Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

"Το τραγούδι της αδελφής μου"







ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΟΥ   (απόσπασμα)


...
ΑΔΕΛΦΗ μου,
μονάχα εσύ μου απόμενες
ν’ ακουμπώ στην καρδιά σου
και ν’ ακούω το σφυγμό των ανθρώπων.
Κάτω απ’ τους θόλους των ματιών σου
ταξίδευε η ζωή μου.
Ερχόσουν ελαφρή και στοργική
τα βράδια που σκυφτός κι αμίλητος
έγραφα στίχους οργισμένους
για τους ασώπαστους πολέμους
του φωτός και του αίματος.
Την παρουσία σου μάντευα
πίσω απ’ τη νύχτα.
Τ’ αγιόκλημα
των τρυφερών ωρών
γέμιζε την τεφρή μου στέγη
μόλις ακούγονταν το βήμα σου.
Χαμογελούσες
κ’ έμπαινε ακέραιος ο ουρανός
μέσα στο δώμα μου.
Γλαυκές ανταύγειες
κυμάτιζαν στους τοίχους
κ’ η ανάμνηση της εξοχής
φλοίσβιζε στην αφή μου.
...





Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Συνεδρία στα ανοιχτά..









[ - 01]


Μια Ψυχοθεραπευτκή συνεδρία είναι ένα μικρό ταξίδι. Ποτέ δεν μπορείς να προγραμματίσεις από πριν ακριβώς το πως θα εξελιχθεί, με τι συνθήκες και αν θα σε βγάλει ο καιρός κάπου. Ακόμα όμως και όταν τίποτα δεν πάει όπως το υπολόγιζες, πάντοτε υπάρχει η ελπίδα ότι στο επόμενο ταξίδι σου, που θα είσαι και περισσότερο ψημένος, θα συναντήσεις κάτι μοναδικό. Αυτή ίσως είναι και η γοητεία του κάθε ταξιδιού, αλλά και η ουσία του. Να βελτιώνεις την ποιότητα των προσδοκιών σου. 

Η ζωή είναι ένα άλλο ταξίδι, μεγάλο. Μια μακρά, ισόβια συνεδρία προετοιμασίας για αναβάθμιση των προσδοκιών του επόμενου. Είναι βέβαια και κάτι περισσότερο. Στη ζωή θα φανεί, αν αξιοποιούμε τις μικρές συνεδρίες μας. Το πώς νοιώθουμε, αφορά το πως λειτουργεί στη ζωή ο βιολογικός εαυτός μας. Το πόσο καλά ανταποκρινόμαστε στο ρόλο που μας έχει ανατεθεί στο ταξίδι, αφορά το πρόσωπο μας. Δεν είναι το ίδιο.   

Κάθε ψυχοθεραπεία έχει τους όρους, τους κανόνες και την τεχνική της. Τα ταξίδια στον δρόμο του «φεγγαριού», μειονεκτούν σε κάποια σημεία, αλλά υπερτερούν σε άλλα. Δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσουν τις ψυχοθεραπείες στο ιατρείο του ψυχοθεραπευτή, όμως πρόκειται για κάτι διαφορετικό, για μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση.

Οι συνεδρίες «εν πλω», είναι ανοικτές και ελεύθερες. Αν και δεν είναι «ατομικές», ωστόσο απευθύνονται στον καθένα που θέλει να συμμετέχει. Δεν είναι όμως ούτε «ομαδικές», παρόλο που θα τις παρακολουθούν πολλοί. Είναι καθαρά προσωπικές, αφορούν τον καθένα ξεχωριστά, σε σχέση πάντοτε με όλους τους άλλους.

Αυτή είναι η δική σου ψυχοθεραπεία. Αλλά και η δική μου. Όμως πρόκειται για τη δική σου ζωή. Όπως και για τη δική μου το ίδιο. Σαν άτομα μπορούμε να ασχολούμαστε με τον εαυτό μας, παραβλέποντας τις ανάγκες των άλλων, όταν αυτές μας ενοχλούν. Σαν πρόσωπα όμως, πρέπει να ασχολούμαστε και με τις ανάγκες των άλλων, για να έχει το ταξίδι όλων μας ομαλή πορεία.

Η ψυχοθεραπεία σου μπορεί να ενδιαφέρει πολλούς από τους φίλους του φεγγαριού, χωρίς αυτό να στερεί κάτι από σένα. Μπορεί να είναι και δική τους συγχρόνως. Δεν θα είσαι έτσι μόνος στο πρόβλημα σου. Θα το μοιράζεσαι με πολλούς άλλους, όπως κι εκείνοι θα μοιράζονται το δικό τους μαζί σου. Όλοι οι άνθρωποι λειτουργούμε με τον ίδιο τρόπο.  

Όλοι έχουμε προβλήματα και η αποδοχή τους είναι το πρώτο βήμα. Το δεύτερο είναι η αντιμετώπιση τους. Το τρίτο θα είναι να οριστικοποιήσουμε την απουσία τους από τη ζωή μας με θετικό τρόπο, ώστε να μην επιστρέψουνε. Το τέταρτο και τελευταίο βήμα θα το συζητήσουμε στα ανοιχτά, όταν θα είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό!

Το ταξίδι της κάθε συνεδρίας διαρκεί όσο και το διάβασμα του κειμένου αυτού, μόνο για τους επισκέπτες μας. Για το πλήρωμα του σκάφους, για σένα δηλαδή, που σε υπολογίζω στο μόνιμο πλήρωμα, διαρκεί μέχρι την επόμενη συνεδρία. Όταν δεν θα αφομοιώνεις κάτι καινούργιο, θα προετοιμάζεσαι για κάτι σπουδαιότερο.


Ημερολόγιο πλοίου
:

1. Στα ανοιχτά, από κάποια απόσταση, όλα τα χθεσινά αξιολογούνται καλύτερα.

2. Το σκάφος, η θάλασσα, ο ουρανός και οι συνταξιδιώτες μου. Αυτός είναι ο κόσμος  
    στο ταξίδι μου. Αυτή είναι η ζωή μου σήμερα.

3. Όλοι μαζί αντιμετωπίζουμε την κακοκαιρία. Βοηθώ σε ό,τι μπορώ.

4. Τι ανακούφιση όταν φαίνεται ο ουρανός.

5. Βλέπω και τον ορίζοντα. Πόσον καιρό είχα να δω τόσο μακριά.






Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

"Κωνσταντινούπολη"






Μια γεύση από την Κωνσταντινούπολη [live camera από 5 σημεία].
Πασχαλινή προσφορά του Γιώργου Θαλάσση.








*  http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2013/05/live.html#more






Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

"Ο Άγιος Γεώργιος"






ς τν αχμαλώτων λευθερωτής
κα τν πτωχν περασπιστής,
σθενούντων ατρός,
βασιλέων πέρμαχος,
Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε,
πρέσβευε Χριστ τ Θε,
σωθναι τς ψυχς μν.





Κυριακή 5 Μαΐου 2013

"Η γλώσσα της Γιορτής"







H γλώσσα του «θαύματος» και η γλώσσα της Γιορτής
Του Χρήστου Γιανναρά

H θρησκευτική γλώσσα, η εόρτια, μιλάει για την «ανάσταση» σαν «θαύμα»: Θαύμα λέμε το «υπερφυσικό» γεγονός που σημαίνεται και κατανοείται με τους όρους της φύσης, αλλά προϋποθέτει ανεξήγητα καταργημένη τη φυσική νομοτέλεια – είναι η παρέμβαση άγνωστης δύναμης και εξουσίας που εξασφαλίζει στη φυσική ύπαρξη έκτακτες υπαρκτικές προνομίες.

H εκκλησιαστική γλώσσα και μαρτυρία, ασύμβατη και ασύμπτωτη με τη θρησκευτική, εκφράζει (και προϋποθέτει) μια ριζικά διαφορετική οντολογία, μιαν άλλη πρόταση ερμηνείας του υπαρκτού: H πραγματικότητα δεν είναι ένα σύνολο ατομικών οντοτήτων, είναι ένα σύνολο ενεργούμενων σχέσεων.

Η φυσική ύπαρξη του ανθρώπου ως ατόμου διακρίνεται αριθμητικά με τη διαφορά μιας μονάδας (ΑΔΤ, ΑΦΜ), αλλά ένας άνθρωπος γνωρίζεται (μας γίνεται γνωστή η υπαρκτική του ετερότητα, η μοναδικότητα και ανομοιότητα –το ανεπανάληπτο– της ύπαρξής του) μόνο με την εμπειρία της άμεσης σχέσης μαζί του.

Η σχέση, στην οντολογική αυτή προοπτική, δεν είναι μόνο ο τρόπος της γνωστικής επαλήθευσης, είναι και ο τρόπος της ύπαρξης. Tρόπος κατ’ αναγκαιότητα σχέσεων ή τρόπος ελευθερίας σχέσεων: αυθυπερβατικού έρωτα.

H εκκλησιαστική γλώσσα δεν σερβίρει «πεποιθήσεις», ατομική (νοητική και ψυχολογική) σιγουριά. Kαλεί, αυτό μόνο, σε εμπειρική ψηλάφηση και κοινωνούμενη μετοχή μιας υπαρκτικής δυνατότητας: «Aνάσταση» στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει την ελεύθερη κατάκτηση μιας προσφερόμενης μετάβασης από τον «τρόπο» της αναγκαιότητας στον «τρόπο» της υπαρκτικής ελευθερίας: Nα υπάρχεις, όχι επειδή κατά φυσική αναγκαιότητα οι φυσικοί σου γεννήτορες σε έφεραν στην ύπαρξη, αλλά να υπάρχεις επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις και να θέλεις να υπάρχεις επειδή αγαπάς.

H αγάπη, ελευθερία της κοινωνούμενης ύπαρξης, είναι η ολοκληρία των υπαρκτικών δυνατοτήτων, το πλήρωμα του υπάρχειν – δηλαδή το πραγματικό νόημα της ελληνικής λέξης «σωτηρία» (: από το ρήμα «σώζω - σώζομαι» που θα πει: γίνομαι «σώος», ακέραιος, φθάνω στην πληρότητα των δυνατοτήτων του υπάρχειν).

Tην Eκκλησία τη συγκροτεί η αυθυπέρβαση του ατόμου, η έκ-σταση (έξω-ίσταμαι) από τις αναγκαιότητες της φύσης, η είσοδος στο άθλημα της «σχέσης», στην ελευθερία της αγάπης. Όχι να υπάρχω και επιπλέον να αγαπώ – τότε η αγάπη είναι απλώς κατόρθωμα συμπεριφοράς. Aλλά να υπάρχω επειδή αγαπώ και στο ποσοστό που αγαπώ – τότε η αγάπη γίνεται υπαρκτική μετάβαση από την ανελευθερία των αναγκαιοτήτων που διέπουν το φυσικό άτομο, στην ελευθερία που ορίζει το «πρόσωπο», δηλαδή την ύπαρξη ως σχέση.

Tο πέρασμα («πάσχα») από το άτομο στο πρόσωπο είναι τόσο κατόρθωμα ελευθερίας όσο και δώρο –«χάρις»–χάρισμα– όπως συμβαίνει σε κάθε αληθινό αυθυπερβατικό έρωτα. H ελευθερία του ανθρώπου δεν είναι απλώς βουλητική, των προθέσεων, αλλά πράξη κοινωνούμενη - μετεχόμενη, έμπρακτη ανταπόκριση («άσκηση») στην ερωτική κλήση που μας κάλεσε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη.

Eίμαστε όντα λογικά, επειδή είμαστε όντα εκ-στατικά, δηλαδή ερωτικά: υπάρξεις «προσωπικές» που πραγματώνουμε το είναι ως σχέση – ως ελευθερία κατάφασης ή άρνησης της αγαπητικής, ιδρυτικής του είναι μας κλήσης.

H Γιορτή είναι γλώσσα του «τρόπου» να καταφάσκεται ο έρωτας, η ελευθερία από το δεδομένο της ύπαρξης και τις ενορμητικές αναγκαιότητες – είναι η γλώσσα της Eκκλησίας.
Διδαχές, ηθικολογίες, ιδεολογήματα, είναι η γλώσσα της εμμονής στη φυσική ανάγκη, στον νομοτελειακό ατομοκεντρισμό της φύσης – είναι η γλώσσα της θρησκείας.

Aυτό που ευαγγελίζεται η Eκκλησία δεν χωράει σε κηρύγματα, γνωρίζεται μόνο με τη μετοχή στη Γιορτή. Kάθε Γιορτή της Eκκλησίας είναι κάλεσμα στο «πάσχα» – πέρασμα από την ανέκκλητη θνητότητα στην πανήγυρη που γίνεται η ζωή όταν υπάρχεις επειδή αγαπάς.

Ως γλώσσα του ερωτικού «τρόπου» η Γιορτή κάνει την ανάμνηση Γεγονός –«τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν»: Ξαναζήστε τη ζωή εξ υπαρχής, ως ελευθερία, όχι ως ανεπίλεκτη αναγκαιότητα, ζήστε την προϋπόθεση της ζωής, τη λήψη της τροφής (το ψωμί και το κρασί) ως χαρά κοινωνίας της ζωής, όχι ως εγωτική αυτοσυντήρηση.

H Γιορτή σαρκώνεται σε ένα δείπνο
, εκεί ψηλαφούμε τη ζωή που βεβαιώνεται αναστημένη όταν προσφέρεται να κοινωνηθεί – «βρώσις και πόσις». Bεβαιώνεται η ενανθρώπιση του Λόγου ως δυνατότητα ψηλάφησης της ελευθερίας του να υπάρχει όχι αναγκαστικά επειδή είναι Θεός, αλλά αυτοπροαίρετα επειδή είναι ο Yιός.

Mε τα υπαρκτικά δεδομένα του θνητού ανθρώπου πραγματώνει τον «τρόπο» της ελευθερίας του Aκτίστου: μεταποιεί τον θάνατο σε κορυφαία ερωτική αυταπάρνηση, απάρνηση του ατομοκεντρισμού της κτιστότητας. Aνοίγει την οδό σε κάθε άνθρωπο να πραγματώσει την ύπαρξη ως ελευθερία αγαπητικής αυτοπροσφοράς.


*  Η Καθημερινή – 05.05.2013





"Ο παπα-Γιάννης"






Του
Γιώργου Τυρίκου-Εργά
Ο παπα Γιάννης
το Μέγα Σάββατο έμενε πίσω, έκλεινε τα φώτα της εκκλησίας
κλείδωνε και έμπαινε στον περίβολο του νεκροταφείου
σφίγγοντας στο χέρι
ένα αυγό που ΄χε ξεβάψει
απ΄ τον ιδρώτα της παλάμης του.
Τσούγκριζε αμίλητος έναν-έναν με όλους τους τάφους
το αυγό γινόταν στην χούφτα του λάσπη
οι τάφοι ήταν πολλοί, αμέτρητοι
και όταν πια δεν υπήρχε αυγό, ο παπα Γιάννης
ολομόναχος χτυπούσε με θόρυβο την παλάμη του πάνω στα μάρμαρα,
στα κεφαλάρια

από το λαιμό του έβγαινε κάθε φορά
ένα Χριστός Ανέστη το ίδιο σπηλαιώδες
με τον αντίλαλο της ταφόπλακας.
Δεν θ' άξιζε ν’ ασχοληθεί κανείς με τον παπα Γιάννη
έζησε την ζωή του σαν γνήσιος άπιστος
σαν κάποιος που δεν δέχεται και που δεν ξέρει να βοηθά.
Δεν θ΄ άξιζε, αν δεν υπήρχε αυτή τη παράξενη συνήθεια
αυτή η παράξενη αναστάσιμη πορεία
πάντα η ίδια και κάθε χρόνο στα κρυφά.
*  fb


"Χριστός Ανέστη!"








"Χριστ
ς νέστη κ νεκρν,
θανάτ
θάνατον πατήσας
κα τος ν τος μνήμασι,
ζω
ν χαρισάμενος"




 

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

"Οι δύο μητέρες.. "






Μ’ αργό το βήμα η Παναγιά, με αμέτρητο τον πόνο
τη νύχτα από τον Γολγοθά κατέβαινε με μόνο
τον Ιωάννη πλάι της μες στο σκοτάδι εκείνο
κι οι πέτρες ανατρίχιαζαν στον μυστικό της θρήνο.

Γύρω, τριγύρω σιγαλιά, βουβός είναι ο δρόμος
θαρρείς τον κόσμο νέκρωσε κάποιος μεγάλος τρόμος.
Κι όσο βαδίζουν σαν σκιές στ’ άχαρα κείνα μέρη
τα μοιρολόγια η Παναγιά, τα πιο όμορφα που ξέρει
τα λέει και ο αντίλαλος απ’ όπου και αν διαβαίνει
κάθε λουλούδι τρυφερό που βρίσκεται μαραίνει.

Πώς να μην κλάψει που ‘γινε για αυτήν σκοτάδι η μέρα;
Κι αν είναι Αυτός θεάνθρωπος, εκείνη είναι μητέρα.
Και να που ακόμη μια φωνή την ερημιά ταράζει.
Αχ, τι φωνή λυπητερή. Ποιος και γιατί στενάζει;
Ποιος σαν Αυτή άλλος πονεί και μοιρολόγια λέγει
μη του παιδιού της το χαμό και άλλη μανούλα κλαίει;

Ναι, κάποια μάνα είναι εκεί, που μοναχή στην άκρη
απαρηγόρητα θρηνεί και χύνει μαύρο δάκρυ
Και τούτη σαν τη Μαριάμ, τον γιο της έχει χάσει
και δεν μπορεί τέτοιο κακό ποτέ να το ξεχάσει.

Η Μαριάμ τον Ιησού τον είδε σταυρωμένο
και τούτη είδε τον γιόκα της στο δέντρο κρεμασμένο
Και κλαίει, μα το κλάμα της δεν συγκινεί κανέναν,
νιώθει όμως τον πόνο της η Παναγιά η Παρθένα,
που την ακούει και τραβά και πάει να την γνωρίσει
λόγια αγάπης να της πει, να την παρηγορήσει

Με ένα γλυκό χαμόγελο με συμπονοιά γεμάτο
«μάνα» της κράζει, «δύστυχη, μη σέρνεσαι ‘δώ κάτω.
Δεν είσαι μόνη που ‘χασες το φως των οματιών σου,
είμαι κι εγώ, μη δέρνεσαι, ποιος ήταν πες μου ο γιος σου;»
Και αυτή δειλά, σαν ένοχος της απαντά: «αδελφή μου,
Ιούδας ονομάζετο το σπλάχνο, το παιδί μου

μόνο μια μάνα, μόνο αυτή, σε όλο τον κόσμο ξέρει
ποιο κοφτερό νιώθω βαθιά στα σπλάχνα μου μαχαίρι
Στους πέντε δρόμους ρίχτηκα, παιδί μου σαν ζητιάνα,
Αχ κάλλιο να μην έσωνα Θεέ, να γίνω μάνα».
Η Παναγιά κατάλαβε, τον γιο της τον γνωρίζει
μα σαν μητέρα του Χριστού, δεν φεύγει, δεν γογγύζει.

Τονε δικό της τον καημό ξεχνά την ώρα εκείνη
και για τη μάνα τώρα αυτή, τα δάκρυα της χύνει
Σκύβει και την ασπάζεται, χαϊδεύει τα μαλλιά της,
και την κρατάει με στοργή πιστά στην αγκαλιά της
Της λέει λόγια της καρδιάς και τη γλυκομερώνει,
της δίνει θάρρος, δύναμη κι απάνω τη σηκώνει.

«Έλα και μείνε σπίτι μου τη νύχτα να περάσεις,
από την πίκρα που ‘χεις πιει κοντά να ξαποστάσεις
εκεί και οι δυο τον πόνο μας, τον μητρικό να πούμε,
το δάκρυ μας να σμίξουμε και να προσευχηθούμε».

Η μια στης άλλης το πλευρό, σκυφτές συλλογισμένες,
οι δυο μανάδες περπατούν αδελφαγκαλιασμένες.
Ο Ιησούς στον Γολγοθά που σήμερα κρεμάται
έδωσε τέτοια εντολή: «Αλλήλους ν’ αγαπάτε!»








"Επιτάφιος"







ζω ν τάφ, κατετέθης Χριστέ
κα γγέλων στρατια ξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τν σήν.

Μεγαλύνομέν σε,
ησο Βασιλε
κα
τιμμεν τν Ταφν κα τ Πάθη σου·
δι
᾿ ν σωσας μς κ τς φθορς.

**

ξιόν στι, μεγαλύνειν σε τν Ζωοδότην,
τ
ν ν τ Σταυρ τς χερας κτείναντα
κα
συντρίψαντα τ κράτος το χθρο.

ξιόν στι, μεγαλύνειν σε τν πάντων Κτίστην·
τος σος γρ παθήμασιν χομεν,
τν πάθειαν υσθέντες τς φθορς.

**

Α γενεαί πσαι, μνον τ Ταφ σου,
προσφέρουσι Χριστέ μου.

Μυροφόροι
λθον, μύρα σοι Χριστέ μου,
κομίζουσαι προφρόνως.

γλυκύ μου αρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πο
δυ σου τ κάλλος;






"Μεγάλη Παρασκευή"







"Σήμερον κρεμάται επί ξύλου,
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται,
ο των αγγέλων βασιλεύς.

Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται,
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.
Ράπισμα κατεδέξατο,
ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.
Ήλοις προσηλώθη,
ο νυμφίος της Εκκλησίας.
Λόγχη εκεντήθη,
ο υιός της Παρθένου.

Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.
Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν."






Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

"Κατάθεση για το Πάσχα.. "





H δική μου κατάθεση για το Πάσχα, μια ιστορία δυστυχώς αληθινή.
Γράφει ο Γιώργος Τυρίκος-Εργάς
Υπάρχουν καταστάσεις που δεν σηκώνουν πολλά λόγια μα και πάλι απαιτούν να μιλήσουμε για αυτές, απαιτούν να μην σιωπούμε. Χτες μέχρι αργά το βράδυ είχαμε στην Καλλονή πρόσφυγες από Σομαλία και Συρία. Έφτασαν στα βόρεια του νησιού και τους πήρε 11 ώρες να κατηφορίσουν στο λεκανοπέδιο. Έφτασαν κομμάτια έξω από την παλιά εφορία και κουκούβισαν στο προαύλιο.
Χτες είδα πάλι να παίζεται το δράμα του Χριστού, αν και με τους θεούς δεν τα πήγαινα ποτέ καλά. Τον είδα όμως τον ίδιο Ναζωραίο πάλι να λέει, "Ξένος ήμουν, γυμνός ήμουν, πεινασμένος"...Τον είδα μέσα στα κόκκινα από την κούραση μάτια τους, πρόβαλλε από τις σχισμές των τριμμένων ρούχων τους. Φαίνεται όμως πως από τις 7 το απόγευμα μέχρι τις 10 κανείς άλλος δεν έβλεπε τον Χριστό εκεί γύρω.
Οι εκκλησιαζόμενοι πήγαιναν να ακούσουν το τροπάρι της Κασσιανής, καλοντυμένοι αφού πια είχαν αγοράσει τα χρειαζούμενα για τις γιορτές. Έριχναν ένα απότομο βλέμμα στους πρόσφυγες (στη Σομαλία και στη Συρία εμφύλιος!) και ψιθύριζαν μεταξύ τους διάφορα λες και κινδύνευαν, λες και κάτι απαράδεκτο ήρθε στην πόλη τους.
Δεν έκαναν καμιά κίνηση. Ο εμφύλιος, ο πόνος, η ελεημοσύνη, η αδερφοσύνη ("αφού το κάνατε αυτό σε έναν από τους αδερφούς μου, είναι σαν να το κάνατε σε εμένα !") όλα υποκρισία, όλα φόβος. Ας κάνουμε μεγάλο-μεγάλο τον σταυρό μας στο "Δι’ ευχών".
Ο Παπά-Στρατής δίπλα μου είχε σπάσει πάλι τα τηλέφωνα να ξεσηκώνει το λιμενικό, την αστυνομία, υπουργεία, κάθε φορά τα ίδια, κάθε φορά τα χέρια όλων δεμένα από έναν αόρατο Πόντιο Πιλάτο. Όταν κανείς πια δεν αναλάμβανε καμιά ευθύνη (είμαστε σε αυτό το στάδιο πλέον) πήραμε τους ανθρώπους και τους βάλαμε στο προαύλιο του Ναού. Ένα πρόχειρο γεύμα, μερικά είδη υγιεινής...
Αύριο; Ταξί δεν τους παίρνει. Το λεωφορείο δεν τους παίρνει. Λιμενικό, αστυνομία, ο ένας στέλνει στον άλλο. Θα πρέπει να κάνουν άλλα 45 χιλιόμετρα με τα πόδια μέχρι Μυτιλήνη. Μετά; Τίποτα. Τους το εξηγήσαμε. "Θα περπατήσουμε, τι να γίνει;"
Μεσάνυχτα αφήσαμε τους Σομαλούς να ξεκουραστούν (πόσο να ξεκουραστεί κανείς πάνω στο τσιμέντο κάτω από το βραδινό αγιάζι) και πήγαμε να βρούμε την ομάδα Σύριων που είχε και παιδιά. Φτάσαμε με το αμάξι μέχρι τις Αλυκές, κανείς. Σε κάποιον παράδρομο θα ήταν, κάπου εκεί έξω...Γυρίσαμε πίσω. Όλο το βράδυ εφιάλτες.
Ο παπά Στρατής σε κάποια φάση όταν τους καληνυχτίσαμε, ζήτησε συγνώμη εκ μέρους της χώρας, της πατρίδας του, του νησιού που αγαπάει, αλλά τον πικραίνει με κάθε ευκαιρία. "Ζητώ συγνώμη που αυτές τις άγιες μέρες το μόνο που έχουμε να σας προσφέρουμε σαν Έλληνες, είναι ένα τοστ και έναν χυμό. Ζητώ συγνώμη που το καλύτερο μέρος που μπορώ να σας βάλω, είναι εδώ". Εγώ μετέφραζα με έναν μεγάλο κόμπο στον λαιμό, έτοιμος να...δεν ξέρω τι. Θυμός λύπη, όλα. Η ίδια κατάσταση χρόνια τώρα. Από το 2009.
Ένας από τους Σομαλούς κατάλαβε την αμηχανία μας και με χτύπησε στον ώμο. "Πες του παπά πως εδώ είναι ξενοδοχείο πολυτελείας. Είναι χίλιες φορές καλύτερο από εκεί που ερχόμαστε. Καλύτερα δεν γίνεται" και χαμογελούσε. Χαμογελούσε ένας άνθρωπος που δεν έχει τίποτα αυτήν τη στιγμή στον κόσμο, παρά εκατό δολάρια στην τσέπη, τα ρούχα που φορά και το σώμα του.
Και χαμογελούσε ΓΙΑ ΕΜΑΣ τους πολιτισμένους, που τα έχουμε όλα, επειδή μας είδε να έχουμε θλίψη. Τέτοιο δώρο δεν μου έχει κάνει άνθρωπος. Να πω ένα τελευταίο. Καθώς ήταν στον δρόμο οι πρόσφυγες μπροστά από την εφορία, τρεις άνθρωποι, εκτός από εμάς, είχαν το θάρρος και την παρρησία και ήρθαν κοντά τους.
Ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων, έφερε μια κούτα χυμό και μπισκότα. Μας τα έδωσε και είπαν "κουράγιο" στους ανθρώπους. Ένας ακόμα, άνθρωπος απλός με το φανελάκι, μεσόκοπος, προχειροντυμένος ήρθε με μια πλαστική σακούλα με λίγα φρούτα και ένα μπουκάλι νερό. "Δεν ήξερα τι να φέρω.." μου είπε, "…λίγο νερό να πιουν".
Σταυρώνεται αιώνια ο Χριστός, μέρα νύχτα. Η ανάστασή του δεν διαρκεί παρά όσο μια αστραπή. Για αυτό το λίγο φως που βαστά μια στιγμή μονάχα, για αυτό το λίγο φως, κάνουμε αγάντα και βαστούμε.
*  από το fb