Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

"Ατυχία και δυστυχία"








Επίκτητος


Να θυμάσαι, πως υπάρχουν πράγματα που θέλεις να επιτύχεις και άλλα που θέλεις να αποφύγεις. Εκείνος που δεν πετυχαίνει αυτά που επιδιώκει, είναι άτυχος. Εκείνος πάλι που του συμβαίνουν όσα θα ήθελε να αποφύγει, είναι δυστυχής.

Αν θέλεις να αποφύγεις πράγματα, που εξαρτάται από σένα το να τα αποφύγεις, τότε δεν θα σου συμβεί κάτι απ’ αυτά. Αν όμως θέλεις να αποφύγεις και όσα δεν εξαρτώνται από σένα, όπως αρρώστια, θάνατο ή φτώχεια, τότε κάποια στιγμή θα δυστυχήσεις.

Επομένως, να αποδέχεσαι ό,τι είναι φυσικό να συμβεί στη ζωή και δεν εξαρτάται από τη δική σου θέληση και να αποστρέφεσαι μόνο εκείνα που εξαρτώνται από σένα, ώστε να μη νιώσεις ποτέ δυστυχία..

Πάψε δηλαδή να αποστρέφεσαι, όσα δεν εξαρτώνται από μας και να αποστρέφεσαι μόνο μη φυσικά πράγματα, αυτά που έχουμε τη δυνατότητα να τα αποφύγουμε.

Όσο για εκείνα που επιθυμείς στη ζωή σου, αν δεν εξαρτώνται από σένα, τότε είναι βέβαιο πως θα αποτύχεις να τα αποκτήσεις, ενώ αν επιθυμείς κάτι που εξαρτάται από σένα – και καλώς το επιθυμείς, να έχεις υπ’ όψη σου πως τίποτα δεν θα σου διατεθεί χωρίς προσπάθεια και κόπο.

Να προσέχεις λοιπόν τι επιλέγεις και τι απορρίπτεις, με ηπιότητα (χωρίς υπεροψία), με επιφύλαξη (με σύνεση) και με ηρεμία (χωρίς άγχος).



*  Η περικοπή αυτή (β’), από το Εγχειρίδιο του Επίκτητου (50-138 μ. Χ.), του μεγάλου
    στωικού φιλοσόφου, είναι η ίδια που υπάρχει στην πλαϊνή στήλη του μπλογκ.










Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

"Τα τρία ερωτήματα"









Λέων Τολστόϊ: "Τα τρία ερωτήματα"

 

Μία φορὰ καὶ ἕναν καιρό, ἕνας βασιλιὰς σκέφτηκε ὅτι ἂν ἤξερε πάντοτε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ να ἀρχίζει κάτι, ἂν ἤξερε ποιοὶ εἶναι οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι γιὰ να ἀκούει καὶ ποιοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θάπρεπε να τους ἀποφεύγει καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἂν ἤξερε πάντοτε ποιὸ εἶναι τὸ σημαντικότερο πράγμα νὰ κάνει, δὲ θὰ ἀποτύχαινε ποτέ σὲ ὅ,τι ἐπιχειροῦσε.
Καὶ ὅταν τοῦ ἦρθε αὐτὴ ἡ σκέψη, φρόντισε νὰ διακηρυχθεῖ σὲ ὁλόκληρο τὸ βασίλειό του, ὅτι θὰ ἔδινε σπουδαία ἀμοιβὴ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοῦ μάθαινε ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ποιοὶ εἶναι οἱ πιὸ ἀναγκαῖοι ἄνθρωποι καὶ πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ξέρει ποιὸ εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα νὰ κάνει.

Καὶ ἦλθαν σοφοὶ ἄνθρωποι στὸ βασιλιά, ἀλλὰ ὅλοι τους ἔδωσαν διαφορετικὲς ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα.

Σε ἀπάντηση τοῦ πρώτου ἐρωτήματος, μερικοὶ εἶπαν ὅτι γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ φτιάξει προκαταβολικὰ ἕνα πρόγραμμα ἡμερῶν, μηνῶν καὶ ἐτῶν καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσει πιστά. Μόνον ἔτσι, εἶπαν αὐτοί, θὰ μποροῦσε νὰ γίνει τὸ κάθε τί στὴν κατάλληλη στιγμή. Ἄλλοι δήλωσαν, ὅτι θὰ ἦταν ἀδύνατο ν᾿ ἀποφασίσει κανεὶς ἐκ τῶν προτέρων τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ἀλλὰ ἂν δὲν ἀφήσει τὸν ἑαυτό του νὰ ἀπορροφηθεῖ σὲ μάταιες ἐνασχολήσεις, θὰ μποροῦσε πάντοτε νὰ προσέχει τί συμβαίνει καὶ τότε νὰ κάνει ὅ,τι θὰ ἦταν ἀναγκαῖο. Ἄλλοι πάλι εἶπαν, πώς ὅσο κι ἂν πρόσεχε ὁ βασιλιὰς ὅ,τι συνέβαινε, θὰ ἦταν ἀδύνατο σὲ ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἀποφασίζει σωστὰ ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, γι᾿ αὐτὸ θἄπρεπε νὰ ἔχει ἕνα συμβούλιο ἀπὸ σοφοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσαν νὰ καθορίσει τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε τί.

Ἀλλὰ πάλι, ἄλλοι τοῦ εἶπαν ὅτι ὑπάρχουν ὁρισμένα πράγματα, ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν νὰ περιμένουν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ ἕνα συμβούλιο καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα πρέπει κανεὶς νὰ ἀποφασίσει ἀμέσως, ἂν θὰ τὰ ἐπιχειρίσει ἢ ὄχι. Γιὰ νὰ μπορεῖ ὅμως κανεὶς νὰ τὸ ἀποφασίσει αὐτό, πρέπει νὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζει τί πρόκειται νὰ συμβεῖ. Μόνο μάγοι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, θα πρέπει νὰ συμβουλεύεται μάγους.

Ἐξ ἴσου ποικίλες ἦταν οἱ ἀπαντήσεις καὶ στὸ δεύτερο ἐρώτημα. Μερικοὶ εἶπαν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζεται περισσότερο ὁ βασιλιὰς εἶναι οἱ σύμβουλοί του, ἄλλοι οἱ ἱερεῖς, ἄλλοι οἱ γιατροί, ἐνῶ ἄλλοι εἶπαν ὅτι πιὸ ἀναγκαῖοι εἶναι οἱ πολεμιστές.
Στὸ τρίτο ἐρώτημα γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι πιὸ σπουδαία ἐνασχόληση, μερικοὶ ἀπάντησαν ὅτι πιὸ σπουδαῖο πράγμα στὸ κόσμο εἶναι οἱ ἐπιστῆμες. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι εἶναι ἡ πολεμικὴ ἐπιδεξιότητα καὶ ἄλλοι πάλι, ὅτι εἶναι ἡ θρησκευτικὴ λατρεία.
Ὅλες οἱ ἀπαντήσεις ἦταν διαφορετικὲς καὶ ὁ βασιλιὰς δὲ συμφώνησε σὲ καμιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ σὲ καμιὰ δὲν ἔδωσε σημασία. Ἀλλὰ θέλοντας ἀκόμη νὰ βρεῖ τὶς σωστὲς ἀπαντήσεις, ἀποφάσισε νὰ συμβουλευτεῖ ἕναν ἐρημίτη πολὺ γνωστὸ γιὰ τὴν σοφία του.

Ὁ ἐρημίτης ζοῦσε σ᾿ ἕνα δάσος ἀπό τὸ ὁποῖο δὲν ἀπομακρυνόταν ποτὲ καὶ δὲ δεχόταν παρὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς ντύθηκε ἁπλὰ ροῦχα καὶ πρὶν φτάσει στὸ κελὶ τοῦ ἐρημίτη, κατέβηκε ἀπό τό ἄλογό του, ἄφησε πίσω τὴ φρουρά του καὶ πῆγε μόνος του.
Ὅταν πλησίασε ὁ βασιλιάς, ὁ ἐρημίτης ἔσκαβε τὴ γῆ μπροστὰ στὴν καλύβα του. Ὅταν εἶδε τὸ βασιλιά, τὸν χαιρέτησε καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἄνθρωπος ἀσθενικὸς καὶ ἀδύνατος καὶ κάθε φορὰ ποὺ σφήνωνε τὴν ἀξίνα του στὴν γῆ γιὰ νὰ σηκώσει λίγο χῶμα, ἀνάπνεε βαριά.
Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἐρημίτη γιὰ νὰ σὲ ρωτήσω τρία πράγματα: Πῶς θὰ μάθω νὰ κάνω τὸ κατάλληλο πράγμα στὴν κατάλληλη στιγμή, ποιοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζομαι περισσότερο καὶ ἑπομένως ποιοὺς θὰ πρέπει νὰ προσέχω περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ποιὲς ὑποθέσεις εἶναι πιὸ σπουδαῖες καὶ χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;

Ὁ ἐρημίτης ἄκουσε τὸ βασιλιά, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση. Μόνο ἔφτυσε στὶς παλάμες του καὶ ξανάρχισε τὸ σκάψιμο.
«Εἶσαι κουρασμένος», εἶπε ὁ βασιλιάς, «ἄσε με νὰ πάρω τὴν ἀξίνα καὶ νὰ δουλέψω ἐγὼ λίγο γιὰ σένα».
«Εὐχαριστῶ», εἶπε ὁ ἐρημίτης καὶ δίνοντας τὴν ἀξίνα στὸ βασιλιὰ, κάθισε κάτω στὸ χῶμα.
Ὅταν ἔσκαψε ὁ βασιλιὰς δύο αὐλάκια, σταμάτησε καὶ ἐπανέλαβε τὰ ἐρωτήματά του. Ὁ ἐρημίτης καὶ πάλι δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ σηκώθηκε, ἅπλωσε τὸ χέρι του νὰ πάρει τὴν ἀξίνα καὶ εἶπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο καὶ ἄσε μένα νὰ δουλέψω λιγάκι».
Ὁ βασιλιὰς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωσε τὴν ἀξίνα καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Πέρασε μία ὥρα καὶ ἄλλη μία. Ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ δύει πίσω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ ὁ βασιλιὰς στὸ τέλος σφήνωσε τὴν ἀξίνα στὸ χῶμα καὶ ἔιπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἄνθρωπε, γιὰ μία ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματά μου. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ μοῦ δώσεις καμιά, πές το μου νὰ γυρίσω στὸ σπίτι μου».
«Νά, κάποιος ἔρχεται τρέχοντας», εἶπε ὁ ἐρημίτης. «Ἂς δοῦμε ποιὸς εἶναι».

Ὁ βασιλιὰς γύρισε καὶ εἶδε ἕνα γενειοφόρο ἄνδρα νὰ ἔρχεται τρέχοντας ἀπὸ τὸ δάσος, σφίγγοντας μὲ τὰ χέρια του τὸ στομάχι του, ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ἔτρεχε ποτάμι τὸ αἷμα. Ὅταν πλησίασε τὸν βασιλιά, ἔπεσε λιπόθυμος στὸ χῶμα βγάζοντας ἕναν ἐλαφρὺ ἀναστεναγμό. Ὁ βασιλιὰς καὶ ὁ ἐρημίτης ξεκούμπωσαν τὰ ροῦχα του. Ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο τραῦμα στὸ στομάχι του. Ὁ βασιλιὰς τὸ ἔπλυνε ὅσο καλύτερα μποροῦσε καὶ τὸ ἔδεσε μὲ τὸ μαντήλι του καὶ μὲ μία πετσέτα ποὺ τοὔδωσε ὁ ἐρημίτης. Ἀλλὰ τὸ αἷμα δὲ σταματοῦσε νὰ τρέχει καὶ ὁ βασιλιὰς ξανὰ καὶ ξανὰ ἄλλαζε τὸν ἐπίδεσμο, μουσκεμένο ἀπὸ καυτὸ αἷμα, τὸν ἔπλενε καὶ ξανάδενε τὸ τραύμα. Ὅταν σταμάτησε νὰ τρέχει τὸ αἷμα, ὁ πληγωμένος συνῆλθε καὶ ζήτησε κάτι νὰ πιεῖ. Ὁ βασιλιὰς ἔφερε φρέσκο νερὸ καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε. Στὸ μεταξὺ ὁ ἥλιος ἔδυσε καὶ ο πληγωμένος ἄρχισε νὰ κρυώνει. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἐρημίτη
τὸν μετέφερε στὴν καλύβα καὶ τὸν ξάπλωσε στὸ κρεβάτι. Ὅταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ὁ πληγωμένος, ἔκλεισε τὰ μάτια του καὶ ἡσύχασε, ἀλλὰ ὁ βασιλιὰς ἦταν τόσο κουρασμένος ἀπ᾿ τὸ περπάτημα καὶ τὴ δουλειὰ ποὺ εἶχε κάνει, ποὺ κάθισε στὸ κατώφλι καὶ τὸν πῆρε καὶ αὐτὸν ὁ ὕπνος τόσο βαθιά, ὥστε κοιμήθηκε συνέχεια ὅλη τὴν καλοκαιριάτικη νύχτα.

Ὅταν ξύπνησε τὸ πρωί, πέρασε πολλὴ ὥρα πρὶν μπορέσει νὰ θυμηθεῖ ποὺ ἦταν ἢ ποιὸς ἦταν ὁ ἄγνωστος γενειοφόρος ἄνδρας ποὺ ἦταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι καὶ τὸν κοίταζε ἔντονα καὶ μὲ φλογισμένα μάτια.
«Συγχώρεσέ με», εἶπε ὁ γενειοφόρος ἄνδρας μὲ μία ἀσθενικὴ φωνή, ὅταν εἶδε ὅτι ὁ βασιλιὰς εἶχε ξυπνήσει καὶ τὸν κοίταζε.
«Δὲ σὲ ξέρω καὶ δὲν ἔχω τίποτε νὰ σοῦ συγχωρήσω», εἶπε ὁ βασιλιάς.
«Ἐσὺ δὲ μὲ ξέρεις, ἀλλὰ ἐγὼ σὲ ξέρω. Εἶμαι αὐτὸς ὁ ἐχθρός σου ποὺ ὁρκίστηκε νὰ πάρει ἐκδίκηση ἀπὸ σένα, γιατὶ ἐκτέλεσες τὸν ἀδελφό του καὶ κατάσχεσες τὴν περιουσία του. Ἤξερα πὼς εἶχες πάει μόνος σου νὰ δεῖς τὸν ἐρημίτη καὶ ἀποφάσισα νὰ σὲ σκοτώσω στὴν ἐπιστροφή. Ἀλλὰ πέρασε ἡ ἡμέρα καὶ δὲν γύρισες. Ἔτσι βγῆκα ἀπ᾿ τὴν ἐνέδρα μου καὶ ἔπεσα στοὺς φρουρούς σου καὶ αὐτοὶ μὲ ἀναγνώρισαν καὶ μὲ τραυμάτισαν. Τοὺς ξέφυγα, ἀλλὰ θὰ εἶχα πεθάνει ἀπ᾿ τὴν αἱμορραγία, ἂν ἐσὺ δὲν εἶχες φροντίσει τὸ τραῦμα μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ σὲ σκοτώσω κι ἐσὺ μοῦ ἔσωσες τὴν ζωή. Τώρα, ἂν ζήσω κι ἂν τὸ θέλεις κι ἐσύ, θὰ σὲ ὑπηρετήσω σὰν ὁ πιὸ πιστός σου σκλάβος καὶ θὰ ζητήσω ἀπό τοὺς γιούς μου νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Συγχώρεσέ με.»

Ὁ βασιλιὰς ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος ποὺ εἶχε συμφιλιωθεῖ τόσο εὔκολα μὲ τὸν ἐχθρό του καὶ ποὺ εἶχε κάνει ἕνα φίλο καὶ ὄχι μόνο τὸν συγχώρεσε, ἀλλὰ εἶπε ὅτι θὰ ἔστελνε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τὸν προσωπικό του γιατρὸ νὰ τὸν φροντίσουν καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ ξαναδώσει τὴν περιουσία του.
Ἀφοῦ ἔφυγε ἀπό τὸν πληγωμένο ὁ βασιλιάς, πῆγε ἔξω καὶ κοίταξε τριγύρω νὰ βρεῖ τὸν ἐρημίτη. Ἤθελε πρὶν φύγει, νὰ τὸν παρακαλέσει ἀκόμη μία φορὰ νὰ ἀπαντήσει στὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ εἶχε κάνει. Ὁ ἐρημίτης, ἦταν γονατισμένος καὶ φύτευε σπόρους στ᾿ αὐλάκια πού ῾χαν σκαφτεῖ τὴν προηγούμενη μέρα.
Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Γιὰ τελευταία φορὰ σὲ παρακαλῶ, ἀπάντησε στὰ ἐρωτήματά μου, σοφὲ ἄνθρωπε». «Μὰ ἔχουν ἤδη ἀπαντηθεῖ», εἶπε ὁ ἐρημίτης, σκύβοντας ἀκόμα στ᾿ ἀδύνατα πόδια του καὶ κοιτάζοντας πρὸς τὸν βασιλιὰ ποὺ στεκόταν μπροστά του.

«Πῶς ἀπαντήθηκαν; Τί ἐννοεῖς;», εἶπε ὁ βασιλιάς.
«Δὲ βλέπεις;», ἀπάντησε ὁ ἐρημίτης. «Ἂν δὲν εἶχες λυπηθεῖ χθὲς τὴν ἀδυναμία μου καὶ δὲν εἶχες σκάψει γιὰ μένα τ᾿ αὐλάκια, ἀλλὰ εἶχες φύγει, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ σοῦ εἶχε ἐπιτεθεῖ καὶ θὰ εἶχες μετανιώσει ποὺ δὲν ἔμεινες μαζί μου. Ἔτσι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν ἔσκαβες τ᾿ αὐλάκια κι ἐγὼ ἤμουν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ τὸ νὰ μοῦ κάνεις καλὸ, ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Ὕστερα, ὅταν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦρθε σὲ μᾶς, ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν τὸν φρόντιζες, γιατὶ ἂν δὲν εἶχες δέσει τὸ τραῦμα του, θὰ πέθαινε χωρὶς νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου. Ἔτσι, αὐτὸς ἦταν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκανες γι᾿ αὐτὸν ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά.

Νὰ θυμᾶσαι λοιπόν: Ὑπάρχει μόνο μία στιγμὴ ποὺ εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία, τὸ παρόν. Εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμή, γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πάνω στὴν ὁποία ἔχεις κάποια δύναμη. Ὁ πιὸ ἀναγκαῖος ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο βρίσκεσαι, γιατὶ κανένας ἄνθρωπος δὲν ξέρει ἂν θὰ ἔχει ξανά πάρε-δῶσε μὲ κάποιον ἄλλο. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα εἶναι νὰ τοῦ κάνεις καλό, γιατὶ μόνο γι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπὸ ἔχεις ἔλθει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!».
Τώρα λοιπὸν όπως καταλαβαίνεις, θα πρέπει νὰ ενεργείς συνέχεια γιὰ νὰ παραμένεις στο παρόν. Ἂν θέλεις νὰ προχωρήσεις και στο μέλλον, θὰ πρέπει νὰ ενεργείς τουλάχιστο δύο φορὲς περισσότερο...

*  Ὁ Λέων Τολστόϊ (Лев Николаевич Толстой - Λεβ Νικολάιεβιτς Τολστόϊ)
    ἦταν Ρῶσος συγγραφέας, δοκιμιογράφος καὶ φιλόσοφος· 
    ἔγραψε τὴ μικρὴ διήγηση «Τὰ τρία ἐρωτήματα» τὸ 1885.

   Από: www.nektarios.gr








Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

"Το άβατο στο Άγιο Όρος"







Πως πρωτοεμφανίστηκε το Άβατο στο Άγιο Όρος



Η κόρη του μεγάλου Θεοδοσίου (379-395) Πλακιδία, ήρθε κάποτε από τη Ρώμη να επισκεφθεί τον αδελφό της Αρκάδιο στην Κωνσταντινούπολη. Ζήτησε και την άδεια, περνώντας από το Άγιο Όρος, να προσκυνήσει στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου. Εκεί έγινε με λαμπρότητα δεκτή και είτε εκ ταπεινοφροσύνης είτε κατά θείαν οικονομίαν, εισήλθε στον Καθολικό Ναό όχι από τις Βασιλικές πύλες, αλλά με ευλάβεια και κατάνυξη από τη βόρεια μικρή πόρτα του νάρθηκα, οπότε ακούει ξαφνικά μια δυνατή φωνή να της λέγει:
«Τι θέλεις εσύ εδώ; Εδώ ευρίσκονται Μοναχοί αφιερωμένοι στον Θεό και εσύ είσαι γυναίκα. Γιατί δίνεις αφορμή στον εχθρό, να τους πολεμά με πονηρούς λογισμούς; Στάσου και μη προχωρήσεις άλλο, ούτε ένα βήμα». Έντρομη η Πλακιδία τα έχασε και με δέος γονάτισε και ζήτησε έλεος.

Σε ανάμνηση αυτού του θαύματος έκτισε το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου και εκεί που ακούστηκε η φωνή, διέταξε να αγιογραφηθεί στον τοίχο εικόνα της Θεομήτορος, προ της οποίας μέχρι σήμερα καίει ακοίμητη καντήλα. Η Εικόνα αυτή ονομάζεται "Αντιφωνήτρια".

Η βασίλισσα ανέφερε το γεγονός στον Αρκάδιο, ο οποίος αφιέρωσε Μετόχιο στη Μονή, έδινε κατ’ έτος χρήματα και θέσπισε, να μην εισέρχονται γυναίκες στο Άγιο Όρος. Και οι Μοναχοί έκτοτε, κράτησαν αυτή την παράδοση και δεν επιτρέπουν την είσοδο ούτε σε θηλυκά ζώα. Αυτόν τον κανόνα τον σεβάστηκαν ακόμη και οι Τούρκοι κατακτητές επί 450 χρόνια. Παλαιοί Πατέρες αναφέρουν μάλιστα, ότι όταν κάποτε Τούρκοι αστυνομικοί θέλησαν να φέρουν στο Όρος τις γυναίκες τους και έκαμαν τις απαιτούμενες ενέργειες (για έγγραφη άδεια με υπογραφές), προτού να ξεκινήσει ο ανώτερός τους από τη Δάφνη, πίνοντας τον καφέ του έπεσε κάτω και πέθανε. Οι άλλοι τα έχασαν και έλεγαν στους μοναχούς: «Το γυναίκα που έχετε εδώ, δεν αφήνει να φέρουμε δικά μας». Όταν προσπάθησαν να θάψουν τον νεκρό, ακολούθησε νεροποντή κατακλυσμιαία, ώστε παρασύρθηκε η σορός και ξεβράσθηκε αργότερα στην απέναντι χερσόνησο. Με αυτόν τον τρόπο έδειξε καθαρά η Παναγία, ότι ούτε και νεκρό ακόμη δέχεται αυτόν που θέλησε να παραβιάσει το άβατο του Αγίου Όρους.

Το άβατο εφαρμόστηκε και διατηρείται, διότι με τον συγχρωτισμό ανδρών και γυναικών υπάρχει κίνδυνος πτώσεως των αδυνάτων και διότι η συνάφεια αυτή γίνεται ισχυρή λαβή για κατηγορίες εναντίον του Μοναχισμού. Αυτό τονίζει και ο 18ος κανόνας της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και ο πατέρας του Μοναχισμού Μέγας Αντώνιος. Η εκτροπή από τον κανόνα αυτόν, στηλιτεύεται από όλους τους Αγίους Πατέρας. Υπάρχουν πολλοί λόγοι «κατά συνεισάκτων». Υπήρξαν αιρετικοί (Σίμων ο μάγος, Απολλινάριος, Γνωστικοί, Μασσαλιανοί, άλλες ενθουσιαστικές αιρέσεις), που με τη συμβίωση ανδρών και γυναικών έγιναν αίτιοι πολλών σκανδάλων.

Το άβατο στο Άγιο Όρος κατοχυρώνεται με αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, με Πατριαρχικά σιγίλλια, με σουλτανικά φιρμάνια, με άρθρα διεθνών κανονισμών, με όλα τα ελληνικά Συντάγματα και με το νομοθετικό διάταγμα 2623 (Φ.Ε.Κ. 268/28-9-1953).


*  Από το βιβλίο του ιερομονάχου Μαξίμου «Η Μητέρα Των Χριστιανών –
    Γιορτές και θαύματά της στον Άθωνα».







Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

"Η κόρη του Χότζα."



"Το Συναξάρι των κρυφών ονείρων"








Η κόρη του Χότζα.


-Μια
πραγματική ιστορία με κρυπτοχριστιανούς.-




Όλη τη μέρα γύριζε ανάμεσα στα δεμένα καράβια. Κατέβαινε στο λιμάνι κι έφευγε το μεσημέρι. Πάλι τ’ απόγιομα, για να αποτραβηχτεί το δειλινό. Την άλλη μέρα, πάλι το ίδιο. Μόνο σαν είχε κάποια δουλειά ή τις ώρες που ήταν στο τζαμί, έλειπε απ’ την προκυμαία. Τον υπόλοιπο καιρό ήταν συνεπής στο δρομολόγιό του.
«Τι θέλεις χότζα  στο λιμάνι;» τον ρώτησε κάποιος.
«Μιλώ με τα καράβια», αποκρίθηκε. «Φέρνουν μηνύματα απ’ όλο τον ντουνιά».
Ήταν και μέρες που δεν φαινότανε καθόλου. Τότε όλοι καταλάβαιναν. Ο χότζας είναι άρρωστος. Κάτι έλειπε απ’ το λιμάνι της Τραπεζούντας.

Οι κινήσεις του κάθε φορά ήταν οι ίδιες. Είχαν μια στερεότυπη επανάληψη. Στην αρχή, κοιτούσε από μακριά όλα τα πλοία. Λες κι ήθελε να τα χωρέσει όλα η ματιά του. Ύστερα σκυφτός με τα χέρια πίσω, σεργιάνιζε απ’ τη μια άκρη ίσαμε την άλλη. Σε κάθε πλεούμενο στεκότανε προς στιγμή, σαν να το καλημέριζε. Μετά προχωρούσε στο άλλο. Αν σε κάποιο δούλευε το τσούρμο, φόρτωνε, ξεφόρτωνε, μερεμέτιζε, έμενε πιο πολύ παρατηρώντας την κάθε εργασία. Οι ντόπιοι τον ήξεραν και δεν τους πείραζε. Οι άλλοι έδειχναν την ενόχλησή τους. μερικοί οι πιο νευρικοί, τον έδιωχναν. Τότε κατέβαζε το κεφάλι και για πολλή ώρα ήταν φαρμακωμένος. Εκείνες τις στιγμές μέτραγε τους φίλους του, που άρχιζαν τ’ αστεία για να τον κάνουν να ξεχάσει. Να του πάρουν την πίκρα.


Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

"Φεγγαρό-φωτο: 2x2+1"





Myanmar

Λίμνη Balaton, Hungary

Rio de Janeiro

Θέσεις Taliban, Afghanistan
Libya









Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

"Το τελευταίο παζάρεμα"










Rabindranath Tagore: "Το μισόγεμο φεγγάρι"



ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΑΖΑΡΕΜΑ


«Ελάτε να με προσλάβετε» φώναξα, καθώς βάδιζα το πρωί στο πλακόστρωτο.

Ήρθε μέσα στην άμαξα του ο Βασιλιάς, με το σπαθί στο χέρι.
Με σταμάτησε και είπε, «Θα σε προσλάβω εγώ, με τη δύναμη μου».
Μα η δύναμη του δεν με συγκίνησε κι έφυγε πίσω μοναχός.

Στη ζέστη του μεσημεριού, όλες οι πόρτες των σπιτιών ήταν κλειστές.
Περιπλανιόμουν σ’ ένα μικρό δρομάκι.
Παρουσιάστηκε ένας γέρος μ’ ένα πουγκί χρυσάφι.
Με κοίταξε σκεφτικός και είπε, «Θα σε προσλάβω, με τα χρήματα μου».
Κουδούνιζε τα νομίσματα στη χούφτα του, μα εγώ προσπέρασα.

Είχε βραδιάσει. Ο ανθισμένος φράχτης του κήπου ευωδίαζε.
Η όμορφη κοπέλα άνοιξε και είπε, «Θα σε προσλάβω, μ’ ένα χαμόγελο».
Το χαμόγελο έλειωσε σε δάκρυα, χλόμιασε και χάθηκε πάλι στο σκοτάδι.

Ο ήλιος έλαμπε στην άμμο και τα κύματα της θάλασσας άπλωναν απάνω της το τραγούδι τους.
Ένα παιδί έπαιζε με κοχύλια.
Σήκωσε το κεφάλι του σαν να με γνώριζε και είπε, « Σε προσλαμβάνω με το τίποτα».

Αυτό το παζάρεμα στο παιχνίδι του παιδιού, μ’ έκανε από τότε έναν ελεύθερο άνθρωπο.





 

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

"Του μωρού ο τρόπος"











Rabindranath Tagore: "Το μισόγεμο φεγγάρι"



ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ Ο ΤΡΟΠΟΣ


Αν ήθελε μονάχα το μωρό,
θα μπορούσε κι αυτή τη στιγμή να πετάξει στον ουρανό.
Δεν είναι για το τίποτα που δεν μας αφήνει.
Αγαπά ν’ αναπαύει το κεφάλι του στης μητέρας του το στήθος
και δεν αντέχει να μην τη βλέπει συνέχεια.

Το μωρό γνωρίζει καλά όλα τα σοφά λόγια,
που μόνο λίγοι στον κόσμο μπορούν να καταλάβουν το νόημα τους.
Δεν είναι για το τίποτα που ποτέ δεν μιλάει.
Το μόνο που θέλει, είναι να μάθει της μητέρας του τα λόγια απ’ της ίδιας το στόμα.
Γι’ αυτό φαίνεται τόσο αθώο.

Το μωρό είχε ένα βουνό χρυσάφι και μαργαριτάρια,
όμως ήρθε γυμνούλι σ’ αυτή τη γη.
Δεν είναι για το τίποτα που ήρθε έτσι μεταμφιεσμένο.
Αυτό το μικρό φτωχαδάκι προσποιείται το ολότελα απροστάτευτο,
ώστε να μπορεί να απολαμβάνει τον πλούτο της αγάπης της μητέρας του.

Το μωρό ήταν τόσο ελεύθερο από κάθε δεσμό
στη χώρα του μικρού μισόγεμου φεγγαριού.
Δεν ήταν για το τίποτα που άφησε την ελευθερία του.
Ξέρει πως υπάρχει ατέλειωτη ευτυχία στης μητέρας την καρδιά
κι είναι πολύ πιο γλυκό από την ελευθερία
το να σφίγγεται μέσα στην αγκαλιά της.

Το μωρό δεν ήξερε να κλαίει. Κατοικούσε στην κοιλάδα της τέλειας χαράς.
Δεν είναι για το τίποτα που προτίμησε να χύνει δάκρυα καυτά.
Αν με το χαμόγελο του αγαπημένου του προσώπου
κρατά δεμένη της μητέρας του την ποθητή καρδιά,
οι φωνούλες και το κλάμα του για τις μικρές του ενοχλήσεις,
υφαίνουν τον διπλό δεσμό της έγνοιας και της αγάπης.








Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

"Το Δώρο"










Rabindranath Tagore: "Το μισόγεμο φεγγάρι"



Το Δώρο


Θέλω κάτι να σου δώσω παιδί μου, γιατί κυλούμε στο ρέμα του κόσμου.
Οι ζωές μας θα χωρίσουν και η τόση αγάπη μας θα ξεχαστεί..

Δεν είμαι ανόητος για να νομίζω, πως θα μπορούσα να πλησιάσω
την καρδιά σου με τα δώρα μου.
Η ζωή σου αρχίζει, ο δρόμος μπροστά σου είναι μακρύς,
πίνεις την αγάπη που σου δίνουμε με μια γουλιά
και μας αφήνεις.
Έχεις τα παιχνίδια και τους φίλους σου.
Τι πειράζει, αν δεν έχεις καιρό κι ούτε σκέψη για μας;

Εμείς έχουμε άφθονο χρόνο στα γεράματα,
να μετρούμε τις μέρες που πέρασαν, ν’ αγαπούμε μέσ’ στις καρδιές μας
εκείνο, που τα χέρια μας χάσανε για πάντα.

Το ποτάμι τρέχει γοργά τραγουδώντας, θραύοντας όλα τα εμπόδια.
Μα το βουνό στέκει, θυμάται και το παρακολουθεί με την αγάπη του.









Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

"Συμπάθεια.."










Rabindranath Tagore: "Το μισόγεμο φεγγάρι"


Συμπάθεια..


Αν ήμουν μονάχα μια μικρή παπαρούνα κι όχι το γλυκό σου μωρό μητέρα,
θα μου ’λεγες «Όχι», αν δοκίμαζα να πάρω κάτι από το πιάτο σου;
Θα μ’ έδιωχνες λέγοντας μου,
«Φύγε από δω κακιά παπαρουνίτσα;»

Τότε άσε με μητέρα, άσε! Ποτέ δεν θα ξανάρθω κοντά σου όταν με φωνάζεις
και ποτέ πια δεν θα σ’ αφήσω να με ταΐσεις.


Αν ήμουν μονάχα ένας μικρός πράσινος παπαγάλος κι όχι το γλυκό σου μωρό μητέρα,
θα με κρατούσες δεμένο μ’ αλυσίδα, μην τύχει και πετάξω;
Θα κουνούσες το δάχτυλο σου μπροστά μου και θα ‘λεγες
«Τι αχάριστο, άθλιο πουλί! Δαγκώνει την αλυσίδα του μέρα-νύχτα;»

Άσε με τότε μητέρα, άσε! Θα φύγω μακριά σου στο δάσος
και δεν θα σ’ αφήσω ποτέ ξανά, να με πάρεις στην αγκαλιά σου. 








"Φεγγαρό-φωτο: 2x3"






               Iraq - Cairo - Johannesburg





                                                                               Somalia - India - Vietnam























Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

"Χόρεψε αργά.."










 ΧΟΡΕΨΕ ΑΡΓΑ . .


Παρακολούθησες ποτέ παιδιά στο λούνα παρκ;
Άκουσες τη βροχή να πέφτει στο χώμα;
Κοίταξες το τρελό πέταγμα μιας πεταλούδας;
χάζεψες τον ήλιο καθώς ξεθωριάζει τη νύχτα;

Καλύτερα να χαλαρώσεις, μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
Η ζωή είναι μικρή.
Η μουσική δεν κρατάει για πάντα.

Τρέχεις αλαφιασμένος κάθε μέρα;
Όταν ρωτάς κάποιον "πώς είσαι", ακούς την απάντηση;
Σαν τελειώνει η μέρα, πέφτεις στο κρεβάτι αγκαλιά
με εκατοντάδες σκέψεις για δουλειές, που τριγυρνούν στο κεφάλι σου;

Καλύτερα χαλάρωσε, μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
Η ζωή είναι μικρή.
Η μουσική δεν κρατάει για πάντα.

Είπες ποτέ στο παιδί σου "θα το κάνουμε αυτό μαζί αύριο"
και μέσα στη βιασύνη σου δεν πρόσεξες τη λύπη του;
Έχασες επαφή; Άφησες μια καλή φιλία να πεθάνει
επειδή ποτέ δεν βρήκες τον χρόνο να πάρεις ένα τηλέφωνο
και να πεις ένα "γεια";

Καλύτερα να χαλαρώσεις, μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
Η ζωή είναι μικρή.
Η μουσική δεν κρατάει για πάντα.

Όταν τρέχεις σαν τρελός για να πας κάπου,
χάνεις τη μισή αξία της διαδρομής.
Είναι σα να πετάς ένα δώρο που δεν άνοιξες.
Η ζωή δεν είναι αγώνας ταχύτητας.

Γι' αυτό χαλάρωσε και απόλαυσε τη μουσική,
πριν τελειώσει το τραγούδι.



*  Οι πιο πάνω στίχοι (που μοιάζουν παρμένοι από κάποιο ξένο τραγούδι και ίσως να είναι),
    όπως αναφέρεται κάπου στο
Facebook, γράφτηκαν από ένα κοριτσάκι που έπασχε από
    καρκίνο σε κάποιο νοσοκομείο της Νέας Υόρκης και οι γιατροί, του είχαν δώσει μόλις
    άλλους έξι μήνες ζωής...










"Τα σεντόνια.."










Τα σεντόνια..


Ένα νιόπαντρο ζευγάρι, μόλις εγκαταστάθηκε στη νέα του κατοικία. Το πρώτο πρωί, η κοπέλα άνοιξε τις κουρτίνες τους και είδε μια γειτόνισσα να απλώνει τα σεντόνια της. Η κοπέλα είπε: «Πόσο βρώμικα είναι τα σεντόνια της γειτόνισσας! Πρέπει να πάρει άλλη σκόνη πλυσίματος. Αν ήταν φίλη μου, θα της μάθαινα να τα πλένει καλύτερα!!»

Ο σύζυγος του κοριτσιού κοίταξε, αλλά δεν είπε τίποτα. Μερικές ημέρες αργότερα, ξαναείδε η κοπέλα τη γειτόνισσα να απλώνει και είπε πάλι: «Η γειτόνισσα μας συνεχίζει με τα βρώμικα σεντόνια. Αν ήταν φίλη μου, θα της σύστηνα μια πιο καλή σκόνη πλυσίματος». Και έτσι κάθε 3 ή 4 μέρες, συνέχισε να λέει τα ίδια, βλέποντας τη γειτόνισσα να απλώνει τα σεντόνια της.

Μετά από ένα μήνα περίπου, είδε έκπληκτη ένα πρωί τα ρούχα της γειτόνισσας κάτασπρα και καθαρά. Και είπε στον σύζυγο της: «Κοίτα!! Επιτέλους, η γειτόνισσα έμαθε να πλένει. Κάποιος θα της έδειξε. Εγώ, δεν της είπα τίποτα...». Και ο σύζυγος πολύ τρυφερά, της απάντησε: «Όχι, εγώ σηκώθηκα σήμερα πιο νωρίς και καθάρισα τα παράθυρα μας».


Έτσι είναι.

Όλα εξαρτώνται από τα τζάμια, μέσα από τα οποία κοιτάζουμε.
Είναι ανάγκη να τα καθαρίζουμε κάθε τόσο.
Και να ανοίγουμε τα παράθυρα μας συχνά, για να βλέπουμε καλύτερα.

Τίποτε γύρω μας δεν είναι μόνο αλήθεια ή μόνο ψέμα.
Σε αυτόν τον απατηλό κόσμο, όλα εξαρτώνται από τη διαύγεια των ματιών.
Με τα οποία κοιτάμε (και μετράμε), τον έξω κόσμο. . .


*  Από το Facebook








Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

"Αυτονόητο;"










Παν. Κανελλόπουλου: Μεταφυσικής προλεγόμενα [Κεφ. Α΄, 14]


Οι λέξεις έχουν νοήματα που τα καθορίζει η λογική. Δεν υπάρχουν όμως και νοήματα, που δεν χωρούν στις λέξεις; Η ποίηση μας έχει δείξει πως υπάρχουν νοήματα, που οι λέξεις τα υποσημαίνουν χωρίς να τα ενσαρκώνουν, χωρίς να τα περιέχουν. Και πιο χτυπητά μας το έδειξε αυτό η ποίηση των ήχων, η μουσική.

Η μουσική φαντασία, σε ποιο χώρο κινείται; Μήπως κινείται στον χώρο του αδύνατου; Και μήπως πραγματοποιεί η μουσική το αδύνατο, χωρίς να είναι καν φυσικά δυνατό, δηλαδή χωρίς να είναι καν πραγματοποιήσιμο μέσα στα όρια του φυσικού κόσμου;

Την ώρα που ο Σεβαστιανός Μπαχ, με την απλότητα του ανθρώπου που σκαλίζει ένα έπιπλο ή συζητεί με ένα φίλο που αγαπάει, συναρμολογούσε με τα δάκτυλα της ψυχής του μια φούγκα, τι άκουγε τάχα; Και από που ξεκινούσαν οι ήχοι που με τη μυστική παρέμβαση της εσωτερικής του ακοής, έγιναν νοήματα που δεν τα χωρούν όλες μαζί οι λέξεις του κόσμου; Από πού τους αντλούσε ο Μπαχ τους ήχους αυτούς; Μας φαίνεται αυτονόητο ότι υπάρχει η μουσική. Είναι όμως το πράγμα, τόσο αυτονόητο όσο μας φαίνεται ή μήπως τα πιο πολλά απ’ αυτά που θεωρούμε αυτονόητα, τα θεωρούμε έτσι μόνο και μόνο γιατί μας είναι ακατανόητα;   

Θεωρούμε αυτονόητο ότι ο άνθρωπος ρωτάει και απορεί, φαντάζεται και θαυμάζει. Θεωρούμε αυτονόητο ότι ο άνθρωπος ελπίζει, ότι πιστεύει, ότι αγαπάει. Θεωρούμε αυτονόητο ότι προσεύχεται. Ωστόσο, καμιά από τις λειτουργίες αυτές του πνεύματος και της ψυχής του δεν είναι αυτονόητη. Αυτονόητο είναι ότι κοιτάζοντας, βλέπει ό,τι είναι εμπρός του. Δεν είναι διόλου αυτονόητο ότι ελπίζοντας, βλέπει ό,τι δεν είναι εμπρός του. Δεν είναι διόλου αυτονόητο ότι αγαπώντας, ενώνεται με ό,τι δεν είναι ο εαυτός του. Και δεν είναι διόλου αυτονόητο ότι πιστεύοντας, εγγίζει μέσα του τον Θεό.

Κάτι πολύ μεγάλο συμβαίνει ή μπορεί να συμβεί σε κάθε στιγμή, μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, οσοδήποτε μικρή και ασήμαντη και αν είναι η ατομική ψυχή σε σχέση με το σύμπαν. Το μεγάλο, δεν έχει ανάγκη από ευρυχωρία για να σημειωθεί. Δεν είναι οι εξωτερικές διαστάσεις που προσδιορίζουν την ικανότητα ενός χώρου να δεχθεί το μεγάλο, το ηθικά και μεταφυσικά μεγάλο, το άπειρο. Το άπειρο χωράει και στο ελάχιστο. Ενώ δεν είναι αρκετός ο αστρονομικά συλληπτός κόσμος για να το χωρέσει, είναι ίσως αρκετή η ανθρώπινη ψυχή για να το δεχθεί μέσα της και να το ζήσει.

Μια στιγμή μεγάλης καλοσύνης στην ψυχή ενός ανίδεου ανθρώπου, πραγματοποιεί ίσως τη συνάντηση του ελάχιστου εκείνου κόκκου ψυχής που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο με την άπειρη ψυχή, πολύ περισσότερο παρά η πιο βαθυστόχαστη φιλοσοφική προσπάθεια για τη σύλληψη του νοήματος του κόσμου ή του απείρου. Και η προσευχή ενός αθώου –ή και του ενόχου που συνειδητοποιεί πέρα για πέρα μέσα του το μεγάλο κακό που έκαμε- μπορεί να έχει την ίδια μεταφυσική σημασία. Και δεν είναι διόλου αυτονόητο και φυσικό το ότι ο άνθρωπος μπορεί να φθάσει στη μεγάλη καλοσύνη, να αγαπήσει κατεβάζοντας το εγώ του σχεδόν ως το μηδέν, να μετανοήσει και να προσευχηθεί.  Τα γεγονότα αυτά είναι ασύλληπτα, ακατανόητα, δεν εξηγούνται  λογικά, ξεπερνούν τα όρια του κόσμου τούτου, δηλαδή της εγκόσμιας ζωής του ίδιου εκείνου ανθρώπου που τα ζει.

Στη ζωή δε ζούμε μόνο τη ζωή του κόσμου τούτου. Ζούμε –σωστότερα, είμαστε ταγμένοι να ζήσουμε- και κάτι από τη ζωή εκείνη, που δεν μας έχει δοθεί βιολογικά. Ζούμε και κάτι από τη ζωή εκείνη, που ο θάνατος δεν μπορεί να την εγγίσει ή που την εγγίζει μόνο και μόνο, για να καταδειχθεί πόσο είναι ανίσχυρος απέναντι της.   

  








Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

"Ακατανόητο;"










Paul Evdokimov [1901-1970]


Από την Εισαγωγή του βιβλίου, «Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη Παράδοση».

. . . .

Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, τον δέκατο ένατο μόλις αιώνα, έλεγε: «Μερικοί λένε πως αυτά τα χωρία, είναι ακατανόητα. Είναι δυνατόν να δουν οι άνθρωποι μ’ έναν άμεσο τρόπο, τον Θεό;

Κι’ όμως, δεν υπάρχει εδώ τίποτα το ακατανόητο. Η δυσκολία στην κατανόηση προήλθε από το ότι εμείς απομακρυνθήκαμε από την απλότητα της συμπεριφοράς των πρώτων Χριστιανών και με την πρόφαση της γνώσεως μπήκαμε σε τέτοια σκοτάδια αγνωσίας, ώστε μας φαίνεται ακατανόητο το ότι οι παλαιοί σκέφτονταν καθαρά και στις συνήθεις τους ομιλίες δεν εύρισκαν παράδοξη την εμφάνιση του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους.»

Ένα συμπτωματικό γεγονός: στη σοβιετική Ρωσία, κάτω από ένα πολίτευμα πέρα για πέρα κοσμικό, η «μοντέρνα θεολογία» είναι αδιανόητη. Όσο η νεολαία είναι ανυπότακτη σε κάθε αρτηριοσκληρωτικό πολίτευμα, τόσο έχει μέσα της μια βαθιά δίψα για το άπειρο και το απόλυτο, είναι από τη φύση της ανοικτή σε κάθε φανέρωση του Υπερβατικού μέσα στην Ιστορία και στη ζωή των ανθρώπων.

Ένας νεαρός πιστός, έλεγε πρόσφατα: «Ο Χριστός είναι παντού, είναι στην ίδια την καρδιά της ύπαρξης μας, μέσα στην ιερότητα της μητρότητας, μέσα στις καλές πράξεις της καθημερινής ζωής, μέσα στη χάρη της αγάπης και της φιλίας...»

Σ’ αυτή τη μαρξιστική Ρωσία, είναι που ο ποιητής Mandelstam, είπε: «Στις μέρες μας, κάθε πραγματικά καλλιεργημένος άνθρωπος, είναι χριστιανός!».

. . . .