- π. Χ. Μ.
Αμήν.
v - 2fA
- π. Χ. Μ.
Αμήν.
v - 2fA
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Είδα όνειρο ότι πήρα συνέντευξη από τον Θεό!
– Θες, λοιπόν, να σου δώσω συνέντευξη; με ρώτησε ο Θεός.
– Αν σας περισσεύει χρόνος, απάντησα.
Ο Θεός χαμογέλασε:
– Έχω μια μέρα και μια αιωνιότητα. Τι ερωτήσεις σκέφτεσαι να μου κάνεις;
– Τι είναι αυτό που σας εκπλήσσει περισσότερο στους ανθρώπους;
Και ο Θεός απάντησε:
– Ότι με το να αγχώνονται για το μέλλον τους, λησμονούν το παρόν τους, κι έτσι
δεν ζουν ούτε στο μέλλον ούτε στον παρόν.
Ότι ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ, και πεθαίνουν σαν να μην έχουν
ζήσει καθόλου...
Ότι βιάζονται να αποβάλουν την παιδικότητά τους! Θέλουν να μεγαλώσουν γρήγορα
και ύστερα παρακαλούν να ξαναγίνουν παιδιά.
Ότι χάνουν την υγεία τους προσπαθώντας να βγάλουν λεφτά, κι ύστερα χάνουν τα χρήματα
τους για να ξαναβρούν την υγειά τους.
Ο Θεός πήρε συγκαταβατικά το χέρι μου στο δικό του και
μείναμε για λίγο σιωπηλοί.
Μετά, τον ρώτησα:
– Σαν γονιός όλων των ανθρώπων, ποια είναι τα μαθήματα ζωής που θα θέλατε να
μάθουν τα παιδιά σας;
Και ο Θεός απάντησε χαμογελώντας:
– Να μάθουν ότι δεν μπορούν να αναγκάσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν.
Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να γίνουν οι ίδιοι άξιοι να αγαπηθούν.
Να μάθουν ότι δεν μετράνε περισσότερο τα πράγματα που έχουμε στη ζωή μας, αλλά
οι άνθρωποι που έχουμε στη ζωή μας.
Να μάθουν ότι δεν ωφελεί να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με τους άλλους.
Να μάθουν επίσης, ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα
περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.
Να μάθουν ότι μέσα σε ελάχιστες στιγμές μπορείς ν’ ανοίξεις στον άλλο πληγές,
που μετά παίρνει χρόνια πολλά να τις επουλώσεις.
Να μάθουν τη συγχώρεση, συγχωρώντας.
Να μάθουν και πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπούν πραγματικά, που όμως δεν
ξέρουν πώς να δείξουν ή να εκφράσουν τα αισθήματά τους.
Να μάθουν ακόμα, ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν τα
πάντα, εκτός από την ευτυχία!
Να μάθουν ότι δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν την ίδια εικόνα και να βλέπουν δύο
διαφορετικά πράγματα.
Να μάθουν ότι δεν φτάνει πάντα να σε συγχωρούν οι άλλοι, πρέπει να μπορείς να
συγχωρήσεις και ο ίδιος τον εαυτό σου και τους άλλους!
Και να μάθουν, ότι για τα παιδιά μου εγώ είμαι πάντα εδώ, και τα περιμένω να
γυρίσουν.
fb -
Σ.Υ.Δ. Κόκκορη Ψαραύτειο Μαρτίνος
2fA
Alden Nowlan (1933-1983)
- Περί στολών και διακριτικών
2φΑ
Άλντεν Νόουλαν [Alden Nowlan, 1933-1983]
- "Θησαυροί επί της γης"
Βάλε φόρμες, βγες έξω, ξεκίνα το τζόκινγκ.
Μακριά από βούτυρο κι αυγά. Πρόσεχε το ποτό.
Το πολύ ζεστό και το πολύ κρύο να τ’ αποφεύγεις.
Τσιγάρο; Ούτε γι’ αστείο.
Να ψάχνεις το σώμα σου για εξογκώματα.
Να ξεκουράζεσαι. Τους φόβους σου να τους ελέγχεις.
Και λογικά, αν δεν συμβεί κανένα ατύχημα,
θα ζήσεις έτη και έτη εν ειρήνη –έτη πολλά.
Αυτά της είπαν οι γιατροί.
Και η κυρία έπραξε αναλόγως.
Ως ανταμοιβή των κόπων της,
δρέπει τις χαρές του γήρατος.
Πλέον, εγκατεστημένη στον οίκο ευγηρίας
“Το ηλιοβασίλεμα”,
εντρυφεί σε ποικίλες απολαύσεις,
όπως σταυρόλεξα, επιχρωματισμό σχεδίων σε μπλοκ ζωγραφικής
και ανά δεκαπενθήμερο, βραδιές μπίνγκο.
fb - Kiriakos
Katsadoros
2fA
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ
[Από τον λόγο του ΠΕΡΙ
ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (Τα Μακρίνεια) - Ὁ λόγος αὐτός γράφτηκε τό φθινόπωρο τοῦ
379 μ.Χ., ὅταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπισκέφθηκε τήν ἀδελφή του Ὁσία Μακρίνα στόν
Πόντο, γιά νά παρηγορηθεῖ γιά τόν θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Μεγάλου Βασιλείου]
nektar – 2φΑ
Fatih Aydın
-
Circus Station.. 1950 ' s..
2φΑ
- Από γαλλικό κείμενο,
που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο
Η μέρα μόλις ξεκίνησε και... είναι έξι η ώρα το βράδυ.
Πριν λίγο έφτασε η Δευτέρα και είναι ήδη Παρασκευή.
... και ο μήνας έχει ήδη τελειώσει.
... και η χρονιά σχεδόν τελείωσε.
... και έχουν περάσει ήδη 40, 50 ή 60
χρόνια της ζωής μας.
... και συνειδητοποιούμε ότι χάσαμε τους
γονείς μας, τους φίλους μας.
και συνειδητοποιούμε ότι είναι πολύ αργά για να επιστρέψουμε ...
Έτσι ... παρά τα πάντα, ας προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε
στο έπακρο τον χρόνο που έχει απομείνει ...
Ας μην σταματήσουμε να ψάχνουμε για δραστηριότητες που αγαπούμε
...
ας βάλουμε λίγο χρώμα στο γκρίζο μας ...
Λίγο χαμόγελο στα μικρά πράγματα της ζωής
που χαρίζουν βάλσαμο στις καρδιές μας.
Και παρά τα πάντα, πρέπει να συνεχίσουμε να αξιοποιούμε τον
χρόνο
που έχουμε, με ηρεμία.
Ας προσπαθήσουμε να εξαλείψουμε το "μετά"...
Το κάνω μετά... θα πω μετά ... θα το σκεφτώ μετά...
Αφήνουμε τα πάντα για αργότερα, σαν το «μετά» να είναι δικό μας.
Όμως… μετά,
ο καφές κρυώνει...
οι προτεραιότητες αλλάζουν...
η γοητεία εξαντλείται...
η υγεία βγάζει προβλήματα ...
μετά,
τα παιδιά μεγαλώνουν...
οι γονείς γερνούν και φεύγουν...
οι υποσχέσεις ξεχνιούνται...
μετά,
η μέρα γίνεται νύχτα...
η ζωή σιγά-σιγά τελειώνει...
και είναι πια πολύ αργά...
Ας μην αφήσουμε λοιπόν, τίποτα για αργότερα...
ας μην χάσουμε τις καλύτερες στιγμές,
τις καλύτερες εμπειρίες,
τους καλύτερους φίλους μας,
την χαρά της οικογένειας...
Η μέρα είναι
σήμερα... - η στιγμή είναι τώρα...
2φΑ
Πλάτωνος Φαίδρος - Ο
ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ
[μετάφραση Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου -
Από το ένθετο του δίσκου "Ημερολόγιο" του Νίκου Ξυδάκη, LYRA]
Σωκράτης
Και όσο για καιρό δα, έχουμε. Κι έπειτα τα τζιτζίκια που
κατά το συνήθιο τους μέσα στην κάψα τραγουδούνε και συνομιλούνε πάνω από το
κεφάλι μας μού φαίνεται πως μας βλέπουνε.
Αν λοιπόν μας έβλεπαν κι εμάς τους
δύο, όπως τον πολύ κόσμο, το μεσημέρι να μη συνομιλούμε, αλλά να είμαστε
νυσταγμένοι και με το τραγούδι τους αποκαρωμένοι από αργία του νου μας, με το
δίκιο τους θα μας περιγελούσαν, παίρνοντάς μας για τίποτα δούλους που ήλθαν σ'
αυτούς εδώ, σ' αυτό το κατάλυμα να κοιμηθούν, ωσάν πρόβατα που κάνουν μεσημέρι
γύρω από το νερό.
Αν όμως μας έβλεπαν να συνομιλούμε και να πλέουμε από κοντά
τους σαν δίπλα από Σειρήνες αγοήτευτοι, το έπαθλο που έχουν από τους θεούς για
να το δίνουν στους ανθρώπους, ίσως το έδιναν σε μας από θαυμασμό και εκτίμηση.
Φαίδρος
Και τι είναι λοιπόν αυτό που έχουν; Γιατί δεν έτυχε ως
φαίνεται να τ' ακούσω.
Σωκράτης
Αληθινά όμως δεν στέκει ένας άνθρωπος που αγαπάει τις Μούσες
να μην έχει ακούσει αυτά τα πράγματα. Να, λένε πως τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι
κάποτε, προτού ακόμα να γεννηθούν οι Μούσες.
Όταν όμως γεννηθήκανε οι Μούσες και πρωτοφάνηκε το τραγούδι, τόσο πια
μερικοί από αυτούς τότε τους ανθρώπους, τα χάσανε από την τέρψη, που
τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιούν, και χωρίς να το νοιώσουν, πεθάνανε.
Απ' αυτούς γεννήθηκε το γένος των τζιτζικιών παίρνοντας
τούτο το βραβείο από τις Μούσες, δηλαδή να μην έχει αφότου γεννηθεί καμιά
ανάγκη για τροφή, αλλά χωρίς να τρώει και να πίνει, ν' αρχίζει ευθύς να
τραγουδάει ως που να πεθάνει, κι έπειτα πηγαίνοντας στις Μούσες να τους φέρνει
είδηση ποιος από τους ανθρώπους εδώ κάτω, ποιαν απ' αυτές τιμάει.
Και να, στην Τερψιχόρη φέρνοντας την είδηση ποιοι την ετίμησαν, κάνουν
προς αυτούς την αγάπη της μεγαλύτερη, και στην Ερατώ εκείνους που την ετίμησαν
μ' ερωτικά τραγούδια όμοια και στις άλλες, κατά το είδος της τιμής που ταιριάζει
στην κάθε μια.
Μα στην πρεσβύτατη, την Καλλιόπη, και στην Ουρανία που
έρχεται έπειτα από αυτήν, αγγέλουν εκείνους που περνούνε την ζωή τους με
φιλοσοφία και που τιμούν εκείνων την τέχνη.
Αυτές δα είναι που πιο πολύ απ'
όλες τις Μούσες, έχοντας να κάμουν με τον ουρανό και με τους λόγους, και των
θεών και των ανθρώπων, αρθρώνουνε την ομορφότερη φωνή.
Για πολλές λοιπόν αιτίες, πρέπει να μιλούμε για κάτι και δεν πρέπει να
κοιμόμαστε το μεσημέρι.
mikrosapoplous
– 2fA
ΛΟΡΚΑ - "Η
Καλόγρια η Τσιγγάνα"
[Από το Romancero gitano του Λόρκα
- Απόδοση στα νέα ελληνικά: Οδυσσέας Ελύτης]
Βουνά και σύγνεφα μακριά - σ' όλα τα γύρω σιγαλιά
Κάμποι και δέντρα μες στη ζέστη - τα τοιχιά μες στον ασβέστη
Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή
Άχου τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πως πάει
Βάνει πουλιά βάνει δεντρά
βάνει και τ' άστρα τα χρυσά
Βάνει στις τέσσερις τις κόχες τέσσερις αγριομολόχες
Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή
Μα κάθε τόσο αναστενάζει
και κάτι με το νου της βάζει
Λίγο το χέρι σταματά
μες στον αέρα και κοιτά
Στα μάτια της που ανοιγοκλειούν δυο καβαλάρηδες περνούν
Κι υστέρα πάλι στο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή
Τι ποτάμια! Τι χορτάρια!
Τι λιοτρόπια! Τι φεγγάρια!
Πλάσματα της αρεσιάς της - της ονειροφαντασιάς της.
[Κολάζ: Οδ. Ελύτης]
youtube - John Williams & Maria Farantouri
youtube - Χριστόφορος Σταμπόγλης
ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ – 2φΑ
- Παῦλος Εὐδοκίμωφ
[Ἀπό τήν Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων]
Τὸ Δ´ εὐαγγέλιο μιλᾶ γιὰ τὸν Ἰωάννη στὸν πρόλογό του, ἀμέσως
μετὰ τὸν Λόγο, ποὺ εἶναι στὴν ἀρχή, καὶ ὅταν διαβάζει κανεὶς.. «ὑπῆρχε ἄνθρωπος
ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό», αἰσθάνεται ὅτι ἡ ἔλευσή του, σὲ μιὰ ὁρισμένη ἔννοια ἔρχεται
ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν αἰωνιότητα.
Ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει μπροστὰ ἀπὸ αὐτὸν καὶ μαρτυρεῖ: «ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα
καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτὸν… οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 29-34)· σ᾿ αὐτὸν τὸν
σύντομο λόγο εἶναι πιά, μὲ μιὰ μορφὴ περιορισμένη ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὁ Ἰωάννης εἶναι αὐτὸς ποὺ γνωρίζει, προσδιορίζει τὸν Ἀμνὸ, γιατὶ εἶναι μυημένος
στὸ μυστήριο τοῦ «ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἀπὸ καταβολῆς κόσμου…».
Ὁ Ἰωάννης δὲν ἔχει
τίποτε προαγγείλει καὶ εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος προφήτης, ὅπως ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ
προσδιορίζει τὸν Χριστό.
Εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος διότι εἶναι ὁ πιὸ μικρός, αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ πεῖ ἀπελεύθερος
ἀπὸ τὴν ἴδια του ἐπάρκεια, γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μένει ἐκεῖ, ἐκεῖνος ποῦ
τέρπεται ἀκούοντας τὴ φωνὴ τοῦ Νυμφίου, καὶ ἡ χαρά του εἶναι μεγάλη χωρὶς
μέτρο.
Εἶναι ἡ πιὸ ἐνδόμυχη ἐγγύτης, ὅπου ὁ Λόγος ἀντηχεῖ· εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ
ποὺ δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου παρὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός· εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ
Πνεύματος γιατὶ δὲν λέγει τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ μιλᾶ στὸ ὄνομα Αὐτοῦ
ποὺ ἔχει ἔλθει.
Εἶναι αὐτὸς ὁ ὁρμητικὸς ποὺ ἁρπάζει τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ
μαρτύριό του λαμπρύνει θαυμαστὰ ἕνα ἀρχαῖο μοναστικὸ λόγιο: Δῶσε τὸ αἷμα σου καὶ
πάρε τὸ Πνεῦμα…
Μὲ τὴν Θεοτόκο περιβάλλει τὸν Χριστὸ Κριτὴ καὶ μεσιτεύει γιὰ ὅλους
τοὺς ἀνθρώπους.
Μπορεῖ νὰ τὸ κάνει, γιατὶ ἡ φιλία του φθάνει τὸ ἐπίπεδο ἑνὸς ἄλλου
μεγάλου πνευματικοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία μᾶς ἔχει ἀναφερθεῖ στὰ Ἀποφθέγματα τῶν
Πατέρων.
Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Μέγας προσευχόταν γιὰ τὸν μαθητή του ποὺ εἶχε
ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, καὶ ὅταν προσευχόταν, ὁ Κύριος τοῦ ἐμφανίστηκε καὶ τοῦ
λέγει: «Παΐσιε, γιὰ ποῖον προσεύχεσαι; Δὲν γνωρίζεις ὅτι μὲ ἔχει ἀρνηθεῖ;».
Ἀλλὰ ὁ ἅγιος δὲν ἔπαυε νὰ ἔχει ἔλεος καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν μαθητή του, καὶ
λοιπὸν ὁ Κύριος τοῦ λέγει: Παΐσιε, ἔχεις ἐξομοιωθεῖ μὲ ἐμένα μὲ τὴν ἀγάπη σου…
Ἡ λειτουργία ὀνομάζει τὸν Ἰωάννη: κήρυκα, ἄγγελο καὶ ἀπόστολο.
nektar– 2fA
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - ΦΩΤΑ-ΟΛΟΦΩΤΑ (1894)
[Άπαντα, Τόμος 3, εκδ. Δόμος, 1984]
Ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ
Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ
μὴ ἀποκάμῃ, καὶ εἰς ἀβύσσους, ἑκάστη τῶν
ὁποίων θὰ ἦτο
ἱκανὴ νὰ καταπίῃ ἑκατὸν καράβια καὶ
νὰ μὴ χορτάσῃ. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ
κατεποντίζετο. Ἄγριος ἐφύσα βορρᾶς, ὀργώνων βαθέως τὰ κύματα, καὶ ἡ μικρὰ φελούκα, διὰ νὰ μὴν ἀρμενίζῃ κατεπάν᾽ τὸν ἀέρα, εἶχε μαϊνάρει τὸ
πανί της, καὶ εἶχε μείνει ξυλάρμενη καὶ ὠρτσάριζε κ᾽
ἐδοκίμαζε νὰ κάμῃ βόλτες. Τοῦ κάκου. Μετ᾽ ὀλίγον ἡ
θάλασσα ἐπῆρε τὸν
ἐλεεινὸν φελλὸν εἰς
τὴν ἐξουσίαν της, καὶ ὁ ἄνεμος τὸν ἔσυρεν ἐδῶ
κ᾽ ἐκεῖ, καὶ ὁ Κωνσταντὴς ὁ
Πλαντάρης ἐξέμαθεν εἰς
τὴν στιγμὴν ὅσας βλασφημίας ἤξευρε καὶ
ἠσχολεῖτο νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν του, ἐνῷ ὁ μικρὸς σύντροφός του, ὁ ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτὰ χρόνων, ἐγδύνετο καὶ
ἡτοιμάζετο νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἐλπίζων νὰ σωθῇ κολυμβῶν, καὶ ὁ μόνος ἐπιβάτης των, ὁ ζῳέμπορος Πραματής, ἔκλαιε καὶ
εὕρισκεν ὅτι δὲν
ἤξιζε τὸν κόπον ν᾽ ἀρμενίσῃ τις
τόσην θάλασσαν διὰ
νὰ πνιγῇ, ἀφοῦ ἡ γῆ ἦτο
ἱκανὴ νὰ σκεπάσῃ μὲ τὸ χῶμά της τόσους καὶ
τόσους.
Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ
Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν
Μπαλαλίναν καὶ τὴν
ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ
δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς
τὸ εἶδός των
καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς
κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν
θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ
ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς
προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ
ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης. Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη
ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ
γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ
πενθερὰ συνεπόνουν μὲ
αὐτήν, καὶ ὁ
καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς
ὠδινούσης.
Τὸ σπιτάκι ἔκειτο ἐπάνω εἰς τὴν
κορυφὴν τοῦ μικροῦ νησιδίου πρὸς μεσημβρίαν. Τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς, ἡ
βάρκα τοῦ Πλαντάρη εἶχε φανῆ ἀντικρὺ ἀγωνιῶσα εἰς τὰ
κύματα, καὶ δύο
παιδία τοῦ γιαλοῦ, ἀπ᾽ ἐκεῖνα ποὺ περνοῦν τὸν καιρόν των
κάτω ἀπὸ τὸν
ἀρσανάν, μὴ γνωρίζοντα ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἄλλην διατριβὴν ἀπὸ
τὰς συρμένας ἔξω
φελούκας, οὔτε ἄλλο παιγνίδι ἀπὸ τὴν
θάλασσαν, ἦλθαν νὰ
πάρουν τὰ συχαρίκια τῆς Πλανταροῦς, ἀκούσαντα τὴν
εἴδησιν ἀπὸ πορθμεῖς, οἱ
ὁποῖοι εἶχον ἀναγνωρίσει μακρόθεν τὴν βάρκαν. Καὶ τότε ἡ Πλανταροὺ εἶδε κ᾽ ἐκατάλαβεν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν ὁποὺ ἦτο εἰς
τὸ πέλαγος, ὅτι ἡ βάρκα ἀνεβοκατέβαινεν εἰς τὰ κύματα κ᾽ ἐκινδύνευε νὰ
βουλιάξῃ, καὶ τότε ἐνόησε τί θὰ
᾽πῇ νά ᾽χῃ
κανεὶς «δυὸ χαρὲς καὶ τρεῖς τρομάρες». Διότι διπλῆ μὲν χαρὰ θὰ ἦτο νὰ
ἔφθανεν αἰσίως ὁ
υἱός της, νὰ
ἐγέννα μὲ τὸ
καλὸν καὶ ἡ
νύμφη της· τριπλῆ δὲ τρομάρα ἦτο
ὁ κίνδυνος τοῦ
υἱοῦ της, ὁ
κίνδυνος τῆς νύμφης της καὶ ὁ
κίνδυνος τοῦ προσδοκωμένου νεογνοῦ. Ἴσως δὲ
θὰ ἦτο τετραπλῆ ἡ τρομάρα, ἂν προσετίθετο καὶ ὁ
φόβος μήπως τυχὸν ἡ νύμφη της
γεννήσῃ αἰσίως… θῆλυ.
Ἐπάνω εἰς τὴν
κορυφὴν τοῦ λόφου, εὑρίσκετο μονῆρες τὸ
σπιτάκι, καὶ κάτω εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰν ἦτο κτισμένον τὸ
χωρίον. Διακόσια σπίτια ἁλιέων, πορθμέων καὶ
ναυτῶν. Ἓν μίλιον ἀπεῖχε τὸ σπιτάκι ἀπὸ τὸ χωρίον. Ὑπῆρχε μικρὸς ἐπισφαλὴς ὅρμος, ἀλλὰ δὲν ἦτο
λιμήν. Ἔβλεπε μόνον πρὸς μεσημβρίαν. Ἡ ἀγωνία τῆς βάρκας τοῦ Πλαντάρη ἦτο
ὁρατὴ ἀπὸ τὴν
πολίχνην, ὁρατὴ καὶ
ἀπὸ τὸν μεμονωμένον οἰκίσκον.
Ἡ Πλανταροὺ ἤρχισε τότε νὰ μέμφεται πικρῶς τὸν υἱόν της διὰ τὴν
τόλμην καὶ τὴν
ἀποκοτιά του. Τί ἤθελε, τί γύρευε,
τέτοιες μέρες, νὰ κάμῃ ταξίδι; Δὲν ἄκουε, ὁ βαρυκέφαλος, τὴ μάννα του, τί τοῦ ἔλεγε.
Ἀκόμη τὰ Φῶτα δὲν εἶχαν ἔλθει. Ὁ Σταυρὸς δὲν εἶχε πέσει στὸ γιαλό. Τὸν ἀβάσταχτο
εἶχε; Δὲν ἐκαρτεροῦσε ὁ ἀπόκοτος δύο τρεῖς ἡμέρες, νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά, ν᾽ ἁγιασθοῦν
οἱ βρύσες καὶ τὰ ποτάμια, νὰ φύγουν τὰ σκαλικαντζούρια; Καλὰ νὰ πάθῃ, γιατὶ δὲν
τὴν ἄκουσε.
Ὅσον ὑψώνετο ὁ ἥλιος πρὸς τὸ μεσουράνημα, τόσον ηὔξανε καὶ ἡ
ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς. Ἡ νύμφη της ὑποστηριζομένη ὄπισθεν ἀπὸ τὴν Μπαλαλοὺ καὶ
κρεμαμένη ἔμπροσθεν ἀπὸ τὸν τράχηλον τῆς Σωσάννας, ἐμούγκριζεν ὡς ἀγελάδα. Ὁ ἄνεμος
ἐκεῖ κάτω, εἰς τὸ πέλαγος, ἐφαίνετο ὅτι ἀπεμάκρυνε τὸ πλοιάριον ἀντὶ νὰ τὸ
προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἀκτήν. Ἡ βάρκα ὁλονὲν ἐξέπεφτε μακρύτερα, αἰσθητῶς εἰς τὸ
βλέμμα. Εἰς τὴν νύμφην της ἡ Πλανταροὺ ἐφυλάχθη νὰ εἴπῃ τίποτε. Μόνον ἐξήρχετο
συχνὰ εἰς τὸν ἐξώστην, προσποιουμένη ὅτι ἤθελε νὰ κουβαλήσῃ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο,
καὶ ἔμενεν ἐπὶ μακρὸν κ᾽ ἐκοίταζε. Δὲν ἐπανήρχετο εἰμὴ ἂν τὴν ἀνεκάλει ἡ μαμμὴ ἡ
Μπαλαλού.
Ἐπλησίαζεν ἤδη μεσημβρία, καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς ἔφθασεν
εἰς τὸ κατακόρυφον. Δὲν ἐφαίνετο πλέον νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς. Ὁ υἱός της θὰ ἐπνίγετο ἐκεῖ
εἰς τὸ ἄσπλαγχνον πέλαγος, καὶ τὴν νύμφην της ὁμοῦ μὲ τὸ ἔμβρυον θὰ τὴν ἐσκέπαζεν
ἡ «μαύρη γῆς».
Τέλος, ἡ γραῖα ἀπέκαμε. Ἡ βάρκα ἔγινεν ἄφαντη… Καὶ ἡ σύζυγος
τοῦ υἱοῦ της ἐγέννησεν… ἄρρεν. Ὤ! τὸ στρίγλικο, τὸ κακοπόδαρο, ὤ! τὸ
γρουσούζικο, ὁποὺ ψωμόφαγε τὸν πατέρα του! Πνῖξτέ το! Σκοτῶστέ το! Τί τὸ φυλᾶτε;
Πετᾶτέ το στὸ γιαλό, νὰ πᾷ νὰ βρῇ τὸν πατέρα του. Κι αὐτή, ἡ γουρουνοποδαρούσα ἡ
μάννα του, αὐτὴ ἡ πρωτάρα, ἡ στερεμένη, αὐτὴ ἡ λεχώνα ἡ λοχεμένη!… Ἠμπορεῖς,
μαμμή, νὰ τὴν καρυδοπνίξῃς, κειδὰ ποὺ θὰ ψοφολογήσῃ, στὸ κρεβάτι της, νὰ
στραμπουλίξῃς μὲ τὴ χεράρα σου καὶ τῆς κλήρας τὸ λαιμό, νὰ ποῦμε πὼς ἐγεννήθηκε
πεθαμένο τὸ παιδί, καὶ πὼς ἡ μάννα ἐτελείωσε, καθὼς κάθισε στὰ σκαμνιά, ἠμπορεῖς;
Δὲν τὴν ἐσκέπασεν ἡ μαύρη γῆς τὴν ταλαίπωρον μητέρα ὁμοῦ μὲ
τὸν καρπὸν τῶν σπλάγχνων της, καὶ τὸ πέλαγος ἵλεων δὲν ἔπνιξε τὸν πατέρα. Ὁ
Πλαντάρης εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ τὴν προσευχήν του, καὶ ὁ μικρὸς ναύτης ὁ
Τσότσος εἶχε φορέσει ἐκ νέου τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα του. Ὁ ζῳέμπορος
ὁ Πραματὴς ἐπείσθη ὅτι ἦτο καλὸς χριστιανὸς καὶ ὅτι ἦτο προωρισμένος νὰ ταφῇ εἰς
εὐλογημένον χῶμα. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει περὶ τὸ δειλινόν, καὶ ὁ κυβερνήτης ἀνέλαβε
τὸ κράτος του ἐπὶ τοῦ μικροῦ σκάφους. Ἔπιασε δυνατὰ τὸ τιμόνι καὶ μὲ τὰ πολλὰ ὀρτσαρίσματα ἦλθεν ἡ φελούκα εἰς μέρος ἀπαγκερόν, δίπλα εἰς τὴν ξηράν, ὀλίγα μίλια ἀπώτερον
τοῦ μικροῦ ὅρμου. Διὰ τοῦτο ἡ βάρκα εἶχε γίνει ἄφαντος εἰς τὰ ὄμματα τῆς
Πλανταροῦς, ἥτις δὲν εἶχε παύσει ν᾽ ἀγναντεύῃ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἐξώστου. Ἔφθασε δὲ
ἀσφαλῶς εἰς τὸν ὅρμον, εὐθὺς ὡς ἔπεσεν ἐντελῶς ὁ ἄνεμος, βασίλευμα ἡλίου.
Δεύτερα συχαρίκια ἐπῆραν τῆς Πλανταροῦς. Ὁ υἱός της, ἀποστάζων
ἅλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, ἔφθασεν εἰς τὸ σπιτάκι ἅμα ἐνύκτωσε, κ᾽ ἐκεῖ
μόνον ἔμαθε τὴν εὐτυχῆ εἴδησιν, ὅτι ἡ συμβία του τοῦ εἶχε γεννήσει κληρονόμον.
Τὴν ἐπαύριον ἦσαν Φῶτα. Τὴν ἄλλην ἡμέραν Ὁλόφωτα. Τὴν ἑσπέραν
τῆς μεγάλης ἑορτῆς, ἅμα τῇ τριημερεύσει τῆς λεχοῦς καὶ τοῦ παιδίου, ἔβαλαν τὴν
σκαφίδα κάτω εἰς τὸ πάτωμα καὶ τὴν ἐγέμισαν μὲ χλιαρὸν νερὸν βρασμένον μὲ
δάφνας καὶ μὲ μύρτους. Ἐπρόκειτο νὰ τελέσουν τὰ «κολυμπίδια» τοῦ παιδίου.
Ἡ καλὴ μαμμή, ἡ Μπαλαλού, ἐξήπλωσε τὸ βρέφος μαλακὰ ἐπὶ τῶν ἡπλωμένων
κνημῶν της καὶ ἤρχισε νὰ λύῃ τὰ σπάργανα. Εἶχε νυκτώσει. Μία λυχνία καὶ δύο
κηρία ἔκαιον ἐπὶ χαμηλῆς τραπέζης. Τὸ παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, μὲ ἀόριστον
ροδίζοντα χρῶτα, μὲ βλέμμα γαλανίζον καὶ τεθηπός, ἀνέπνεε καὶ ᾐσθάνετο ἄνεσιν,
καθ᾽ ὅσον ἀπηλλάσσετο τῶν σπαργάνων. Ἐμειδία πρὸς τὸ φῶς τὸ ὁποῖον ἔβλεπε, κ᾽ ἔτεινε
τὴν μικρὰν χεῖρα διὰ νὰ συλλάβῃ τὴν φλόγα. Τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν εἶχε βάλει εἰς τὸ
στόμα του, κ᾽ ἐπιπίλιζεν, ἐπιπίλιζε. Τί ᾐσθάνετο; Ἀπερίγραπτον.
Ἡ καλὴ μαμμὴ ἀφῄρεσεν ὅλα τὰ σπάργανα, ἀπέσπασεν ἁβρῶς τὴν
φουστίτσαν καὶ τὸ ὑποκάμισον τοῦ βρέφους καὶ τὸ ἔρριψεν ἁπαλῶς εἰς τὴν σκαφίδα.
Ἤρχισε νὰ τὸ πλύνῃ καὶ νὰ ἀφαιρῇ τὰ ἅλατα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ εἶχε πιτυρίσει κατὰ τὴν
στιγμὴν τῆς γεννήσεως, ἀφοῦ τὸ εἶχεν ἀφαλοκόψει. Ἀφῄρεσε καὶ τὸ βαμβάκιον, μὲ τὸ
ὁποῖον εἶχε περιβάλει τὰς παρειὰς καὶ τὴν σιαγόνα τοῦ παιδίου, διὰ νὰ κάμῃ ἄσπρα
γένεια.
Ἔλαβε τὴν «μασά», τὴν σιδηρᾶν λαβίδα ἀπὸ τὴν ἑστίαν, καὶ τὴν
ἔβαλε μέσα εἰς τὴν σκάφην διὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδίον σιδεροκέφαλον.
Τὸ βρέφος ἤρχισε νὰ κλαυθμυρίζῃ, ἐνῷ ἡ μαμμὴ ἐξηκολούθει νὰ
τὸ πλύνῃ μαλακά, καὶ νὰ τὸ ὑποκορίζεται ἅμα: «Ὄχι, χαδούλη μ᾽, ὄχι, χαδιάρη μ᾽!
ὄχι κεφαλά μ᾽, πάπο μ᾽, χῆνό μ᾽!» Καὶ συγχρόνως ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, ἡ μάμμη ἡ
Πλανταροὺ καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι παρόντες, ἔρριπτον ἀργυρᾶ νομίσματα, διὰ
ν᾽ ἀσημώσουν τὸ παιδίον. Τὰ ἐπέθετον ἁβρῶς ἐπὶ τοῦ στέρνου καὶ τῆς κοιλίας τοῦ
βρέφους, καὶ ὀλισθαίνοντα ἔπιπτον εἰς τὸν πάτον τῆς σκάφης.
Τὸ παιδίον δὲν ἔπαυε νὰ κλαίῃ, καὶ ἡ μαμμὴ τὸ ἐκολύμβιζεν ἀκόμη,
τὸ ἐκολύμβιζε. Κολύμβα, τέκνον μου, εἰς τὴν σκάφην σου, κολύμβα, καὶ ἀπόβαλε τὴν
ἅλμην σου εἰς τὸ γλυκὸν νερόν. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς ὅτε θὰ κολυμβᾷς εἰς τὸ ἁλμυρὸν κῦμα,
καθὼς ἐκολύμβησεν ὅλος, χθὲς ἀκόμη, ὁ πατήρ σου μὲ τὴν σκάφην του. «Φωνὴ Κυρίου
ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν».
Τὴν ἐπαύριον, ἑορτὴν τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
Βαπτιστοῦ, ἔμελλε νὰ βαπτισθῇ τὸ παιδίον, ἐπειδὴ εἶχε συμβῆ νὰ γεννηθῇ οὕτω τὰς
παραμονὰς τῆς ἑορτῆς, πρὶν περάσουν ὅλως τὰ Φῶτα. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν, μετὰ τὰ
κολυμπίδια, δεῖπνον παρετέθη εἰς τὴν οἰκίαν. Ἡ μαμμὴ ἐμάζωξε μετὰ προσοχῆς ὅλα
τὰ ἀργυρᾶ κέρματα, ἡμιτάλληρα καὶ σβάντζικα καὶ δραχμάς, τὰ ἐκομβόδεσεν εἰς τὸ
μανδήλιόν της, ἐνῷ οἱ παρεστῶτες ἐφώναζαν γύρωθεν: «Νὰ ζήσῃ! σιδεροκέφαλος!» καὶ
ἐπηύχοντο εἰς τὴν μαμμὴ «καλὴ ψυχή».
Εἶτα ἡ Μπαλαλοὺ ἐσπόγγισε καλῶς τὸ παιδίον μὲ μέγα λευκὸν
προσόψιον, τοῦ ἐφόρεσε καινούργιο καθαρὸν ὑποκαμισάκι καὶ ποδίτσαν, τὸ ἀνέκλινεν
ἐπὶ τῶν κνημῶν της, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιβάλλῃ μὲ τὰ σπάργανα.
Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς εἶχεν ἔλθει εἰς τὰ κολυμπίδια, καὶ ἐδήλωσεν
ὅτι ἐπεθύμει νὰ γίνῃ ἀνάδοχος τοῦ βρέφους, εἰς μνήμην τοῦ προχθεσινοῦ ἐν θαλάσσῃ
κινδύνου καὶ τῆς διασώσεως.
Ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχεν ἔλθει ἕως τὴν θύραν, καὶ ἵστατο
θεωρῶν μακρόθεν τὴν τελετὴν τοῦ κολυμβήματος. Ὁ γείτων ὁ Δημήτρης ὁ Σκιαδερός,
πρωτεξάδελφος τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, δὲν εἶχε φανῆ εἰς τὴν οἰκίαν ἀπὸ
πέρυσι, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπῆρε τὴν γυναῖκά του
τὴν Δελχαρὼ καὶ τὰ παιδιά του, ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἐκράτει αὐτὸς ἁρμαθιαστὰ ἀπὸ τὴν
μίαν χεῖρα, τὸ ἓν πενταετὲς καὶ τὸ ἄλλο τετραετές, τρίτον διετὲς ἔφερεν ὑπὸ τὴν
μασχάλην, ἓν πενταμηνίτικον βρέφος ἐβύζανεν εἰς τοὺς κόλπους της ἡ γυνή του, καὶ
δύο ἄλλα ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐτῶν τὴν ἠκολούθουν κρατούμενα ἀπὸ τὸ φουστάνι της, κ᾽ ἐπαρουσιάσθη
χαμογελῶν, χαίρων διὰ τὴν χαρὰν τοῦ συγγενοῦς του, γεμᾶτος ἀπὸ εὐχὰς καὶ
συγχαρητήρια.
Ἐκάθισαν ὅλοι εἰς τὴν τράπεζαν. Δεξιὰ ἡ Μπαλαλοὺ ἡ μαμμή, ἀριστερὰ
ἡ μπροσθινὴ ἡ Σωσάννα, καταμεσῆς ὁ πατὴρ τοῦ νεογνοῦ. Δεξιόθεν τῆς Σωσάννας ἡ
Πλανταρού, κατόπιν ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς καὶ δύο τρεῖς ἄλλοι. Τὸ λοιπὸν τοῦ χώρου
κατείχετο ἀπὸ τὸν Δημήτρην τὸν Σκιαδερὸν καὶ ἀπὸ τὴν φαμελιά του.
Ἤρχισαν νὰ τρώγουν. Τὰ παιδιὰ τοῦ Δημήτρη τοῦ Σκιαδεροῦ δὲν ἐταιριάζοντο
εὔκολα. Ἐφώναζαν, ἐγρίνιαζαν, κ᾽ ἐθορυβοῦσαν. Τὸ ἕνα ἤθελε τσιτσί, δὲν ἤθελε
μαμμά. Τὸ τρίτον κλαυθμυρίζον ἐζήτει βρῦ. Τὸ τέταρτον ἤθελε γλυκό, δὲν τοῦ ἤρεσκε
τὸ τυρί. Ἡ ταλαίπωρος ἡ λεχὼ ὑπέφερε κάπως ἀπὸ τὸν θόρυβον. Ἤρχισαν αἱ
προπόσεις. Ηὔχοντο εἰς τὸν πατέρα νὰ τοῦ ζήσῃ καὶ εἰς τὴν λεχὼ «καλὴ
σαράντιση». Πρώτη ἔπιεν ἡ μαμμή, δεύτερος ὁ πατήρ, τρίτη ἡ γραῖα Σωσάννα ἡ
μπροσθινή.
Ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς Πλανταροῦς νὰ πίῃ εἰς τὴν ὑγείαν τῆς
νύμφης της, εὐχήθη μὲ τρεῖς διαφόρους τόνους φωνῆς:
―Ἐβίβα, νύφη, μὲ καλὸ νὰ σαραντίσῃς… Κι ὅ,τ᾽ εἶπα, παιδάκι μ᾽…
ἀστοχιὰ στὸ λόγο μου!
2φΑ
- Παῦλος Εὐδοκίμωφ
[Ἀπό τήν Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων]
Μυσταγωγικὰ τὸ νερὸ τῆς βαπτίσεως δέχεται τὴν ἀξία τοῦ αἵματος
τοῦ Χριστοῦ.
Στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, ἡ εἰκόνα δείχνει δύο μικρὲς ἀνθρώπινες
μορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειμένων ποὺ ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἀκολουθίας:
«τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καὶ σὺ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὁπίσω» (Ψαλμ.113,
5).
Τὸ τροπάριο (ἦχος Δ´) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ,
ἀναληφθέντος Ἠλιοὺ καὶ διῃρεῖτο τὰ ὕδατα ἔνθεν καὶ ἔνθεν· καὶ γέγονεν αὐτῷ ξηρὰ
ὁδὸς ἡ ὑγρὰ εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι᾿ οὗ ἡμεῖς τὴν ῥέουσαν τοῦ βίου
διαπερῶμεν διάβασιν».
Εἰκόνα συμβολικὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ τὴ μετάνοια ἀκόμη ἀόρατη τῆς κοσμικῆς
φύσεως, τῆς μεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της.
Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τὴν ἴδια ἀρχὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς.
Γι᾿ αὐτό, μετὰ τὴ θεία λειτουργία γίνεται ὁ μεγάλος ἁγιασμὸς τῶν ὑδάτων (ἑνὸς ποταμοῦ,
μιᾶς πηγῆς ἢ ἐντελῶς ἁπλὰ ἑνὸς δοχείου τοποθετημένου μέσα στὴν ἐκκλησία).
Μιλώντας
γιὰ τὰ μὴ ἁγιασμένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου – κατακλυσμοῦ ἡ λειτουργία τὰ ὀνομάζει
ὑδατόστρωτο τάφο.
Πραγματικά, ἡ εἰκόνα δείχνει τὸν Ἰησοῦ νὰ εἰσέρχεται στὰ
νερά, στὸν ὑγρὸ τάφο.
Αὐτὸς ἐδῶ ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς σκοτεινοῦ σπηλαίου (εἰκονογραφικὴ
μορφὴ τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, ποὺ
προσφέρεται στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος μὲ ὁλικὴ κατάδυση, μορφὴ τοῦ πασχαλίου
τριημέρου), γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὸν ἀρχηγὸ τῆς φυλῆς μας στὴ ζοφερὴ διαμονή.
Συνεχίζοντας τὸν προκαταβολικὸ συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων,
δείχνει τὴν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη: «καταβὰς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τὸν ἰσχυρόν».
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζει: ἡ κατάδυση καὶ ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ εἰκόνα
τῆς καθόδου στὸν ἅδη καὶ τῆς ἀναστάσεως.
nektar –
2fA
- Παῦλος Εὐδοκίμωφ
[Ἀπό τήν Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Θεοφανείων]
Ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ποὺ φωτίζει αὐτοὺς
ποὺ κάθονταν στὰ σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) ἀπὸ ἐκεῖ δὲ τὸ ὄνομα τῆς «Ἑορτῆς τῶν
φώτων».
Ἐνῶ ὁ Χριστὸς κατέβαινε στὰ νερά, ἡ φωτιὰ ἄναψε μέσα στὸν Ἰορδάνη, εἶναι ἡ
Πεντηκοστὴ τοῦ Κυρίου καὶ ὁ προεικονισμένος Λόγος, μὲ στύλο φωτὸς δείχνει ὅτι τὸ
βάπτισμα εἶναι φωτισμός, γέννηση τῆς ὑπάρξεως στὸ θεῖο φῶς.
Ἄλλοτε τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς γινόταν τὸ βάπτισμα τῶν κατηχουμένων καὶ ὁ ναὸς ἦταν
πλημμυρισμένος ἀπὸ φῶς, σημεῖο μυήσεως στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.
Ὁ μάρτυρας αὐτοῦ τοῦ φωτός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι δοσμένος
στὸ γεγονὸς, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων» καὶ οἱ
ἄνθρωποι ἔρχονταν «ἀγαλλιαθῆναι ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ» (Ἰω. 5, 35).
Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς περιστεριοῦ ἐκφράζει τὴν κίνηση
τοῦ Πατρὸς ποὺ φέρεται πρὸς τὸν Υἱό του.
Ἐξ ἄλλου, ἐξηγεῖται, κατὰ τοὺς Πατέρες, κατ᾿ ἀναλογία μὲ τὸν κατακλυσμὸ καὶ τὸ
περιστέρι μὲ τὸν κλάδο ἐλαίας, σημεῖο τῆς εἰρήνης.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φέρεται ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἀρχέγονα νερὰ ἀνέδειξε
τὴ Ζωή, ἐπίσης αὐτὸ ποὺ αἰωρεῖται ἐπάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, προκαλεῖ τὴ
δεύτερη γέννηση τοῦ νέου δημιουργήματος.
Ὁ Χριστὸς παριστάνεται ὀρθὸς ἐνάντια πρὸς τὸ βυθὸ τοῦ νεροῦ, σκεπασμένος ἀπὸ τὰ
κύματα τοῦ Ἰορδάνη.
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Ἰησοῦς ἀντιμετωπίζει τὰ κοσμικὰ στοιχεῖα ποὺ
περιέχουν σκοτεινὲς δυνάμεις: τὸ νερό, τὸν ἀέρα καὶ τὴν ἔρημο. ….
nektar –
2fA
ΕΟΡΤΕΣ – ΑΡΓΙΕΣ του 2021
Πρωτοχρονιά: Παρασκευή
Θεοφάνεια: Τετάρτη (6 Ιανουαρίου)
Καθαρά Δευτέρα: 15 Μαρτίου
Ευαγγελισμός Θεοτόκου: Πέμπτη (25 Μαρτίου)
Κυριακή του Πάσχα: 2 Μαΐου
Πρωτομαγιά: Σάββατο
Αγίου Πνεύματος: (Δευτέρα) 21 Ιουνίου
Κοίμηση της Θεοτόκου: Κυριακή (15
Αυγούστου)
28η Οκτωβρίου: Πέμπτη
Χριστούγεννα: Σάββατο (25 Δεκεμβρίου)
[Πάσχα 2022: 24 Απριλίου]
eortologio
– 2φΑ
Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης
-
O ΈΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ
[από τα Άπαντα, Γ΄, Δόμος 1989]
Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά
του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους
ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι
λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις
την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της
γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε
τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν
της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της,
οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο,
όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις
φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.
N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον
στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον
παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα
σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον
χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν
της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν
της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα
καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!
snhell – 2φΑ