Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

"Γνώση και Πίστη "

 



Χρήστος Γιανναράς  -  Ανθρωπολογικές Προϋποθέσεις
[Από το περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ», τεύχος 2o]

ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ


….   Θάνατος είναι για την Εκκλησία ο χωρισμός από τον Θεό, η άρνηση της σχέσης μαζί Του, η αναίρεση της ζωής ως αγάπης και ερωτικής κοινωνίας.
Από μόνος του ο άνθρωπος, με τις δικές του υπαρκτικές δυνατότητες, που είναι κτιστές (δεν εμπεριέχουν ούτε την αιτία τους ούτε και τον σκοπό τους), πώς είναι δυνατό να επιβιώνει αιώνια;
Όταν όλες οι ψυχοσωματικές λειτουργίες σβήνουν με την τελευταία πνοή, η κτιστή φύση του ανθρώπου έχει πια εξαντλήσει τις δικές της δυνατότητες για επιβίωση.

Η πίστη της Εκκλησίας στην αιωνιότητα του ανθρώπου, δεν είναι η πεποίθηση ότι υπάρχει οπωσδήποτε μια μελλοντική κατάσταση, όπου επιβιώνει «κάτι» από τον άνθρωπο - η «ψυχή» ή το «πνεύμα» του.
Αλλά είναι η βεβαιότητα, ότι την υπόσταση της ύπαρξής μου δεν την εξασφαλίζει η φύση μου και οι υπαρκτικές της δυνατότητες, την εξασφαλίζει και τη συνιστά η σχέση μου με τον Θεό, η ερωτική Του αγάπη για μένα.

Πίστη στην αιωνιότητα είναι η εμπιστοσύνη, ότι αυτή η αγάπη δεν θα σταματήσει, αλλά θα συνιστά πάντοτε την ζωή μου, είτε λειτουργούν είτε δεν λειτουργούν οι ψυχοσωματικές μου ικανότητες.
Η πίστη στην αιώνια ζωή δεν είναι μια ιδεολογική βεβαιότητα, δεν κατοχυρώνεται με επιχειρήματα. Είναι μια κίνηση εμπιστοσύνης, εναπόθεσης των ελπίδων και της δίψας μας για ζωή, στην αγάπη του Θεού.

Αυτός που μας χαρίζει εδώ και τώρα, τόσον πλούτο ζωής, παρά τις δικές μας ψυχοσωματικές αντιστάσεις στην πραγματοποίηση της ζωής (της όντως ζωής, που είναι αγαπητική αυθυπέρβαση και κοινωνία).
Αυτός μας έχει υποσχεθεί και το πλήρωμα της ζωής, την άμεση υιοθεσία, την πρόσωπο-με-πρόσωπο σχέση μαζί Του, όταν σβήσουν στο χώμα και οι έσχατες αντιστάσεις της ανταρσίας μας.

Πώς θα ενεργείται αυτή η καινούργια σχέση μαζί Του, μέσα από ποιες λειτουργίες, δεν το ξέρω. Μόνο εμπιστεύομαι.
Αυτό που ξέρω από όση αποκάλυψη αλήθειας μας χάρισε, είναι ότι η σχέση θα είναι πάντα προσωπική, ότι απέναντι Του θα είμαι εγώ, όπως με ξέρει και με αγαπάει ο Θεός, θα είμαι με το όνομά μου και με τη δυνατότητα του διαλόγου μαζί Του, όπως ο Μωυσής και ο Ηλίας στο όρος Θαβώρ.
Τόσα αρκούν, ίσως και περισσεύουν.

 

antifono – 2φΑ


Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

"Προσωπική ετερότητα "

 



Χρήστος Γιανναράς  -  Ανθρωπολογικές Προϋποθέσεις
[Από το περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ», τεύχος 2o]

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


….   Για την Εκκλησία και την αλήθεια της, αυτό που είναι ο άνθρωπος ως προσωπική ύπαρξη έναντι του Θεού, δηλαδή αυτό που συνιστά την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, δεν μπορεί να ακινητοποιηθεί σε κάποια χρονική στιγμή ή περίοδο.

Το βρέφος που «δεν καταλαβαίνει» και ο ώριμος άνθρωπος στην ακμή των ψυχοσωματικών του δυνάμεων και ο βυθισμένος στη γεροντική αδυναμία ή και άνοια, είναι το ίδιο πρόσωπο απέναντι στον Θεό, γιατί αυτό που συνιστά τον άνθρωπο ως υπόσταση, που του δίνει εγώ και ταυτότητα, δεν είναι οι ψυχοσωματικές λειτουργίες, αλλά η σχέση του με τον Θεό, το γεγονός ότι ο Θεός τον αγαπάει με μια ερωτική μοναδικότητα: αυτή καλεί το μη-ον ως ον (Ρωμ. 4. 17).
Ιδρύει και θεμελιώνει την προσωπική ετερότητα του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, εικόνα του Θεού, επειδή υπάρχει ως δυνατότητα απόκρισης στην ερωτική κλήση του Θεού.
Με τις ψυχοσωματικές του λειτουργίες «διαχειρίζεται» ο άνθρωπος αυτή την δυνατότητα, απαντάει θετικά ή αρνητικά στην κλήση του Θεού, οδηγεί την ύπαρξη του στη ζωή, που είναι η σχέση ή στον θάνατο, που είναι ο χωρισμός από τον Θεό.

 

antifono – 2φΑ


Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

"Ω, άσχημα έκανε.. "

 



-  Έλεγαν οι Γέροντες, τίποτε δεν είναι χειρότερο από την κατάκριση
[από το Μέγα Γεροντικό]

39. Ένας άγιος άνθρωπος, όταν είδε κάποιον να αμαρτάνει, δάκρυσε και είπε: 
«Αυτός σήμερα και εγώ σίγουρα αύριο».
Ακόμη κι αν πραγματικά αμαρτήσει κάποιος μπροστά σου, μην τον κρίνεις, αλλά να θεωρείς τον εαυτό σου πιο αμαρτωλό απ’ αυτόν, έστω κι αν είναι κοσμικός.

40. Κάποιος αμαρτωλός έκανε μια ερώτηση σ’ έναν άγιο Γέροντα για να έχει μια βάση, ώστε να μην αμαρτάνει με τον λογισμό.

«Ας υποθέσουμε -είπε- ότι βλέπω κάποιον να κάνει κάτι και το λέω αυτό σε κάποιον άλλο και βλέπω ότι δεν τον κατακρίνω, αλλά απλώς το συζητούμε.
Αυτό παύει να είναι κατάκριση;»
Ο Γέροντας είπε: «Εάν μιλάς με εμπάθεια έχοντας κάτι εναντίον του, είναι κατάκριση, αν όμως είσαι ελεύθερος από πάθος, δεν είναι κατάκριση.
Αλλά για να μη μεγαλώσει το κακό, η σιωπή είναι προτιμότερη».

42. Άκουσε κάποιος από τους Αγίους Πατέρες ότι ένας αδελφός έπεσε στο αμάρτημα της πορνείας και είπε: «Ω, άσχημα έκανε».
Μετά από λίγες μέρες πεθαίνει ο αδελφός και πάει άγγελος του Θεού με την ψυχή του αδελφού στον Γέροντα και του λέει: «Δες αυτόν που κατέκρινες, πέθανε.
Πού παραγγέλλεις να τον βάλω· στη Βασιλεία του Θεού ή στην κόλαση;»

Μετά απ’ αυτό, μέχρι την ώρα του θανάτου του, ο Γέροντας ζητούσε ασταμάτητα από τον Θεό με δάκρυα και πόνο πολύ να τον συγχωρήσει.

 

myriobiblos – 2φΑ


Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

"Ώρα καλή στην πρύμνη σας "

 



- Βάι! Βάι!

Στο Τσεσμέ της Μ. Ασίας, οι ραγιάδες είχανε χαρεί πολύ όταν τσακίστηκε η σουλτανική αρμάδα από τον τσαρικό στόλο του Ορλώφ. 
Ένας γκεβεζές (αστείος, πλακατζής) στοιχημάτισε τότε μ’ έναν πλούσιο Ρωμιό, να καταραστεί φωναχτά μπρος στους Οθωμανούς τον στόλο τους κι αυτοί να το πάρουν ως ευχή!

Στον γιαλό, εκεί που ήταν μαζεμένοι οι ντόπιοι, την ώρα που σαλπάριζαν όσα σουλτανικά καράβια ήταν σε κατάσταση κάπως να ταξιδέψουν, ο γκεβεζές φώναξε:
«Ώρα καλή στην πρύμνη σας και αέρα στα πανιά σας, κι ούτε πουλί πετούμενο να μην βρεθεί μπροστά σας!»

Οι άνθρωπο του Δοβλετιού ευχαριστημένοι είπαν:
«Βάι! Βάι! Να κι ένας πιστός μας, γιουννάν! Εύχεται στο στόλο μας να ταξιδέψει χωρίς να βρει καμία δυσκολία.»

Ο γκεβεζές όμως, εννοούσε άλλο: πηγαίνετε κατ’ ανέμου και μη φτάσετε ποτέ πουθενά, δηλαδή να χαθείτε, χωρίς να συναντήσετε ούτε πουλί (γιατί όταν στη θάλασσα πετούν πουλιά, η στεριά είναι κοντά).
Ο πλούσιος τον παραδέχτηκε και του έδωσε το ποσό που είχαν στοιχηματίσει!

Από τότε ο λαός  χρησιμοποιεί την έκφραση αυτή, που έμεινε παροιμιώδης.


vb – Θεόδωρος

2fA


Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

"Εμπαθής σχέση "

 



-  ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
[Επιλογές από το βιβλίο "Η ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ"]


Αυτός είναι ο θησαυρός που είναι κρυμμένος στον αγρό της καρδιάς σου, τον οποίον δεν βρήκες ακόμη εξαιτίας της αργίας σου. Γιατί αν τον είχες βρει, θα πουλούσες τα πάντα για να αγοράσεις αυτόν τον αγρό (Ματθ. 13, 44).
Τώρα αφού άφησες τον αγρό, περιποιείσαι τα γύρω του αγρού, στα οποία δεν βρίσκεις τίποτε άλλο εκτός από αγκάθια και τριβόλια.

Γιατί αφού θέλει να τον συγχωρήσει ο Θεός, όπως και αυτός συγχώρεσε τις αμαρτίες εκείνων που του έφταιξαν, είναι φανερό ότι, όπως ο Θεός συγχωρεί απαθώς όσους συγχωρεί, έτσι κι αυτός μένοντας απαθής σ' ό,τι λυπηρό του συμβαίνει, συγχωρεί όσους του έφταιξαν χωρίς να επιτρέπει ν' αποτυπώνεται στο νου του η θύμηση κάποιου από τα λυπηρά που του έκαναν.

Αλλιώς ελέγχεται ότι χωρίζει τη φύση συνειδητά, όταν ενώ είναι άνθρωπος, βρίσκεται σε διάσταση με κάποιον άνθρωπο.
Γιατί ο θυμός είναι φυσικός συνήγορος της επιθυμίας, και τότε παύει να μανιάζει, όταν τη δει νεκρή.

Το τέλος αυτής της ζωής, δεν είναι δίκαιο νομίζω να ονομάζεται θάνατος, αλλά απαλλαγή από τον θάνατο και χωρισμός από τη φθορά και απελευθέρωση από τη δουλεία και παύση της ταραχής και εξάλειψη των πολέμων και υποχώρηση του σκότους και ανάπαυση από τους κόπους και ηρεμία της πυρώσεως και συγκάλυψη της ντροπής και αποφυγή παθών και με μια λέξη, τέρμα όλων των κακών.

Αυτά οι Άγιοι τα κατόρθωσαν με τη θεληματική τους νέκρωση και φανέρωσαν τους εαυτούς των ξένους και περαστικούς από τη ζωή (Εβρ. 11, 13), πολεμώντας γενναία τον κόσμο και το σώμα και τις επαναστάσεις του κόσμου και του σώματος.
Και αφού κατέπνιξαν την απάτη που προέρχεται από τον κόσμο και το σώμα μέσω της συνδέσεως των αισθήσεων με τα αισθητά, φύλαξαν αδούλωτο το αξίωμα της ψυχής τους.

Καθένας που επιθυμεί τη σωτηρία του, προσηλώνεται οπωσδήποτε ή στην πράξη ή στη θεωρία· γιατί χωρίς αρετή και γνώση, απολύτως κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να σωθεί.
Αφού βέβαια ιδίωμα της αρετής είναι η υποταγή των κινημάτων του σώματος και η σοφή αναχαίτιση, με τον ορθό λογισμό σαν με χαλινάρι, της φοράς του προς τα άτοπα· κι αφού ιδίωμα της θεωρίας είναι το να έχει τη φρόνηση να προτιμά και να εγκρίνει εκείνα που εξετάστηκαν και κρίθηκαν ορθά.

Όταν ο νους νομίσει ότι η αίσθηση είναι κατά φύση δική του δύναμη, τότε πλεγμένος με τις εξωτερικές μορφές των αισθητών, επινοεί τις σαρκικές ηδονές, καθώς δεν μπορεί να ξεπεράσει τη φύση των ορατών, γιατί έχει πιαστεί σε εμπαθή σχέση με την αίσθηση.

 

paterikakeimena – 2φΑ


Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

"Ως ασθενεστέρω σκεύει.. "



 

-  Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης 


"Ο άνδρας πρέπει να θυμάται ότι η γυναίκα του είναι αυτή, την οποία εμπιστεύθηκε ο Θεός στα χέρια του. Η γυναίκα του είναι μία ψυχή που του την έδωσε ο Θεός, για να την επιστρέψει σε Εκείνον.
Την αγαπάει τη γυναίκα του, όπως αγαπάει ο Χριστός την Εκκλησία; 
Την προστατεύει, την περιποιείται, της παρέχει ασφάλεια, ιδιαίτερα όταν είναι στεναχωρημένη, όταν είναι άρρωστη;

Ξέρουμε, άλλωστε, πόσο ευαίσθητη είναι η γυναικεία ψυχή, γι’ αυτό, όπως λέγει και ο Απόστολος Πέτρος, «ως ασθενεστέρω σκεύει τω γυναικείω απονέμομεν τιμήν».
Πληγώνεται η γυναικεία ψυχή, μικροψυχεί, μεταβάλλεται πολύ εύκολα, απελπίζεται ξαφνικά.

Γι’ αυτό, ο άνδρας πρέπει να στέκεται γεμάτος αγάπη και τρυφερότητα, ώστε να καταφέρει να γίνει ο θησαυρός της."

 

orthodoxianewsagency – 2fA


Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

"Α. Παπαδιαμάντης "

 



-  Octave Merlier
["Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ – ΓΡΑΜΜΑΤΑ", έκδ. Ν. Σιδέρη, 1934]


7 Μαρτίου 1912

 









2fA


Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

"Είναι Ελλάς! "

 



ΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ, ΕΙΝΑΙ EΛΛAΣ !...

Την 31ην Μαρτίου 1947, η προσωρινή αγγλική διοίκησις των Νήσων παρέδιδε την διοίκησιν των επισήμως εις τον πρώτον Έλληνα στρατιωτικόν Διοικητήν, ναύαρχον κ. Ιωαννίδην.
Η ελληνική σημαία υψούτο πλέον υπερήφανος εις το Διοικητήριον της Ρόδου, διά να υποσταλή όμως την επομένην, πενθούσα τον θάνατον του πραγματικού ελευθερωτού της, του αλησμονήτου Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β'.
Η Μοίρα επεφύλαξε τουλάχιστον εις τον μαρτυρικόν εκείνον Βασιλέα μίαν χαράν εις τας τελευταίας στιγμάς της ζωής Του: Το μήνυμα της δωδεκανησιακής Ελευθερίας!

Μετά ένα περίπου έτος, την 7ην Μαρτίου 1948, ο αντάξιος διάδοχός του, Βασιλεύς ΠΑΥΛΟΣ Α΄ εκήρυσσεν εις την Ρόδον επισήμως την ένωσιν της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα με το κατωτέρω Διάγγελμά του, το οποίον ανέγνωσεν ο ίδιος ενώπιον του παραληρούντος εξ ενθουσιασμού δωδεκανησιακού λαού :

«Κατά την χαρμόσυνον αυτήν στιγμήν φέρω εις τους Έλληνας της Δωδεκανήσου τον αδελφικόν χαιρετισμόν του Ελληνικού Λαού.
Η σημερινή αγία ημέρα, κατά την οποίαν ικανοποιείται ο ζωηρότερος παλμός της Ελλάδος, είναι η ευτυχεστέρα ημέρα της ζωής μου. Ευχαριστώ τον Θεόν διότι έλαχεν εις εμέ η τιμή να περιβάλω με την ενεργόν στοργήν μου την Δωδεκάνησον και να ίδω κυματίζουσαν την Κυανόλευκον εις τον Ελληνικόν ουρανόν της.
Η σημερινή ημέρα επληρώθη με πολύ αίμα και πολλά δάκρυα, αλλά μόνον με αίμα και δάκρυα γράφονται ιστορίαι, όπως η Ελληνική.

Η Δωδεκάνησος υπήρξεν εις των λαμπροτέρων αστέρων εις τον ουρανόν του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Υπήρξεν πάντοτε ένδοξον προπύργιον των αγώνων της Φυλής και μήτηρ υπερηφάνων και ανδρείων τέκνων.
Υπήρξε πάντοτε πηγή ακτινοβολίας Ελληνικού πνεύματος.
Η Δωδεκάνησος δεν είναι μόνον Ελληνική, είναι Ελλάς.

Είμαι ευτυχής και συγκεκινημένος. Αισθάνομαι να πτερυγίζουν χαρμοσύνως γύρω μας αι ψυχαί των νεκρών αδελφών μας του τελευταίου ενδόξου πολέμου και η σκέψις μου την στιγμήν αυτήν στρέφεται προς τον Μέγαν Απόντα, τον αείμνηστον αδελφόν μου Βασιλέα Γεώργιον, τον νικητήν του Πολέμου της Αλβανίας.

Εν ονόματι της ικανοποιήσεως των ιερωτέρων ανθρωπίνων δικααιωμάτων,
Εν ονόματι της ενδόξου Ελληνικής Ιστορίας,
Ενώπιον της αιωνίας Ελλάδος και ενώπιον του Παντοδυνάμου Θεού
Κυρώνω την προσάρτησιν της Δωδεκανήσου εις την μητέρα Πατρίδα».

 

e-daily – 2φΑ


"Ελευθερία στό Μηδέν "

 



π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΦΤΙΤΣ  (Ἐπίσκοπος πρώην Ἐρζεγοβίνης)
-  "Ὁ Μηδενισμός τοῦ Ἀνθρώπου"
[ἀπό τό βιβλίο «Χριστός, ἀρχή καί τέλος»,
ἔκδοση τοῦ Ἱδρύματος Γουλανδρῆ–Χόρν, Ἀθήνα 1983]


Τὸ ὅλο πρόβλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: νὰ εὑρεθεῖ ἐν τῷ Χριστῷ καὶ νὰ μὴ ἐκπέσει Αὐτοῦ ἢ ἀφοῦ ἐξέπεσε (ὁ Ἀδὰμ καὶ ἐμεῖς) νὰ εὑρεθεῖ καὶ πάλι ἐν Αὐτῷ ὡς Θεῷ του καὶ ἀνθρώπῳ του, διότι ὁ Λόγος Χριστὸς διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, διὰ νὰ τὸν ἑνώσει μεθ᾿ Ἑαυτοῦ, νὰ τὸν «ἐνυποστήσει» ἐν Ἑαυτῷ, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, καὶ ἔτσι νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν πληρότητά του ὡς ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν θεώσει, δηλαδὴ μὲ μία λέξη νὰ τὸν θε-ανθρωποποιήσει.

Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, δημιουργηθεὶς ἔβλεπε τὸν Θεὸ καὶ εἶχε κοινωνία μαζί Του, καὶ ἔπρεπε ἐν συνεχείᾳ ἐλευθέρως καὶ ἀγαπητικῶς νὰ φθάσει ἐν τῷ Θεῷ Λόγω στὴν πλήρη ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωσή του.
Διότι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ σκοπὸς ὁλόκληρης τῆς θείας δημιουργίας, καὶ ἡ θέωση εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ θέωση δὲ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὴ καὶ κατορθωτὴ μόνον ἐν τῷ Θεῷ Λόγῳ, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, δυναμικὴ εἰκὼν τοῦ Ὁποίου εἶναι δημιουργικῶς ἐναποτεθειμένη στὸν ἄνθρωπο καὶ βάσει αὐτῆς καὶ μόνο πραγματοποιεῖται ἡ αὐθεντικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ κατὰ χάριν θέωσή του.

Ἡ πρὸς θέωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δεδομένη δυνατότης καὶ δυναμικότης τῆς θεώσεως δὲν εἶναι ἕνας «εὐσεβὴς πόθος» τοῦ «θρησκευτικοῦ» ἀνθρώπου, ἀλλὰ μία ἀνθρωπολογικὴ (=χριστολογική, θεανθρώπινη) ἀλήθεια, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὴν ταύτη τὴν τραγωδία τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ὅταν ὁ πατὴρ τοῦ ψεύδους, ὁ διάβολος, ἦλθε καὶ εἶπε στοὺς πρώτους ἀνθρώπους νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ θὰ γίνουν καὶ χωρὶς τὸν Θεὸ «θεοί», αὐτὸ ἦταν ἕνα μεγάλο ψεῦδος.

Ἕνα ψεῦδος ὅμως προϋποθέτει πάντοτε μία ἀλήθεια, τῆς ὁποίας τὸ ψεῦδος αὐτὸ τυγχάνει ἡ κατάχρηση ἢ διαστρέβλωση ἢ «λήθη» ἢ ἀναίρεση ἢ στέρηση.
Ὁ διάβολος ἐψεύδετο συμβουλεύων τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἄνευ Θεοῦ «θέωση» (τὴν ψευδῆ, ἐπειδὴ ἀ-θεο «θέωση»), καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι «ψευδοῦς ὀρεχθέντες θεώσεως» (Ἰω. Δαμασκηνοῦ, P.G. 725) δεχθήκαμε καὶ ἀκολουθήσαμε τὴν προτροπὴ τοῦ διαβόλου, ἡ ὁποία μας ὁδηγοῦσε πρὸς μία κατάχρηση τῆς θεοσδότου, ἐν ἡμῖν, δυναμικῆς ἐφέσεως πρὸς ἀληθινὴ θέωση.
Ἀλλὰ διὰ τῆς καταχρήσεως αὐτῆς ὄχι μόνο δὲν ἐπιτύχαμε τὴν θέωση, ἀλλὰ καὶ καταστρέψαμε τὴν ὕπαρξή μας τὴν αὐθεντικὴ καὶ «τοῖς ἀνοήτοις συμπαρεβλήθημεν κτήνεσιν» (Ψαλμ. 68, 2).

Ἡ «ὄρεξις» τῆς θεώσεως μποροῦσε νὰ ὑπάρχει, ἐπειδὴ προϋπῆρχε ἡ πρὸς τὴν ἀληθινὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἡ προδεδωρημένη ἔφεση ἢ δυνατότης ἢ δυναμικότης μέσα στὸν ἄνθρωπο πρὸς αὐτὴ τὴν θέωση, τὴν ὁποία ἔφεση δύναται μὲν ὁ ἄνθρωπος ἐλευθέρως νὰ καταχρᾶται καὶ νὰ διαστρεβλώνει, δὲν δύναται ὅμως νὰ τὴν ἀποβάλλει ἐντελῶς.

Ἡ δημιουργικὴ αὐτὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἡ δοσμένη στὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου κτιστῆ «εἰκών» (ἢ «ἐνέργημα») Του μὲ τὶς δυνάμεις καὶ ἐφέσεις της ἀποτελοῦν ἀκριβῶς τὸν «λόγο» τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸ τελικὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως καὶ ἐδῶ καὶ στὴν αἰώνιο ζωή.
Ὁ ἅγιος τοῦ Χριστοῦ Ὁμολογητής, ὁ θεῖος Μάξιμος, ὅταν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀνθρώπου ὁμιλεῖ γιὰ τὸν «λόγο» (ἢ τοὺς «λόγους») τῆς φύσεώς του, τὸν ὁποῖο ὀνομάζει καὶ «λογιότητα».
Ἀλλὰ εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ «λογιότης» αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου (ἢ «ὁ λόγος» ἢ «τὸ λογικόν») καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ Λόγο, ποὺ εἶναι ἡ Αὐτολογιότης, καὶ τὸν συνδέει πάλι μὲ τὸν Θεάνθρωπο Λόγο.

Δὲν σημαίνει ἐδῶ ὁ «λόγος» τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου (ἢ «τὸ λογικόν», ἢ «ἡ λογιότης») κάτι τὸ μόνο «διανοητικόν» (ratio) ἐντὸς τοῦ ἄνθρωπου, οὔτε πάλι σημαίνει κάτι τὸ «αὐτόνομον» τοῦ ἀνθρώπου, τὴν «αὐτονομία» ἢ τὴν «αὐτάρκειά» του, ἀλλὰ σημαίνει τὴν καθολικὴ (ἄρα καὶ «λογική» καὶ «ὑπαρξιακή») ἐν ἀγάπῃ σχέση καὶ μετοχὴ καὶ κοινωνία αὐτοῦ μετὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐν τῷ Ὁποίῳ εὑρίσκεται ὁ θεῖος «λόγος» τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ θεῖος προορισμός του, ἡ «ἀρχή» καὶ τὸ «τέλος» του, τὸ Α καὶ τὸ Ω του, ὅπως καὶ «οἱ λόγοι» πάντων τῶν ὄντων, διότι ὁ Θεάνθρωπος Λόγος εἶναι «ἡ ἀλήθεια πάντων τῶν ὄντων», κατὰ τοὺς Ἁγίους (πρβλ. Κολ. 1, 15-20, Ἀποκ. 1, 8, 20, 5-6. Ἁγίου Μαξίμου, P.G. 91, 1081).

Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἐν ἀγάπῃ καὶ ἐλευθερίᾳ «λόγιον» ἢ «λογικήν» (logosni) σχέση καὶ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Λόγο Χριστὸ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο «γῆ καὶ σποδός», «γῆ πάσχουσα», εἶναι μία πτῶσις καὶ μία ἁμαρτία, «ἀποτυχία», ἀποτυχία δὲ διότι ἀποτυγχάνει τοῦ σκοποῦ του, καὶ ὑπάρχει μὲν τραγικῶς, ἀλλὰ δὲν ζεῖ, μὴ ἔχων οὔτε κἂν σωστὴ ἀνθρώπινη «φύση» καὶ «ὑπόσταση», οὔτε κἂν σωστὸ «σχέδιο» ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ εἶναι μία «ἔκπτωσις» καὶ ἐκ τῶν δυό.
Καὶ εἶναι «πτῶσις» καὶ «ἔκπτωσις» καὶ «ἀποτυχία» ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὸν Χριστό, διότι ἡ ψυχή του καὶ ὅλη ἡ ὕπαρξή του εἶναι κατὰ φύσιν χριστιανὴ (ὅπως ἔλεγαν οἱ Ἀπολογητές), χριστοκεντρικὴ καὶ χριστολογική, διότι δημιουργήθηκε κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ ἡ κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὕπαρξή του ὑπάρχει καὶ ζεῖ τὴν ἀληθινὴ ζωή της μόνο ἐν τῇ συνεχεῖ καὶ ἀδιακόπῳ ἀγαπητικῇ σχέσει μὲ τὸν Χριστό, Αὐτὸν ποὺ εἶναι «ἀρχή, μεσότης καὶ τέλος» τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν τὴν εἰκόνα αὐτὴ ἐν τῇ σχέσει της μὲ τὸν Χριστὸ ἀρνεῖται ὁ ἄνθρωπος, αὐτὴ καὶ τότε δὲν ἐξαφανίζεται ἐντελῶς (ἀλλ᾿ εἶναι ὡς «λίνον τυφόμενος») (Ματθ. 12, 20), ὅμως ὁ ἄνθρωπος τότε ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό του ὡς ἄνθρωπο καὶ ἐρημώνει τὴν ὕπαρξή του ἀπὸ τὴν «λογιότητά» του, ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ «ἀνθρωπότητά» του, βλάπτει καίρια καὶ ζημιώνει τὸν ἑαυτό του, πάσχει ὁ ἴδιος ὡς ἄνθρωπος, γίνεται «πάθος», γίνεται ἕνα «αὐτοείδωλον», ὅπως τὸ διαπιστώνουν στὴν ἐμπειρία τοὺς οἱ ἄνθρωποι ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ὅταν ἐπιστραφοῦν πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστό: «Αὐτοείδωλον ἐγενόμην τοῖς πάθεσι τὴν ψυχήν μου βλάπτων, Οἰκτίρμων· ἀλλ᾿ ἐν μετανοίᾳ με παράλαβε καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἀνακάλεσαι· μὴ γένωμαι κτῆμα, μὴ βρῶμα τοῦ ἀλλοτρίου (τοῦ διαβόλου), Σωτήρ, αὐτός με οἴκτειρον» Μέγας Κανών, Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, ᾠδὴ δ´).

Ἡ ἐμπειρία τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ συνεχίζεται ὡς βαθειὰ ἀνθρώπινη καὶ βαθειὰ τοῦ ἀνθρώπου ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διὰ τῶν αἰώνων, μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει καὶ νὰ ὑφίσταται «αὐτόνομος», δηλαδὴ μόνος του καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ Θεοῦ Λόγου, μὲ τὴν «αὐτάρκειά» του, τὴν δῆθεν ἀνεξάρτητη ἀπὸ ὁποιονδήποτε «ἐλευθερία» του.
Διότι ἡ διεκδίκηση ἑνὸς «αὐτόνομου» ἀνθρώπου, ἑνὸς «χωρὶς Χριστό» ἀνθρώπου (Ἐφ, 2, 12, 4, 18), χάριν μίας «ἐλευθερίας» (σφετερισμένης καὶ αὐτῆς), καταντᾶ ἀναπόφευκτα στὸ ἀντίθετο: στὴν τραγικὴ ὑποδούλωση τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἀλύτους καὶ παρα-λόγους καὶ παρα-νόμους «νόμους» (ἢ ἀπρόσωπα «στοιχεῖα» καὶ «δυνάμεις») τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου, μὲ ἀποτέλεσμα τὸν ἀπ-ανθρωπισμὸ τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ὑπαρξιακὸς «οἶκος» τοῦ ἀνθρώπου χωρὶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν χάρη τοῦ Πνεύματός Του μὲ τοὺς καρπούς της, δὲν δύναται νὰ παραμείνει ἐπὶ πολὺ ἢ καὶ καθόλου ἄδειος («σχολάζων καὶ σεσαρωμένος», Ματθ. 12, 44), διότι, ἐπειδὴ δὲν «συνάγει» καὶ δὲν συνάγεται μετὰ τοῦ Χριστοῦ, ἕνεκα τούτου «σκορπίζεται» (Λουκ. 11, 23) καὶ διασκορπίζεται ἀπὸ τὸ «ἀκάθαρτον πνεῦμα» καὶ τὰ «ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα αὐτοῦ», καὶ γίνονται «τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων» (Λουκ. 11, 26).

Ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὴν συνεκτικὴ καὶ ἑνοποιὸ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, φθείρεται καὶ ἀποσυντίθεται καὶ «λεγεωνοποιεῖται», ὅπως λέγει τὸ Εὐαγγέλιο (Μαρκ. 5, 9, 15), καὶ ὅπως ἀναγκάζεται ἀπὸ τὴν τραγικὴ πραγματικότητα νὰ τὸ ὁμολογήσει ἀκουσίως ἡ ψυχανάλυση καὶ ὁ σύγχρονος ὑπαρξισμός.
Ἡ διεκδίκηση τῆς «αὐτονομίας» καὶ τῆς «ἐλευθερίας» τοῦ ἀνθρώπου ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ (καὶ συχνὰ ἡ ἀναζήτηση τῆς «ἐλευθερίας» στὸ «Μηδέν») καταντᾶ νὰ εἶναι πλέον ἐλευθερία ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο (καὶ ὄχι γιὰ τὸν ἄνθρωπο), ἐκφυλισμὸς δηλαδή ἢ μᾶλλον ἀνθρωποκτονία καὶ αὐτοκτονία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ ὁ διάβολος ὑποσχεθεὶς στοὺς ἀνθρώπους τὴν «θέωση» ἀπέβη ἀνθρωποκτόνος ἐξ ἀρχῆς (Ἰω. 8, 44).

 

nektar – 2fA


Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

"Το Δένδρο της ζωής "

 



-  ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ


Ο θάνατος δεν είναι μια στιγμή, συνυπάρχει και συντροφεύει τον άνθρωπο καθ' όλη την πορεία της ζωής του. Είναι παρών σε όλα τα πράγματα, είναι το προφανές όριό τους.
Ο χρόνος και ο χώρος, οι στιγμές πού χάνονται και οι αποστάσεις πού χωρίζουν, είναι τόσες τομές, τόσοι τμηματικοί θάνατοι.
Κάθε αποχαιρετισμός, λήθη, αλλαγή, το γεγονός ότι τίποτε δεν μπορεί να ξαναγίνει ακριβώς το ίδιο, μεταφράζουν την πνοή τού θανάτου μέσα στην καρδιά της ζωής και μας αιωρούν μέσα στην οδύνη.

Κάθε αναχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου, το τέλος κάθε πάθους, τα ίχνη του χρόνου πάνω σ' ένα πρόσωπο, το τελευταίο βλέμμα πάνω σε μια πόλη ή σ' ένα τοπίο, πού δεν θα ξαναδούμε πια ποτέ, ή απλούστατα ένα μαραμένο λουλούδι προκαλούν μια βαθιά μελαγχολία, μια προκαταβολικά άμεση εμπειρία του θανά­του.

Η φύση δεν γνωρίζει προσωπική αθανασία, δεν γνωρίζει παρά την επιβίωση του είδους.
Οι «άθεοι» δεν μπορούν να οραματίζονται παρά επιβίωση μέσα στα έργα τους ή μέσα στην ανάμνηση των μελλοντικών γενεών είναι μια μελαγχολική αθανασία λεξικού, το πολύ - πολύ.

Η βιαιότητα του θανάτου δεν μπορεί να εξουδετερωθεί παρά με την άρνησή του.
Γι' αυτό στο κέντρο της ζωής ορθώνεται ο Σταυρός, η δε Ζωή δέχεται ελεύθερα να περάσει από τον θάνατο, για να τον ανατινάξει και να τον εκμηδενίσει: «θανάτω θάνατον πατήσας», ψάλλει η Εκκλησία την νύχτα του Πάσχα.

Ο Ωριγένης αναφέρει μια παράδοση, κατά την οποία το σώμα του Αδάμ είχε ταφεί εκεί όπου ο Χριστός σταυρώθηκε.
Μια άλλη παράδοση λέγει ότι το ξύλο του Σταυρού έχει την προέλευσή του από το δένδρο της Εδέμ. Έτσι ο Σταυρός του Χριστού έγινε το Δένδρο της ζωής.
Η Βίβλος αγνοεί την φυσική αθανασία και αποκαλύπτει την Ανάσταση, που έρχεται από το υπερπέραν: από τον θάνατο και την Ανάσταση του Θεανθρώπου.
Έτσι μόνον ο Χριστιανισμός δέχεται την τραγικότητα του θανάτου, τον κοιτάζει κατά πρόσωπο, γιατί o Θεός περνά απ' αυτόν τον δρόμο και όλοι τον ακολουθούν.

 

fb - Panteleimon Krouskos

2fA


Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021

"Σαν απόψε.. "

 




ΤΟ ΨΥΧΟΧΑΡΤΙ


Πέρασαν χρόνια που φτιάχναμε
από βραδίς μαζί
στάρι για τις ψυχές

περνούσαν οι παλιοί αγαπημένοι
από τη σάλα
να πάρουν μια σταλιά συχώριο
ένα δάκρυ
λίγο πόνο απ’ της ζωής το περίσσεμα

μύγδαλα στον σταυρό
σταφίδες στο γύρο της πιατέλας
κι ανακατωμένες μέσα αναμνήσεις
και προσευχές, άγγελοι, ψυχές
και πολλή στοργή

τώρα κι εσείς γραμμένοι
στο ψυχοχάρτι
κτήτορες και επισκέπτες -
εσείς που ζείτε αληθινά
στον άλλο κόσμο
και αμετάκλητα παρόντες
στις καρδιές μας.


Μ Ψ


Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

"Ξωκλήσια στα βράχια "

 



Κατερίνα Αθηνιώτη-Παπαδάκη -  Στό εἰκονοστάσι τῆς ἑλληνίδας μνήμης

«Τά ξωκλήσια δίπλα στά καΐκια ἢ ἀπάνω στά βράχια τῶν νησιῶν μας, πῶς ἐξηγοῦν οἱ φωτισμένοι μας τήν παρουσία τους; Διακοσμητική μήπως;»
Ζήσιμος Λορεντζάτος


Ἡ γιαγιὰ ἡ Κυριακούλα ἡ Μικρασιάτισσα, σὰν ἀποδημητικὴ χελιδόνα, φοροῦσε μαῦρα ροῦχα, τὰ μαλλιά της τά’ χε μιὰ δετὴ φωλιὰ στὴν κεφαλή της, πάντοτε ἤτανε συγυρισμένη μὰ καὶ πάντοτε σιωπηλή.
Γιὰ τὸν ξεριζωμὸ μέσα στοὺς τόσους μύθους ποὺ μᾶς κουβάλησε ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, οὔτε λέξη. Μεσάνυχτα ξέκλεψα τὴ μυστικὴ θωριά της.
Ἔστεκε εὐθυτενὴς μὲ λυτὰ τὰ μακριὰ λευκὰ μαλλιά της καὶ σὰν νὰ εἶχε ἀποτινάξει τὸ σκοτάδι δίχως τὰ μαῦρα της, μέσα σὲ ἕνα κατάλευκο μακρὺ νυχτικὸ, φάνταζε δωρικὴ καὶ μυστηριακὰ ψηλότερη.

Γυρισμένη πρὸς τὸν Τίμιο Σταυρό προσευχόταν λέγοντας:
«Ποιός εἶμαι; Ἀπό ποῦ ἔρχομαι; Ποῦ πάω; Ποιός ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μου;
Καί ποῦ θά καταλήξω;»

Καὶ ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα της –ἐνῷ πάντα τὴν τρόμαζε ὁ θάνατος καὶ μὲ τὸ παραμικρὸ καλοῦσε τὸν γιατρό– σηκώθηκε, νίφτηκε καὶ μᾶς κάλεσε νὰ μᾶς δείξει ποῦ ἔχει τὰ ροῦχα τῆς ταφῆς ποὺ τά’ χε φερμένα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους.
«Τὴν Δευτέρα θά φύγω», εἶπε.

Σὰν ξημέρωσε ἡ Πέμπτη φώναξε τὴ μητέρα καὶ ζήτησε νερό.
Καὶ ἔφερε νερὸ ἡ μητέρα. «Ὄχι τέτοιο νερὸ κόρη μου. Ψωμί».
Καὶ ἔφερε ψωμὶ ἡ μητέρα. «Ὄχι τέτοιο ψωμί, κόρη μου».

Κατάλαβε ἡ μητέρα πὼς κάτι συνέβαινε καὶ κάλεσε τὸν ἱερέα.
«Αὐτὸ τὸ νερό, αὐτὸ τὸ ψωμί, ζήτησα» εἶπε καὶ κοινώνησε.
Ἔφυγε τὴν Δευτέρα, ὅπως τῆς εἶχε ἀποκαλυφθεῖ.

Μνῆμες ἁπλὲς μεταθέτουν τὸ μυστήριο μέσα μας.
Τὸ Κατερνάκι τοῦ Γιαλοῦ –ἡ ἄλλη γιαγιὰ ποὺ ζοῦσε στὸ νησί– εἶχε στὰ κάντρα κολλημένες τὶς φωτογραφίες μὲ τὰ ἐγγονάκια της.
«Τὰ βλέπετε; Κάθε πρωὶ σὰν κάνω τὸν καφὲ τῆς Παναγιᾶς –ἔτσι ἔλεγε τὸ θύμιασμα– ἔρχομαι καὶ σᾶς καλημερίζω. Ἕναν ἕναν μὲ τὸ ὄνομά σας».

Μὰ τί λέει ἡ γιαγιά, ἀκοῦν οἱ φωτογραφίες; ἀναρωτιόμουν. Νὰ περάσουν ἔπρεπε, χρόνοι πολλοὶ μὲ διακονία καὶ στέρηση γιὰ νὰ ἀνοίξει ἡ ψυχὴ καὶ νὰ δεῖ πὼς ὁ Θεός εἶναι ποὺ ἀκούει στὴν Ἅγια Πρόθεση τῆς ἀγάπης.
Ἐκεῖ ποὺ σπεύδω τώρα μὲ τὸ πρόσφορο καὶ ἕναν ἕναν μέ τ’ ὄνομά σας, σᾶς καλημερίζω μὲ αἰωνιότητα ζῶσα. Καὶ δὲν εἶμαι ἐγώ, ἀλλὰ ἐσεῖς ποὺ συνεχίζετε μέσα μου, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ Νῦν καὶ Ἀεὶ προσευχόμενος μέσα μας.

Οἱ χρόνοι κύλησαν, μεγάλωσα, σπούδασα, εἰσῆλθα στὴν ἀγορὰ ἐργασίας, σὲ ἕναν τρόπο ἀλλότριο ποὺ ἀκόμα πασχίζει νὰ κατασπαράξει τούτη τὴν ἱερὴ παρακαταθήκη τῆς προγονικῆς μνήμης.
Ἐκτιθέμενη καθημερινὰ σὲ στεγανοποιημένο βιοπορισμὸ καὶ ἀνελέητο βομβαρδισμὸ ἀπὸ ὀρμέφυτα πάθη. Μὰ κάτι λυτρωτικό, σὰν τὸν μίτο τῆς Ἀριάδνης, σφιχτὰ μὲ κρατοῦσε δεμένη στὸ κατάρτι τῆς μνήμης.
Καὶ συγκρατοῦσε τὸ ἴσο τῆς βαθύτερης καρδιᾶς σὲ ἄλλη ἀξιοπρέπεια: 

«Ἡ ἀνταπόδοση  τῆς ἀδικίας εἶναι ἀδικία». (Σωκράτης). Ἀντὶ νὰ βλαστημῶ τὸ σκοτάδι ποὺ μοῦ ἔλαχε, ἀνάβω κερὶ στὴν ἐκκλησία καὶ κάνω τὴν ὕπαρξη κοινωνὸ χάριτος μὲ «τρόπον εὐσυμπάθητον, εὐπροσήγορον λόγον, γνώμην θεοπειθῆ», ἀσκητικὴ φιλαλήθειας καὶ εὐσεβείας, καθὼς οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες τῶν δικῶν μας γραμμάτων διδάσκουν.
Μετουσιώνεται, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ σὲ Κυριακοδρόμιο ὁ βίος μὲ τὸ μυστικὸ σήμαντρο τῆς καρδιᾶς, «λᾶλον ὕδωρ» τῆς νήψης.

Διότι «κατὰ βάθος εἶμαι ζήτημα φωτός» (Σεφέρης), διότι πάντα «τὸ σκοτάδι μὲ χρωστάει στὸ φῶς» (Ἐλύτης), διότι ἡ μόνη αὐτογνωσία ποὺ μοῦ κληροδοτήθηκε εἶναι ὅτι: «ἐτάχτηκα παιδαγωγὸς καὶ πρέπει νὰ ἐκφράσω τὸ αἰώνιο συνολικὸ πρόσωπο τῆς ζωῆς» (Πεντζίκης).
Γιατὶ δέν εἶναι ἡ ρίζα μας τόπος. Δὲν εἶναι ἡ ρίζα μας χρόνος.
Ἡ ρίζα μας εἶναι κόσμος. Ὑψιπετὴς κόσμος: ἀναλισκόμενος ἱλασμός.

Ὄχι δέν στέκω «πρόστυχα ντυμένη μέ ἀπομιμήσεις νοημάτων ζωῆς» (Πεντζίκης).
Ἡ δική μου μητέρα  σταύρωνε τό ρουχαλάκι πρίν μοῦ τό φορέσει.
«Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» ἔλεγε καί ξόρκιζε τά μοδάτα ἀλλότρια  κελεύσματα τῆς φιλαυτίας κρατώντας «πάντα ἀνοιχτὰ, πάντα ἄγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου» (Σολωμός).

Ψυχή, λαμπάδα ἀναστάσιμου φωτὸς ποὺ δὲν ἐπιτρέπει στὸν θάνατο ποὺ κατάντησε καθημερινὴ συνθήκη λήθης, νὰ ἁλώσει τὴν ὕπαρξη.
«Συναισθάνομαι τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας ὡς προσβολὴ ἀπέναντι στὸ ἀθάνατο μέγεθος ποὺ ἀντιπροσωπεύω» (Πεντζίκης).
Μόνο μία εἶναι ἡ ἀπόκριση ποὺ γυρεύω: «Τί ἀξίζει ἕνας ἄνθρωπος, τί θέλει καὶ πῶς θά δικαιολογήσει τὴν ὕπαρξή του στὴν Δευτέρα Παρουσία;» (Σεφέρης).

Δὲν εἶναι λοιπὸν διακοσμητικὰ τὰ ξωκλήσια μας.
Εἶναι τῆς «πονεμένης Ρωμιοσύνης» (Κόντογλου) τὰ κάστρα.
Μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ φυλάσσεται τὸ σῶμα τοῦ Ἔθνους.
Τὸ «ὁμόγλωσσον, ὁμότροπον, ὁμόθρησκον» (Ἠρόδοτος) ἔδαφος τοῦ πολιτισμοῦ μας.
«Γιατὶ, καθὼς ἕνας ἀητός, κάθε φορὰ ποὺ θὰ θελήσει νὰ σηκωθεῖ πάνω ἀπ’ τὴ γῆ, ὀφείλει πρῶτα νὰ διανύσει μὲ τὰ πόδια ἕνα διάστημα ἀπόλυτα ὡρισμένο, ποὺ ἂν δὲν τὄχει… μένει αἰχμάλωτος τῶν ἴδιων του φτερῶν, ἀπαράλλαχτα τὸ Πνεῦμα,… ἂν δὲν νιώσει μὲ ἕναν τρόπο κάτουθέ του κάποιο ἔξαρμα ἱστορίας πνευματικῆς ἀντάξιό του, κινδυνεύει ἀκόμα πάλι,… νὰ ὑποκύψει στὴ στενότητα τῶν στίβων, ὅθε πάσχει μέρα νύχτα νὰ σωθεῖ» (Σικελιανός).

Ἡ δική μας ἱστορία εἶναι δάδα ἀναστάσιμη.
«Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη τῶν ἑλλήνων τὰ ἱερά».
Κοινωνία Λειτουγικὴ καὶ Εὐχαριστιακή.
Μὲ τὴν δυναμικὴ τοῦ ἐλαχίστου. Μὲ τὸν μικρὸ λίθο τῆς πίστης.
Κάποτε εἴχαμε νὰ κάνουμε μὲ τὴν ὕβρη. Τώρα ὅμως περάσαμε στὴν ἀσέλγεια τῆς ὕβρης.
Στὸν Γολιάθ ποὺ μὲ τὸν «διονυσιασμὸ τῆς τεχνολογίας» (Καροῦζος) παραγιγάντωσε.

«Τὸ ἔθνος νὰ θεωρεῖ ἐθνικὸν ὅ,τι εἶναι ἀληθές» (Σολωμός).
«Τὸ ἀληθὲς δὲν εἶναι χάρισμα φυλετικὸ ἤ ἐθνικό. Ἡ ἀλήθεια ἐκπορεύεται κατ’ εὐθείαν ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο» διευκρίνιζε ἕνας ἑλληνιστὴς ποὺ ἔζησε στήν Λίμνη Εὐβοίας, ὁ Φίλιππος Σέρραρντ, ποὺ πάει νὰ πεῖ πὼς ἡ οἰκουμενικότητα τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς προσδιορίζεται ἀπὸ τὴ δίψα της γιὰ ἁγιότητα.

«Ἕνα καὶ δυό: τὴ μοίρα μας δὲν θὰ τὴν πεῖ κανείς.
Ἕνα καὶ δυό: τὴ μοίρα τοῦ ἥλιου θὰ τὴν ποῦμε ἐμεῖς.
Εἴμαστε ἀπὸ καλὴ γενιά» (Ἐλύτης).


[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Πειραϊκή Εκκλησία”, τχ 333 (Φεβρουάριος 2021), στα πλαίσια του αφιερώματος «Η εθνική ταυτότητα σήμερα».]

 

antifono – 2φΑ


Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

"Ποιητικές Νότες "

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ  -  «Νότες» για ένα ποίημα  (1946)
[ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ Β΄, από τις «Μέρες του 1945 – 1951»]


[α΄]
Ελικοβλέφαρη χαμογελούσα
βαθύζωνη μέσα στην τραγική γαλήνη—

[β΄]
Κι αν τραγουδώ ανάμεσα στα σκέλεθρα
και στις ψυχές που σώσανε το λάδι
μόνος στον έρημον αυλόγυρο
ενός μοναστηριού των χρόνων της τουρκοκρατίας
κοιτάζοντας ακίνητες καμπάνες που ωριμάζουν—

[γ΄]
Με το κοντύλι μου έγραψα το μυστικό κρεβάτι
κι ήταν τριγύρω τ’ αναμμένα βάτα που έγλειφαν τα μέλη
ίσκιοι φιδιών τυλίγανε τα μελαψά λαγόνια
και στης κοιλιάς τη λίμνη κολυμπούσε κόκκινο ένα χέλι—

[δ΄]
Σύντροφοι που χορεύετε μασκαρεμένοι
σε μια κορφή που πάτησε τόσες φορές ο χαλασμός
παίζοντας με χρωματιστές κορδέλες
χορεύοντας, κοιτάχτε, το γαϊτανάκι—

[ε΄]
Κι ο γήλιος τρυπώντας τις φυλλωσιές
πετάει στο χώμα χρυσά τσεκίνια
απόκριση στην προσφορά του καθενός μας—

[στ΄]
Όπως τα ζαρωμένα πρόσωπα γερόντων
πέφτουν σαν προσωπίδες σ’ ανοιγμένους λάκκους—

[ζ΄]
Η αγάπη το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου.

 [η΄]
Ο σταυραϊτός εδάγκωσε μια ρώγα κι άλλη ρώγα
και κάρφωσε τα νύχια του στην άγονη κοιλιά
κι είδα μέσ’ απ’ τα σύννεφα να χύνεται μια φλόγα
που έσβησε με το ματωμένο κύμα στην ακρογιαλιά.

[θ΄]
Αντάρης: το βυσσινί σκυλόδοντο της Αφροδίτης.

[ι΄]
Άδεια πελάγη, άδεια καράβια, κεφάλια αδύναμα,
ψυχές πιασμένες στο δίχτυ της μεγάλης αράχνης—

[ια΄]
Και την άκουσες την αυγή να ουρλιάζει·
«Θυμήσου τα λουτρά που σε θανάτωσαν, πατέρα»,
όχι μονάχα στην κυψέλη των θησαυρισμένων τάφων
αλλά κι εδώ στις γειτονιές με τους ακοίμητους κινηματογράφους,
στο περιβόλι της πολιτείας που το κατάπιε η νύχτα,
στο Σύνταγμα μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη:
Πόσα λεπτά σιωπής κοστίζει μια ζωή;
«Θυμήσου τα λουτρά που σε θανάτωσαν, πατέρα»·
μονάχα το αίμα θα ποτίζει τη ζωή και τ’ αηδόνι,
έτσι όπως τραγουδά τον πόθο του πίσω απ’ τις κλειδωμένες γρίλιες
(αφηρημένος, σκυμμένο το κεφάλι περνάει στο δρόμο ένας καταδικασμένος σε
θάνατο από όλους)
για τα παιδάκια που αύριο θα ’ρθούν να παίξουν με καινούριες κουδουνίστρες—

[ιβ΄]
Ή χρώματα σε φορεσιές θεατρίνων που μόλις θυμόμαστε
κάποτε λάμπουν—

[ιγ΄]
Περνώ μπροστά σε εικόνες που χαλνώ·
το μεγάλο εικονοστάσι—

[ιδ΄]
Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα.

 

greek-language – 2φΑ


Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

"Διάφανες προθέσεις! "

 



Το Δίκαιο του Αδικημένου
-  Μ. Σ. Ψαράς


Σε κάθε πράξη αδικίας, οι διακριτές θέσεις της ψυχολογικής μας εμπλοκής (σχηματικά και απλουστευμένα), είναι δύο. Η θέση του ενόχου και αυτή του αδικημένου.
Είναι οι δύο ρόλοι κρίσης στη ζωή μας, που δεν τους υποδυόμαστε περιστασιακά, αλλά αντίθετα, τους ερμηνεύουμε καθημερινά· συχνά με δραματική ένταση και όχι σπάνια, με τραγικές συνέπειες.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, οι εσωτερικές διεργασίες που βιώνουμε, αντανακλούν μια συνειδησιακή αναστάτωση, που θα ομαλοποιηθεί μόνο με την αποκατάσταση των σχέσεων μας με τον εαυτό μας, με τους άλλους και με τον Θεό.
Γιατί οι ουσιαστικές σχέσεις μεταξύ Προσώπων, όλων των προσώπων, οφείλουν να είναι σχέσεις αγάπης, με διάφανες προθέσεις και χωρίς αισθήματα ενοχής ή πικρίας.

….   ….

Όλο το κείμενο της (παλιότερης) ανάρτησης - ΕΔΩ

 

2φΑ


Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

- Μάρτιος 2021

 



ΜΑΡΤΙΟΣ


Ξέρω,
μα επιλέγω ξανά
τ’ όνειρο…


(Κ. Μόντης)

 






2φΑ