζόταν να μαζέψουν τη σκόνη των προηγούμενων νεκρών, για να κάνουν χώρο... 

Νεκροταφεία δίχως σταυρό – όμως, για τους πιο πολλούς, ο σταυρός δεν σημαίνει νίκη πάνω στον θάνατο, αλλά απλώς και μόνο ένα νεκροταφείο... και σαν καλοί ορθολογιστές προσπαθούν ν’ αποφύγουν αυτή την ταυτολογία.
Νεκροταφεία δίχως σταυρό. Η κόρη μου σιγοτραγουδάει το "μέρα οργής". 
Της το μαθαίνουν στο κολέγιο, στην ιστορία της μουσικής.

Τώρα, σε παρόμοια περιβάλλοντα, αφήνουν τους ανθρώπους που πεθαίνουν, να φεύγουν μόνοι. 
Κι όταν είναι στο νοσοκομείο και τους αφήνουν εκεί κι όταν βρίσκονται στο σπίτι, πηγαίνουν να κοιμηθούν. 
Επειδή τα έχουν κάνει όλα. Επειδή δε μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο. 
Αφήνουν στο δωμάτιο ολομόναχο τον νεκρό τους, περιμένοντας να τον σηκώσουν όσο το δυνατό γρηγορότερα. 

Δε γνωρίζουν πια εκείνο, που όλοι οι άνθρωποι, παντού, ήξεραν, οποιαδήποτε κι αν ήταν η αντίληψή τους για τον θάνατο. 
Ότι κανένας, στην πραγματικότητα, δεν πεθαίνει μόνος του. 
Ότι η αγάπη κι η προσευχή των ζωντανών ευκολύνουν την έσχατη έξοδο.

Το φτιασιδωμένο πτώμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τα εγκαταλειμμένα νεκροταφεία στη Σοβιετική Ένωση, όλα μαρτυρούν την ίδια κατάσταση πραγμάτων. 
Στη Γαλλία, οι άνθρωποι της γενιάς μου είδαν να θεσπίζεται και να γίνεται υπερτροφική, η πέρα για πέρα κοσμική «γιορτή των νεκρών». 
Θυσιάζουν στους νεκρούς μια μέρα τον χρόνο, όπως ο Πολυκράτης έριχνε το δαχτυλίδι του στη θάλασσα, για ν’ αποτρέψει τη μοίρα του.  [ …]

Μπροστά στο στενό και βαθύ χαντάκι, το τσιμενταρισμένο, το τεχνικό, μέσα σ’ ένα μεγάλο παριζιάνικο νεκροταφείο, ο άνθρωπος ξεσπάει σε λυγμούς. 
Σα να μη τελειώνει το κατέβασμα του φέρετρου. 
Ύστερα από πέντε λεπτά αρχίζει την απασχόληση – η ταφή είναι κι αυτή μια απασχόληση – φλυαρεί, έχει ξεχάσει.

Ο θάνατος είναι αυτή η μικρή ρωγμή, που γρήγορα κλείνει. 
Δεν υπάρχει πια τίποτα. Σαπίζουν όλα. 
Ο τρελός του Νίτσε, αφού αποκρυπτογράφησε τον θάνατο του Θεού και το βασίλειο του μηδενός, καλεί σε ιερές τελετές. Θα είναι ανήκουστες, λέει. 
Είναι κι όλας, αν θυμηθούμε το πρώτο κομμάτι του εικοστού αιώνα: 
τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι επίσης, ατέλειωτες γιορτές.

Κάθε αντίληψη του κόσμου, που δεν περικλείει τον θάνατο, δεν μπορεί νάναι, παρά μια θανατηφόρα χίμαιρα. 
Χύνεται στον θάνατο των άλλων ή στην εμβατηριακή ενορχήστρωση της υπνοβασίας. 
Ο καθένας ζει, σαν να μπορούσε μόνος αυτός, να ξεφύγει απ’ τον θάνατο.  [ …]


Μου αρέσει, στη χριστιανική Ανατολή – που ασχολείται λιγότερο με τα σχήματα – αυτός ο σεβασμός, αυτός ο θαυμασμός στον γέρο. 
Ο άνθρωπος, που είναι αφιερωμένος στην πνευματική πορεία, οποιαδήποτε κι αν είναι η ηλικία του, ονομάζεται «γέροντας». 
Κι εδώ, η ομορφιά δεν διαχωρίζεται απ’ τη σοφία και την αγάπη. 
Ανεβαίνει από μέσα απ’ την καρδιά.

Προσέξτε τους μοναχούς του Άθω ή της Μολδαβίας, όταν η ηλικία, τους απαλλάσσει από μια επιφύλαξη, που συχνά μας φαίνεται επιτηδευμένη, αλλ’ όμως αποτελεί το κουκούλι της χρυσαλλίδας. 
Τα χείλη λεπτύνονται κι εσωτερικοποιούνται. 
Το μέτωπο διαστέλλεται και λάμπει. 
Η λευκότητα των μαλλιών και των γενιών δίνει μαρτυρία για μια μεταμόρφωση.

Τα μάτια ξαναβρίσκουν τη ζωηρή έκπληξη της παιδικής ηλικίας. 
Αλλά με κάποια ποιότητα θαμπάδας κι απάθειας, πέρα από κάθε πάθος κι από κάθε φόβο. 
Το χέρι, ακόμα κι η σάρκα του, γίνεται στεγνό, ελαφρό, καθαρό, όπως το χέρι ενός πολύ νέου παιδιού.  [ …]

Χρειάστηκε να γνωρίσω τη χριστιανική Ανατολή (όμως, τώρα ξέρω πως η Δύση, προπάντων στα μοναστήρια της, έχει και τα ανατολικά μυστικά της) για να ξανασυναντήσω κείνη την πίστη στη συναίσθηση της ανάστασης. 
Κι ακόμα, να συναντήσω φωτισμένους γέροντες, που και μόνο η απλή παρουσία τους βοηθάει να ζει κανείς, να πεθαίνει και να μεταμορφώνεται με τον θάνατο.

Τέτοιος ήταν ο Πατριάρχης Αθηναγόρας. 
Ήταν περισσότερο από ογδόντα χρόνων, όταν τον γνώρισα. 
Ήταν μια ύπαρξη ευλογίας κι οι νέοι δεν ξεγελιόνταν. 
Είχε μια παιδική ικανότητα να καταπλήσσεται: όταν χαιρετούσε, μέσα στον Φλεβάρη, το πρώτο δέντρο, που άνθιζε στον κήπο του Πατριαρχείου, όταν παρατηρούσε για πολύ τη γραφή των πουλιών στον ουρανό, απ’ τον Μαρμαρά στον Κεράτιο Κόλπο ή το γράψιμο των μυρμηγκιών πάνω στη γη.

Η απροσαρμοστία του σοφού τον είχε κάνει ικανό ν’ ακούει, να μαζεύει, να βυθίζεται στον «εσωτερικό ωκεανό ενός βλέμματος». 
Δεν είχε πια φόβο. Η αγωνία είχε μεταλλαγεί μέσα του σ’ εμπιστοσύνη. 
Του είχε έρθει ένα δώρο προφητείας.

Γνώριζε πως, αφού ο Χριστός είναι αναστημένος, οποιαδήποτε ιστορική κατάσταση, όσο τραγική κι αν είναι, είναι μια κατάσταση τοκετού. 
Ήξερε, πως η αγωνία της Δύσης συνθέτει πια τον τόπο, στον οποίο πρέπει να λάμψει το μήνυμα κι η πράξη της ανάστασης, της ζωής, που είναι πιο δυνατή απ’ τον θάνατο.




antifono – [2fA]



Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

"Παράδεισος και κόλαση "




Ο πιο παλιός Γιαπωνέζικος θρύλος


Ένας μεγάλος σαμουράι θέλησε κάποτε να κατανοήσει πώς είναι ο Παράδεισος και πώς η κόλαση, αλλά κανείς δεν του έδινε μια ικανοποιητική απάντηση.  

Τελικά άκουσε για κάποιον σοφό γέροντα που ζούσε απομονωμένος μέσα στην ηρεμία της φύσης, και αποφάσισε να πάει να τον συναντήσει.
Ταξίδεψε αρκετά, για να φτάσει στο ησυχαστήριο του σοφού δασκάλου που βρισκόταν στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού της Ιαπωνίας. 

Όταν έφτασε, χαιρέτησε με σεβασμό τον σοφό και του ζήτησε να του εξηγήσει τις έννοιες του παραδείσου και της κολάσεως.
Τότε συνέβη κάτι που ο σαμουράι δεν περίμενε. 
Ο δάσκαλος τον κοίταξε με περιφρόνηση και του είπε:
- Εσύ δεν είσαι παρά ένας τιποτένιος αγροίκος και θέλεις ν’ αποκτήσεις τέτοια γνώση; 
Δεν χάνω τον καιρό μου με κάποιον σαν εσένα!

Με θιγμένο τον εγωισμό του, ο σαμουράι τράβηξε οργισμένος το σπαθί του και μόλις που συγκρατήθηκε την τελευταία στιγμή: 
- Θα έπρεπε να σε σκοτώσω για την μεγάλη αναίδειά σου, του αντιγύρισε.

Τα μάτια του πετούσαν φλόγες από τον θυμό του, όταν ο γέροντας με αγαθό βλέμμα του είπε:
- Αυτό που νοιώθεις τώρα, είναι η κόλαση.

Ξαφνιασμένος ο σαμουράι ηρέμησε μονομιάς. 
Καταλάγιασε η οργή που είχε νοιώσει, αισθάνθηκε ντροπή για την άσκεφτη αντίδραση του και υποκλίθηκε μπροστά στο γεροντάκι με τα άσπρα μαλλιά, έχοντας μια γαλήνια έκφραση συγγνώμης στο πρόσωπο του.

- Κι αυτό είναι ο Παράδεισος, συμπλήρωσε ο γέροντας!



fb – [2fA]