Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

"Ο Ιερέας"



 

Μετά τήν προβολή πού
ἔκανε χθές ἡ παρέα τοῦ Ἁγ. Δημητρίου τοῦ Λουμπαρδιάρη στό  «cine ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ» της ρωσικής ταινίας «ΠΟΠ» (Ο Ιερέας), όσοι φίλοι διάβασαν στην επίσης χθεσινή μας ανάρτηση μια μικρή φιλμοκριτική για την ίδια ταινία, έχουν σήμερα την ευκαιρία να διαβάσουν τη σχετική ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα, των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου, που ο λόγος του έχει τη βαρύτητα του σχήματος του, αφού και ο ίδιος είναι ιερέας, αλλά και ειδικότερος είναι σε ό,τι αφορά στο χώρο του κινηματογράφου.



ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «Ο ΙΕΡΕΑΣ»


Ὁ Γάλ­λος κρι­τι­κός Ζόρζ Σαν­τούλ, εἶ­χε πεῖ πώς ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος εἶ­ναι ἡ «δυνα­μι­κό­τε­ρη μορ­φή τέ­χνης, πού ἀ­πευ­θύ­νε­ται στά πλα­τιά κοι­νω­νι­κά στρώμα­τα». Γι αὐ­τό, ἡ 7η τέ­χνη ἔγι­νε βι­ο­μη­χα­νί­α ἀ­νό­η­της δι­α­σκέ­δα­σης, μέ­σο ὑ­ψη­λῆς αἰσθητικῆς καί ψυ­χα­γω­γί­ας, ἀλ­λά καί μέ­σο προ­πα­γάν­δας γιά τίς διάφο­ρες ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κές ἐ­ξου­σί­ες ὥστε νά πε­ρά­σουν τό μήνυ­μά τους, νά παρου­σιά­σουν τήν δι­κή τους ἐκ­δο­χή τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος ὡς τέ­χνη συν­θέ­τει ὅ­λες τίς ὑ­πό­λοι­πες τέ­χνες ἀλ­λά καί ἐκπλη­ρώ­νει μιά βα­θύ­τα­τη ἀ­νάγ­κη τοῦ ἀν­θρώ­που: νά δεῖ καί ν' ἀ­κού­σει χω­ρίς ἐν­δι­ά­με­σους (κυ­βερ­νή­σεις, πο­λι­τι­κούς, ΜΜΕ). Νά δοῦ­με καί ν’ ἀ­κού­σου­με: ἕναν ἄν­θρω­πο σέ στιγ­μές ἀ­πελ­πι­σί­ας, μιά γυ­ναῖ­κα νά ἀ­να­λύ­ε­ται σέ λυγ­μούς ἤ ἕ­να παι­δί νά θρη­νεῖ... Ἁ­πλά πράγ­μα­τα πού τό μά­τι μας ἔ­χει μά­θει νά τά ἀποφεύ­γει. Με­ρι­κές ται­νί­ες τά ἐ­πα­να­φέ­ρουν στήν μνή­μη μας καί ἔ­τσι μᾶς ἑνώ­νουν μέ τήν ζω­ή μ' ἕ­να δε­σμό σχε­δόν ἀ­ό­ρα­το. Μᾶς πα­ρου­σιά­ζουν τήν ἀλήθεια μέ ἕνα τρό­πο λυ­ρι­κό καί κρυ­στάλ­λι­νο, ἀ­να­τρέ­πουν κυ­ρί­αρ­χες ἰδεολογί­ες, ἀ­να­δει­κνύ­ουν τό καί­ριο καί ση­μαν­τι­κό, προ­βάλ­λουν πρό­τυ­πα ζωῆς, κι ὄ­χι χάρ­τι­νους ἥ­ρω­ες πού ἀ­πο­κοιμίζουν καί δι­α­φθεί­ρουν τήν συνείδηση.

Ἡ ται­νί­α «Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας» εἶ­ναι μιά τέ­τοι­α ται­νί­α. Πε­ρι­γρά­φει τήν ἀ­λή­θεια χω­ρίς νά σοῦ δί­νει τήν ἐν­τύ­πω­ση τῆς στρα­τευ­μέ­νης τέ­χνης. Μέ τρό­πο ποι­η­τι­κό μά συνά­μα ρε­α­λι­στι­κό, λέ­ει ἀ­λή­θει­ες πού πολ­λοί προ­σπά­θη­σαν χρό­νια τώ­ρα νά πα­ρα­χα­ρά­ξουν. Εἶ­ναι ἕ­να σύγ­χρο­νο συ­να­ξά­ρι ὀ­σια­κοῦ καί μαρ­τυ­ρι­κοῦ βί­ου, τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­ζη­σαν χι­λιά­δες δί­και­οι των και­ρῶν μας. Μᾶς πε­ρι­γρά­φει μέ ἁ­δρά χρώ­μα­τα πιά εἶ­ναι ἡ ὁ­μο­λο­γί­α ἑ­νός ἱ­ε­ρέ­α – ἀλ­λά κα­τ ’­ἐ­πέ­κτα­ση καί ὁποιουδήπο­τε Χρι­στια­νοῦ σέ και­ρούς δύ­σκο­λους και δίσεκτους.

Νά συμ­πλη­ρώ­σω ὅ­τι στήν ται­νί­α  παρατηροῦμε μιά με­γά­λη ἰ­σορ­ρο­πί­α μεταξύ φόρ­μας καί πε­ρι­ε­χό­με­νου. Δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιά κη­ρυγ­μα­τι­κή ται­νί­α. Εἶ­ναι μιά ται­νί­α μέ πο­λύ στέ­ρε­α ἀ­φή­γη­ση. μέ ἀρ­χή, μέ­ση καί τέ­λος καί ταυ­τό­χρο­να μέ μιά ποι­η­τι­κή κι­νη­μα­το­γρά­φη­ση, πολ­λές σκη­νές, πολ­λά πλά­να, γρή­γο­ρο μοντάζ. Ὅ­μως ἔ­χου­με κι ἕ­να θαυ­μά­σιο σε­νά­ριο, ἕ­να θαυ­μά­σιο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Δέν ἀ­φή­νει τόν θε­α­τή κα­θό­λου νά κου­ρα­στεῖ, ἀλ­λά ἐ­πι­βάλ­λει μέ γλα­φυ­ρό τρόπο ἕ­να ὑ­ψη­λό πνευ­μα­τι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό.

* * *

Να δούμε πρώτα τό ἱ­στο­ρι­κό πλαί­σιο: Πρίν τήν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1917, σύμ­φω­να μέ τά ἐ­πί­ση­μα στοι­χεῖ­α ἐ­κεί­νου τοῦ και­ροῦ, ὑ­πῆρ­χαν 51.918 Να­οί στήν Ρω­σί­α. Τό 1941 μό­νο 4.225 πα­ρέ­μει­ναν!

Μό­νον 20 Μο­να­στή­ρια ἀ­πέ­μει­ναν ἀ­πό τά 1025! Ἀρ­κε­τές Ἐκ­κλη­σί­ες καί Μονές, με­τα­τρά­πη­καν σέ τό­πους φυ­λα­κῶν, βα­σα­νι­στη­ρί­ων, ἐ­ξο­ρί­ας, μα­ζι­κῶν ἐ­κτε­λέ­σε­ων καί θα­νά­των.

Ἡ ἐ­πι­τρο­πή τῶν ἀρ­χεί­ων τῶν κρα­τι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν τῆς Ρω­σί­ας δή­λω­σε ὅ­τι στή δε­κα­ε­τί­α 1930-40 εἶ­χαν συλ­λη­φθεῖ 136.900 κλη­ρι­κοί, ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων θανατώθη­καν 85.300. Τό 1941 μό­νο 5.665  κλη­ρι­κοί πα­ρέ­μει­ναν ἐ­λεύ­θε­ροι.

Ἄς προσθέσουμε ἐδῶ μερικά νούμερα ἀκόμα: 60.000.000 οἱ νεκροί της θηριωδίας τοῦ Β΄παγκοσμίου πολέμου λόγω τῆς παράνοιας του ναζισμού (δεν συμπεριλαμβάνουμε εδώ τα 20.000.000 που έγιναν στο μέτωπο της Κίνας, Ινδοκίνας, Ιαπωνίας), 20.000.000 τά θύματα τῶν Γερμανῶν στήν πρώην Σοβιετική Ἔνωση, ἄν καί εἶναι γνωστό πώς στό νούμερο αύτό συμπεριλαμβάνονται καί πολλά θύματα τῶν Σταλινικῶν διώξεων.

Ἡ με­τα­στρα­φεῖ­σα στόν Χρι­στι­α­νι­σμό, πρώην άθεη κα­θη­γή­τρια Τα­τιά­να Γκορί­τσε­βα ἔ­γρα­φε τό­τε: «Ἡ ὥ­ρα τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου ἦ­ταν γιά τήν Ρω­σι­κή Ἐκκλησί­α ἡ κα­λύ­τε­ρα ὥ­ρα. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα τῆς ἀν­θή­σε­ως. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, πού ἐξωτε­ρι­κά δέν εἶ­χε σχε­δόν κα­μί­α δύ­να­μη, ἔ­γι­νε ἐ­σω­τε­ρι­κά τό­σο δυ­να­τή, τό­σο κα­θα­ρή, ὥ­στε νά εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή Ἐκ­κλη­σί­α. Δέν εἶ­ναι ὀρ­γα­νι­σμός, δέν εἶ­ναι ἵ­δρυ­μα. Εἶ­ναι τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τό ὅ­ποι­ο ὑ­πο­φέ­ρει- τό ὁ­ποῖ­ο σταυ­ρώ­θη­κε καί ἀ­να­στή­θη­κε»!

* * *

Ἡ ται­νί­α «Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας» μᾶς πε­ρι­γρά­φει μέ ἀ­κρί­βεια τί ση­μαί­νει μαρ­τυ­ρί­α Χριστοῦ. Σέ μᾶς τούς ζα­λι­σμέ­νους ἀ­πό τήν κα­λο­πέ­ρα­ση καί τόν καταναλωτισμό νε­ο­έλ­λη­νες, θυ­μί­ζει πώς ὁ δρό­μος πρός τήν Ἁ­γι­ό­τη­τα περ­νᾷ μέ­σα ἀ­πό τήν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στης, τήν ἀ­γά­πη στόν πλη­σί­ον, τήν εὐ­χα­ρι­στί­α «πάν­των ἕ­νε­κεν», τήν πα­ρησ­σί­α ἀ­πέ­ναν­τι στόν δι­ώ­κτη.


Σταχυολογῶ εἰκόνες καί σύμβολα ἀπό τήν ταινία:

Λέ­ει ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας ὅ­ταν τοῦ ἀ­να­τί­θε­ται ἡ νέα διακονία του: «Τα­ξι­δεύ­ου­με γιά νά δώ­σου­με ζω­ή στήν ἔ­ρη­μο». Ἡ πραγ­μα­τι­κή ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­σοι ἀ­κο­λου­θοῦ­με ἤ πού πα­σχί­ζου­με νά ἀ­κο­λου­θή­σου­με τόν Χρι­στό, ὄ­χι ἐ­πει­δή γεν­νη­θή­κα­με σέ μιά ὀρ­θό­δο­ξη οἰ­κο­γέ­νεια ἤ ἐ­πει­δή ὑ­πη­ρε­τοῦ­με τόν θε­σμό ἤ ἐ­πει­δή ἔ­τυ­χε νά βα­φτι­στοῦ­με, ἀλ­λά ὅ­σοι κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς μας τό βά­πτι­σμά μας προ­σπα­θοῦ­με συ­νε­χῶς νά τό τι­μοῦ­με - πα­ρό­λη τήν ἀ­δυ­να­μί­α καί ἁ­μαρ­τί­α μας - αὐ­τό πα­λεύ­ου­με: Νά δώ­σου­με ζω­ή στήν ἔ­ρη­μο, τα­ξι­δεύ­ον­τας τήν ὁ­δό πρός τήν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Δέν εἶ­ναι λό­για. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκκλησίας.

Κα­θώς ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πο­κα­θι­στᾷ τήν ἐκ­κλη­σί­α πού οἱ κομ­μου­νι­στές εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει σέ κομ­μα­τι­κή λέ­σχη, βλέ­που­με πά­νω στήν βε­βη­λω­μέ­νη Ἁ­γί­α τρά­πε­ζα, στήν θέ­ση τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου μί­α ὑ­δρό­γει­ο. Στήν θέ­ση τοῦ παν­το­κρά­το­ρα τό δη­μι­ούρ­γη­μα, το κτίσμα. Στήν θέ­ση τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, συν­θή­μα­τα μί­σους, κού­φια, ἕ­ω­λα. Στήν θέ­ση τοῦ γλυ­κύ­τα­του Ἰ­η­σοῦ μι­σάν­θρω­ποι  ἥ­ρω­ες.

Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας παίρ­νει στά χέ­ρια του τήν ὑ­δρό­γει­ο καί εἰς τύ­πον καί τό­πον Χρι­στοῦ πράτ­τει μέ τήν ζω­ή του αὐ­τό πού ὀ­φεί­λει νά κά­νει κά­θε Χρι­στια­νός ἱ­ε­ρέ­ας ἀλ­λά καί λα­ϊ­κός: Ὁ π. Ἀ­λέ­ξαν­δρος πού ἔ­χει ὁ ἴ­διος πε­ρά­σει βα­σα­νι­στή­ρια καί ἐ­ξο­ρί­ες ὅ­πως μα­θαί­νου­με στήν ἀρ­χή τῆς ται­νί­ας, ἐ­ξα­γιά­ζει τήν ὕ­λη διά τοῦ ἐ­ξα­για­σμοῦ τῆς ζω­ῆς του.

Τό κή­ρυγ­μά του ἀ­ρέ­σει ἀ­κό­μα καί στόν Ἑ­βραῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς. «Κή­ρυγ­μα κα­τευ­θεί­αν στήν καρ­διά» ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦν οἱ ἄλ­λοι, ὄ­χι ξύ­λι­νο ἤ θε­ω­ρη­τι­κό, ξέ­νο ἀ­πό τίς ἀ­νάγ­κες τοῦ ποι­μνί­ου. Ὅ­ταν λέ­με λό­γο ἀ­λη­θεί­ας, ἀ­κό­μα καί οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοί μας πα­ρα­δέ­χον­ται.

Ὁ κομ­μου­νι­στής στρα­τι­ώ­της τόν χλευάζει πώς γιά τούς Χρι­στια­νούς κά­θε μέ­ρα εἶ­ναι γι­ορ­τή. Μέσα στήν ἀπιστία του διαπιστώνει τήν ἀληθεια. Κάθε μέρα τοῦ μετανοοῦντος πιστοῦ εἶναι εὐ­χα­ρι­στί­α καί δο­ξο­λο­γί­α, χαρά στόν κῆπο τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἱερέας εὐ­λο­γεῖ τά παι­διά τοῦ λα­οῦ πού πη­γαί­νουν στόν πό­λε­μο κι ἅς ἐ­ξου­σιά­ζει τόν στρα­τό ὁ σταυρωτής του.

Κά­νει ὑ­πα­κο­ή στήν Ἐκ­κλη­σί­α γιά χά­ρη τοῦ ποι­μνί­ου πα­ρ’ ὅ­τι ἀρ­χι­κά δι­α­φω­νεῖ μέ τήν συ­νερ­γα­σί­α μέ τούς φασίστες Γερ­μα­νούς. Όπως λέει ο επίσκοπος: Ο καλός ποι­μέ­νας δί­νει τήν ψυ­χή του γιά τά πρό­βα­τά του.

Πα­ρα­δέ­χε­ται τα­πει­νά ὅ­τι: Φοβάται τόν θά­να­το, μά ἄν ἔ­χει ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα του, λέει, δό­ξα τῷ Θε­ῷ! Χω­ρίς κομ­πορ­ρη­μο­σύ­νες εἶ­ναι ἕ­τοι­μος κά­θε στιγ­μή νά ὁ­μο­λο­γή­σει μέ τό μαρ­τύ­ριο και να πορευτεῖ στά χέρια του πλάστη του.

Ὁ π. Ἀλεξανδρος βρί­σκε­ται στό κέν­τρο τοῦ μί­σους με­τα­ξύ ἀν­ταρ­τῶν καί συ­νερ­γα­τῶν τῶν να­ζί. Δη­λώ­νει ἀ­πε­ρί­φρα­στα αὐ­τό πού εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρι­κή ἀ­λή­θεια, τήν ὁ­ποί­α οἱ τυ­φλω­μέ­νοι ἀ­πό τό δαι­μο­νι­κό μῖ­σος ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν ξε­χά­σει:  ΟΥΤΕ οἱ Γερ­μα­νοί, οὔ­τε οἱ Μπολ­σε­βί­κοι θά μεί­νουν αἰ­ώ­νια. Μό­νο ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. Ὁ Ἅγιος Γέροντας Πορφύριος ἔλεγε: «Δέν πρέ­πει νά θέ­σου­με τί­πο­τα πά­νω ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά. Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ ζω­ή, τό φῶς. Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τό πᾶν. Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ ἀ­πώ­τε­ρη ἐ­πι­θυ­μί­α. Τά πάν­τα εἶ­ναι ὄ­μορ­φα στόν Χρι­στό».

Εἶ­μαι μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, τήν Πα­να­γί­α, τόν Ἅ­γιο Σε­ρα­φείμ τοῦ Σαρώφ, λέ­ει σ’­ αὐ­τόν πού τόν ἀ­πει­λεῖ. Ἑπόμενος Ἁγίοις πατράσι, ἀ­γα­πᾷ τήν πα­τρί­δα του ἀλ­λά πι­στεύ­ει μό­νο στήν Οὐ­ρά­νια πα­τρί­δα ὅ­πως γρά­φει ἡ πρός Δι­ό­γνη­τον ἐ­πι­στο­λή τόν 2ο αἰ­ῶ­να: «Οἱ Χρι­στια­νοί ζοῦν στήν δι­κή τους ὁ κα­θέ­νας πα­τρί­δα ἀλ­λά ὡς πά­ροι­κοι. Με­τέ­χουν σέ ὅ­λα τά κοι­νά ὡς πο­λῖ­τες καί ὑ­πο­μέ­νουν τά πάν­τα, ὅ­μως σάν νά ἦ­σαν ξέ­νοι. Ἡ ξε­νι­τειά εἶ­ναι πα­τρί­δα τους καί ἡ πα­τρί­δα τους ξε­νι­τειά».

Μαρ­τυ­ρί­α του ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ κι ἡ συγ­χώ­ρε­ση: Νά ἀ­γα­πή­σεις ἀ­κό­μα καί τόν ἐ­χθρό σου: Στόν ἀν­τάρ­τη πού πη­γαί­νει στό σπί­τι του μέ ἀ­δι­ευ­κρί­νι­στες προ­θέ­σεις λέ­ει: Πρίν μέ σκο­τώ­σεις, ἄ­σε μέ νά σέ ἐ­λευ­θε­ρώ­σω ἀ­πό τίς ἁ­μαρ­τί­ες σου: Τοῦ δι­α­βά­ζει συγχωρητική εὐ­χή σέ πε­ρί­πτω­ση πού τόν σκο­τώ­σει. Ὁ Ἅ­γιος Σι­λουα­νός ὁ Ἀθωνίτης ἔ­λε­γε πώς ὅ­ποι­ος ἔ­χει τήν δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης γιά τούς ἐ­χθρούς γνω­ρί­ζει τόν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό ἐν Πνεύ­μα­τι καί Ἀ­λή­θεια. Ν' ἀ­γα­πάς τους ε­χθρούς σου ση­μαί­νει ό­τι ἀ­κο­λου­θείς τά χνά­ρια τοῦ Χρι­στοῦ πού σταυ­ρώ­θη­κε γιά τούς ἐ­χθρούς του. Προ­σευ­χό­με­νος συμ­πά­σχεις, για­τί κα­τα­λα­βαί­νεις ὅ­τι αὐ­τοί ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α τους.


Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας ἀρ­νεῖ­ται νά κη­δεύ­σει τούς ἀ­με­τα­νό­η­τους δο­σί­λο­γους. Μέ παρ­ρη­σί­α δη­λώ­νει ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ νά εὐ­χη­θεῖ νά «κα­τα­τα­χτοῦν μέ τούς ἁ­γί­ους», αὐ­τοί πού καί τόν Θε­ό καί τήν πα­τρί­δα εἶ­χαν ἀρ­νη­θεῖ, σκοτώνοντας, τρο­μά­ζον­τας καί κα­κο­ποι­ών­τας τόν πλη­σί­ον. Δέν τό κά­νει ἀ­πό μῖ­σος, ἀλ­λά για­τί ἔ­τσι ὑ­πο­δει­κνύ­ει σέ ὅ­λους ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ νά νο­μι­μο­ποι­ή­σει τήν κτη­νω­δί­α. Ἀ­φή­νει τούς νε­κρούς στήν δί­και­α κρί­ση τοῦ Θε­οῦ.

Μά κι ὅ­ταν μι­λά­ει γιά τά προ­σω­πι­κά του, ἀ­σκη­τι­κό καί συ­νά­μα εὐ­χα­ρι­στια­κό το φρό­νη­μά του. Ἡ γυ­ναῖ­κα του εἶ­ναι ἡ πέ­τρα πού ἀ­κο­νί­ζει τό θέ­λη­μά του, λέει. Σάν μιά ἐ­λά­χι­στη μο­νά­δα αὐ­τός, σάν μη­δέν ἐ­κεί­νη - λό­γω σω­μα­τι­κῆς κα­τα­σκευ­ῆς- δι­α­φο­ρε­τι­κοί στούς χα­ρα­κτῆ­ρες, μά σπου­δαῖ­οι στά μά­τια τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν ἑ­νω­μέ­νοι καί συ­νηγ­μέ­νοι στό ὄ­νο­μά Του ἀ­γω­νί­ζον­ται τόν δρό­μο τῆς ἀ­γά­πης. Αὐ­τῆς τῆς ἀ­γά­πης πού ὁ­μο­λο­γεῖ μπρο­στά στήν φω­το­γρα­φί­α της ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἔ­χει θυ­σια­στεῖ.

Βρά­χος δί­πλα του ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα Ἀ­λεν­τί­να, καί πα­ρ’ ­ὅ­τι μέ τίς εὐαισθησίες καί τίς ἰδιοτροπίες καί τήν δεισιδαιμονία της φαί­νε­ται νά δυ­σα­να­σχε­τεῖ μέ τά λό­για, στήν πράξη τόν ἀ­κο­λου­θεῖ ἄφοβα στόν δρό­μο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Τόν ἐ­νι­σχύ­ει στόν ἀ­γῶ­να του, πε­ρι­θάλ­πτει ὀρ­φα­νά παι­διά, τρέ­χει μα­ζί του στό στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης  γιά νά ἐ­νι­σχύ­σει τούς ἐ­ξα­θλι­ω­μέ­νους αἰχ­μα­λώ­τους. Κάνοντας πράξη τόν λόγο τοῦ Κυρίου πώς «κανεὶς δὲν ἔχει μεγαλύτερη ἀγάπη ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θυσιάζει τὴν ζωή του γιὰ χάρη τῶν φίλων του», χά­νε­ται μέσ­α στό δά­σος γιά νά μήν κολ­λή­σει τῦ­φο τούς συ­ναν­θρώ­πους της, πα­ρα­κα­λών­τας τόν Θε­ό νά δε­χθεῖ τήν θυ­σί­α της καί νά μήν τήν θε­ω­ρή­σει ὡς αὐ­το­κτο­νί­α. Ζητᾶ τήν συγχώρεση γιά ὅποιον πίκρανε και παρακαλεῖ τόν ἱ­ε­ρέ­α νά προ­σεύ­χε­ται γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες της, ἀ­φοῦ ὡς γνή­σια Ὀρ­θό­δο­ξη δέν ἔ­χει καμ­μί­α ψευ­δαί­σθη­ση αὐ­το­δι­καί­ω­σης, ἀλ­λά ὅ­μως ζεῖ μέ τήν βε­βαι­ό­τη­τα τῆς συ­­νάν­τη­σής τους στήν βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.

Στο τέ­λος της ι­στο­ρί­ας ο ἱ­ε­ρέ­ας θά πο­ρευ­τεῖ καί πά­λι τον δρό­μο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Ὅ­μως ἡ εἰ­ρή­νη στά μά­τια του, ἡ χαρμολύπη πού εἶναι ζωγραφισμένη στό πρόσωπό του φα­νε­ρώ­νει τήν γα­λή­νη τῆς καρ­διᾶς του: «τὸν κα­λὸν ἀ­γῶ­να ἠ­γώ­νι­σμαι, τὸν δρό­μον  τε­τέ­λε­κα, τὴν πί­στιν τε­τή­ρη­κα», ἀ­πό­το­λος κι αὐ­τός τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­πως κι ὁ Μέ­γας Παῦ­λος. Ἄν θά πε­θά­νει σέ κά­ποι­ο στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης ἤ θά τόν ξανα­συ­να­νή­σου­με ἱ­ε­ρο­μό­να­χο με­τά ἀ­πό χρό­νια πολ­λά, εἶ­ναι θέ­μα τοῦ κα­λοῦ σε­να­ρι­ο­γρά­φου. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἔ­χει ἤ­δη προ­γευ­τεῖ τήν βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. 

Ἡ ται­νί­α τοῦ Vladimir Khotinenko θά ἔ­πρε­πε νά παί­ζε­ται σ’ ὅ­λους τους να­ούς τῆς χώ­ρας. Γιά νά θυ­μό­μα­στε πρῶ­τοι ἀ­π’ ὅ­λους ἐ­μεῖς οἱ χρι­στια­νοί, τί θά πεῖ πραγ­μα­τι­κή δυ­σκο­λί­α. Κι ἄν εἴ­χα­με ξε­χά­σει μέ­σα στήν κα­τα­να­λω­τι­κή μας νιρ­βά­να ὅ­τι πά­νω ἀ­πό τά δύ­ο τρί­τα του κό­σμου ζεῖ σέ πο­λέ­μους καί λι­μούς καί λοι­μούς, νά θυ­μη­θοῦ­με τί πέ­ρα­σαν οἱ λα­οί ἀ­πό τούς μαύ­ρους καί κόκ­κι­νους φα­σι­σμούς. Νά θυ­μη­θοῦ­με ὅ­τι ὁ αἰ­ῶ­νας ποῦ πέ­ρα­σε γέ­μι­σε τόν πα­ρά­δει­σο μέ χι­λιά­δες νε­ο­μάρ­τυ­ρες καί νά πά­ψου­με νά εἴ­μα­στε ἀ­χά­ρι­στοι, γκρι­νι­ά­ζον­τας γιά τίς δυ­σκο­λί­ες πού συμ­βαί­νουν λό­γω ­τῶν δι­κῶν μας ἁ­μαρ­τι­ῶν στήν χώ­ρα μας. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός ζων­τα­νός ὀρ­γα­νι­σμός στήν Ἑλ­λά­δα πού δι­α­σώ­ζει τήν ἱ­στο­ρι­κή μνή­μη. Ἡ λή­θη θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πό τούς πα­τέ­ρες ἁ­μάρ­τη­μα με­γά­λο, στε­ρη­τι­κό τῆς ἀ­λή­θειας.

Καί μπο­ρεῖ ὅ­σοι δέν ἔ­χουν πί­στη νά δι­και­ο­λο­γοῦν­ται γιά τήν ἀ­πελ­πι­σί­α καί τόν θυ­μό τους, ἀλ­λά ἕ­νας Χρι­στια­νός ὀ­φεί­λει νά ζεῖ μέ εὐ­χα­ρι­στί­α, χα­ρά καί ἀ­δι­ά­λει­πτη ὑ­πό­μνη­ση τοῦ Θε­οῦ, δι­α­δί­δον­τας τά κα­λά νέ­α καί τήν ἐλ­πί­δα μέ τό πα­ρά­δειγ­μά του, μα­κριά ἀ­πό τούς φα­να­τι­σμούς καί τίς ἀ­κρό­τη­τες.

Ἅς θυ­μη­θοῦ­με τήν ἀρ­χή τῆς ται­νί­ας: Ἡ κά­με­ρα περ­νά­ει πά­νω ἀ­πό ἕ­ναν ὑ­πέ­ρο­χο πο­τα­μό, μέ­σα στήν ὄ­μορ­φη φύ­ση, στόν πα­ρά­δει­σο αὐ­τό πού μᾶς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός καί πού ἐ­μεῖς τόν κά­νου­με κό­λα­ση. Καί ἀ­κού­γε­ται ἡ φω­νή τοῦ ἱ­ε­ρέ­α κα­θώς λέ­ει: «Εὐ­λο­γη­μέ­νη ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος». Καί λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, κα­θώς βα­πτί­ζει τήν μι­κρή Ἑ­βραι­ο­πού­λα ἀ­κού­γε­ται στήν κα­τή­χη­ση τό ἐ­ρώ­τη­μα «Ἀποτάσσει τῷ σα­τα­νᾷ καὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ;». Καί κα­θώς αὐ­τές οἱ ποιητικές εἰ­κό­νες στήν φύ­ση καί στήν ἐκ­κλη­σί­α περ­νοῦν μπρο­στά ἀπ’ τά μά­τια μας, ταυ­τό­χρο­να σέ πα­ράλ­λη­λη ἀ­φή­γη­ση, μέ πα­ράλ­λη­λο μον­τάζ,  βλέ­που­με τόν σκληρό κα­τα­κτη­τή νά εἰσβάλλει καί νά σπέρ­νει τόν πα­νι­κό καί τήν βί­α.

Μᾶς δό­θη­κε αὐ­τός ὁ πλα­νή­της γιά νά ζή­σου­με σέ μα­κα­ρι­ό­τη­τα. Κι ἀ­πό τό­τε πού ἔ­γι­νε ἡ πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀρ­νη­θή­κα­με νά ζοῦ­με σέ πα­ρα­δεί­σια κα­τά­στα­ση. Καί τό ἁ­μάρ­τη­μα αὐ­τό τό ἐ­πα­να­λαμ­βά­νου­με γε­νιά μέ γε­νιά, ἄν­θρω­πος μέ ἄν­θρω­πο.

* * *

Ἀ­γα­πη­τοί πα­τέ­ρες καί ἀ­δελ­φοί ὁ νε­ο­έλ­λη­νας ἀ­φοῦ ἀρ­νή­θη­κε τήν πα­ρά­δο­σή του, φρον­τί­ζει σι­γά-σι­γά νά στε­ρεῖ ἀ­πό τά παι­διά του ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­ξί­α καί νά ὁ­δη­γεῖ­ται στόν μη­δε­νι­σμό καί τήν ἀπαξίωση, κι ἀ­φοῦ πρῶτα οὔρ­λια­ξε κά­τω ἀ­πό τά μπαλ­κό­νια γιά ἄρ­χον­τες στούς ὁ­ποί­ους δέν ὑ­πάρ­χει σω­τη­ρί­α, τώ­ρα φω­νά­ζει ἐ­νάν­τια στούς ἄρ­χον­τες ἐ­κεί­νους πού κά­πο­τε ψή­φι­ζε μέ μα­νί­α. Ἔ­χου­με ξε­χά­σει κά­θε μέ­τρο καί κά­θε ἀ­ρε­τή. Εἶ­ναι κα­λός ὁ λα­ός, ἀλ­λά εἶ­ναι ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νος. Σκε­φτό­μουν ὅ­τι κα­θώς περ­νοῦ­σε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μέ τό πο­δη­λα­τά­κι του κι οἱ συ­νερ­γά­τες τῶν Γερ­μα­νῶν τόν χλεύ­α­ζαν, μπο­ρεῖ αὐ­τό νά γι­νό­ταν σέ μιά κα­τά­στα­ση κό­λα­σης, ἀλ­λά τό ἴ­διο πρᾶγ­μα συμ­βαί­νει καί σή­με­ρα πολλές φορές ὅ­ταν περ­νά­ει ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας. Αὐ­τό κα­τα­φέ­ρα­με.

Πρέ­πει νά ξυ­πνή­σου­με ὅ­σοι θέ­λου­με νά λε­γό­μα­στε χρι­στια­νοί. Νά ση­κω­θοῦ­με ἀ­πό τούς κα­να­πέ­δες μας. Νά ἀ­πο­κτή­σου­με ἑ­νό­τη­τα, σέ μιά κοι­νω­νί­α πού εἶ­ναι διαρκῶς δι­χα­σμέ­νη, ἀ­πό τό 1821 μέ­χρι σή­με­ρα. Ἐ­μεῖς στήν ἐκ­κλη­σί­α πρέ­πει νά ἔ­χου­με ἑ­νό­τη­τα. Νά προ­σπα­θή­σου­με ἐ­πι­τέ­λους νά ἀποκτήσουμε ἐ­κεῖ­νο τό ἦ­θος, ἐ­κεί­νη τήν ἀν­τί­λη­ψη τῆς ζω­ῆς πού εἶ­χαν οἱ ἀ­πό­στο­λοι καί ἡ πρώ­τη ἐκ­κλη­σί­α. Ὁ Χρι­στός ἄ­φη­σε μιά ἐν­το­λή: νά γί­νουμε τό ἅ­λας τῆς γῆς. Σάν τό ἁ­λά­τι πού συν­τη­ρεῖ τόν κό­σμο νά εἴμαστει. Κι ἄν τό ἁ­λά­τι χα­λά­σει, με­τά ὁ κό­σμος χά­νε­ται. Καί σέ με­γά­λο βαθ­μό τό ἁ­λά­τι αὐ­τό, ἐ­μεῖς δη­λα­δή, ἔ­χου­με ἀρ­χί­σει καί ξε­ραι­νό­μα­στε.

Ἐκεῖνος μᾶς ζή­τη­σε νά κά­νου­με τήν ζω­ή μας, ζω­ή Του. Μᾶς ζή­τη­σε νά πο­ρευ­ό­μα­στε ἔ­χον­τας πά­ρει ὁ καθένας τίς εὐ­θύ­νες μας. Μᾶς ζή­τη­σε νά χαι­ρό­μα­στε κά­θε μέ­ρα. Νά μήν ἔ­χου­με κα­μί­α γκρί­νια. Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος σέ συν­θῆ­κες πά­ρα πο­λύ χει­ρό­τε­ρες ἀ­πό αὐ­τές πού ζοῦ­με σή­με­ρα, δέν γκρι­νιά­ζει οὔ­τε μί­α φο­ρά στίς ἐ­πι­στο­λές του. Ἀ­πευ­θύ­νει χαι­ρε­τι­σμούς χα­ρᾶς σ’ ὅ­λους τους συ­νερ­γά­τες καί ἀ­δελ­φούς του.

Δυστυχῶς κά­ποι­οι ἀ­πό ἐ­μᾶς (εἰ­δι­κά νέ­οι), οἱ ὁ­ποῖ­οι περ­νοῦν πολ­λές ὧ­ρες στό δι­α­δί­κτυ­ο βλέ­πον­τας κά­ποι­α πε­ρί­ερ­γα μπλόγκ καί ἰ­στο­σε­λί­δες, ἀλ­λό­κο­τα στήν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ἀλ­λά μέ μεγάλη ἀναγνωσιμότητα, διαβάζουν δι­α­φό­ρους κα­λο­γέ­ρους καί πα­πά­δες καί λα­ϊ­κούς πού γρά­φουν προ­φη­τεῖ­ες: ὅ­τι τώ­ρα θά γί­νει πό­λε­μος, αὔ­ριο θά γί­νει τό τέ­λος τοῦ κό­σμου. Κά­νουν δη­λα­δή ὅ,τι καί οἱ ἄ­θε­οι. Φοβοῦνται καί ψάχνουν τά μελλούμενα. Ξέ­ρε­τε ὅμως τί ἔ­λε­γαν οἱ πρῶ­τοι χρι­στια­νοί, κά­θε βρά­δυ ποῦ ἔ­πε­φταν νά κοι­μη­θοῦν; Μα­ράν Ἀ­θα. Δη­λα­δή "Ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι κον­τά". Ἔ­πε­φταν νά κοι­μη­θοῦ­ν καί πε­ρί­με­ναν ὅ­τι μπο­ρεῖ τό βρά­δυ νά ἔρ­θει ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Φό­βο δέν εἶ­χαν κα­νέ­να κι οὔ­τε με­λε­τοῦ­σαν κα­νέ­να ση­μά­δι. Δι­έ­δι­δαν τό εὐ­αγ­γέ­λιο, ζοῦ­σαν τά κα­λά νέ­α, χαί­ρον­ταν, κι ὅ­ταν ἔ­πε­φταν ἔ­κα­ναν ἀρ­χή με­τα­νοί­ας.

Θά ἤ­θε­λα νά πα­ρα­κα­λέ­σω νά βά­λου­με στό νοῦ μας ἕ­να πρᾶγ­μα. Αὐ­τή ἡ πα­θη­τι­κό­τη­τα πού ἡ κα­λο­πέ­ρα­ση μᾶς ἔ­δω­σε τό­σα χρό­νια, πρέ­πει νά στα­μα­τή­σει με­τα­ξύ μας. Αὐ­τό τό πή­γαι­ν’ ἔ­λα τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ του­ρι­σμοῦ  ὅπου ὅ­λο γυρ­νᾶ­με δε­ξιά κι ἀ­ρι­στε­ρά ἀλ­λά δέν ἀ­νή­κου­με που­θε­νά, πού ὅ­λο λέ­με με­γά­λες θε­ω­ρί­ες - ἐ­μεῖς οἱ κλη­ρι­κοί πρῶ­τοι - ἀλ­λά πρά­ξη δέν κά­νου­με. πού πα­ρι­στά­νου­με τούς ἔν­θε­ους κι ἅς ζοῦ­με μέ­σα σέ ἀ­χα­ρι­στί­α, χω­ρίς νά σκε­φτό­μα­στε ὅ­τι ἔ­στω κι αὐ­τό τό πιό λι­γο­στό πιά­το πού ἔ­χου­με νά φᾶ­με σή­με­ρα, τό ἔ­χου­με, καί γι’ αὐ­τό καί μό­νο θά ἔ­πρε­πε νά λέ­με ἕ­να με­γά­λο «δό­ξα τῷ Θε­ῷ», ὅ­πως βλέ­που­με στήν ταινία νά κά­νουν οἱ πιστοί μέ­σα σέ συν­θῆ­κες φρί­κης.

Νά κλεί­σου­με τίς τη­λε­ο­ρά­σεις καί νά πά­ψου­με νά ἀ­κοῦ­με τίς φωνές τοῦ κό­σμου τού­του. Νά ζή­σου­με λι­γά­κι πιό ἡ­συ­χα­στι­κά γιά νά γε­μί­σει ἡ καρ­διά μας μέ τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Νά δώ­σου­με χῶ­ρο ἐ­πι­τέ­λους στό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, τό ὁ­ποῖ­ο τό ‘χου­με ξε­χα­σμέ­νο.

Δέν ξέ­ρω ἄν φαί­νον­ται σκλη­ρά ὅ­λα αὐ­τά πού λέ­ω, ἀλ­λά ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος «ὅ­που πλε­ο­νά­ζει ἡ ἁ­μαρ­τί­α ὑ­περ­πε­ρισ­σεύ­ει ἡ χά­ρις» καί αὐ­τή ἡ κρί­ση γιά τήν ὁ­ποί­α συ­νε­χῶς ὅ­λοι μι­λᾶ­νε, ἐ­μεῖς ὡς χρι­στια­νοί, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δή γνω­ρί­ζου­με ἱ­στο­ρί­α, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δή ἔ­χου­με ἱ­στο­ρι­κή μνή­μη, ξέ­ρου­με ὅ­τι εἶ­ναι μιά πο­λύ με­γά­λη εὐ­και­ρί­α. Ὅ­πως σ’ ἕ­να ζευ­γά­ρι ἡ κρί­ση λει­τουρ­γεῖ γιά νά πά­ει μπρο­στά, ὅ­πως σ’ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἡ κρί­ση εἶ­ναι μιά εὐ­και­ρί­α γιά νά ξυ­πνή­σει καί ν’ ἀ­να­ζη­τή­σει τήν ἀ­λή­θεια, ἔ­τσι καί σ’ ἕ­ναν λα­ό πού ἔ­χει ξε­φύ­γει τό­σο πο­λύ εἶ­ναι μιά τε­ρά­στια εὐ­και­ρί­α.

Οἱ χρι­στια­νοί αὐ­τή τήν κρί­ση δέν πρέ­πει κα­θό­λου νά τήν φο­βό­μα­στε. Τό ὅ­τι λι­γο­στεύ­ουν τά χρή­μα­τά μας καί δέν θά μπο­ροῦ­με νά κα­τα­να­λώ­νου­με θά μᾶς ὁ­δη­γή­σει στό νά ἔ­χου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­τρο. Τό ὅ­τι ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πό ἐ­μᾶς δέν θά ἔ­χου­με ἴ­σως αὐ­τά πού θά ἔ­πρε­πε νά ἔ­χου­με θά μᾶς ὁ­δη­γή­σει σέ μιά φι­λα­δελ­φί­α. Καί ὅ­λα αὐ­τά μα­ζί θά μᾶς ὁ­δη­γή­σου­ν νά στρα­φοῦ­με σ’ ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­ναι καί­ριο στή ζω­ή μας, για­τί ὅ­λα αὐ­τά τά χρό­νια, μά πά­ρα πο­λύ γιά ἀλ­λό­τρια πράγ­μα­τα τυρ­βά­ζα­με.

* * *

 Κλείνοντας νά θυμίσω μί­α φρά­ση πού εἶ­πε ὁ π. Ἀ­λέ­ξαν­δρος στήν μι­κρή Ἑ­βραι­ο­πού­λα ὅταν ἤ­θε­λε νά βα­πτι­στεῖ. Καί τῆς εἶ­πε ἕ­να λό­γο τό­σο σο­φό καί τό­σο σπου­δαῖ­ο. Ἄν μεί­νεις Ἑ­βραί­α, τῆς εἶ­πε χω­ρίς κα­μί­α μι­σαλ­λο­δο­ξί­α γιά κα­νέ­να λα­ό, ἄν μεί­νεις Ἑ­βραί­α αρκεῖ νά  κά­νεις τό κα­λό στά μά­τια τοῦ Θε­οῦ. Ἄν γί­νεις ὅ­μως χρι­στια­νή πρέ­πει νά τιμᾶς τό βά­πτι­σμά σου. Καί οἱ νε­ο­έλ­λη­νες ἔ­χου­με δι­α­πρά­ξει αὐ­τή τήν με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α. Δέν τι­μᾶ­με τό βά­πτι­σμά μας. Ἐ­μεῖς, λοι­πόν, πού θέ­λου­με νά λε­γό­μα­στε χρι­στια­νοί ἅς κά­νου­με ἀρ­χή με­τα­νοί­ας τώ­ρα, σή­με­ρα. 

Θά τελειώσω μέ ἕνα λόγο τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου: Ἀδελφοί, πιστεύετε στό Εὐαγγέλιο καί στήν μαρτυρία τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, καί τότε θά γευθεῖτε, ἤδη ἀπ' αὐτή τήν γῆ, τήν μακαριότητα τοῦ παραδείσου. Ἀληθινά, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μας: Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χαρίζει στήν ψυχή τόν παράδεισο. Ἀμήν.

                                                                                                             
π. Χριστόδουλος Μπίθας

   





        




Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου