Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021

"Προσευχή! "

 



-  π. Χ. Μ.


Ευχαριστώ και για τούτο το πρωινό 
που μου χάρισες Κύριε,
γιατί με αξίωσες άλλη μια μέρα να ζήσω 
και να απολαύσω την δημιουργία Σου,
άλλη μια μέρα να μετανοήσω.

Ακόμα μια μέρα για να μάθω να αγαπώ περισσότερο,
άλλη μια μέρα για να συγχωρήσω,
ακόμα μια μέρα για να ευχαριστήσω
για όλα τα καλά του κόσμου.

Θα παλέψω να μην εστιάζω  στα άσχημα
να μην γκρινιάσω για τίποτα, 
να μην κρίνω κανέναν
προδίδοντάς Σε,
αλλά να την γευτώ 
μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο.

Να κάνω την θλίψη δημιουργικότητα
την οργή προσευχή
την απαισιοδοξία ευχαριστία
την μιζέρια χαρά.

Θα προσπαθήσω Κύριε, 
να ζήσω κάθε στιγμή της,
να κλαίω με αυτούς που κλαίνε
και να χαίρομαι με την χαρά των άλλων.

Δική Σου ημέρα να είναι, 
μοναδική η στιγμή
είτε χαρά είτε λύπη.

Ακόμα και τούτες οι δυσκολίες που περνάμε, 
μια ευκαιρία να σ' εμπιστευτούμε πιότερο, Χριστέ μου
να ζήσουμε όσα λαμπρά μας υποσχέθηκες.

Αμήν.


v - 2fA


Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

"Σαν όνειρο.. "

 



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Είδα όνειρο ότι πήρα συνέντευξη από τον Θεό!
– Θες, λοιπόν, να σου δώσω συνέντευξη; με ρώτησε ο Θεός.
– Αν σας περισσεύει χρόνος, απάντησα.
Ο Θεός χαμογέλασε:
– Έχω μια μέρα και μια αιωνιότητα. Τι ερωτήσεις σκέφτεσαι να μου κάνεις;
– Τι είναι αυτό που σας εκπλήσσει περισσότερο στους ανθρώπους;

Και ο Θεός απάντησε:
– Ότι με το να αγχώνονται για το μέλλον τους, λησμονούν το παρόν τους, κι έτσι δεν ζουν ούτε στο μέλλον ούτε στον παρόν.
Ότι ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ, και πεθαίνουν σαν να μην έχουν ζήσει καθόλου...
Ότι βιάζονται να αποβάλουν την παιδικότητά τους! Θέλουν να μεγαλώσουν γρήγορα και ύστερα παρακαλούν να ξαναγίνουν παιδιά.
Ότι χάνουν την υγεία τους προσπαθώντας να βγάλουν λεφτά, κι ύστερα χάνουν τα χρήματα τους για να ξαναβρούν την υγειά τους.

Ο Θεός πήρε συγκαταβατικά το χέρι μου στο δικό του και μείναμε για λίγο σιωπηλοί.
Μετά, τον ρώτησα:
– Σαν γονιός όλων των ανθρώπων, ποια είναι τα μαθήματα ζωής που θα θέλατε να μάθουν τα παιδιά σας;
Και ο Θεός απάντησε χαμογελώντας:
– Να μάθουν ότι δεν μπορούν να αναγκάσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν.
Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να γίνουν οι ίδιοι άξιοι να αγαπηθούν.
Να μάθουν ότι δεν μετράνε περισσότερο τα πράγματα που έχουμε στη ζωή μας, αλλά οι άνθρωποι που έχουμε στη ζωή μας.
Να μάθουν ότι δεν ωφελεί να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με τους άλλους.

Να μάθουν επίσης, ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.
Να μάθουν ότι μέσα σε ελάχιστες στιγμές μπορείς ν’ ανοίξεις στον άλλο πληγές, που μετά παίρνει χρόνια πολλά να τις επουλώσεις.
Να μάθουν τη συγχώρεση, συγχωρώντας.
Να μάθουν και πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπούν πραγματικά, που όμως δεν ξέρουν πώς να δείξουν ή να εκφράσουν τα αισθήματά τους.

Να μάθουν ακόμα, ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν τα πάντα, εκτός από την ευτυχία!
Να μάθουν ότι δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν την ίδια εικόνα και να βλέπουν δύο διαφορετικά πράγματα.
Να μάθουν ότι δεν φτάνει πάντα να σε συγχωρούν οι άλλοι, πρέπει να μπορείς να συγχωρήσεις και ο ίδιος τον εαυτό σου και τους άλλους!
Και να μάθουν, ότι για τα παιδιά μου εγώ είμαι πάντα εδώ, και τα περιμένω να γυρίσουν.

 

fb - Σ.Υ.Δ. Κόκκορη Ψαραύτειο Μαρτίνος

2fA


Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

"Περί στολών κλπ... "

 



Alden Nowlan  (1933-1983)
-  Περί στολών και διακριτικών

Ενώ καθόμουν απέναντι από έναν Αμερικανό στρατιώτη
στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου, σκέφτηκα
ότι θα ήταν χρήσιμο, ενίοτε, 
να φορούσαμε όλοι σιρίτια, εμβλήματα και γαλόνια 
για να δείχνουμε από πού ήρθαμε,
πού ήμασταν και τι μας συνέβη.

«Μα τότε θα έπρεπε να φοράμε στολές», διαμαρτύρεται 
ένας φίλος, καθηγητής Φιλολογίας, 
με κοτλέ παντελόνι
και τριμμένο τουίντ σακάκι με πέτσινα μπαλώματα 
στους αγκώνες.

 

2φΑ


Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

"Βούτυρο και συγκινήσεις "

 



Άλντεν Νόουλαν    [Alden Nowlan, 1933-1983]
-  "Θησαυροί επί της γης"


Βάλε φόρμες, βγες έξω, ξεκίνα το τζόκινγκ.
Μακριά από βούτυρο κι αυγά. Πρόσεχε το ποτό.
Το πολύ ζεστό και το πολύ κρύο να τ’ αποφεύγεις.
Τσιγάρο; Ούτε γι’ αστείο.
Να ψάχνεις το σώμα σου για εξογκώματα.
Να ξεκουράζεσαι. Τους φόβους σου να τους ελέγχεις.
Και λογικά, αν δεν συμβεί κανένα ατύχημα,
θα ζήσεις έτη και έτη εν ειρήνη –έτη πολλά.
Αυτά της είπαν οι γιατροί.
Και η κυρία έπραξε αναλόγως.
Ως ανταμοιβή των κόπων της,
δρέπει τις χαρές του γήρατος.
Πλέον, εγκατεστημένη στον οίκο ευγηρίας
“Το ηλιοβασίλεμα”,
εντρυφεί σε ποικίλες απολαύσεις,
όπως σταυρόλεξα, επιχρωματισμό σχεδίων σε μπλοκ ζωγραφικής
και ανά δεκαπενθήμερο, βραδιές μπίνγκο.

 

fb - Kiriakos Katsadoros
2fA

                                            

"Κατανόηση των αισθήσεων "

 



ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

 [Από τον λόγο του ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (Τα Μακρίνεια) - Ὁ λόγος αὐτός γράφτηκε τό φθινόπωρο τοῦ 379 μ.Χ., ὅταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπισκέφθηκε τήν ἀδελφή του Ὁσία Μακρίνα στόν Πόντο, γιά νά παρηγορηθεῖ γιά τόν θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Μεγάλου Βασιλείου]


»Επειδή, όμως, πρέπει κι σ’ αυτό να απαντήσω, θα σου πω όχι δικό μου λόγο ούτε κάποιου άλλου ανθρώπου· διότι θα ήταν πολύ λίγος, όποιος κι αν ήταν.
Θα σου πω λόγο που διηγείται η δημιουργία των κτισμάτων με τα θαύματά της· θα σου πω για τα φαινόμενα που βλέπει το μάτι και γι’ αυτά που ηχούν με σοφία και καλλιτεχνία μέσα στην καρδιά. Διότι η δημιουργία φωνάζει καθαρά για το δημιουργό της· όπως λέει ο Προφήτης, ο ίδιος ο ουρανός με ανείπωτες φωνές διηγείται τη δόξα του Θεού (Ψαλμ. 18,2).

»Διότι, ποιος βλέπει την αρμονία του σύμπαντος και τα θαυμάσια φαινόμενα του ουρανού και της γης; Ότι δηλαδή, ενώ τα στοιχεία τους είναι από τη φύση αντίθετα μεταξύ τους, όμως όλα συνδέονται με αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ τους για τον ίδιο σκοπό;
Ποιος δεν βλέπει ότι το καθένα συνεισφέρει τη δική του δύναμη για τη συντήρηση του σύμπαντος; Ποιος δεν βλέπει ότι δεν χωρίζονται οι άμικτες και ακοινώνητες ατομικές ιδιότητες του ενός από το άλλο; Αλλά ούτε διαλύονται το ένα μέσα στο άλλο με την ανάμιξη αντίθετων ιδιοτήτων; 
Διότι συμβαίνει, όσα η φύση τους τα οδηγεί προς τα πάνω να πηγαίνουν προς τα κάτω, όπως η ηλιακή θερμότητα που πέφτει προς τα κάτω με τις ακτίνες του ήλιου. Τα βαριά πάλι σώματα ανυψώνονται με την ελαφρότητα των ατμών, όπως το νερό που αντίθετα στη φύση του ανεβαίνει προς τα πάνω και το σπρώχνει ο αέρας με τα σύννεφα. Η φωτιά επίσης, που είναι αέρας, γίνεται γήινο σώμα, για να μη μένει το βάθος γης χωρίς θερμότητα.
Από την άλλη, η υγρασία που πέφτει στη γη με τις βροχές, ενώ έχει μία φυσική ιδιότητα, προκαλεί μυριάδες είδη διαφορετικών φυτών, προσφέροντας στο καθένα την κατάλληλη συνθήκη αναπτύξεως. Βλέπει ακόμη κανείς την ταχύτατη περιστροφή του πόλου και την αντίστροφη κίνηση μέσα στους αστρικούς κύκλους, τις εκλείψεις, τις συνδρομές και τις αρμονικές αποστάσεις των αστέρων.

»Αυτός που τα βλέπει αυτά με το νοερό οφθαλμό της ψυχής του, άραγε δεν μαθαίνει ξεκάθαρα από τα φαινόμενα, ότι υπάρχει κάποια θεία δύναμη, δημιουργική και σοφή, που φανερώνεται στα όντα; Μια δύναμη που διαπερνά όλα τα μέρη ώστε να συναπαρτίζουν το όλο, και συμπληρώνει το όλο με τα μέρη; Δεν μαθαίνει ότι μια δύναμη τα συγκρατεί όλα; 
Ότι όλα μένουν στον εαυτό τους και κινούνται γύρω του· δεν σταματούν ποτέ την κίνηση και δεν αλλάζουν τόπο πέρα απ’ αυτόν που βρίσκονται;».

«Και πώς, ρώτησα, η πίστη στο Θεό αποδεικνύει ταυτόχρονα και την ύπαρξη της ανθρώπινης ψυχής; Διότι η ψυχή δεν είναι κάτι το ίδιο με τον Θεό ώστε, εάν ομολογηθεί ότι υπάρχει το ένα, να παραδεχτούμε οπωσδήποτε ότι υπάρχει και το άλλο».

Εκείνη τότε μου απάντησε: «Λένε οι σοφοί, ότι ο άνθρωπος είναι ένας μικρόκοσμος καθώς περιέχει μέσα του στοιχεία από τα οποία αποτελούνται τα όντα. Αν ο λόγος αυτός, όπως φαίνεται, είναι αληθινός, τότε δεν θα χρειαζόμασταν καμιά επιπλέον απόδειξη για να βεβαιώσουμε αυτό που πιστεύουμε για την ψυχή.
»Πιστεύουμε ότι η ψυχή υπάρχει καθ’ εαυτή με φύση ιδιαίτερη και διαφορετική από την παχύτητα του σώματος. Διότι, όπως αντιλαμβανόμαστε όλον τον κόσμο με τις αισθήσεις, με την ίδια την ενέργεια των αισθητηρίων οδηγούμαστε στη γνώση της υπεραισθητής και νοητής πραγματικότητας· τότε γίνεται το μάτι μας ερμηνευτής της παντοδύναμης σοφίας (του Θεού), την οποία θεωρούμε στο κάθε ον και η οποία μας φανερώνει Εκείνον που συγκρατεί το σύμπαν.
Με τον ίδιο τρόπο κι εμείς, βλέποντας τον εσωτερικό μας κόσμο, δεν έχουμε και λίγες αφορμές να στοχαστούμε μέσα από τα φαινόμενα αυτό που κρύβεται από πίσω. Και κρύβεται εκείνο το οποίο, όντας από τον εαυτό του νοητό και αόρατο, ξεφεύγει από την κατανόηση των αισθήσεων».   ….   ….

 

nektar – 2φΑ


Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

"Ένα φως μέσα στη νύχτα.. "

 



Fatih Aydın  -  Circus Station.. 1950 ' s..


Κοντά σε έναν μοναχικό σταθμό..
Το φως ενός σπιτιού ανάβει μέσα στη νύχτα..
Κάθε βράδυ το ίδιο, εδώ και χρόνια..

Ας κρατάμε πάντα το 'φως' της καρδιάς μας 
αναμμένο...
Ίσως, κάποιος... 
ζητήσει να βρει καταφύγιο..


2φΑ


"Η μέρα μόλις ξεκίνησε "

 



-  Από γαλλικό κείμενο, που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο


Η μέρα μόλις ξεκίνησε και... είναι έξι η ώρα το βράδυ.
Πριν λίγο έφτασε η Δευτέρα και είναι ήδη Παρασκευή.
 ... και ο μήνας έχει ήδη τελειώσει.
 ... και η χρονιά σχεδόν τελείωσε.
 ... και έχουν περάσει ήδη 40, 50 ή 60 χρόνια της ζωής μας.
 ... και συνειδητοποιούμε ότι χάσαμε τους γονείς μας, τους φίλους μας.
και συνειδητοποιούμε ότι είναι πολύ αργά για να επιστρέψουμε ...

Έτσι ... παρά τα πάντα, ας προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε
στο έπακρο τον χρόνο που έχει απομείνει ...

Ας μην σταματήσουμε να ψάχνουμε για δραστηριότητες που αγαπούμε ...
ας βάλουμε λίγο χρώμα στο γκρίζο μας ...
Λίγο χαμόγελο στα μικρά πράγματα της ζωής
που χαρίζουν βάλσαμο στις καρδιές μας.

Και παρά τα πάντα, πρέπει να συνεχίσουμε να αξιοποιούμε τον χρόνο
που έχουμε, με ηρεμία.
Ας προσπαθήσουμε να εξαλείψουμε το "μετά"...
Το κάνω μετά... θα πω μετά ... θα το σκεφτώ μετά...
Αφήνουμε τα πάντα για αργότερα, σαν το «μετά» να είναι δικό μας.

Όμως… μετά,
ο καφές κρυώνει...
οι προτεραιότητες αλλάζουν...
η γοητεία εξαντλείται...
η υγεία βγάζει προβλήματα ...

μετά,
τα παιδιά μεγαλώνουν...
οι γονείς γερνούν και φεύγουν...
οι υποσχέσεις ξεχνιούνται...

μετά,
η μέρα γίνεται νύχτα...
η ζωή σιγά-σιγά τελειώνει...
και είναι πια πολύ αργά...

Ας μην αφήσουμε λοιπόν, τίποτα για αργότερα...
ας μην χάσουμε τις καλύτερες στιγμές,
τις καλύτερες εμπειρίες,
τους καλύτερους φίλους μας,
την χαρά της οικογένειας...

 Η μέρα είναι σήμερα... - η στιγμή είναι τώρα...

 

2φΑ

                                                                

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

"Nα κοιμόμαστε το μεσημέρι; "

 



Πλάτωνος Φαίδρος  -  Ο ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ
[μετάφραση Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου -
Από το ένθετο του δίσκου "Ημερολόγιο" του Νίκου Ξυδάκη, LYRA]


Σωκράτης

Και όσο για καιρό δα, έχουμε. Κι έπειτα τα τζιτζίκια που κατά το συνήθιο τους μέσα στην κάψα τραγουδούνε και συνομιλούνε πάνω από το κεφάλι μας μού φαίνεται πως μας βλέπουνε.
Αν λοιπόν μας έβλεπαν κι εμάς τους δύο, όπως τον πολύ κόσμο, το μεσημέρι να μη συνομιλούμε, αλλά να είμαστε νυσταγμένοι και με το τραγούδι τους αποκαρωμένοι από αργία του νου μας, με το δίκιο τους θα μας περιγελούσαν, παίρνοντάς μας για τίποτα δούλους που ήλθαν σ' αυτούς εδώ, σ' αυτό το κατάλυμα να κοιμηθούν, ωσάν πρόβατα που κάνουν μεσημέρι γύρω από το νερό.
Αν όμως μας έβλεπαν να συνομιλούμε και να πλέουμε από κοντά τους σαν δίπλα από Σειρήνες αγοήτευτοι, το έπαθλο που έχουν από τους θεούς για να το δίνουν στους ανθρώπους, ίσως το έδιναν σε μας από θαυμασμό και εκτίμηση.

Φαίδρος

Και τι είναι λοιπόν αυτό που έχουν; Γιατί δεν έτυχε ως φαίνεται να τ' ακούσω.

Σωκράτης

Αληθινά όμως δεν στέκει ένας άνθρωπος που αγαπάει τις Μούσες να μην έχει ακούσει αυτά τα πράγματα. Να, λένε πως τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι κάποτε, προτού ακόμα να γεννηθούν οι Μούσες.
Όταν όμως γεννηθήκανε οι Μούσες και πρωτοφάνηκε το τραγούδι, τόσο πια μερικοί από αυτούς τότε τους ανθρώπους, τα χάσανε από την τέρψη, που τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιούν, και χωρίς να το νοιώσουν, πεθάνανε.

Απ' αυτούς γεννήθηκε το γένος των τζιτζικιών παίρνοντας τούτο το βραβείο από τις Μούσες, δηλαδή να μην έχει αφότου γεννηθεί καμιά ανάγκη για τροφή, αλλά χωρίς να τρώει και να πίνει, ν' αρχίζει ευθύς να τραγουδάει ως που να πεθάνει, κι έπειτα πηγαίνοντας στις Μούσες να τους φέρνει είδηση ποιος από τους ανθρώπους εδώ κάτω, ποιαν απ' αυτές τιμάει.
Και να, στην Τερψιχόρη φέρνοντας την είδηση ποιοι την ετίμησαν, κάνουν προς αυτούς την αγάπη της μεγαλύτερη, και στην Ερατώ εκείνους που την ετίμησαν μ' ερωτικά τραγούδια όμοια και στις άλλες, κατά το είδος της τιμής που ταιριάζει στην κάθε μια.

Μα στην πρεσβύτατη, την Καλλιόπη, και στην Ουρανία που έρχεται έπειτα από αυτήν, αγγέλουν εκείνους που περνούνε την ζωή τους με φιλοσοφία και που τιμούν εκείνων την τέχνη.
Αυτές δα είναι που πιο πολύ απ' όλες τις Μούσες, έχοντας να κάμουν με τον ουρανό και με τους λόγους, και των θεών και των ανθρώπων, αρθρώνουνε την ομορφότερη φωνή.
Για πολλές λοιπόν αιτίες, πρέπει να μιλούμε για κάτι και δεν πρέπει να κοιμόμαστε το μεσημέρι.

 

mikrosapoplous – 2fA


Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

"Πλάσματα της αρεσιάς της "

 



ΛΟΡΚΑ  -  "Η Καλόγρια η Τσιγγάνα"
[Από το Romancero gitano του Λόρκα
- Απόδοση στα νέα ελληνικά: Οδυσσέας Ελύτης]


Βουνά και σύγνεφα μακριά - σ' όλα τα γύρω σιγαλιά
Κάμποι και δέντρα μες στη ζέστη - τα τοιχιά μες στον ασβέστη

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή
Άχου τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πως πάει
Βάνει πουλιά βάνει δεντρά
βάνει και τ' άστρα τα χρυσά
Βάνει στις τέσσερις τις κόχες τέσσερις αγριομολόχες
Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή
Μα κάθε τόσο αναστενάζει
και κάτι με το νου της βάζει
Λίγο το χέρι σταματά
μες στον αέρα και κοιτά
Στα μάτια της που ανοιγοκλειούν δυο καβαλάρηδες περνούν
Κι υστέρα πάλι στο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή
Τι ποτάμια! Τι χορτάρια!
Τι λιοτρόπια! Τι φεγγάρια!

Πλάσματα της αρεσιάς της - της ονειροφαντασιάς της.


[Κολάζ: Οδ. Ελύτης]


youtube - John Williams & Maria Farantouri
youtube -
Χριστόφορος Σταμπόγλης

 

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ – 2φΑ


"Ὁ πιό μεγάλος προφήτης "

 



-  Παῦλος Εὐδοκίμωφ 
[Ἀπό τήν Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων]

Τὸ Δ´ εὐαγγέλιο μιλᾶ γιὰ τὸν Ἰωάννη στὸν πρόλογό του, ἀμέσως μετὰ τὸν Λόγο, ποὺ εἶναι στὴν ἀρχή, καὶ ὅταν διαβάζει κανεὶς.. «ὑπῆρχε ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό», αἰσθάνεται ὅτι ἡ ἔλευσή του, σὲ μιὰ ὁρισμένη ἔννοια ἔρχεται ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν αἰωνιότητα.
Ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει μπροστὰ ἀπὸ αὐτὸν καὶ μαρτυρεῖ: «ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτὸν… οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 29-34)· σ᾿ αὐτὸν τὸν σύντομο λόγο εἶναι πιά, μὲ μιὰ μορφὴ περιορισμένη ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὁ Ἰωάννης εἶναι αὐτὸς ποὺ γνωρίζει, προσδιορίζει τὸν Ἀμνὸ, γιατὶ εἶναι μυημένος στὸ μυστήριο τοῦ «ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἀπὸ καταβολῆς κόσμου…».

 Ὁ Ἰωάννης δὲν ἔχει τίποτε προαγγείλει καὶ εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος προφήτης, ὅπως ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ προσδιορίζει τὸν Χριστό.
Εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος διότι εἶναι ὁ πιὸ μικρός, αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ πεῖ ἀπελεύθερος ἀπὸ τὴν ἴδια του ἐπάρκεια, γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μένει ἐκεῖ, ἐκεῖνος ποῦ τέρπεται ἀκούοντας τὴ φωνὴ τοῦ Νυμφίου, καὶ ἡ χαρά του εἶναι μεγάλη χωρὶς μέτρο.
Εἶναι ἡ πιὸ ἐνδόμυχη ἐγγύτης, ὅπου ὁ Λόγος ἀντηχεῖ· εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου παρὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός· εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Πνεύματος γιατὶ δὲν λέγει τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ μιλᾶ στὸ ὄνομα Αὐτοῦ ποὺ ἔχει ἔλθει.

Εἶναι αὐτὸς ὁ ὁρμητικὸς ποὺ ἁρπάζει τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ μαρτύριό του λαμπρύνει θαυμαστὰ ἕνα ἀρχαῖο μοναστικὸ λόγιο: Δῶσε τὸ αἷμα σου καὶ πάρε τὸ Πνεῦμα…
Μὲ τὴν Θεοτόκο περιβάλλει τὸν Χριστὸ Κριτὴ καὶ μεσιτεύει γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Μπορεῖ νὰ τὸ κάνει, γιατὶ ἡ φιλία του φθάνει τὸ ἐπίπεδο ἑνὸς ἄλλου μεγάλου πνευματικοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία μᾶς ἔχει ἀναφερθεῖ στὰ Ἀποφθέγματα τῶν Πατέρων.

Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Μέγας προσευχόταν γιὰ τὸν μαθητή του ποὺ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, καὶ ὅταν προσευχόταν, ὁ Κύριος τοῦ ἐμφανίστηκε καὶ τοῦ λέγει: «Παΐσιε, γιὰ ποῖον προσεύχεσαι; Δὲν γνωρίζεις ὅτι μὲ ἔχει ἀρνηθεῖ;».
Ἀλλὰ ὁ ἅγιος δὲν ἔπαυε νὰ ἔχει ἔλεος καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν μαθητή του, καὶ λοιπὸν ὁ Κύριος τοῦ λέγει: Παΐσιε, ἔχεις ἐξομοιωθεῖ μὲ ἐμένα μὲ τὴν ἀγάπη σου…

Ἡ λειτουργία ὀνομάζει τὸν Ἰωάννη: κήρυκα, ἄγγελο καὶ ἀπόστολο.

 

nektar– 2fA


Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

"Φώτα-Ολόφωτα "

 



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  -  ΦΩΤΑ-ΟΛΟΦΩΤΑ    (1894)
[Άπαντα, Τόμος 3, εκδ. Δόμος, 1984]


κινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ μὴ ἀποκάμῃ, καὶ εἰς ἀβύσσους, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπίῃ ἑκατὸν καράβια καὶ νὰ μὴ χορτάσῃ. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ κατεποντίζετο. Ἄγριος ἐφύσα βορρᾶς, ὀργώνων βαθέως τὰ κύματα, καὶ ἡ μικρὰ φελούκα, διὰ νὰ μὴν ἀρμενίζῃ κατεπάν᾽ τὸν ἀέρα, εἶχε μαϊνάρει τὸ πανί της, καὶ εἶχε μείνει ξυλάρμενη καὶ ὠρτσάριζε κ᾽ ἐδοκίμαζε νὰ κάμῃ βόλτες. Τοῦ κάκου. Μετ᾽ ὀλίγον ἡ θάλασσα ἐπῆρε τὸν ἐλεεινὸν φελλὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, καὶ ὁ ἄνεμος τὸν ἔσυρεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, καὶ ὁ Κωνσταντὴς ὁ Πλαντάρης ἐξέμαθεν εἰς τὴν στιγμὴν ὅσας βλασφημίας ἤξευρε καὶ ἠσχολεῖτο νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν του, ἐνῷ ὁ μικρὸς σύντροφός του, ὁ ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτὰ χρόνων, ἐγδύνετο καὶ ἡτοιμάζετο νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἐλπίζων νὰ σωθῇ κολυμβῶν, καὶ ὁ μόνος ἐπιβάτης των, ὁ ζῳέμπορος Πραματής, ἔκλαιε καὶ εὕρισκεν ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον ν᾽ ἀρμενίσῃ τις τόσην θάλασσαν διὰ νὰ πνιγῇ, ἀφοῦ ἡ γῆ ἦτο ἱκανὴ νὰ σκεπάσῃ μὲ τὸ χῶμά της τόσους καὶ τόσους.

Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν Μπαλαλίναν καὶ τὴν ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς τὸ εἶδός των καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης. Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ πενθερὰ συνεπόνουν μὲ αὐτήν, καὶ ὁ καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς ὠδινούσης.

Τὸ σπιτάκι ἔκειτο ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μικροῦ νησιδίου πρὸς μεσημβρίαν. Τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς, ἡ βάρκα τοῦ Πλαντάρη εἶχε φανῆ ἀντικρὺ ἀγωνιῶσα εἰς τὰ κύματα, καὶ δύο παιδία τοῦ γιαλοῦ, ἀπ᾽ ἐκεῖνα ποὺ περνοῦν τὸν καιρόν των κάτω ἀπὸ τὸν ἀρσανάν, μὴ γνωρίζοντα ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἄλλην διατριβὴν ἀπὸ τὰς συρμένας ἔξω φελούκας, οὔτε ἄλλο παιγνίδι ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἦλθαν νὰ πάρουν τὰ συχαρίκια τῆς Πλανταροῦς, ἀκούσαντα τὴν εἴδησιν ἀπὸ πορθμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναγνωρίσει μακρόθεν τὴν βάρκαν. Καὶ τότε ἡ Πλανταροὺ εἶδε κ᾽ ἐκατάλαβεν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν ὁποὺ ἦτο εἰς τὸ πέλαγος, ὅτι ἡ βάρκα ἀνεβοκατέβαινεν εἰς τὰ κύματα κ᾽ ἐκινδύνευε νὰ βουλιάξῃ, καὶ τότε ἐνόησε τί θὰ ᾽πῇ νά ᾽χῃ κανεὶς «δυὸ χαρὲς καὶ τρεῖς τρομάρες». Διότι διπλῆ μὲν χαρὰ θὰ ἦτο νὰ ἔφθανεν αἰσίως ὁ υἱός της, νὰ ἐγέννα μὲ τὸ καλὸν καὶ ἡ νύμφη της· τριπλῆ δὲ τρομάρα ἦτο ὁ κίνδυνος τοῦ υἱοῦ της, ὁ κίνδυνος τῆς νύμφης της καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ προσδοκωμένου νεογνοῦ. Ἴσως δὲ θὰ ἦτο τετραπλῆ ἡ τρομάρα, ἂν προσετίθετο καὶ ὁ φόβος μήπως τυχὸν ἡ νύμφη της γεννήσῃ αἰσίωςθῆλυ.

Ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ λόφου, εὑρίσκετο μονῆρες τὸ σπιτάκι, καὶ κάτω εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰν ἦτο κτισμένον τὸ χωρίον. Διακόσια σπίτια ἁλιέων, πορθμέων καὶ ναυτῶν. Ἓν μίλιον ἀπεῖχε τὸ σπιτάκι ἀπὸ τὸ χωρίον. Ὑπῆρχε μικρὸς ἐπισφαλὴς ὅρμος, ἀλλὰ δὲν ἦτο λιμήν. Ἔβλεπε μόνον πρὸς μεσημβρίαν. Ἡ ἀγωνία τῆς βάρκας τοῦ Πλαντάρη ἦτο ὁρατὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην, ὁρατὴ καὶ ἀπὸ τὸν μεμονωμένον οἰκίσκον.

Ἡ Πλανταροὺ ἤρχισε τότε νὰ μέμφεται πικρῶς τὸν υἱόν της διὰ τὴν τόλμην καὶ τὴν ἀποκοτιά του. Τί ἤθελε, τί γύρευε, τέτοιες μέρες, νὰ κάμῃ ταξίδι; Δὲν ἄκουε, ὁ βαρυκέφαλος, τὴ μάννα του, τί τοῦ ἔλεγε. Ἀκόμη τὰ Φῶτα δὲν εἶχαν ἔλθει. Ὁ Σταυρὸς δὲν εἶχε πέσει στὸ γιαλό. Τὸν ἀβάσταχτο εἶχε; Δὲν ἐκαρτεροῦσε ὁ ἀπόκοτος δύο τρεῖς ἡμέρες, νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά, ν᾽ ἁγιασθοῦν οἱ βρύσες καὶ τὰ ποτάμια, νὰ φύγουν τὰ σκαλικαντζούρια; Καλὰ νὰ πάθῃ, γιατὶ δὲν τὴν ἄκουσε.

Ὅσον ὑψώνετο ὁ ἥλιος πρὸς τὸ μεσουράνημα, τόσον ηὔξανε καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς. Ἡ νύμφη της ὑποστηριζομένη ὄπισθεν ἀπὸ τὴν Μπαλαλοὺ καὶ κρεμαμένη ἔμπροσθεν ἀπὸ τὸν τράχηλον τῆς Σωσάννας, ἐμούγκριζεν ὡς ἀγελάδα. Ὁ ἄνεμος ἐκεῖ κάτω, εἰς τὸ πέλαγος, ἐφαίνετο ὅτι ἀπεμάκρυνε τὸ πλοιάριον ἀντὶ νὰ τὸ προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἀκτήν. Ἡ βάρκα ὁλονὲν ἐξέπεφτε μακρύτερα, αἰσθητῶς εἰς τὸ βλέμμα. Εἰς τὴν νύμφην της ἡ Πλανταροὺ ἐφυλάχθη νὰ εἴπῃ τίποτε. Μόνον ἐξήρχετο συχνὰ εἰς τὸν ἐξώστην, προσποιουμένη ὅτι ἤθελε νὰ κουβαλήσῃ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἔμενεν ἐπὶ μακρὸν κ᾽ ἐκοίταζε. Δὲν ἐπανήρχετο εἰμὴ ἂν τὴν ἀνεκάλει ἡ μαμμὴ ἡ Μπαλαλού.

Ἐπλησίαζεν ἤδη μεσημβρία, καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον. Δὲν ἐφαίνετο πλέον νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς. Ὁ υἱός της θὰ ἐπνίγετο ἐκεῖ εἰς τὸ ἄσπλαγχνον πέλαγος, καὶ τὴν νύμφην της ὁμοῦ μὲ τὸ ἔμβρυον θὰ τὴν ἐσκέπαζεν ἡ «μαύρη γῆς».

Τέλος, ἡ γραῖα ἀπέκαμε. Ἡ βάρκα ἔγινεν ἄφαντη… Καὶ ἡ σύζυγος τοῦ υἱοῦ της ἐγέννησεν… ἄρρεν. Ὤ! τὸ στρίγλικο, τὸ κακοπόδαρο, ὤ! τὸ γρουσούζικο, ὁποὺ ψωμόφαγε τὸν πατέρα του! Πνῖξτέ το! Σκοτῶστέ το! Τί τὸ φυλᾶτε; Πετᾶτέ το στὸ γιαλό, νὰ πᾷ νὰ βρῇ τὸν πατέρα του. Κι αὐτή, ἡ γουρουνοποδαρούσα ἡ μάννα του, αὐτὴ ἡ πρωτάρα, ἡ στερεμένη, αὐτὴ ἡ λεχώνα ἡ λοχεμένη!… Ἠμπορεῖς, μαμμή, νὰ τὴν καρυδοπνίξῃς, κειδὰ ποὺ θὰ ψοφολογήσῃ, στὸ κρεβάτι της, νὰ στραμπουλίξῃς μὲ τὴ χεράρα σου καὶ τῆς κλήρας τὸ λαιμό, νὰ ποῦμε πὼς ἐγεννήθηκε πεθαμένο τὸ παιδί, καὶ πὼς ἡ μάννα ἐτελείωσε, καθὼς κάθισε στὰ σκαμνιά, ἠμπορεῖς;

Δὲν τὴν ἐσκέπασεν ἡ μαύρη γῆς τὴν ταλαίπωρον μητέρα ὁμοῦ μὲ τὸν καρπὸν τῶν σπλάγχνων της, καὶ τὸ πέλαγος ἵλεων δὲν ἔπνιξε τὸν πατέρα. Ὁ Πλαντάρης εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ τὴν προσευχήν του, καὶ ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχε φορέσει ἐκ νέου τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα του. Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς ἐπείσθη ὅτι ἦτο καλὸς χριστιανὸς καὶ ὅτι ἦτο προωρισμένος νὰ ταφῇ εἰς εὐλογημένον χῶμα. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει περὶ τὸ δειλινόν, καὶ ὁ κυβερνήτης ἀνέλαβε τὸ κράτος του ἐπὶ τοῦ μικροῦ σκάφους. Ἔπιασε δυνατὰ τὸ τιμόνι καὶ μὲ τὰ πολλὰ ὀρτσαρίσματα ἦλθεν ἡ φελούκα εἰς μέρος ἀπαγκερόν, δίπλα εἰς τὴν ξηράν, ὀλίγα μίλια ἀπώτερον τοῦ μικροῦ ὅρμου. Διὰ τοῦτο ἡ βάρκα εἶχε γίνει ἄφαντος εἰς τὰ ὄμματα τῆς Πλανταροῦς, ἥτις δὲν εἶχε παύσει ν᾽ ἀγναντεύῃ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἐξώστου. Ἔφθασε δὲ ἀσφαλῶς εἰς τὸν ὅρμον, εὐθὺς ὡς ἔπεσεν ἐντελῶς ὁ ἄνεμος, βασίλευμα ἡλίου.

Δεύτερα συχαρίκια ἐπῆραν τῆς Πλανταροῦς. Ὁ υἱός της, ἀποστάζων ἅλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, ἔφθασεν εἰς τὸ σπιτάκι ἅμα ἐνύκτωσε, κ᾽ ἐκεῖ μόνον ἔμαθε τὴν εὐτυχῆ εἴδησιν, ὅτι ἡ συμβία του τοῦ εἶχε γεννήσει κληρονόμον.

Τὴν ἐπαύριον ἦσαν Φῶτα. Τὴν ἄλλην ἡμέραν Ὁλόφωτα. Τὴν ἑσπέραν τῆς μεγάλης ἑορτῆς, ἅμα τῇ τριημερεύσει τῆς λεχοῦς καὶ τοῦ παιδίου, ἔβαλαν τὴν σκαφίδα κάτω εἰς τὸ πάτωμα καὶ τὴν ἐγέμισαν μὲ χλιαρὸν νερὸν βρασμένον μὲ δάφνας καὶ μὲ μύρτους. Ἐπρόκειτο νὰ τελέσουν τὰ «κολυμπίδια» τοῦ παιδίου.

Ἡ καλὴ μαμμή, ἡ Μπαλαλού, ἐξήπλωσε τὸ βρέφος μαλακὰ ἐπὶ τῶν ἡπλωμένων κνημῶν της καὶ ἤρχισε νὰ λύῃ τὰ σπάργανα. Εἶχε νυκτώσει. Μία λυχνία καὶ δύο κηρία ἔκαιον ἐπὶ χαμηλῆς τραπέζης. Τὸ παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, μὲ ἀόριστον ροδίζοντα χρῶτα, μὲ βλέμμα γαλανίζον καὶ τεθηπός, ἀνέπνεε καὶ ᾐσθάνετο ἄνεσιν, καθ᾽ ὅσον ἀπηλλάσσετο τῶν σπαργάνων. Ἐμειδία πρὸς τὸ φῶς τὸ ὁποῖον ἔβλεπε, κ᾽ ἔτεινε τὴν μικρὰν χεῖρα διὰ νὰ συλλάβῃ τὴν φλόγα. Τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν εἶχε βάλει εἰς τὸ στόμα του, κ᾽ ἐπιπίλιζεν, ἐπιπίλιζε. Τί ᾐσθάνετο; Ἀπερίγραπτον.

Ἡ καλὴ μαμμὴ ἀφῄρεσεν ὅλα τὰ σπάργανα, ἀπέσπασεν ἁβρῶς τὴν φουστίτσαν καὶ τὸ ὑποκάμισον τοῦ βρέφους καὶ τὸ ἔρριψεν ἁπαλῶς εἰς τὴν σκαφίδα. Ἤρχισε νὰ τὸ πλύνῃ καὶ νὰ ἀφαιρῇ τὰ ἅλατα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ εἶχε πιτυρίσει κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς γεννήσεως, ἀφοῦ τὸ εἶχεν ἀφαλοκόψει. Ἀφῄρεσε καὶ τὸ βαμβάκιον, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε περιβάλει τὰς παρειὰς καὶ τὴν σιαγόνα τοῦ παιδίου, διὰ νὰ κάμῃ ἄσπρα γένεια.

Ἔλαβε τὴν «μασά», τὴν σιδηρᾶν λαβίδα ἀπὸ τὴν ἑστίαν, καὶ τὴν ἔβαλε μέσα εἰς τὴν σκάφην διὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδίον σιδεροκέφαλον.

Τὸ βρέφος ἤρχισε νὰ κλαυθμυρίζῃ, ἐνῷ ἡ μαμμὴ ἐξηκολούθει νὰ τὸ πλύνῃ μαλακά, καὶ νὰ τὸ ὑποκορίζεται ἅμα: «Ὄχι, χαδούλη μ᾽, ὄχι, χαδιάρη μ᾽! ὄχι κεφαλά μ᾽, πάπο μ᾽, χῆνό μ᾽!» Καὶ συγχρόνως ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, ἡ μάμμη ἡ Πλανταροὺ καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι παρόντες, ἔρριπτον ἀργυρᾶ νομίσματα, διὰ ν᾽ ἀσημώσουν τὸ παιδίον. Τὰ ἐπέθετον ἁβρῶς ἐπὶ τοῦ στέρνου καὶ τῆς κοιλίας τοῦ βρέφους, καὶ ὀλισθαίνοντα ἔπιπτον εἰς τὸν πάτον τῆς σκάφης.

Τὸ παιδίον δὲν ἔπαυε νὰ κλαίῃ, καὶ ἡ μαμμὴ τὸ ἐκολύμβιζεν ἀκόμη, τὸ ἐκολύμβιζε. Κολύμβα, τέκνον μου, εἰς τὴν σκάφην σου, κολύμβα, καὶ ἀπόβαλε τὴν ἅλμην σου εἰς τὸ γλυκὸν νερόν. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς ὅτε θὰ κολυμβᾷς εἰς τὸ ἁλμυρὸν κῦμα, καθὼς ἐκολύμβησεν ὅλος, χθὲς ἀκόμη, ὁ πατήρ σου μὲ τὴν σκάφην του. «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν».

Τὴν ἐπαύριον, ἑορτὴν τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἔμελλε νὰ βαπτισθῇ τὸ παιδίον, ἐπειδὴ εἶχε συμβῆ νὰ γεννηθῇ οὕτω τὰς παραμονὰς τῆς ἑορτῆς, πρὶν περάσουν ὅλως τὰ Φῶτα. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν, μετὰ τὰ κολυμπίδια, δεῖπνον παρετέθη εἰς τὴν οἰκίαν. Ἡ μαμμὴ ἐμάζωξε μετὰ προσοχῆς ὅλα τὰ ἀργυρᾶ κέρματα, ἡμιτάλληρα καὶ σβάντζικα καὶ δραχμάς, τὰ ἐκομβόδεσεν εἰς τὸ μανδήλιόν της, ἐνῷ οἱ παρεστῶτες ἐφώναζαν γύρωθεν: «Νὰ ζήσῃ! σιδεροκέφαλος!» καὶ ἐπηύχοντο εἰς τὴν μαμμὴ «καλὴ ψυχή».

Εἶτα ἡ Μπαλαλοὺ ἐσπόγγισε καλῶς τὸ παιδίον μὲ μέγα λευκὸν προσόψιον, τοῦ ἐφόρεσε καινούργιο καθαρὸν ὑποκαμισάκι καὶ ποδίτσαν, τὸ ἀνέκλινεν ἐπὶ τῶν κνημῶν της, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιβάλλῃ μὲ τὰ σπάργανα.

Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς εἶχεν ἔλθει εἰς τὰ κολυμπίδια, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἐπεθύμει νὰ γίνῃ ἀνάδοχος τοῦ βρέφους, εἰς μνήμην τοῦ προχθεσινοῦ ἐν θαλάσσῃ κινδύνου καὶ τῆς διασώσεως.

Ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχεν ἔλθει ἕως τὴν θύραν, καὶ ἵστατο θεωρῶν μακρόθεν τὴν τελετὴν τοῦ κολυμβήματος. Ὁ γείτων ὁ Δημήτρης ὁ Σκιαδερός, πρωτεξάδελφος τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, δὲν εἶχε φανῆ εἰς τὴν οἰκίαν ἀπὸ πέρυσι, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπῆρε τὴν γυναῖκά του τὴν Δελχαρὼ καὶ τὰ παιδιά του, ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἐκράτει αὐτὸς ἁρμαθιαστὰ ἀπὸ τὴν μίαν χεῖρα, τὸ ἓν πενταετὲς καὶ τὸ ἄλλο τετραετές, τρίτον διετὲς ἔφερεν ὑπὸ τὴν μασχάλην, ἓν πενταμηνίτικον βρέφος ἐβύζανεν εἰς τοὺς κόλπους της ἡ γυνή του, καὶ δύο ἄλλα ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐτῶν τὴν ἠκολούθουν κρατούμενα ἀπὸ τὸ φουστάνι της, κ᾽ ἐπαρουσιάσθη χαμογελῶν, χαίρων διὰ τὴν χαρὰν τοῦ συγγενοῦς του, γεμᾶτος ἀπὸ εὐχὰς καὶ συγχαρητήρια.

Ἐκάθισαν ὅλοι εἰς τὴν τράπεζαν. Δεξιὰ ἡ Μπαλαλοὺ ἡ μαμμή, ἀριστερὰ ἡ μπροσθινὴ ἡ Σωσάννα, καταμεσῆς ὁ πατὴρ τοῦ νεογνοῦ. Δεξιόθεν τῆς Σωσάννας ἡ Πλανταρού, κατόπιν ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς καὶ δύο τρεῖς ἄλλοι. Τὸ λοιπὸν τοῦ χώρου κατείχετο ἀπὸ τὸν Δημήτρην τὸν Σκιαδερὸν καὶ ἀπὸ τὴν φαμελιά του.

Ἤρχισαν νὰ τρώγουν. Τὰ παιδιὰ τοῦ Δημήτρη τοῦ Σκιαδεροῦ δὲν ἐταιριάζοντο εὔκολα. Ἐφώναζαν, ἐγρίνιαζαν, κ᾽ ἐθορυβοῦσαν. Τὸ ἕνα ἤθελε τσιτσί, δὲν ἤθελε μαμμά. Τὸ τρίτον κλαυθμυρίζον ἐζήτει βρῦ. Τὸ τέταρτον ἤθελε γλυκό, δὲν τοῦ ἤρεσκε τὸ τυρί. Ἡ ταλαίπωρος ἡ λεχὼ ὑπέφερε κάπως ἀπὸ τὸν θόρυβον. Ἤρχισαν αἱ προπόσεις. Ηὔχοντο εἰς τὸν πατέρα νὰ τοῦ ζήσῃ καὶ εἰς τὴν λεχὼ «καλὴ σαράντιση». Πρώτη ἔπιεν ἡ μαμμή, δεύτερος ὁ πατήρ, τρίτη ἡ γραῖα Σωσάννα ἡ μπροσθινή.

Ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς Πλανταροῦς νὰ πίῃ εἰς τὴν ὑγείαν τῆς νύμφης της, εὐχήθη μὲ τρεῖς διαφόρους τόνους φωνῆς:

―Ἐβίβα, νύφη, μὲ καλὸ νὰ σαραντίσῃς… Κι ὅ,τ᾽ εἶπα, παιδάκι μ᾽… ἀστοχιὰ στὸ λόγο μου!

 

2φΑ


"Ὁ ἁγιασμός τῶν ὑδάτων "

 



-  Παῦλος Εὐδοκίμωφ 
[Ἀπό τήν Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων]

Μυσταγωγικὰ τὸ νερὸ τῆς βαπτίσεως δέχεται τὴν ἀξία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, ἡ εἰκόνα δείχνει δύο μικρὲς ἀνθρώπινες μορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειμένων ποὺ ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἀκολουθίας: «τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καὶ σὺ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὁπίσω» (Ψαλμ.113, 5).
Τὸ τροπάριο (ἦχος Δ´) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιοὺ καὶ διῃρεῖτο τὰ ὕδατα ἔνθεν καὶ ἔνθεν· καὶ γέγονεν αὐτῷ ξηρὰ ὁδὸς ἡ ὑγρὰ εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι᾿ οὗ ἡμεῖς τὴν ῥέουσαν τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν».

Εἰκόνα συμβολικὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ τὴ μετάνοια ἀκόμη ἀόρατη τῆς κοσμικῆς φύσεως, τῆς μεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της.
Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τὴν ἴδια ἀρχὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς.
Γι᾿ αὐτό, μετὰ τὴ θεία λειτουργία γίνεται ὁ μεγάλος ἁγιασμὸς τῶν ὑδάτων (ἑνὸς ποταμοῦ, μιᾶς πηγῆς ἢ ἐντελῶς ἁπλὰ ἑνὸς δοχείου τοποθετημένου μέσα στὴν ἐκκλησία).
Μιλώντας γιὰ τὰ μὴ ἁγιασμένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου – κατακλυσμοῦ ἡ λειτουργία τὰ ὀνομάζει ὑδατόστρωτο τάφο.

Πραγματικά, ἡ εἰκόνα δείχνει τὸν Ἰησοῦ νὰ εἰσέρχεται στὰ νερά, στὸν ὑγρὸ τάφο.
Αὐτὸς ἐδῶ ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς σκοτεινοῦ σπηλαίου (εἰκονογραφικὴ μορφὴ τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, ποὺ προσφέρεται στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος μὲ ὁλικὴ κατάδυση, μορφὴ τοῦ πασχαλίου τριημέρου), γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὸν ἀρχηγὸ τῆς φυλῆς μας στὴ ζοφερὴ διαμονή.
Συνεχίζοντας τὸν προκαταβολικὸ συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων, δείχνει τὴν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη: «καταβὰς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τὸν ἰσχυρόν».
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζει: ἡ κατάδυση καὶ ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου στὸν ἅδη καὶ τῆς ἀναστάσεως.

 

nektar 2fA


Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

"Ἡ Ἑορτή τῶν φώτων "

 



-  Παῦλος Εὐδοκίμωφ 
[Ἀπό τήν Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων]


Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ποὺ φωτίζει αὐτοὺς ποὺ κάθονταν στὰ σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) ἀπὸ ἐκεῖ δὲ τὸ ὄνομα τῆς «Ἑορτῆς τῶν φώτων».
Ἐνῶ ὁ Χριστὸς κατέβαινε στὰ νερά, ἡ φωτιὰ ἄναψε μέσα στὸν Ἰορδάνη, εἶναι ἡ Πεντηκοστὴ τοῦ Κυρίου καὶ ὁ προεικονισμένος Λόγος, μὲ στύλο φωτὸς δείχνει ὅτι τὸ βάπτισμα εἶναι φωτισμός, γέννηση τῆς ὑπάρξεως στὸ θεῖο φῶς.
Ἄλλοτε τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς γινόταν τὸ βάπτισμα τῶν κατηχουμένων καὶ ὁ ναὸς ἦταν πλημμυρισμένος ἀπὸ φῶς, σημεῖο μυήσεως στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.

Ὁ μάρτυρας αὐτοῦ τοῦ φωτός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι δοσμένος στὸ γεγονὸς, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων» καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν «ἀγαλλιαθῆναι ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ» (Ἰω. 5, 35).
Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς περιστεριοῦ ἐκφράζει τὴν κίνηση τοῦ Πατρὸς ποὺ φέρεται πρὸς τὸν Υἱό του.
Ἐξ ἄλλου, ἐξηγεῖται, κατὰ τοὺς Πατέρες, κατ᾿ ἀναλογία μὲ τὸν κατακλυσμὸ καὶ τὸ περιστέρι μὲ τὸν κλάδο ἐλαίας, σημεῖο τῆς εἰρήνης.

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φέρεται ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἀρχέγονα νερὰ ἀνέδειξε τὴ Ζωή, ἐπίσης αὐτὸ ποὺ αἰωρεῖται ἐπάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, προκαλεῖ τὴ δεύτερη γέννηση τοῦ νέου δημιουργήματος.
Ὁ Χριστὸς παριστάνεται ὀρθὸς ἐνάντια πρὸς τὸ βυθὸ τοῦ νεροῦ, σκεπασμένος ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ Ἰορδάνη.
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Ἰησοῦς ἀντιμετωπίζει τὰ κοσμικὰ στοιχεῖα ποὺ περιέχουν σκοτεινὲς δυνάμεις: τὸ νερό, τὸν ἀέρα καὶ τὴν ἔρημο.   ….

 

nektar – 2fA


Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

"Ξεχωριστές ημέρες "

 







ΕΟΡΤΕΣ – ΑΡΓΙΕΣ  του  2021


Πρωτοχρονιά:  Παρασκευή

Θεοφάνεια:  Τετάρτη  (6 Ιανουαρίου)

Καθαρά Δευτέρα:  15 Μαρτίου

Ευαγγελισμός Θεοτόκου:  Πέμπτη  (25 Μαρτίου)

Κυριακή του Πάσχα:  2 Μαΐου

 

Πρωτομαγιά:  Σάββατο

Αγίου Πνεύματος:  (Δευτέρα)  21 Ιουνίου

Κοίμηση της Θεοτόκου:  Κυριακή  (15 Αυγούστου)

28η Οκτωβρίου:  Πέμπτη

Χριστούγεννα:  Σάββατο   (25 Δεκεμβρίου)


[Πάσχα 2022:  24 Απριλίου]

 

eortologio – 2φΑ




Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

"Έρωντας είναι.. "

 



Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης  -  O ΈΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ
[από τα Άπαντα, Γ΄, Δόμος 1989]


Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:
- Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.

Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».
Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. 
Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν.

Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. 
Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. 
Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.

Kανέναν δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. 
Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του: 
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.

Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. 
Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. 
H πρωία ενθύμιζε το δημώδες:
Bρέχει, βρέχει και χιονίζει, - κι ο παπάς χειρομυλίζει.

Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. 
Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον.
Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.

Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. 
Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. 
Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα.
Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. 
Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.

Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. 
Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.

Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.

- Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... 
Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές...
να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... 
Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.

Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. 
Eξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.

Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν:
- Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση.
Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:
- K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.
Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
- Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... 
ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.

Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. 
Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.

N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!

Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.

Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. 
Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. 
Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. 
Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. 
Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. 
Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. 
Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.

Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
- Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. 
Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
- Ποιος είναι;

Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. 
Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. 
Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
- Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.

Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν.
Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. 
Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!

O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. 
Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:
«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν.
Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
- Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.

Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. 
Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.
«Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eίχαν οι θηλιές χιόνια!»
Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. 
Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.

Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός, ούτε κανείς άλλος. K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών.
Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. 
Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.

 

snhell – 2φΑ