Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2023

"Τίγρη και Γάιδαρος "

 



- Του ΑΝΔΡΕΑ ΔΡΥΜΙΩΤΗ
[«ΑΠΟΨΕΙΣ», από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 30 Ιουλίου 2023]


Μια φορά και ένα καιρό τσακώθηκε ο Γάιδαρος με την Τίγρη για το χρώμα του γρασιδιού. Ο Γάιδαρος ισχυριζόταν ότι το γρασίδι είναι γαλάζιο, ενώ η Τίγρη επέμενε ότι το γρασίδι είναι πράσινο. Αφού δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. αποφάσισαν να πάνε στον Βασιλιά της Ζούγκλας, το Λιοντάρι, για να τους λύσει τη διαφορά.

Πρώτος ο Γάιδαρος απευθύνθηκε στον Βασιλιά.
- Μεγαλειότατε, παρακαλώ επιβεβαιώστε ότι το γρασίδι είναι γαλάζιο..
Ο Βασιλιάς απάντησε:
- Αν το πιστεύεις, τότε το γρασίδι είναι γαλάζιο!

Ο Γάιδαρος τρισευτυχισμένος άρχισε να χορεύει και φωνάζοντας στο Λιοντάρι
- Παρακαλώ να τιμωρήσετε την Τίγρη, έφυγε μακριά.
Ο Βασιλιάς φώναξε την Τίγρη και της επέβαλε την τιμωρία της σιωπής για τρεις μέρες.

Τότε η Τίγρη διαμαρτυρήθηκε στον Βασιλιά:
- Αφού το γρασίδι είναι πράσινο, γιατί με τιμωρήσατε;
Ο Βασιλιάς τότε, της έδωσε ένα καλό μάθημα:

- Η τιμωρία σου δεν αφορά το χρώμα του γρασιδιού.
Σε τιμώρησα γιατί εσύ η Τίγρη, που είσαι έξυπνη, κάθεσαι και χάνεις τον χρόνο σου με τον βλάκα τον Γάιδαρο, για κάτι που είσαι απολύτως σίγουρη και επιπλέον σπαταλάς και τον δικό μου χρόνο, για να πιστοποιήσω κάτι που ήδη γνωρίζεις!

 

2φΑ

                                                       

Τρίτη 27 Ιουνίου 2023

"Ο Θεός, ανάμεσα μας! "

 



Anthony Bloom  -  Η σπουδαιότητα του βλέμματος
[Ένας θρύλος - Ποιμαντική σκέψη της εβδομάδος]

Νομίζω πως αυτή η αναγκαιότητα του να βλέπουμε και να παρατηρούμε, εκφράζεται με ένα πολύ όμορφο τρόπο σε κάποια διήγηση του Ναθάνιελ Χόθορν (Nathaniel Hawthorne, 1804 - 1864), σχετικά με κάποιον θρύλο του Νέου Κόσμου.

«Υπήρχε κάποτε ένα χωριό χτισμένο στις όχθες ενός μικρού ποταμού.
Πέρα από το χωριό και τις ταπεινές του καλύβες, ψηλά στο βουνό, υπήρχε ένας πελώριος βράχος που έφερε πάνω του, σχηματισμένη από χρόνια αμνημόνευτα, τη φιγούρα ενός προσώπου. Ήταν το πρόσωπο του θεού των κατοίκων του χωριού.
Ήταν ένα πρόσωπο υπερβατικής ομορφιάς, με μια έκφραση άφατης γαλήνης και ολοκληρωτικής αρμονίας.

Και οι χωρικοί φύλαγαν, γενιά πάνω στη γενιά, την υπόσχεση πως θα 'ρθει κάποια μέρα που αυτός ο θεός τους θα αποκολληθεί από τον βράχο και θα ζήσει ανάμεσά τους.
Θαύμαζαν αυτό το πρόσωπο, εμπνέονταν από αυτό  και επέστρεφαν ξανά και ξανά πίσω στις μέριμνες της φτωχής κοινοτικής τους ζωής.

Ωστόσο, γεννήθηκε κάποτε στο χωριό ένα παιδί, που όταν κατόρθωσε να μπουσουλήσει έξω από την καλύβα των γονιών του και να φτάσει μέχρι τον βράχο, μαγεύτηκε από την ομορφιά αυτού του προσώπου.
Από εκείνη τη μέρα και μετά πήγαινε συνεχώς στον βράχο πλάι στις πηγές του ποταμού, όπου δεν έκανε τίποτα άλλο από το να κοιτά.

Τα χρόνια πέρασαν, το μωρό έγινε ένα μικρό αγοράκι κι αργότερα ένας νεαρός άντρας.
Κι ήρθε κάποια μέρα που οι κάτοικοι του χωριού, καθώς τον είδαν να περνά, στάθηκαν και αναφώνησαν – "Ο θεός είναι ανάμεσά μας!".

Με το να καρφώνει το βλέμμα του σ' εκείνη τη μορφή, σιγά σιγά εξομοιώθηκε εσωτερικά με την έκφραση και το πνευματικό περιεχόμενό της -με το να την ατενίζει συνεχώς διαποτίστηκε απ’ αυτήν- αφέθηκε στο να εισχωρήσει μέσα του η γαλήνη, το μεγαλείο, η ειρήνη και η αγάπη, που το πέτρινο πρόσωπο εξέπεμπε.
Και τώρα, το πρόσωπό του είχε γίνει ίδιο με αυτό του θεού που είχε λατρέψει, απλά ατενίζοντάς το.»

 

πΖ – 2φΑ

                                                                          

Κυριακή 23 Απριλίου 2023

"Ο θρύλος του χελιδονιού "

 



Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΧΕΛΙΔΟΝΙΟΥ...
(από τους θρύλους των Ρουμάνων)


Λ
έγεται ότι όταν ο Ιησούς ήταν παιδί, που ζούσε στη Ναζαρέτ, έπαιζε με άλλα παιδιά της ηλικίας του, φτιάχνοντας πήλινα πουλιά.
Τα έβαζε δίπλα στο ποτάμι με τα φτερά τους απλωμένα, απολαμβάνοντας.
Πέρασε ένας Φαρισαίος και Τον ρώτησε θυμωμένος:
- Τι κάνεις εκεί, κακό παιδί;

Και όταν οι Φαρισαίος θέλησε να συντρίψει τα πουλιά του πηλού, ο Ιησούς τα άγγιξε με τα μικροσκοπικά του χεράκια, γεμάτα συμπόνια και αγάπη. Ζωντάνεψαν τα πουλιά και πέταξαν μακριά, χωρίς ο Φαρισαίος να μπορεί να τα καταστρέψει.
Έγιναν χελιδόνια και στην αρχή ήταν γκρίζα.
Πέταξαν στην ταράτσα ενός σπιτιού, όπου έφτιαξαν φωλιά.
Από τότε έχτιζαν φωλιές στα σπίτια των ανθρώπων.

Αργότερα, όταν  μεταφέρθηκε στο Γολγοθά, για να τον σταυρώσουν, τα πιστά πουλιά Τον ακολούθησαν με κραυγές πόνου.
Δεν ήξεραν πώς να Τον βοηθήσουν και άρχισαν να βγάζουν τα αγκάθια από το στέμμα, που κολλούσαν στο θεϊκό μέτωπο.
Όταν ο Ιησούς πέθανε στο σταυρό, τα χελιδόνια έκλαψαν και φόρεσαν ένα πένθιμο ρούχο: το χρώμα τους άλλαξε, από γκρι σε μαύρο.

Λέγεται επίσης ότι όντας ο Ιησούς στο σταυρό, διψούσε πολύ.
Τότε ένας στρατιώτης δεν του πρόσφερε τίποτα άλλο, παρά ένα σφουγγάρι μουσκεμένο σε ξύδι, από το οποίο ο Κύριος δεν ήπιε.
Βλέποντας αυτό, ένα χελιδόνι ήρθε στο σταυρό και του έριξε μια σταγόνα νερό.

Ο στρατιώτης το παρατήρησε και προσπάθησε να το ρίξει με τα βέλη του, αλλά απέτυχε. Ήρθε πάλι το χελιδόνι, με τη δεύτερη σταγόνα και πάλι ο στρατιώτης δεν το πέτυχε με το βέλος.
Μα το χελιδόνι ήρθε και τρίτη φορά, όταν τρυπήθηκε από το βέλος του στρατιώτη.

Γι' αυτό το χελιδόνι θεωρείται ιερό πουλί ανάμεσα στους ανθρώπους και κανείς δεν καταστρέφει τη φωλιά του.

 

2φΑ

                                         

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

"Και του χρόνου!.. "

 



Χτυπάει το τηλέφωνο:
- Γιε μου, καλημέρα… δηλαδή τι καλή…
Η μάνα σου κι εγώ χωρίζουμε… μην πεις ούτε λέξη… δεν πάει άλλο…
τόσα χρόνια γκρίνια… είμαι έξαλλος, δεν αντέχω πια… τέλος…

- Μπαμπά τι είναι αυτά που λες, τρελάθηκες;; φωνάζει ο γιος.
Η μάνα γκρινιάρα; Πώς; Από πότε;
- Τελείωσε, σου λέω, είναι οριστικό… τα μαζεύω κι εξαφανίζομαι…
Μόνο πάρε την αδερφή και πες της τα… Δεν αντέχω, σου λέω…

Πανικόβλητος ο γιός παίρνει τηλέφωνο την αδερφή του.
Αυτή του φωνάζει:
- Τι; Ανήκουστο! Δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει αυτό…
Πρέπει να βιαστούμε…

Παίρνει αμέσως τηλέφωνο τον πατέρα της:
- Μπαμπά, δεν ξέρω τι σας έπιασε…  αν είναι δυνατόν, στην ηλικία σας…
άκου προσεχτικά δύο πράγματα…
Πρώτον: Δεν χωρίζετε!
Δεύτερον: μην κάνεις απολύτως τίποτε, μέχρι να ρθούμε εκεί.
Αύριο το μεσημέρι θα είμαστε στο χωριό!!!

Ο πατέρας κλείνει το τηλέφωνο και λέει γλυκά στη γυναίκα του:
- Όλα καλά Σουλτάνα μου!... Τελικά, αύριο θα μας έρθουν τα παιδιά…
Ετοίμασε το γιορτινό τραπέζι αρχοντικό, όπως παλιά.
Επιτέλους… φέτος, θα κάνουμε Πρωτοχρονιά όλοι μαζί…

 

2φΑ

                                                                      

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2022

"Για σένα, με αγάπη! "

 



ΓΙΑ ΣΕΝΑ, ΜΕ ΑΓΑΠΗ
[Απλές, οικείες συστάσεις, που ομορφαίνουν τη ζωή]

«Να κοιμάσαι νωρίς. Η μέρα ξεκινάει από το βράδυ.
Πριν πας για ύπνο να έχεις οργανώσει την επόμενη μέρα.
Με χαρτί και μολύβι. Μην την αφήνεις να φέρει ό,τι να’ ναι. 
Οι μέρες γίνονται μήνες και οι μήνες γίνονται χρόνια.
Μια φορά ζεις. Τίμα την.
Να έχεις τετράδιο με στόχους. Να το τηρείς ευλαβικά.
Να τους σκαλίζεις και να τους ξαναγράφεις.

Αυτοί είναι ο μπούσουλας της ζωής σου. Γενικά να γράφεις.
Σου κάνει καλό. Αλαφραίνει την ψυχή σου.
Να ξυπνάς νωρίς. Πολύ νωρίς.
Εάν το μυαλό σου θέλει να χουζουρέψει να μην το ακούς.
Να μάθεις να μη διαπραγματεύεσαι με το μυαλό σου.
Να περνάει το δικό σου.

Να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να χαμογελάς.
Να κατεβαίνεις για περπάτημα ή για τρέξιμο όπου κι αν μένεις.
Τουλάχιστον για 20 λεπτά. Ζεσταίνει τις μηχανές σου.
Να ακούς κάτι την ώρα που περπατάς. Εμπνευσμένες ομιλίες.
Εμπνευσμένους ανθρώπους. Μ’ ένα σμπάρο 2 τρυγόνια.

Να χαμογελάς σε αυτούς που συναντάς. Να τους λες καλημέρα.
Κι ας μη σου λένε. Κάποιο λόγο θα ’χουν.
Να κοιτάς την ομορφιά τριγύρω σου. Παντού υπάρχει.
Να φτιάχνεις ένα όμορφο πρωινό. Όχι μόνο για σένα.

Να ντύνεσαι όμορφα. Να φροντίζεις τον εαυτό σου σαν να ήταν ο σημαντικότερος άνθρωπος στον κόσμο. Είσαι. Απλά δε στο’ παν.
Να βρίσκεις 15 λεπτά για να διαβάζεις. Κάθε μέρα. Περιόρισε τα social.
Μην ανοίξεις τηλεόραση.

Είναι ψέμα ότι δεν υπάρχει χρόνος. Εσύ θα τον βρεις.
Κανείς δεν στον χαρίζει. Να πηγαίνεις στη δουλειά σου με κέφι.
Ακόμα κι αν δεν τη γουστάρεις. Αν χρειαστεί να βρεις άλλη.

Όσο είσαι εκεί όμως, να την τιμάς.
Έτσι τιμάς τον Θεό τον εαυτό σου και τους άλλους.
Να προσφέρεις φιλανθρωπία από τον μισθό σου. Ακόμα κι αν είναι μικρός.
Για τον Θεό και τον συνάνθρωπο το κάνεις. Να δουλεύεις ομαδικά.
Και να ζεις συλλογικά. Δεν γίνεται αλλιώς.

Να τρως δεκατιανό, να προσέχεις τον εαυτό σου.
Μια μπανάνα, ένα μήλο ή κάποιο άλλο φρούτο.
Να κάνεις παρέα με τους καλύτερους. Αυτούς που έχουν κάτι παραπάνω από σένα.

Μην τους φοβάσαι. Μην τους ζηλεύεις. Αυτοί θα σε πάνε παραπάνω.
Γίνεσαι όμοιος μ’ αυτούς που κάνεις παρέα. Βάλε τον πήχη ψηλά.
Να χαίρεσαι με τη χαρά του άλλου.
Να βοηθάς τους αδύνατους και να τους δείχνεις τον δρόμο του Θεού.
Να πίνεις μπόλικο νερό.

Και να αναπνέεις βαθιά. Να φουσκώνει η κοιλιά σου όταν το κάνεις.
Κι ας μην είναι της μόδας.
Να βλέπεις λιγότερο τηλεόραση. Μια ώρα να κόψεις τη μέρα έχεις γλιτώσει 360 ώρες, δηλαδή 9 εργάσιμες εβδομάδες τον χρόνο…
Όταν οι άλλοι θα έχουν 12 μήνες εσύ θα έχεις 14.

Να μην πιστεύεις στην τύχη.
Εσύ φτιάχνεις την ζωή σου με την βοήθεια του Θεού.
Χώνεψέ το και θα αλλάξει όλη σου η ζωή. Να τη ζεις τη ζωή.
Όταν γελάς να γελάς. Όταν κλαις να κλαις, όταν πονάς να πονάς.
Δεν είσαι από πορσελάνη. Δεν θα σπάσεις. Οι πορσελάνες είναι για τη βιτρίνα.

Να περνάς χρόνο με τον εαυτό σου. Μην το φοβάσαι. Δεν είναι μοναξιά.
Είναι κακό να μην μπορείς να κάτσεις μόνος σου μαζί του και να πρέπει να ’χεις κάτι πάντα ανοιχτό.
Να προσεύχεσαι στον Θεό και θα σου δώσει λύση στα προβλήματά σου.
Να Τον ευχαριστείς για όλα όσα σου χαρίζει.

Χαμήλωσε το θόρυβο. Κλείσε τη φασαρία κι ο Θεός θα σου φανερωθεί.
Η Βασιλεία του Θεού εντός σου είναι.
Να χρησιμοποιείς και το μυαλό σου και την καρδιά σου.
Εσύ θα βρεις πότε το ένα και πότε το άλλο.
Σαν τον καλό μάγειρα, που ξέρει πότε να βάλει αλάτι και πότε πιπέρι.

Να βγαίνεις βόλτα. Να πηγαίνεις σε μέρη που θα ανεβαίνεις πνευματικά.
Η ζωή σου είναι η σχέση σου με τον Θεό, τον εαυτό σου και τους άλλους.
Να έχεις πνευματικό που θα σε οδηγήσει με ασφάλεια στην αγκαλιά του Θεού.

Να κάνεις πάντα καλές πράξεις με αγάπη. Να βοηθάς τους τριγύρω σου.
Ειδικά αυτούς που δεν ξέρεις.
Η οικογένειά σου δεν σταματάει στα παιδιά σου. Όλοι είναι οικογένειά σου.
Έτσι μόνο θα ευτυχήσεις. Δεν γίνεται αλλιώς.

Να κρατάς ημερολόγιο με τις ομορφιές της ζωής.
Κάθε μέρα έχει τουλάχιστον 100. Και να δοξάζεις για όλες τον Θεό.
Το ότι περπατάς είναι μια από αυτές. Γράψτο. Μην το προσπερνάς.
Μην κουτσομπολεύεις. Κοίτα τη δουλειά σου. Μόνο τον εαυτό σου ορίζεις.

Να ρωτάς. Να διαβάζεις. Να μην πιστεύεις όλα όσα νομίζεις.
Να εξελίσσεσαι κάθε μέρα. Μέχρι την τελευταία σου.
Να αγαπάς το διπλανό σου. Όπως αγαπάς τον εαυτό σου. Δεν έχεις άλλο.
Μη γελιέσαι.

Μόνος έρχεσαι και μόνος φεύγεις από τον κόσμο αυτό. Χωρίς τα παιδιά σου.
Χωρίς το αμάξι σου. Χωρίς τα λεφτά σου.
Μόνο η αγάπη χωράει στις αποσκευές σου.
Αυτή που πήρες και αυτή που έδωσες. Μόνο αγάπη υπάρχει.

Γι’ αυτό είσαι εδώ.
Για να σκορπίσεις την αγάπη που σου χαρίζει ο Θεός, και πλούσιος από αυτήν να επιστρέψεις κοντά Του.

 

leimwnas – 2φΑ

                                                      

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022

"Μάτια κλειστά.. "

 



- Καλημέρα σας κ. Καθηγητά!
Υπήρξα παλαιότερα μαθητής σας και τώρα είμαι  κι εγώ καθηγητής.
- Πολύ χαίρομαι! Θεωρείς ότι είσαι καλός στη δουλειά σου;
- Η αλήθεια είναι, πως ναι. Εσείς με εμπνεύσατε και ήθελα να σας μοιάσω.

Περίεργος ο ηλικιωμένος κύριος, ρωτά να μάθει τι έμεινε στο μυαλό και ενέπνευσε σε τέτοιο βαθμό τον νεαρό που συνάντησε τυχαία στον δρόμο, ώστε να θέλει να γίνει κι ο ίδιος καθηγητής.
Και εκείνος, του διηγείται την ακόλουθη ιστορία…

- Κάποια μέρα ένας συμμαθητής μου –που ήταν και φίλος μου– ήλθε στην τάξη και μου έδειξε ένα πανέμορφο καινούργιο ρολόι που είχε στην τσέπη του.
Δεν άντεξα στον πειρασμό και κάποια στιγμή, του το πήρα κρυφά.
Σε λίγο το  αντιλήφθηκε και αμέσως ενημέρωσε εσάς, που είχαμε μάθημα.
Απευθυνθήκατε λοιπόν στην τάξη και είπατε:
- Το ρολόι κάποιου συμμαθητή σας κλάπηκε στη  διάρκεια του μαθήματος.
Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει αμέσως.

- Ντράπηκα τόσο πολύ την ταπείνωση μπροστά στους συμμαθητές μου, που δεν τόλμησα να αποκαλυφθώ. Έπειτα, εσείς κλείσατε την πόρτα, μας είπατε όλους να σταθούμε όρθιοι και ότι θα ψάχνατε τις τσέπες όλων μας μέχρι να το βρείτε. Αλλά θέσατε και μια προϋπόθεση.
Ότι έπρεπε να έχουμε όλοι μας τα μάτια μας κλειστά για να μην δούμε τον ένοχο.
Έτσι και συνέβη.

Όταν φτάσατε σε μένα, το βρήκατε στην τσέπη μου και το πήρατε.
Όμως συνεχίσατε το ψάξιμο στις τσέπες όλων και όταν τελειώσατε, μας είπατε
«Και τώρα, μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια σας όλοι. Το ρολόι βρέθηκε!»

Δεν αναφέρατε ποτέ το όνομά μου στην τάξη και ούτε μου σχολιάσατε ποτέ το περιστατικό σε προσωπικό επίπεδο. Περίμενα να με επιπλήξετε και να μου κάνετε κατήχηση, αλλά τίποτε από αυτά δεν συνέβη.
Εκείνη την ημέρα σώσατε την αξιοπρέπειά μου για πάντα.
Εκείνη ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου όλης, και μου δώσατε με τον τρόπο σας ένα ηχηρό μάθημα. Θυμηθήκατε τώρα το περιστατικό κ. καθηγητά;

- Ναι, ακούγοντάς σε, πραγματικά τα θυμήθηκα όλα.
Αλλά υπάρχει κάτι που δεν θυμάμαι και αυτό είναι πως ήσουν εσύ εκείνος, γιατί κι εγώ είχα τα μάτια μου κλειστά όταν σας έψαχνα όλους!

 

vb – 2fA

                                                     

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

"Μεγαλώνουμε και ωριμάζουμε.. "

 



Ρωτήσανε έναν μοναχό Αγιορείτη:
– Τι δουλειά κάνετε εσείς στην Εκκλησία;
– Τίποτα δεν κάνουμε.
– Τίποτα;
– Ναι, τίποτα.
– Μα, γιατί πηγαίνετε τότε στην Εκκλησία;

– Δεν μου λες, το παιδί κάνει κάτι όταν είναι μέσα στη κοιλιά της μητέρας του;
Εκείνο βρίσκεται στην κοιλιά της μάνας και μόνο τρώει και μεγαλώνει, ώσπου να φτάσει η ώρα να γεννηθεί.

Κι εμείς κάνουμε το ίδιο.
Είμαστε στην Εκκλησία όπου προσευχόμαστε, παίρνουμε τροφή μέσα από τα Θεία Μυστήρια και με τη χάρη του Θεού μεγαλώνουμε και ωριμάζουμε, ώσπου να έρθει η στιγμή που θα γεννηθούμε στην αιώνια ζωή.

 

talanto – 2φΑ

                                     

Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

"Τί ἔκανα; "

 



-  Από το Γεροντικό


"Ο ΑΒΒΑΣ  Ἰσαὰκ ὁ Θηβαῖος ἐπισκέφθηκε κάποτε ἕνα κοινόβιο καὶ βλέποντας ἕναν ἀδελφὸ νὰ ἁμαρτάνει τὸν κατέκρινε. 
Ὅταν ἀναχώρησε στὴν ἔρημο, ἦρθε ἄγγελος Κυρίου καὶ στάθηκε μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ κελιοῦ του λέγοντας,
 - Δὲν σ᾽ ἀφήνω νὰ μπεῖς μέσα.

Ἐκεῖνος τότε τὸν παρακαλοῦσε:
- Τί ἔκανα;
Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ ἀποκρίθηκε,
- Μ᾽ ἔστειλε ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἐντολὴ “πές του: ποῦ διατάζεις νὰ βάλω τὸν ἁμαρτωλὸ ἀδελφὸ ποὺ κατέκρινες;”

Κι ἐκεῖνος ἀμέσως μετανόησε καὶ εἶπε,
-  Ἁμάρτησα, συγχώρησέ με.
Καὶ ὁ ἄγγελος εἶπε,
- Σήκω, σὲ συγχώρησε ὁ Θεός.
Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς πρόσεξε, νὰ μὴν κρίνεις κανέναν πρὶν τὸν κρίνει Ἐκεῖνος."

 

orthmad – 2fA

                                               

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2022

"Το δέντρο του μοναχού "

 



-  Από το Γεροντικό


Ένας μοναχός φύτεψε μια ελιά και άρχισε να προσεύχεται γι’ αυτήν…
Και ο Κύριος έστειλε βροχή στη γη.
Όταν το δέντρο ήταν κορεσμένο με υγρασία, ο μοναχός είπε…
- Και τώρα, Κύριε, Σου ζητώ να στείλεις πολύ ήλιο.
Το δέντρο μου χρειάζεται ζεστασιά!
Και ο Κύριος έστειλε τον ήλιο.

Το δέντρο μεγάλωσε.
Ο μοναχός όμως, συνέχισε να προσεύχεται γι' αυτό…
- Κύριε, δώσε και λίγο παγετό για να ενισχυθούν οι ρίζες και τα κλαδιά του.
Ο Κύριος έστειλε τότε παγετό, και το δέντρο ξεράθηκε.
Ο μοναχός ήταν πολύ αναστατωμένος...

Πήγε σε έναν άλλο μοναχό, για να μοιραστεί τη θλίψη του.
«Έχω κι εγώ μια ελιά, κοίτα...» του είπε ο άλλος μοναχός.

«Το δέντρο μου έχει μεγαλώσει όμορφα. Αλλά προσευχήθηκα διαφορετικά.
Είπα στον Θεό, ότι Εκείνος είναι ο Δημιουργός αυτού του δέντρου και ότι ξέρει καλύτερα από μένα τι χρειάζεται για να αναπτυχθεί φυσιολογικά.  
Απλώς ζήτησα από τον Θεό, να το φροντίσει...»

Αιώνιο μάθημα αυτό!
Μην ζητάμε στην προσευχή μας τίποτα... παρά μόνο την σωτηρία την δική μας και των συνανθρώπων μας.
Ο Κύριος γνωρίζει τις ανάγκες μας και τι μας ωφελεί...
Ας Τον εμπιστευτούμε και Εκείνος θα μας δώσει, σύμφωνα με την καρδιά μας και την ωφέλειά μας...

 

2φΑ

                                                  


Πέμπτη 16 Ιουνίου 2022

"Ο βασιλιάς κι ο δικαστής "

 


Λέων Τολστόι  -  "Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ"
[από την Συλλογή «Διηγήματα, μύθος και παραμύθια», εκδ. Ωκεανίδα]


Ήταν μια φορά ένας βασιλιάς στην Αλγερία που τον λέγανε Μπαουάκα και ήθελε να μάθει, αν ζούσε στ’ αλήθεια σε μιαν από τις πολιτείες του, όπως τον είχαν πληροφορήσει οι άνθρωποί του, ένας δίκαιος δικαστής που έβρισκε μεμιάς το δίκιο του καθενός.
Κανένας κατεργάρης, λέγανε, δεν μπορούσε να του ξεφύγει.
Και καθώς ο βασιλιάς ήξερε καλύτερα από τον καθένα τι σπάνιο πράγμα είναι ένας δίκαιος δικαστής σ’ αυτό τον κόσμο, ντύθηκε έμπορος και τράβηξε για την πολιτεία, όπου ζούσε αυτός ο δικαστής.

Στις πύλες της πόλης πλησίασε τον Μπαουάκα ένας σακάτης και του ζήτησε ελεημοσύνη.
Ο Μπαουάκα του έδωσε και έκανε να φύγει, μα ο ζητιάνος γαντζώθηκε στα ρούχα του.
– Τι θέλεις λοιπόν; ρώτησε ο Μπαουάκα. ∆εν σου ’δωσα ελεημοσύνη;
– Μου έδωσες, του είπε ο ζητιάνος. Αλλά κάνε μου ακόμα μια χάρη.
Πήγαινέ με καβάλα στ’ άλογό σου ως την πλατεία, γιατί σακάτης καθώς είμαι, φοβάμαι μη με ποδοπατήσουν οι καμήλες και τ’ άλογα.

Ο Μπαουάκα τον πήρε πίσω στο άλογό του και τον κουβάλησε ως την πλατεία.
Εκεί σταμάτησε, μα ο ζητιάνος δεν κατέβηκε από το άλογο.
Ο Μπαουάκα του λέει:
– Τι κάθεσαι του λόγου σου; Κατέβα, φτάσαμε.
Μα ο ζητιάνος του απαντάει:
- Και γιατί να κατέβω; Το άλογο είναι δικό μου! Κι αν δε θέλεις να μου το δώσεις με το καλό, πάμε στον δικαστή.

Μαζεύτηκε κόσμος γύρω τους και παρακολουθούσε τον μεταξύ τους καβγά.
Πολλοί φώναζαν:
– Τραβάτε στον δικαστή, να βρείτε το δίκιο σας.

Ο Μπαουάκα με τον ζητιάνο πήγανε στον δικαστή.
Στο δικαστήριο ήταν πολύς κόσμος κι ο δικαστής καλούσε τον καθένα με τη σειρά του.
Πριν έρθει η σειρά του Μπαουάκα, ο δικαστής κάλεσε ένα γραμματικό κι ένα χωριάτη που δικάζονταν για μια γυναίκα.

Ο χωριάτης έλεγε πως η γυναίκα ήταν δικιά του, ο γραμματικός έλεγε κι αυτός πως ήταν δικιά του. Ο δικαστής τους άκουσε και τους δυο, σώπασε για λίγο κι ύστερα είπε:
– Αφήστε τη γυναίκα σ’ εμένα κι ελάτε αύριο να σας πω την απόφασή μου.

Όταν βγήκανε αυτοί οι δυο, μπήκανε ένας χασάπης κι ένας που πουλούσε λάδι.
Ο χασάπης ήταν γεμάτος αίματα και ο λαδάς ήταν γεμάτος λάδια.
Ο χασάπης κρατούσε στα χέρια του κάτι νομίσματα, ενώ ο λαδάς έσφιγγε το χέρι του χασάπη.

Ο χασάπης είπε:
- Αγόρασα από αυτόν εδώ τον άνθρωπο λάδι, και την ώρα που έβγαλα το πουγκί μου να πληρώσω, μ’ έπιασε από το χέρι και ήθελε να μου πάρει όλα τα λεφτά.
Έτσι ήρθαμε σ’ εσένα.
Εγώ κρατάω στο χέρι τα νομίσματα κι αυτός κρατάει εμένα από το χέρι.
Μα τα λεφτά είναι δικά μου κι αυτός είναι κλέφτης.

Ο λαδάς πάλι είπε:
– Λέει ψέματα. Ο χασάπης ήρθε σ’ εμένα ν’ αγοράσει λάδι.
Όταν του γέμισα ένα λαγήνι, με παρακάλεσε να του αλλάξω μια λίρα, για να πληρώσει.
Έβγαλα τα χρήματα και τ’ ακούμπησα στον πάγκο. Εκείνος τότε άρπαξε τα χρήματα κι ήθελε να το σκάσει. Τότε εγώ τον έπιασα από το χέρι και τον έφερα εδώ.
Ο δικαστής σώπασε για λίγο κι ύστερα είπε:
– Αφήστε τα λεφτά κι ελάτε αύριο.

Όταν ήρθε η σειρά του Μπαουάκα και του ζητιάνου, ο Μπαουάκα είπε πώς έγιναν τα πράγματα. Ο δικαστής τον άκουσε κι ύστερα ρώτησε το ζητιάνο.
Ο ζητιάνος είπε:
– Όλα αυτά είναι ψέματα. Πήγαινα καβάλα στην πόλη κι αυτός καθόταν στη γη και με παρακάλεσε να τον πάρω στο άλογο. Τον πήρα καβάλα και τον πήγα εκεί που ήθελε.
Όμως, αυτός δεν ήθελε να κατέβει από το άλογο και άρχισε να λέει πως το άλογο είναι δικό του. Μα αυτό είναι ψέμα.

Ο δικαστής σκέφτηκε και είπε:
– Αφήστε μου το άλογο κι ελάτε αύριο.

Την άλλη μέρα μαζεύτηκε πολύς κόσμος για ν’ ακούσει ποιανού θα ’δινε δίκιο ο δικαστής.
Πρώτοι πλησίασαν ο γραμματικός και ο χωριάτης.
– Πάρε τη γυναίκα σου, είπε στο γραμματικό. Και του χωρικού να του δώσετε πενήντα ραβδιές.
Ο γραμματικός πήρε τη γυναίκα του, ενώ την ίδια ώρα, μπροστά στον κόσμο, άρχισε η τιμωρία του χωρικού.

Μετά ο δικαστής κάλεσε το χασάπη:
– Τα χρήματα είναι δικά σου, είπε. Μετά έδειξε το λαδά και είπε:
– Αυτουνού δώστε του πενήντα ραβδιές.

Τέλος καλέσανε τον Μπαουάκα και τον ζητιάνο.
– Θα γνωρίσεις το άλογό σου ανάμεσα σ’ άλλα είκοσι; ρώτησε ο δικαστής τον Μπαουάκα.
– Θα το γνωρίσω.
– Κι εσύ;
– Κι εγώ θα το γνωρίσω, είπε ο ζητιάνος.
– Ακολουθήστε με, είπε ο δικαστής στον Μπαουάκα.

Πήγανε στο στάβλο. Ο Μπαουάκα γνώρισε αμέσως το άλογό του ανάμεσα στ’ άλλα είκοσι και το έδειξε στο δικαστή.

Μετά ο δικαστής κάλεσε το ζητιάνο στον στάβλο και είπε και σ’ αυτόν να αναγνωρίσει το άλογό του. Ο ζητιάνος γνώρισε αμέσως το άλογο και το ’δειξε στο δικαστή.
Τότε ο δικαστής γύρισε στη θέση του και είπε στον Μπαουάκα:
– Το άλογο είναι δικό σου. Να το πάρεις. Όσο για τον ζητιάνο, δώστε του πενήντα ραβδιές.

Όταν τέλειωσε το δικαστήριο, ο δικαστής τράβηξε στο σπίτι του κι ο Μπαουάκα τον ακολούθησε.
– Τι συμβαίνει λοιπόν; Μήπως δεν είσαι ευχαριστημένος με την απόφασή μου; τον ρώτησε ο δικαστής.

– Όχι, είμαι ευχαριστημένος, είπε ο Μπαουάκα. Θέλω μόνο να μάθω πώς κατάλαβες πως η γυναίκα ήταν του γραμματικού κι όχι του χωρικού, πώς τα χρήματα ήταν του χασάπη κι όχι του λαδά και πώς το άλογο ήταν δικό μου κι όχι του ζητιάνου.

– Να πώς έμαθα για τη γυναίκα. Την κάλεσα το πρωί και της είπα
“Βάλε μελάνι στο μελανοδοχείο μου”. Εκείνη πήρε το μελανοδοχείο, το έπλυνε και σβέλτα έβαλε μελάνι. Πάει να πει πως τη δουλειά αυτή την είχε συνηθίσει να την κάνει.
Επομένως ο γραμματικός είχε δίκιο.

Για τα χρήματα πάλι, να πώς έμαθα την αλήθεια. Έβαλα αποβραδίς τα νομίσματα σε μια κούπα με νερό και σήμερα το πρωί κοίταξα να δω αν υπήρχε λάδι.
Αν τα νομίσματα ήταν του λαδά, θα είχανε λάδι από τα χέρια του τα λαδωμένα.
Αλλά στο νερό δε βρέθηκε ίχνος λαδιού.
Πάει να πει πως ο χασάπης είχε πει την αλήθεια.

Για το άλογο ήταν πιο δύσκολο να μάθω την αλήθεια, γιατί ο ζητιάνος, όπως κι εσύ, αναγνώρισε αμέσως το άλογο ανάμεσα στ’ άλλα είκοσι.
Μα εγώ δε σας πήγα στο στάβλο, για να δω αν θα γνωρίσετε το άλογο, αλλά για να δω ποιον από τους δυο σας, θα γνωρίσει το άλογο!
Όταν το πλησίασες εσύ, γύρισε το κεφάλι του και το τέντωσε προς εσένα, ενώ όταν το άγγιξε ο ζητιάνος, ζάρωσε τ’ αυτιά του και σήκωσε το πόδι του.
Απ’ αυτό κατάλαβα, πως εσύ είσαι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του αλόγου.

Τότε ο Μπαουάκα, γεμάτος θαυμασμό, του είπε:
– ∆εν είμαι έμπορος κύριε δικαστά. Είμαι ο βασιλιάς της χώρας, ο Μπαουάκα.
Και ήρθα εδώ, για να δω με τα μάτια μου αν είναι σωστά όσα λένε για σένα.
Και είδα πως είσαι στ’ αλήθεια ένας σοφός δικαστής.
Ζήτησέ μου ό,τι επιθυμείς και θα το έχεις ως ανταμοιβή!
– Δεν χρειάζομαι ανταμοιβή, απάντησε ο δικαστής.
Είμαι ευχαριστημένος που με επαίνεσε ο βασιλιάς μου!

 

lecturesbureau – 2φΑ

                                                           


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

"Ο ανόητος δερβίσης "

 






Παραμύθι του Ουζμπεκιστάν  -  Ο ΑΝΟΗΤΟΣ ΔΕΡΒΙΣΗΣ
[από την συλλογή του Δημήτρη Β. Προύσαλη]


Λένε πως μια μέρα ο Σεΐχης Μπαχαουντίν, μεγάλος δάσκαλος του Τάγματος των Δερβίσηδων Νακσμπαντί, περπατούσε στον δρόμο παρέα με μια χούφτα μαθητές του.
Εκεί που πήγαινε και περπατούσε, η ματιά του έπεσε πάνω σε έναν άντρα ντυμένο με κουρέλια που ερχόταν προς το μέρος του.

Η παρέα είδε τον άντρα να την πλησιάζει, την ώρα που βρισκόταν πια μέσα στη μεγάλη πλατεία της Μπουχάρας και στρέφεται στον δάσκαλο.
Ήτανε λένε τούτος που συνάντησε, φίλος κι αδερφός του. Τον ήξερε από παλιά.

Ο περαστικός ήταν ένας από κείνους τους δερβίσηδες τους μοναχικούς, που περιπλανιούνται πότε δω και πότε εκεί, από τόπο σε τόπο, ένας αδερφός από το Τάγμα των Δερβίσηδων Μαλαματί, που το έπιανες στο στόμα σου μονάχα για να το κατηγορήσεις, να του βρεις ένα και δυο στραβά — και όχι άδικα μήτε από κακία.
Ο δάσκαλος Μπαχαουντίν ήταν περιτριγυρισμένος από τους μαθητές του.
Τούτοι πάντα τον ακολουθούσαν τον Σεΐχη, για να ακούσουν λόγια της αλήθειας, από κείνα που φωτίζουνε τον δρόμο των ανθρώπων, αυτών που περπατούν κάτω απ’ τον ήλιο, μα ζούνε πάντα μέσα στα σκοτάδια.

Κοίταξε τον ταξιδιώτη και τον ρωτά με τον τρόπο που πάντοτε είχαν το συνήθειο οι Σούφηδες να μιλούν: «Από ποιον τόπο έρχεσαι, αδερφέ;»
Ο άλλος, λένε, ο περαστικός άντρας που ήταν ντυμένος με κουρέλια, χαμογέλασε χωρίς νόημα, έτσι στα χαζά και στα χαμένα και δίχως να τον κοιτάξει του αποκρίνεται σηκώνοντας τους ώμους: «Ούτε που γνωρίζω να σου πω…».

Μερικοί μαθητές του Σεΐχη δασκάλου Μπαχαουντίν, που άκουσαν την απόκριση του περιπλανώμενου άντρα δερβίση, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και άρχισαν να μουρμουράνε με θυμό την αγανάκτησή τους για κείνο το φέρσιμο του ξένου, που ήταν πνιγμένο στην αγένεια.

Ο Σεΐχης Μπαχαουντίν τότε ξαναμιλά και τον ρωτάει:
«Πού πηγαίνεις, αδερφέ, και για πού τραβάς;».
Ο δερβίσης άντρας από το Τάγμα των Μαλαματί φώναξε με απόγνωση:
«Δεν ξέρω…».

Την ώρα που οι δυο άντρες, αδέρφια δερβισάδες, μιλούσαν μέσα στη μεγάλη πλατεία της Μπουχάρας, κι ο ένας ρωτούσε κι ο άλλος μονάχα «δεν ξέρω» αποκρινόταν, ο κόσμος μαζευόταν γύρω τους, πλήθος τώρα μεγαλύτερο για ν’ ακούσει την κουβέντα τους.
Τότε ήταν που μίλησε ξανά ο δάσκαλος Σούφι και ρωτάει τον περιπλανώμενο αδερφό του: «Τι είναι καλό;». Ο ταξιδιώτης του έριξε μια ματιά κι ύστερα κοίταξε κάτω στο χώμα και του λέει: «Δεν γνωρίζω…».

Ο Σεΐχης Μπαχαουντίν, δίχως να χάσει καιρό, ρωτά τώρα τον άντρα που στεκότανε μπροστά του: «Τι είναι κακό;».
«Μήτε κι αυτό το ξέρω…», του απαντά ο άλλος, ο δερβίσης ταξιδιώτης, χωρίς ν’ αλλάξει τη φωνή του.
Του λέει τότε ο δάσκαλος: «Ξέρεις εσύ του λόγου σου, να μου πεις τι είναι δίκαιο και σωστό;». Ο δερβίσης ταξιδιώτης τότε του αποκρίνεται: «Δίκαιο και σωστό είναι αυτό που είναι για μένανε καλό…».
«Τι είναι λάθος;» ρωτά ξανά κείνον τον άντρα που στεκότανε μπροστά του ο δάσκαλος Σούφι Σεΐχης Μπαχαουντίν. «Αυτό που με βλάφτει», απαντά ο άντρας περιπλανώμενος ταξιδιώτης κοφτά.

Το πλήθος των μαθητάδων του Σεΐχη Μπαχαουντίν, που άκουγε όλη τούτη την ώρα τις κουβέντες των δυο αντρών, άρχισε να βράζει από τις απαντήσεις του περιπλανώμενου δερβίση.
Θυμώνει τότε και του βάζει τις φωνές: «Τι λόγια είναι τούτα που ξεστομίζεις, ανόητε!
Δεν ντρέπεσαι, τρελέ, έτσι να μιλάς χωρίς περίσκεψη καμιά!
Τράβα από δω, φύγε!», και τον διώχνει.

Ο άντρας για μια στιγμή μαζεύτηκε κι ύστερα δίνει μια και φεύγει και χάνεται προς μια μεριά, που όλοι ήξεραν πως δεν έβγαζε πουθενά.
Ο δάσκαλος Σούφι Μπαχαουντίν, γυρίζει τότε και φωνάζει σ’ αυτούς τους μαθητάδες του που είχαν γύρω μαζευτεί για ν’ ακούσουν τις κουβέντες της συζήτησης:

«Ανόητοι, τούτος εδώ ο άντρας, έδειχνε αυτό που κάνουν όλοι οι άνθρωποι.
Για όση ώρα εσείς τον κακολογούσατε με ευκολία, λέγοντας για δαύτον τα χειρότερα που μπορούσατε να βρείτε, αυτός μιλούσε με μεγάλη προσοχή για όσα εσείς κάνετε κάθε μέρα απερίσκεπτα, χωρίς να νοιάζεστε στη ζωή σας!»

 

ipolizei – 2φΑ

                                    

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

"Ο μικρός Πάντσο "

 



- Χόρχε Μπουκάι
[από τις “Ιστορίες, να σκεφτείς”]


Η μητέρα τους είχε φύγει από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρία, μια νέα την οποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει.
Όταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε, για να της προτείνει μια βόλτα με το καινούργιο του αυτοκίνητο, η Μαρία δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε, τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα, και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.

Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της.
Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί όπως και να ‘χει, ήταν μόνο έξι χρόνων, και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει. Επίσης σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πως να εξηγήσει στην μητέρα τον λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρει.

Ίσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή σε κάποιο από τα φώτα στου σαλονιού ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα -το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται, η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.

Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας του καπνού που περνούσε κάτω απ’ την πόρτα.
Χωρίς να σκεφτεί ο Πάντσο πήδηξε από το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για να ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε.

Όπως και να ‘χει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και τον λίγων μηνών αδερφό του σε ελάχιστα λεπτά.
Ο Πάντσο φώναξε τη Μαρία, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκληση του.
Έτσι, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδερφό του από ‘κεί  μέσα.
Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι, αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια…

Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:

- Πώς μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί, να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά τη σήτα;
- Πώς μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο;
- Πώς μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο;
- Πώς μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδερφού του και τη δική του;

Ο ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός που όλοι σέβονταν, τους έδωσε την απάντηση:
- Ο μικρός Πάντσο, τους είπε, ήταν μόνος…
Δεν είχε κανέναν να του πει, πως δεν μπορούσε να τα καταφέρει…

 

popup – paradeka

2φΑ

                                                                    

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

"Φροντίδα κι ευγνωμοσύνη "

 



Από ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΡΑΒΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΝΗΡΙΑΣ
[- 13ος ΑΙΩΝΑΣ]


Ένας βεζίρης είχε υπηρετήσει τον κύριο του για 30 χρόνια και ήταν γνωστό πως τον θαύμαζαν για την αφοσίωση, τη φιλαλήθεια και την πίστη του στον Θεό.
Εξαιτίας της τιμιότητάς του, ωστόσο, είχε κάνει πολλούς εχθρούς στην αυλή, οι οποίοι διέδιδαν ιστορίες για τη διπροσωπία του και τη δολιότητά του.
Μέρα νύχτα προσπαθούσαν να επηρεάσουν το σουλτάνο, μέχρι που τα κατάφεραν κι άρχισε κι αυτός να νοιώθει δυσπιστία απέναντι στον αθώο βεζίρη.
Τελικά διέταξε να θανατώσουν τον άνθρωπο, που τον είχε υπηρετήσει τόσο πιστά.

Στο βασίλειό του, όσοι καταδικάζονταν σε θάνατο δένονταν και πετιόνταν σε ένα κυνοτροφείο, όπου ο σουλτάνος διατηρούσε τα αγριότερα κυνηγετικά σκυλιά.
Τα σκυλιά αμέσως κομμάτιαζαν το θύμα. Ωστόσο, πριν τον πετάξουν, ο βεζίρης ζήτησε μια τελευταία χάρη:
«Θα ήθελα 10 μέρες ανάπαυλα», είπε, «για να πληρώσω τα χρέη μου, να μαζέψω τα χρήματα που μου οφείλουν, να επιστρέψω όσα εμπιστεύτηκαν διάφοροι άνθρωποι στη φύλαξή μου, να μοιράσω τα αγαθά μου στα μέλη της οικογένειάς μου και στα παιδιά μου και να τους ορίσω έναν κηδεμόνα».

Αφού ο βεζίρης εγγυήθηκε ότι δεν θα δραπέτευε, ο σουλτάνος ικανοποίησε το αίτημά του.
Ο βεζίρης έσπευσε στο σπίτι του, μάζεψε 100 χρυσά νομίσματα και μετά επισκέφτηκε τον κυνηγό που φρόντιζε τα σκυλιά του σουλτάνου.
Του πρόσφερε τα 100 χρυσά νομίσματα και είπε: «Άσε με να φροντίσω τα σκυλιά για δέκα μέρες». Ο κυνηγός συμφώνησε και για τις επόμενες δέκα μέρες ο βεζίρης φρόντιζε και καθάριζε τα ζώα με μεγάλη προσοχή και επίσης τα τάιζε πλουσιοπάροχα.
Στο τέλος των δέκα ημερών έτρωγαν από το χέρι του.

Την ενδέκατη ημέρα κάλεσαν τον βεζίρη να παρουσιαστεί στο σουλτάνο, επανέλαβαν τις κατηγορίες και ο σουλτάνος παρακολουθούσε, καθώς έδεσαν τον βεζίρη και τον πέταξαν στα σκυλιά.
Όμως όταν αυτά τον είδαν, έτρεξαν καταπάνω του κουνώντας τις ουρές τους.
Του ψιλοδάγκωσαν τους ώμους με αγάπη και αφοσίωση και άρχισαν να παίζουν μαζί του.
Ο σουλτάνος και οι παρευρισκόμενοι έμειναν κατάπληκτοι και ο σουλτάνος ρώτησε τον βεζίρη, γιατί δεν τον κατασπάραξαν.

Ο βεζίρης απάντησε: «Φρόντιζα αυτά τα σκυλιά για δέκα ημέρες.
Ο σουλτάνος είδε με τα μάτια του το αποτέλεσμα. Εσάς σας φρόντισα για τριάντα χρόνια και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Έχω καταδικαστεί σε θάνατο, εξαιτίας των κατηγοριών των εχθρών μου».

Ο σουλτάνος κοκκίνισε από τη ντροπή του.
Όχι μόνο έδωσε χάρη στο βεζίρη, αλλά του δώρισε και μια υπέροχη φορεσιά και του παρέδωσε και τους ανθρώπους που είχαν κηλιδώσει τη φήμη του.
Ο καλόκαρδος βεζίρης τους απελευθέρωσε και συνέχισε να τους μεταχειρίζεται με καλοσύνη.

 

lecturesbureau – 2φΑ

                                                   

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

"Ο έρωτας και ο χρόνος "

 



Λουδοβίκος των Ανωγείων  -  Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
[Η Ποιμαντική Σκέψη της Εβδομάδος]


Περνούσε ο χρόνος τη συνηθισμένη βαρετή πορεία του,
όταν είδε έναν έρωτα ξαπλωμένο κάτω από μια ελιά.
Αναμαλλιασμένος, ξυπόλυτος, αλλού τα βέλη, αλλού τα τόξα.

O χρόνος κατέβηκε, σταμάτησε από πάνω του,
τον περιεργάστηκε κάμποση ώρα και τέλος τον πείραξε:
«Και τι δε θα ’δινα για την τρέλα και τα νιάτα σου…»

«Η τρέλα είναι ό,τι πιο ακριβό έχω, άρχοντα.
Δεν πωλείται. Για τα νιάτα μου όμως, που είναι ρόδα
και θα πέσουν, τι μου δίνεις;»

«Ό,τι μου ζητήσεις».
«Ένα κουμπί να το πατώ, να σταματάς όποτε εγώ
το θέλω», είπε καθαρά, συλλαβιστά.

Γελάει ο χρόνος, του χαϊδεύει τα μαλλιά και του λέει
φεύγοντας:
«Δεν ξέρεις, λοιπόν, πως είσαι σπουδαίος
και περιζήτητος, ακριβώς επειδή δεν έχεις χρόνο;»

 

πΖ – 2φΑ

                                                                       


Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

"Είναι καλό παιδί.. "

 



-  Γράφει η μικρή Νεφέλη


Ο 4χρονος Δημητράκης γεννήθηκε με εγκεφαλική παράλυση και η αδερφή του έγραψε ένα συγκινητικό γράμμα στον Άγιο Βασίλη.
Με τον αυθορμητισμό και την αθωότητα που έχει ως παιδί, η 7χρονη Νεφέλη εκ μέρος του αδερφού της ζητάει δώρο Χριστουγέννων.

 «Άι Βασίλη ο αδελφός μου έχει ένα πρόβλημα που λέγεται "εγκεφαλική παράλυση" και δεν μπορεί να σου πει τι δώρο Θέλει. Φέρ’του ό,τι θες εσύ.
Είναι πάντα καλό παιδί».

Εξίσου συγκινητικά είναι και τα όσα γράφει η μαμά Μαρία Τούβα αναρτώντας το γράμμα της μικρής Νεφέλης:
«Πίσω από αυτό το γράμμα στον Άγιο Βασίλη, πίσω από την κάθε λέξη στο γράμμα ενός μικρού κοριτσιού που ο αδερφός της έχει αναπηρία, κρύβεται ένα μικρό άγχος.
Κρύβεται μια δόση ευθύνης και υπευθυνότητας που γεννιέται ασυναίσθητα στα αδέρφια ατόμων με αναπηρία από νωρίς. Κρύβεται η αποδοχή, η κατανόηση, η υπομονή, η ενσυναίσθηση, η ανιδιοτέλεια και μπόλικη δόση ανυπέρβλητης αγάπης.

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά που αυτά τα αδέρφια χτίζουν με βαθύ τρόπο και αποπνέουν σε όλη την καθημερινότητά τους για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Είστε οι κρυφοί ήρωες που αποκτάτε από νωρίς "μαγικό και βαρύ εξοπλισμό" για την ζωή.
Έχετε τον σεβασμό και την αγάπη μας.

- Η Νεφέλη, το έγραψε μόνη της μετά το δικό της γράμμα και εγώ το διάβασα με βουρκωμένα μάτια, όχι από στεναχώρια αλλά από υπερηφάνεια»,
συμπληρώνει η μητέρα.  

[Πηγή: Reader.gr]

 

fb – 2fA


Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021

"Πού κρύβεται ο Θεός.. "

 



Το Πηγάδι της Αλήθειας

Σε ένα χωριό, ένας άνθρωπος με άσπρα μαλλιά, στεκόταν κάποτε πλάι στο μοναδικό πηγάδι σε όλη την περιοχή.
Ένας πιτσιρίκος τον πλησίασε, περίεργος:
- Τι έχει μέσα το πηγάδι; θέλησε να μάθει.
- Τον Θεό.

Ο μικρός σάστισε:
- Ο Θεός είναι κρυμμένος μέσα σε αυτό το πηγάδι;
- Ναι, έτσι είναι!

- Και μπορώ να τον δω, είπε ο πιτσιρίκος επιφυλακτικός.
- Φυσικά, όλοι μπορούν!

Ο γέρος τον πήρε στην αγκαλιά του και τον βοήθησε να σκύψει στο στόμιο του πηγαδιού, κρατώντας τον καλά.
Το παιδάκι είδε τότε στο νερό, το δικό του πρόσωπο.

- Μα αυτός είμαι εγώ! φώναξε.
- Ακριβώς! είπε ο άνθρωπος ακουμπώντας ξανά το παιδί κάτω.
Τώρα ξέρεις που κρύβεται ο Θεός!

 

philosophyreturns – 2φΑ

                                               

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2021

"Δεν μπορείς να καταλάβεις "

 



-  Από "τα 10 πράγματα που πρέπει να κάνεις πριν γεράσεις", του SaneJoker

 
Βγαίνω απ’ το σπίτι και βλέπω ένα διπλωμένο σώμα στο παρτέρι μπρος στην πολυκατοικία. Μου παίρνει λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι είναι ένας γέρος.
Πήγε να κάτσει στο πεζούλι, έπεσε πίσω κι έμεινε εκεί, ανήμπορος να κινήσει.
“Βόηθα με”, μου λέει σαν στέκομαι μπρος του.

Τον πιάνω απ’ το χέρι να τον σηκώσω, αλλά αυτός δεν βάζει καθόλου δύναμη, δεν έχει δύναμη να βάλει. Για ν’ αποφύγω την εξάρθρωση του ώμου του και τα χειρότερα, πάω από πίσω να τον σπρώξω.
Σαν με βλέπει να φεύγω τρομάζει.
“Μη φεύγεις!” κάνει με τρόμο. “Βόηθα με να σηκωθώ”.
“Δεν φεύγω, μη φοβάστε”, του λέω.

Πάω πίσω και προσπαθώ να τον σηκώσω. Είναι βαρύς, παρότι λιπόσαρκος.
Παράξενο είναι, πόσο δύσκολα σηκώνεις έναν άνθρωπο που έχει πέσει.
Τελικά τα καταφέρνω να τον φέρω σε καθιστή στάση.
Τον στρίβω ώστε ν’ ακουμπάει σ’ ένα δέντρο, να μη φύγει πάλι πίσω.
Το πουκάμισο του έχει σκιστεί, το παντελόνι του έχει καφέ λεκέδες.
 Είναι πολύ γέρος, το δέρμα του φεγγίζει.

“Σ’ ευχαριστώ”, μου λέει.
“Τίποτα δεν έκανα.”
“Είναι άσχημα τα γηρατειά”, κάνει, σαν να το λέει στον εαυτό του.
“Το ξέρω, το ‘χω καταλάβει”, απαντάω εγώ.
“Δεν μπορείς να καταλάβεις”, μου λέει ο γέρος. “Αν δεν το ζήσεις, δεν μπορείς.”

~~

Συχνά οι άνθρωποι έχουμε αυτή την αυταπάτη.
Νομίζουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε μια κατάσταση, επειδή έχουμε διαβάσει βιβλία, έχουμε δει ταινίες, έχουμε σκεφτεί.
Νομίζουμε ότι ξέρουμε τι είναι η προσφυγιά, επειδή ήταν πρόσφυγες οι πρόγονοι μας ή επειδή συγχρωτιζόμαστε με πρόσφυγες.

Νομίζουμε ότι ξέρουμε τι είναι ο πόλεμος, επειδή είδαμε το Platoon και το Δουνκέρκη.
Νομίζουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε το δράμα ενός γονιού που έχασε το παιδί του, επειδή είμαστε γονείς κι εμείς.

Όμως τίποτα δεν μπορείς να το καταλάβεις, να το νιώσεις όπως πραγματικά είναι, αν δεν το βιώσεις, αν δεν γίνεις εσύ το υποκείμενο.
Εξ αποστάσεως, εξ ωσμώσεως, με βιβλία και φαντασίες, δεν ζεις κάτι, παριστάνεις ότι το ζεις, υποθέτεις πώς θα είναι αν το ζούσες.

~~

Αφήνω τον γέρο στο πεζούλι, πάω κι έρχομαι, και καθώς περνάω ένα φανάρι τον βλέπω ξανά. Αυτή τη φορά στέκονται δίπλα του δυο Ζητάδες.
Ο ένας αστυνομικός κρατάει μια σακούλα με πάγο.
Ο άλλος τον βοηθάει να πάρει τηλέφωνο.

Ο γέρος είναι καθισμένος σ’ ένα παγκάκι.
Το φρύδι του ματωμένο και πρησμένο. Μάλλον αυτή τη φορά έπεσε κατά πρόσωπο, χωρίς καν να βάλει χέρια για να σταματήσει την πτώση.
Με κοιτάει για λίγο, αλλά δεν με αναγνωρίζει.

~~

Κάποιες μέρες πριν βρέθηκα, για προσωπικούς λόγους, σε μια γηριατρική κλινική.
Όλοι υπερήλικες εκεί μέσα.
Οι πιο πολλοί να μην μπορούν καν να σηκωθούν απ’ το κρεβάτι τους, με καθετήρα και τη νοσοκόμα να τους ταΐζει στο στόμα σαν μωρά.

Μια γριά φωνάζει ακατάληπτες λέξεις κάθε τόσο.
Ένας γέρος ακουμπισμένος στο μαξιλάρι κοιτάει τον τοίχο.
Μια άλλη, σε καλύτερη κατάσταση, πηγαίνει πέρα δώθε στο διάδρομο με το πι. Μέχρι τον ένα τοίχο και πάλι πίσω, σαν φυλακισμένη.

Μια μικρόσωμη γριά με τσεμπέρι κάθεται δίπλα μου και με παρατηρεί που διαβάζω τον Αναρχικό των Δύο Κόσμων.
“Τι λέει;” με ρωτάει κάποια στιγμή, δείχνοντας με το πηγούνι το βιβλίο.
“Για μια αναρχική κοινωνία”, της απαντώ.
Δεν μοιάζει να καταλαβαίνει, αλλά το κοιτάει επίμονα.

“Το θέλετε;” της λέω. “Να το διαβάσετε;”
“Δεν βλέπω να διαβάζω.”
“Θέλετε να σας διαβάσω εγώ λίγο;” τη ρωτάω.

Της διαβάζω μια σελίδα.
Είναι στο σημείο όπου ο Σεβέκ ταξιδεύει με διαστημόπλοιο στον μητρικό πλανήτη.
Σκέφτομαι ότι η γριά θα αντιδράσει, θα πει κάτι για τα διαστρικά ταξίδια ή κάτι ακόμα πιο παράξενο.
Γυρνάω να δω τι εντύπωση της έχει κάνει.
Εκείνη κοιμάται, καθισμένη στην καρέκλα, σαν μωρό που το νανούρισαν με παραμύθια.

~~

Δυο μέρες μετά, βρίσκομαι ξανά στην κλινική.
Παρατηρώ τους γέρους και τους φαντάζομαι σε άλλη ηλικία.
Εκείνη η γιαγιά που λιώνει στο κρεβάτι της κάποτε ήταν παιδούλα κι έτρεχε στο χωράφι.
Ο γέρος στο άλλο δωμάτιο, που κοιτά τον τοίχο, ήταν ένας παθιασμένος έφηβος.
Ο άλλος μπορεί να πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο.

Κι η κοπελίτσα (έτσι τη λέει η νοσοκόμα “κοπελίτσα μου”) που δεν μπορεί να σηκώσει το χέρι της, κάποτε έκανε τους άντρες να στενάζουν σαν τη βλέπαν να περνά.
Η γιαγιά με το τσεμπέρι ίσως να ’ταν δασκάλα και να διάβαζε τον Αόρατο Άνθρωπο σε μετάφραση του Παπαδιαμάντη. Κι ο γέρος με το οξυγόνο κάποτε εγκαινίασε το πρώτο του ζαχαροπλαστείο.

Όλοι αυτοί ήταν μωρά κάποτε.
Μετά παιδιά κι έφηβοι, μετά μεγάλωσαν, αγάπησαν, παντρεύτηκαν, δούλεψαν, γέννησαν, πολέμησαν, πάντρεψαν τα παιδιά τους, διάβασαν, είδαν κινηματογράφο για πρώτη φορά, ήπιαν και μέθυσαν με την παρέα τους, έφαγαν όσο άντεχαν, γλέντησαν, θρήνησαν, έβγαλαν λεφτά, ταξίδεψαν, αρρώστησαν, έγιναν καλά, έκαναν, έπαθαν, έζησαν.

Και τώρα πια έχουν μείνει μόνο οι σκιές τους, εκείνα τα άδεια μάτια και τα άτριχα κεφάλια και τα άσαρκα κόκαλα.
Ανήμποροι.
“Δεν μπορείς να καταλάβεις”, μου είπε ο γέρος που έπεσε, “τι είναι τα γεράματα”…

 

sanejoker – 2φΑ

                                  

Κυριακή 29 Αυγούστου 2021

"Η γιαγιά και το σπίτι της "



 

"Μαμά, μπορώ να κοιμηθώ στη γιαγιά απόψε;"
…. άκουσα στο αυτοκίνητο, σήμερα το πρωί. Όταν κατάφερα να γυρίσω, να δω το παιδί μου, με έκανε να επιστρέψω πίσω στο παρελθόν, με μία μόνο πρόταση.

Πότε πέρασε ο χρόνος και μας έκανε ενήλικες γεμάτους βαρετές προτεραιότητες;
Αγωνιζόμαστε κάθε μέρα, για κάτι που δεν είμαστε καν σίγουροι ότι θέλουμε πραγματικά.
Όταν στην πραγματικότητα, το σπίτι της γιαγιάς, είναι αυτό που όλοι χρειάζονται για να είναι ευτυχισμένοι.

Το σπίτι της γιαγιάς είναι, όπου τα χέρια του ρολογιού κάνουν διακοπές μαζί μας και τα λεπτά, περνάνε αξεπέραστα,.
Το σπίτι της γιαγιάς είναι, όπου ένα απλό ζυμαρικό και το σπιτικό ψωμί φαίνεται να έχουν διαφορετικές γεύσεις, νοστιμιάς.
Το σπίτι της γιαγιάς είναι, όπου ένα αθώο απόγευμα, μπορεί να διαρκέσει για μια αιωνιότητα παιχνιδιών στον κόσμο της φαντασίας.

Το σπίτι της γιαγιάς είναι, όπου τα ντουλάπια κρύβουν τα πιο παλιά ρούχα και τα πιο μυστήρια εργαλεία.
Το σπίτι της γιαγιάς είναι, εκεί που τα κλειστά κουτιά γίνονται κιούπια μυστικών θησαυρών, έτοιμα να ξεσκεπαστούν.
Το σπίτι της γιαγιάς είναι, όπου τα παιχνίδια σπάνια έρχονται έτοιμα, συνήθως ανακαλύπτονται επί τόπου.

Το σπίτι της γιαγιάς είναι, εκεί όπου όλα είναι μυστηριωδώς δυνατά και η μαγεία συμβαίνει διαρκώς, με την ηρεμία της βεβαιότητας .
Το σπίτι της γιαγιάς είναι, όπου βρίσκουμε τα απομεινάρια της παιδικής ηλικίας των γονιών μας και την αρχή της δικής μας ζωής.
Το σπίτι της γιαγιάς εσωτερικά, είναι η διεύθυνση της βαθύτερης στοργής μας, όπου όλα τα επιτρέπει η αγάπη.

Αυτή η πολυτέλεια δεν μου ανήκει πλέον- δυστυχώς, θα ζει μαζί μου μόνο στις αναμνήσεις.
Ακόμα κι έτσι όμως, αν μπορούσα να ζητήσω κάτι τώρα, οτιδήποτε, στον κόσμο εκπλήρωσης των αιτημάτων, θα επαναλάμβανα το ίδιο πράγμα:
"Μπορώ να κοιμηθώ στη γιαγιά απόψε;"

 

Από ανάρτηση fb-dinfo
σε προσαρμογή 2fA

                                                     

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

"Γέρος και μόνος.. "

 



-  Μόνος με τον Φίντο


Γέρος και μόνος,
σκέφτηκα ότι θα γεμίσει ένας σκύλος
την κενή μου ύπαρξη.

Τον βρήκα αδέσποτο, βρώμικο, πεινασμένο.
Τον χάιδεψα, με ακολούθησε χωρίς φόβο.
Τώρα είναι ο σκύλος μου, εγώ είμαι ο αφέντης του.
Του μιλάω, μου απαντά γλείφοντας τα χέρια μου.
- Φίντο, αύριο δεν θα έχουμε να φάμε, η σύνταξη τελείωσε,
θα πρέπει να περιμένουμε!

Φτάνει εκείνη η ευλογημένη μέρα, παραταγμένος, με τους άλλους
συνταξιούχους,
το βιβλιαράκι τσαλακωμένο από τον χρόνο στα χέρια μου,
περιμένω τη σειρά μου.
Ο Φίντο κουνάει την ουρά του χαρούμενος.
Ξέρει ότι σήμερα θα φάμε περισσότερο και λίγο καλύτερα.

Είναι ήδη χειμώνας.
Το σπίτι μου χωρίς φωτιά είναι κρύο.
Ο Φίντο μένει κοντά μου και με ζεσταίνει.

Η αρχή της άνοιξης μας βρίσκει ενωμένους για να ευχαριστήσουμε
τον ήλιο από καρδιάς -
μου γεννιέται μια προσευχή:
«Ευχαριστώ Κύριε, που δημιούργησες τον σκύλο»!!

 

fb – dinfo.gr
2fA

                                   

Τρίτη 6 Ιουλίου 2021

"Ο εκπαιδευτής ερημίτης! "

 



-  Μια απλή ιστορία για μικρούς και μεγάλους

Ένας ερημίτης βρήκε καταφύγιο στο βουνό, για να διαλογιστεί και να προσευχηθεί.
Τον έβλεπαν συχνά πολύ απασχολημένο.
Μια μέρα, κάποιος τον ρώτησε:
- Πώς γίνεται να έχεις τόση δουλειά, αφού ζεις στη μοναξιά..;

Ο ερημίτης απάντησε: - Έχω αρκετά πράγματα να κάνω...
Εκπαιδεύω δυο γεράκια και δυο αετούς, ηρεμώ δυο κουνέλια,
πειθαρχώ ένα φίδι, παρακινώ ένα γάιδαρο και δαμάζω ένα λιοντάρι.

- Μα δεν φαίνεται κανένα ζώο εδώ γύρω, πού είναι;
Ο ερημίτης απάντησε: - Όλα αυτά τα ζώα τα κουβαλάμε όλοι, μέσα μας.
Πρόσεξε με…

Τα δύο Γεράκια, ρίχνονται πάνω σε ό,τι βρεθεί μπροστά τους, καλό ή κακό και πρέπει να τα εκπαιδεύσω να ρίχνονται μόνο πάνω σε καλά πράγματα:
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ.

Οι δύο Αετοί με τα νύχια τους, συχνά πονάνε τους άλλους και καταστρέφουν ό,τι δεν τους αρέσει, πρέπει να τους εκπαιδεύσω να υπηρετούν και να βοηθούν, χωρίς ποτέ να βλάπτουν:
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ.

Τα κουνέλια θέλουν να κάνουνε βόλτες, να τεμπελιάζουν και να αποφεύγουν τις δύσκολες καταστάσεις, αλλά πρέπει να τα μάθω να είναι υπάκουα, ακόμα και αν υπάρχουν βάσανα, προβλήματα ή οτιδήποτε δεν μου αρέσει:
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ.

Το πιο δύσκολο πράγμα ίσως, είναι να παρακολουθείς το φίδι, που είναι κλειδωμένο σε ένα δυνατό κλουβί, αλλά είναι πάντα έτοιμο να επιτεθεί, να δαγκώσει και να ρίξει το δηλητήριο του σε όποιον το ενοχλεί η παρουσία του, οπότε πρέπει οπωσδήποτε να το πειθαρχήσω:
ΕΙΝΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ.

Και ο γάιδαρος είναι πεισματάρης, δεν θέλει να κάνει το καθήκον του, είναι πάντα τάχα κουρασμένος και αρνείται να κουβαλήσει το βάρος μου:
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ.

Τέλος, πρέπει να δαμάσω και το λιοντάρι, που θέλει να γίνει βασιλιάς, να είναι ψηλά και πάντα πρώτο, γιατί είναι ματαιόδοξο, ψωροπερήφανο, και νομίζει πως είναι μοναδικό και ασυναγώνιστο:
Το λιοντάρι είναι Ο ΕΓΩΙΣΜΟΣ ΜΟΥ…

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ – 2φΑ