Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

"Προσευχές Ναυτικών "





Νίκος Καββαδίας  -  ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ


Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ’ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με την βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστούν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι ικεσία
και ψάλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που έμαθαν σαν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, τον σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών... »
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.



fb – Captain Nick

[2fA]

                                                   


"Μην πιέζεις, μην ενοχλείς.. "




Του π. Ανδρέα Κονάνου


Μην πιέζεις κανέναν.
Μην ενοχλείς τους άλλους. Το μεγάλο πρόβλημά σου είναι ακριβώς αυτό.
Έχεις μεταθέσει το πρόβλημά σου στους άλλους και δεν κοιτάς μέσα σου.
Δεν σου φταίει κανένας για την ευτυχία που δεν έχεις.
Δεν σου φταίει κανένας για τη μιζέρια που κουβαλάς.
Δεν σου φταίει κανένας για το κενό που υπάρχει στην ψυχή σου.
Διαρκώς λες: «Μου φταίει το ένα, μου φταίει το άλλο».
Αν είναι δυνατόν να σου φταίει ο ένας κι ο άλλος. Εσύ σου φταις.

Μου φταίω εγώ. Το πρόβλημα είναι δικό μου.
Κάτι δικό μου έχω, που με βασανίζει.

Αν είναι δυνατόν, η ευτυχία η δική μου να εξαρτάται από το τι θα κάνει το παιδί μου ή η γυναίκα μου ή ο άντρας μου ή ο γείτονάς μου.
Δηλαδή, για να γίνω εγώ ευτυχισμένος, θα πρέπει ν' αλλάξουν οι άλλοι;
Πιστεύω να καταλαβαίνεις τον παραλογισμό αυτής της απαίτησης.

Καθένας παίρνει τις δικές του αποφάσεις, κάνει τις δικές του επιλογές, έχει τη δική του ωριμότητα, τη δική του ώρα.
Εσύ να ’σαι εντάξει με τον εαυτό σου και να το παραδέχεσαι.
Να πεις: «Δεν φταίει το παιδί μου. Δεν φταίει ο άντρας μου. Δεν φταίει η γυναίκα μου. 
Εγώ φταίω που δεν έχω καλή σχέση με τον εαυτό μου, με την ψυχή μου, με τον Θεό μου».

Δεν έχω καλή σχέση με τον Θεό.
Και έπειτα, για να 'μαι εγώ ευτυχισμένος, ζητώ απ' τους άλλους να αλλάξουν.
«Κάνε αυτό, να σε δω να χαρώ». Θα χαρείς αν με δεις να αλλάζω με το ζόρι;
Και τι Θες να 'χεις δίπλα σου; Τι είναι ο άλλος; Ένα μπιμπελό;
Ένα παιχνιδάκι που το παίρνεις από δω και το βάζεις εκεί, κι ευχαριστιέσαι;
Μα το παιδί σου και ο άνθρωπός σου δεν είναι κτήματά σου.
Έχουν τη δικής τους προσωπικότητα, την ψυχή τους ανεξάρτητη και ζητούν τον δικό τους ζωτικό χώρο. Και ελευθερία.

Πάρε το απόφαση: δεν μπορείς να ελέγχεις τους άλλους.
Και μη γυρίσεις να μου πεις: «Ναι, εσύ τα λες αυτά επειδή δεν έχεις δικές σου τέτοιες υποχρεώσεις και γι' αυτό είσαι χαλαρός».
Όχι, δεν το λέω γι' αυτό. Το λέω επειδή έχω δει πολλούς έγγαμους ανθρώπους, παντρεμένους, που ζουν φυσιολογικά.
Έχω δει μάνες και πατέρες οι οποίοι αγαπούν πολύ τα παιδιά τους, θέλουν πολύ τη διόρθωσή τους, την επιστροφή κι αλλαγή τους.
Μα σέβονται απεριόριστα τα παιδιά τους. 
Κι έχουν καταλάβει αυτοί οι γονείς ότι δεν μπορείς ν' αλλάξεις τον άλλον με φωνές.

Πάρε το απόφαση: δεν αλλάζει ο άλλος με τις φωνές σου.
Αλλά και αν τον αλλάξεις, αυτή η αλλαγή θα `ναι πρόσκαιρη και θα `χει μέσα της κάτι το πιεστικό. Και η πίεση αυτή θα βγει κάπου αλλού.
Δεν αλλάζει έτσι ο κόσμος.

Άσε το παιδί σου ήσυχο. Πες του το σωστό. Εννοείται.
Θα το πεις μία, θα το πεις δύο, θα το πεις τρεις. Μετά; Τι θα κάνεις;
«Όχι, εγώ θέλω να τον δω ν' αλλάζει τώρα».
Αυτό είναι μια δική σου ανάγκη. Παραδέξου το.
Είναι δική σου ανάγκη να κάνεις τον κόσμο, όπως εσύ τον θέλεις.
Άρα έχεις δικό σου θέμα.



dinfo – [2fA]

                                                


Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

"Ας τα λέμε καλά.. "




Από τον π. Διονύσιο Ταμπάκη


- Πώς είστε Γέροντα;
- Δόξα Τω Θεώ, πολύ καλά, πιο καλά δεν γίνεται! εσείς;
- Εεε, ας τα λέμε καλά.

- Ααα!... Εσύ έχεις παιδιά;
- Ναι, έχω ένα, 20 χρονών.
- Και το αγαπάς;

- Ουου! μόνο; Όλη μας τη ζωή έχουμε δώσει μαζί με την σύζυγό μου, για να το δούμε ευτυχισμένο.
- Ε λοιπόν, αν ρωτήσουμε το παιδί σου πώς τα πέρασε τόσα χρόνια με τους γονείς του και μας απαντήσει: «εεε… ας τα λέμε καλά… », εσύ πώς θα αισθανθείς;
- Μαχαίρι θα κόψει την καρδιά μου!

- Έτσι όμως πληγώνουμε και εμείς τον καλό Θεό, όταν δεν αναγνωρίζουμε την ατελεύτητη και τρυφερή Του αγάπη για τον καθένα μας προσωπικά και όλο γκρινιάζουμε σαν τα κακομαθημένα παιδιά…



pemptousia – [2fA]

                                                                    


Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

"Κατανοώ, όταν αγαπώ.. "





Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
-  Μπορώ να κατανοώ τον άλλον πραγματικά, μόνο όταν τον αγαπώ



ο- Να εισέρχεσαι στο βαθύτερο του άλλου. 
Να βλέπεις πίσω από τα λόγια του τις σκέψεις του, πίσω από τις πράξεις του την πάλη με τα πάθη του.

ο- Οι περισσότεροι πίσω από μια απρεπή συμπεριφορά θα δούνε έναν αλήτη, έναν άξεστο, έναν αγενή άνθρωπο. Και αυτό είναι λάθος. 
Πίσω από την συμπεριφορά θα πρέπει να δω τον πόνο του, την αγωνία του, την αδυναμία του, το πρόβλημά του, την απουσία της ειρήνης του. 
Εάν μείνω στην συμπεριφορά του, γίνομαι χειρότερος απ’ αυτόν.

ο- Για να καταλάβουμε τον άλλον θα πρέπει να αποκτήσουμε άλλα μάτια, άλλο νου, άλλη καρδιά, άλλη αίσθηση των γεγονότων. 
Πίσω από την απρεπή συμπεριφορά καλούμαι να δω το πάθος του ανθρώπου, να δω τον αγώνα των δαιμόνων που θέλουν την ρήξη. 
Εάν δεν τα δω αυτά, τότε και εγώ γίνομαι μαριονέτα της εμπάθειας και της μικρότητας.

ο- Για να δω τον άλλον στο βάθος του χρειάζεται ταπείνωση. 
Για να αντιλαμβάνομαι και να κατανοώ τον άλλον χρειάζεται οφθαλμός πνευματικός, καρδιά που έχει ησυχία, νους φωτισμένος. 
Τότε εισέρχομαι στα βαθύτερα του άλλου και μπορώ να τον βοηθήσω γιατί πλέον τον αγαπώ. 
Τον αγαπώ, γι’ αυτό και τον κατανοώ. 
Αποδέχομαι ακόμα και το χαστούκι που θα μου δώσει, γιατί βλέπω πίσω από το χαστούκι τον πόθο του να βρει μια αγκαλιά.

ο- Η ταπείνωση γεννά την αγάπη μέσα στην καρδιά μας. 
Και η αγάπη μας παρουσιάζει την αλήθεια για τον άλλον.

ο- Πολλές φορές μένουμε στην επιφάνεια των πράξεων και κρίνουμε επιπόλαια διότι κρίνουμε τους άλλους απ’ αυτά που βλέπουμε να κάνουνε και να λένε. 
Η απάτη αυτή καταστρέφει τις σχέσεις μας, αποδομεί κάθε προσπάθεια για ειρήνη. 
Ήμουν μάρτυρας αρκετές φορές σε περιστατικά όπου τα νεύρα ενός ανθρώπου, οι βρισιές του, η σκληρότητά του, μαρτυρούσαν άνθρωπο που έψαχνε έναν φίλο, κάποιον να τον καταλάβει, κάποιον να του δώσει σημασία· κι όταν έγινε αυτό, ο άνθρωπος ησύχασε. 
Έβριζε τους πάντες και τα πάντα μα ουσιαστικά έλεγε «δεν υπάρχει κανείς που να μ’ αγαπά, χρειάζομαι κάποιον ν’ αγαπήσω».

ο- Πίσω από νεύρα και παράξενες συμπεριφορές κρύβεται πολλές φορές η συσσωρευμένη αγάπη που έχουνε πολλοί άνθρωποι και η οποία δεν έχει βρει διέξοδο να εκφραστεί.

ο- Είναι παράδοξο κι όμως αληθινό: Αυτοί που έχουνε μέσα τους αξόδευτη αγάπη να καταντούν να συμπεριφέρονται με απρέπεια, λάθος, σκληρά, με αγένεια, παράξενα. 
Αγαπούν, μα δεν βρήκανε τον τρόπο για να «ξεθυμάνει» η αγάπη τους. 
Γι’ αυτό και πολλές φορές η ορμή των συναισθημάτων τους εκδηλώνεται βίαια πληγώνοντας τους άλλους. 
Άλλο θέλουνε να πούνε μα άλλο λένε, άλλο θέλουνε να κάνουνε και άλλο κάνουνε.

ο- Κάθε άνθρωπος μια αγκαλιά αποδοχής ψάχνει. Κάποιοι την διεκδικούν με λάθος τρόπο. 
Μην μείνεις στον τρόπο τους, δες αυτό που ψάχνουν και δώσε το, χωρίς να μετράς εάν έκανες καλά ή όχι. 
Μην βυθομετρείς την αγκαλιά σου, γιατί οι πραγματικές αγκαλιές δεν έχουν μέτρο.



imverias - [2fA]

                                                                      


"Το πιο καλό παιδί!.. "




Τα Χριστούγεννα του Κακού Παιδιού
-  από το "Ποιείν"
Για την παιδική μου φίλη Τ.Ζ. και για όλα τα Κακά Παιδιά του Κόσμου...


Ήταν ένα Παιδί από εκείνα που κάποιοι λένε "κακά". 
Εγώ δεν ξέρω με σιγουριά να σας πω αν υπάρχει "καλό" και "κακό" παιδί στο Κόσμο, αυτό πάντως το Παιδί, το λέγανε Κακό. Και όλη τη χρονιά, κάθε χρονιά το μάλωναν οι γονείς του και το απειλούσαν, πως αν δεν γινόταν Καλό Παιδί, δεν θα του έφερνε το δώρο του ο Άγιος Βασίλης.

Εκείνο μάταια προσπαθούσε, πάλευε συνεχώς να αποδείξει πως δεν ήταν δα και τόσο κακό! Μα κανείς δεν αναγνώριζε τις προσπάθειές του, ούτε και ο Άγιος Βασίλης που ποτέ δεν του έφερνε δώρο. 
Σε αντίθεση με τα Καλά Αδελφάκια του που έβρισκαν κάθε ξημέρωμα Χριστουγέννων, ότι ακριβώς είχαν ζητήσει, κάτω από το στολισμένο δέντρο.

Ετούτα όμως τα Χριστούγεννα, το Κακό Παιδί αποφάσισε να κάνει τα πάντα για να πάρει κι εκείνο δώρο από τον Άγιο Βασίλη. 
Κι ήταν στ' αλήθεια, αποφασισμένο. 
Στα τέλη του Νοέμβρη έστησε παγίδα με κοφτερά αστέρια στο Πνεύμα των Χριστουγέννων, το έπιασε και το φυλάκισε μέσα σε ένα ξύλινο κιβώτιο. 
Το κιβώτιο το κάρφωσε με μεγάλα καρφιά κι έβαλε πάνω του έναν βαρύ καναπέ για να είναι σίγουρο, πως δεν θα μπορούσε να δραπετεύσει από εκεί μέσα. 
Θα το κράταγε καλά κλεισμένο, νηστικό και μόνο, μέχρι να του έφερνε ένα δώρο ο Άγιος Βασίλης.

Ήρθε ο Δεκέμβρης, πλησίαζαν και τα Χριστούγεννα, και κανένας άνθρωπος στο Κόσμο δεν ένοιωθε την ανάγκη να στολίσει το σπίτι του με χριστουγεννιάτικα στολίδια. 
Κανείς δεν ήθελε να φτιάξει μελομακάρονα, κουραμπιέδες και άλλα γλυκά της εποχής. 
Κανείς δεν άκουγε κάλαντα και τα παιδιά δεν έστειλαν ούτε ένα γράμμα στον Άγιο Βασίλη. 
Όλοι κυκλοφορούσαν μουτρωμένοι και το μόνο χαμογελαστό πρόσωπο ήταν αυτό του Κακού Παιδιού. Ήταν πολύ χαρούμενο που κανείς δεν απολάμβανε αυτά τα Χριστούγεννα και που κανείς τελικά δεν θα έπαιρνε δώρο.

Μακριά, στο Εργαστήρι του Άγιου Βασίλη, οι βοηθοί του έκλαιγαν και κάθονταν άπραγοι γύρω από τη πολυθρόνα του. 
Τον παρακαλούσαν να τους δώσει παραγγελίες, μα κι εκείνος, τίποτα δεν είχε να πει αφού δεν είχε λάβει παρά μόνο μία. 
Κι έτσι, παραμονή Χριστουγέννων, ετοίμασε το έλκηθρο, έδωσε από ένα χάδι στους φίλους του τους Τάρανδους και κίνησε να πάει να βρει εκείνο το μοναδικό παιδάκι που με το γράμμα του, του ζητούσε ένα δώρο.

Σε λίγη μόλις ώρα ο Άγιος Βασίλης και η συνοδεία του βρισκόταν πάνω από το σπίτι του Κακού Παιδιού για να του παραδώσει το δώρο του αν και δεν ήξερε τι θα ήθελε το Παιδί να είναι.
Κατέβηκε, όπως συνήθιζε από τη καμινάδα του σπιτιού και έφτασε στο μεγάλο σαλόνι. 
Κοίταξε προς όλες τις πιθανές κι απίθανες κατευθύνσεις, αλλά πουθενά δεν έβρισκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. 
Απογοητευμένος, γύρισε να φύγει κι εκεί μέσα στο σκοτάδι, είδε ένα λαμπερό χαμόγελο να φέγγει στο σκοτάδι. Πλησίασε καλύτερα, έσκυψε και είδε το Κακό Παιδί κουλουριασμένο κάτω από το τραπέζι να τον κρυφοκοιτάζει.

"Τι κάνεις καλό μου τέτοια ώρα εδώ; θα έπρεπε να είσαι στο κρεβάτι σου!", απόρησε ο Άγιος Βασίλης.
"Σε περίμενα Άγιε Βασίλη" ψέλλισε το Κακό Παιδί, "Εγώ σου έστειλα το γράμμα κι εφέτος, ήμουν σίγουρος πως θα ερχόσουν και για εμένα. Και να τελικά που ήρθες!"
"Έλαβα το γράμμα σου παιδί μου, αλλά δεν μου έγραφες τι θα ήθελες για δώρο;" ρώτησε ο Άγιος.

"Δεν θέλω τίποτα Άγιε Βασίλη! Έχω παιχνίδια και ρούχα και φαγητό και όμορφο σπίτι. 
Θα ήθελα μόνο, να με κάνεις Καλό Παιδί." εξήγησε το Κακό Παιδί.
"Όλοι με λένε Κακό και δεν ξέρω τι να κάνω για να γίνω Καλό. 
Έτσι φυλάκισα το Πνεύμα των Χριστουγέννων. 
Να μην κάνει κανείς χαρούμενα Χριστούγεννα! Μόνο εγώ! 
Λυπάμαι Άγιε, δεν είχα άλλη λύση..."

Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τη μεγάλη αγκαλιά του και χώθηκε μέσα το Κακό Παιδί κι έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε κι όταν δεν είχε άλλα πια δάκρυα να μουσκέψει τη γενειάδα του, σήκωσε τα μεγάλα μάτια του και είδε στο πρόσωπο του Άγιου Βασίλη, ένα - ένα να περνάνε τα πρόσωπα της οικογένειάς του. 
Η μαμά του, ο μπαμπάς του, τα αδελφάκια του... 
Και όλα τα πρόσωπα ήταν χαμογελαστά και τον αγαπούσαν πραγματικά. 
Το έβλεπε στα μάτια τους! Κι ήταν πράγματι το ωραιότερο δώρο που υπάρχει!

Ο Άγιος Βασίλης τον πήρε από το χέρι και μαζί πήγαν στην αποθήκη κι ελευθέρωσαν το Πνεύμα των Χριστουγέννων. 
Ξαφνικά, γέμισε ο Κόσμος με πολύχρωμα λαμπιόνια, μυρωδιές από γλυκά και κάλαντα. 
Όλα τα παιδιά, στον ύπνο τους χαμογελούσαν όμορφα και μαγικά πακέτα με δώρα άρχισε να βρέχει ο ουρανός, μαζί με ζαχαρένιες νιφάδες και καραμέλες.
Το Κακό Παιδί πλέον ήτανε Καλό κι έτρεξε γρήγορα στο κρεβάτι των γονιών του, χώθηκε στη μέση, τους αγκάλιασε και τους γέμισε φιλιά, για πρώτη φορά. 
Εκείνοι, το έσφιξαν στην αγκαλιά τους, το χάιδεψαν, το φίλησαν γλυκά και του έδωσαν το δώρο τους, να το συντροφεύει πάντα.

Ο Άγιος Βασίλης, πήρε το έλκηθρό του και τους υπομονετικούς του τάρανδους και γύρισε στο σπίτι του, ευτυχισμένος. 
Είχε πολλά πράγματα να φροντίσει μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα και πολλά Κακά Παιδιά να μεταμορφώσει...




fb – Thpiroth

                                               


Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

"H κατάργηση του Θανάτου "













H ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
-  Πώλ Τίλλιχ  [Paul Johannes Tillich, 1886 – 1965]
Περιοδικό Ευθύνη, τ. 445, Ιανουάριος 2009


Το σκότος µέσα στο οποίο τα Χριστούγεννα λάµπουν, είναι πάνω από όλο το σκοτάδι του θανάτου. Η απειλή του θανάτου, που επισκιάζει όλη την πορεία της ζωής µας, είναι το σκοτεινό υπόβαθρο της ανθρώπινης αναµονής της Έλευσης.
Ο θάνατος δεν είναι απλώς το ψαλίδι που κόβει το νήµα της ζωής µας, έτσι όπως ένα άγνωστο αρχαίο σύµβολο υποδείκνυε.
Είναι µάλλον ένα από αυτά τα νήµατα που υφαίνονται διαµορφώνοντας το σχέδιο της ύπαρξης µας, από την αρχή µέχρι το τέλος της.

Το γεγονός ότι θα πεθάνουµε είναι µια δύναµη που διαµορφώνει όλη µας την ύπαρξη, νου και σώµα την κάθε στιγµή· το πρόσωπο κάθε ανθρώπου αντανακλά το ίχνος της παρουσίας του θανάτου στη ζωή του, του φόβου του για τον θάνατο, του θάρρους του απέναντι στο θάνατο, και της παραίτησής του στον θάνατο.

Αυτή η τροµακτική παρουσία του θανάτου, υποβάλλει τον άνθρωπο στη δουλεία όλη του τη ζωή. Για όσο διάστηµα υπόκειµαι στο φόβο, δεν είµαι ελεύθερος· και δεν είµαι ελεύθερος να ενεργήσω όπως απαιτεί η κατάσταση, αλλά είµαι δέσµιος να ενεργήσω σύµφωνα µε τις εικόνες και τις φαντασιώσεις που παράγονται από τον φόβο µου.

Γιατί ο φόβος, πάνω απ’ όλα είναι φόβος για το άγνωστο· και το σκοτάδι του αγνώστου είναι γεµάτο από τις εικόνες που δηµιουργεί ο φόβος.
Αυτό είναι αλήθεια, ακόµη και όσον αφορά γεγονότα του πεδίου της καθηµερινής ζωή: το άγνωστο πρόσωπο τροµοκρατεί το βρέφος· η άγνωστη βουλή του γονέα ή του δασκάλου δηµιουργεί φόβο στο παιδί· και όλα τα άγνωστα παρελκόµενα οποιασδήποτε κατάστασης ή καινούργιου εγχειρήµατος, παράγουν φόβο, που είναι το αίσθηµα του να µην νοιώθεις ικανός να χειριστείς την κατάσταση. ….

Αλλά πρέπει να ρωτήσουµε, ποιός είναι ο λόγος γι’ αυτό τον φόβο.
Δεν είµαστε «πεπερασµένοι», περιορισµένοι και ανήµποροι να φανταστούµε ή να ευχηθούµε για µια ατελεύτητη διαιώνιση της προσωρινότητάς µας;
Αυτό δεν θα ήταν πιό τροµερό απ’ τον ίδιο τον θάνατο;
Δεν υπάρχει µέσα µας ένα αίσθηµα πληρότητας, ικανοποίησης και ανιαρότητας όσον αφορά στη ζωή, όπως είναι φανερό στα λόγια της Π. Διαθήκης για τους Πατριάρχες;

Δεν είναι ο νόµος «γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις», φυσικός νόµος;
Τότε γιατί χρησιµοποιείται ως κατάρα στην ιστορία του Παραδείσου;
Πρέπει να υπάρχει κάτι πιο βαθιά µυστηριώδες στον θάνατο από τη φυσική θλίψη που συνοδεύει την συνειδητοποίηση της παροδικότητάς µας.

Ο Παύλος το δείχνει αυτό όταν αποκαλεί τον θάνατο «µισθό της αµαρτίας» και την αµαρτία «το κέντρο του θανάτου».
Και µας µιλάει επίσης για «εκείνον που έχει το κράτος του θανάτου, τουτέστιν τον Διάβολο» —την οργανωµένη δύναµη της αµαρτίας και του κακού.

Ο θάνατος, µολονότι φυσιολογικός για κάθε πεπερασµένο ον, ταυτόχρονα δείχνει να αντιτίθεται στη φύση. Αλλά µόνο ο άνθρωπος είναι εκείνο το ον που µπορεί να αντιµετωπίσει τον θάνατο συνειδητά· αυτό συνίσταται στο µεγαλείο και την αξιοπρέπειά του.
Αυτό είναι που τον αξιώνει να αναζητά το νόηµα της ζωής του, ένα ερώτηµα που τον ανυψώνει πάνω από τη ζωή του, και του δίνει το αίσθηµα της αιωνιότητάς του.

Η γνώση του ανθρώπου ότι πρέπει να πεθάνει είναι επίσης η γνώση του, ότι είναι υπεράνω θανάτου.
Είναι το πεπρωµένο του ανθρώπου να είναι θνητός και αθάνατος ταυτόχρονα.
Και τώρα γνωρίζουµε ποιό είναι το «κέντρο του θανάτου» και γιατί ο Διάβολος έχει «τη δύναµη του θανατου»: έχουµε χάσει την αθανασία µας.

Δεν είναι το γεγονός ότι είµαστε θνητοί, αυτό που δηµιουργεί τον απόλυτο φόβο του θανάτου, αλλά µάλλον το ότι χάσαµε την αιωνιότητα πέρα από τη φυσική και αναπόφευκτη θνητότητά µας· ότι τη χάσαµε λόγω αµαρτωλού διαχωρισµού από τον Αιώνιο· κι ότι είµαστε ένοχοι γι’ αυτό τον διαχωρισµό.

Το να είµαστε υποδουλωµένοι στον φόβο του θανάτου κατά τη διάρκεια της ζωής µας, σηµαίνει να είµαστε υποδουλωµένοι στον φόβο του θανάτου ο οποίος είναι φύση και ενοχή ταυτόχρονα.
Στον φόβο του θανάτου, δεν είναι απόλυτα η γνώση της περατότητάς µας αυτό που διατηρείται, αλλά και η γνώση της αιωνιότητάς µας, η γνώση ότι είµαστε προορισµένοι για αιωνιότητα, και το ότι την χάσαµε.

Είµαστε δούλοι του φόβου, όχι επειδή πρέπει να πεθάνουµε, αλλά επειδή µας αξίζει να πεθάνουµε!
Συνεπώς, η σωτηρία δεν είναι µαγική διαδικασία µε την οποία χάνουµε την θνητοτητά µας. … 
Αλλά βασίζεται σε κάτι που η ίδια η Αιωνιότητα έχει κάνει, κάτι που µπορούµε να ακούσουµε και να δούµε στην πραγµατικότητα ενός θνητού ανθρώπου που, µέσω του θανάτου του, κυρίευσε αυτόν που έχει «τη δύναµη του θανάτου».


Αν τα Χριστούγγενα έχουν κάποιο νόηµα, αυτό είναι το νόηµα.
Ρώτα τον εαυτό σου, καθώς ακούς τις προφητείες της «Ελεύσεως» και τις ιστορίες των Χριστουγέννων, εάν η στάση σου έναντι του θανάτου έχει αλλάξει· εάν εξακολουθείς να είσαι υποδουλωµένος στον φόβο του θανάτου· κι αν µπορείς να αντέξεις την εικόνα του δικού σου θανάτου.

Μην εξαπατάς τον εαυτό σου σε σχέση µε τη σοβαρότητα του θανάτου —όχι του θανάτου γενικά, όχι του θανάτου κάποιου άλλου, αλλά του δικού σου θανάτου— µε όµορφα επιχειρήµατα περί αθανασίας της ψυχής.

Το Χριστιανικό µήνυµα είναι πιο ρεαλιστικό από εκείνα τα επιχειρήµατα.
Γνωρίζει ότι εµείς, όντας εµείς, πρέπει να πεθάνουµε· δεν είναι µόνο ένα µέρος µας που πεθαίνει. Και µέσα στη Χριστιανοσύνη υπάρχει µόνο ένα «επιχείρηµα» εναντίον του θανάτου: η συγχώρεση των αµαρτιών, και η νίκη απέναντι στο «κράτος του θανάτου».

Μιλάει για τον ερχοµό του Αιώνιου σε εµάς, γεννώμενος προσωρινός, ώστε να αποκαταστήσει την δική µας αιωνιότητα.
Ολόκληρος ο άνθρωπος είναι θνητός και αθάνατος ταυτοχρόνως· ολόκληρος ο άνθρωπος καταδικάζεται και σώζεται ταυτοχρόνως, επειδή ο Αιώνιος έγινε κοινωνός σαρκός και αίµατος και του φόβου του θανάτου.
Αυτό είναι το µήνυµα των Χριστουγέννων.


Αγιογραφία: "Ο Μονογενής Υιός" - Ρωσική φορητή εικόνα του 1553



anixneuseis – [2fA]


                                     


"Καρδιές αθώες "





Χαράλαμπος Λίβυος Παπαδόπουλος


Σε πείσμα όλων εκείνων που θα ήθελαν ένα Θεό εξουσίας, επιβολής, φόβου και απειλής, Εκείνος εισέρχεται μέσα στην ιστορία των ανθρώπων ως ένα ανυπεράσπιστο, ευάλωτο και αδύναμο βρέφος.  Δείγμα της φανέρωσης Του, που δεν επιθυμεί να φοβίσει, να επιβληθεί ή να εξουσιάσει κανέναν. Δεν απειλεί, αλλά καλεί σε συνάντηση καρδιές αθώες, απλές, που μπορούν να εκπλήσσονται στο απλό και όμορφο. 
Ψυχές που αντέχουν να πιστεύουν στο αλλιώς της ζωής, πέρα από την βαρβαρότητα του ορθολογισμού, από την τυραννία της τελειότητας.

Δεν μπορείς να συναντηθείς με το βρέφος της Βηθλεέμ όσο επιμένεις να σκοτώνεις κάθε παιδικότητα που υπάρχει μέσα σου. 
Ας κοιτάξουμε ποιοι προσκυνούν το θείο βρέφος. 
Μάγοι, άνθρωποι που πίστευα στο "παραμύθι", την ποίηση, την άλλη θέαση της ζωής πέρα από τον λογοκρατούμενη δυναστεία του νου. 
Ποιμένες, απλοί στην αμεσότητα της ζωής. 
Άγγελοι, κατεξοχήν υπάρξεις δοξολογίας και ευχαριστίας.

Να ’ναι, τυχαία αυτή η επιλογή των προσώπων; Δεν νομίζω. 
Αντιθέτως το μήνυμα είναι σαφές, μονάχα απλοί και ταπεινοί, άμεσοι και ειλικρινείς με την ζωή άνθρωποι αναγνωρίζουν στο βρέφος της Βηθλεέμ τον άχρονο Θεό που κένωσε τον εαυτό του, για να συναντηθεί με τον άνθρωπο.

Είναι εκείνες οι ψυχές, που μπορούν να βλέπουν αυτά που οι πολλοί απλά κοιτάζουν, που μαγεύονται από την θέαση του κρυμμένου μυστηρίου που συνέχει τα πάντα γύρω και μέσα μας, κι αναγνωρίζουν την αιώνια αθωότητα του Θεού, σε κάθε αδύναμο, φοβισμένο και ταλαιπωρημένο πλάσμα. 
Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να αντικρίσουν την δόξα του θείου βρέφους. 
Οι άλλοι απλά θα παραμορφώνονται σε έναν Ηρώδη που επιζητεί να σκοτώσει κάθε τι που του θυμίζει αυτό που εκείνος ξέχασε ή θέλει να λησμονήσει, την αθωότητα της αγάπης.



fb – [2fA]

                                                  


"Πλοῦτος ἐν πενίᾳ πολλῇ "





"Χριστός γεννάται, δοξάσατε!"


Ἀπόστολος Παῦλος

«…. ὅτι δι’ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν,
ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτω
χείᾳ πλουτήσητε».
(
Β΄ Κορ. η΄ 9)


Ἰωάννης
Χρυσόστομος

«
Τί δὲ εἴπω ἢ τί λαλήσω;
Τέκτονα καὶ φάτνην ὁρῶ, καὶ βρέφος, καὶ σπάργανα,
λοχὸν παρθένου τῶν χρειῶν ἔρημον,
ὅλα πτωχείας ἐχόμενα,
ὅλα πενίας γέμοντα

Εἶδες πλοῦτον ἐν πενίᾳ πολλῇ;
πῶς πλούσιος ὢν διἡμᾶς ἐπτώχευσε;
πῶς οὔτε κλίνην, οὔτε στρωμνὴν εἶχεν,
ἀλλἐπὶ ξηρᾶς ἔρριπτο φάτνης



fb – [2fA]

                                                       


Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

"Ένα δέντρο μια φορά "





Ευγένιος Τριβιζάς, «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία - Ένα δέντρο μια φορά»
-  εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 24 Δεκεμβρίου 2003



Το δέντρο

Σ' ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε.
Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία.
Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.

Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά.
Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.

Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί, χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.

Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του.
Κι αν συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν; 
Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;

Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε.
Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό, Χριστουγεννιάτικο έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού.
Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το καμαρώνουν...


Το παιδί

Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού.
Τα βράδια κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια.
Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε.
Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία.
Τα μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός αληθινού σπιτιού.

Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα 'χε πού να μείνει.

Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ' τα φωτισμένα παράθυρα τα λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε.
Ζήλευε πολύ, πόσο θα 'θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του...

Πώς το 'φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί.


H συνάντηση

Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης πολιτείας.
Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα.
Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.

Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες, έπεσε άθελά του πάνω σ' έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κει.
Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη.
Ο περαστικός του 'βαλε οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.

Το αλητάκι σηκώθηκε, το 'βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο δρόμο με το παραμελημένο δέντρο.
Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα, από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.

- Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή. Ήταν το δέντρο του δρόμου.
- Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει, χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.

- Στόλισέ με! - ψιθύρισε το δέντρο - Στόλισέ με και εμένα έτσι!
- Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.
- Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να 'ναι τα στερνά μου Χριστούγεννα, να μην δω άλλα.

- Γιατί το λες αυτό;
- Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα από τα δύο... Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.

Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του.
Σε λίγο δεν θα 'χε ούτε 'κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;

- Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε ολόγυρά του.
- Με τι; Απόρησε.
- Ό,τι να 'ναι... κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.
- Καλά... Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω...
Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.


Τα στολίδια

Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός έπιασε να χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό... Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου.
Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα.
Μια παρέα πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία τη μια μετά την άλλη. Το αγόρι μάζεψε ένα-ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.

- Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ' τη χαρά του.
- Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.

Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω άδειασε με φόρα απ' το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε μια πλακόστρωτη αυλή.
Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις φέρει ένα - δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.

- Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.
- Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο...
- Κοίτα! Έρχονται!

Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.
- Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.
Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.

Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο πυκνό.
Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε!
Είδε το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην κορφή του δέντρου.

Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν, τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του κλωνιά και το πεφταστέρι ν' ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.

- M' έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο -είπε το δέντρο στο παιδί-
Σ' ευχαριστώ πολύ. Σ' ευχαριστώ αληθινά...
Πόσο θα 'θελα να μπορούσα να σου χάριζα κι εγώ ένα δώρο...
- Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια
- Άσε με, σε παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο.
Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένο, πονάω... και δεν έχω πού να πάω...

- Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.
- Και να δεις... Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.
Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε όσο μπορούσε πιο κοντά του.


Το ταξίδι

Το χιόνι έπεφτε γύρω του, πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν.
Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν ξαφνικά - τι παράξενο - άκουσε εκείνον τον ήχο... Τον ήχο τον χαρμόσυνο!
Κουδουνάκια τρόικας!
Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να καλπάζουν ρυθμικά.

Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο!
Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο.
Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά.
Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες φούντες...

Παραξενεύτηκε το παιδί.
Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα δώρα; Και οι καβαλάρηδες;
Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!
H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της πριγκιποπούλας.

- Τι όμορφο δέντρο! -Χαμογέλασε- Ποιος να το στόλισε άραγε;
- Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.
- Αλήθεια;
- Ναι.
- Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.
- Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.

H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.

Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!
Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια.
Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά... λες κι είχανε φτερά...
Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος της χιονισμένης στέπας.
Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..


Λένε οι παλιοί...

Λένε οι παλιοί, ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.

Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι, τυλιγμένο σ' ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.

Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει.
Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.

Έτσι λένε... Ποιος ξέρει…



womantoc – [2fA]




"Ετέχθη Σωτήρ "





Nota Nicolopoulou Katras  -  ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΥΛΑΒΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗΛΗ


Ξημέρωσε Παραμονή
Απόλυτη σιγή επικρατεί
η φύση σιωπά
οι ποιμένες προσμένουν
οι Άγγελοι σιγοψέλνουν
τα ζώα αναπνέουν βαθιά
Το φεγγάρι στέκεται στην κορυφή ενός χιονισμένου δένδρου
Τα αστέρια φωτίζουν έντονα, κάποιον περιμένουν
όλοι προσμένουν τον Σωτήρα Χριστό

Ας ετοιμάσουμε τις ψυχές μας
Ας γονατίσουμε ταπεινά
να προσκυνήσουμε απόψε
τον Γεννηθέντα Χριστό
Ας επιτρέψουμε
την Θεία χάρη Του
να γεννηθεί στις καρδιές μας
και να αναφωνήσουμε με χαρά
Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη
εν ανθρώποις ευδοκία
«Ετέχθη σήμερον Σωτήρ!»



fb – [2fA


                                          


Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

"Βηθλεέμ ἑτοιμάζου.. "





Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων
-  Ἰδιόμελον Χριστουγέννων Α΄ Ὥρας
Ἦχος πλ. δ'


«Βηθλεὲμ ἑτοιμάζου· εὐτρεπιζέσθω ἡ φάτνη·
τὸ Σπήλαιον δεχέσθω, ἡ ἀλήθεια ἦλθεν·
ἡ σκιὰ παρέδραμε·
καὶ Θεὸς ἀνθρώποις, ἐκ Παρθένου πεφανέρωται,
μορφωθείς τὸ καθ᾿ ἡμᾶς, καὶ θεώσας τὸ πρόσλημμα.
Διὸ Ἀδὰμ ἀνανεοῦται σὺν τῇ Εὔᾳ, κράζοντες·
Ἐπὶ γῆς εὐδοκία ἐπεφάνη, σῶσαι τὸ γένος ἡμῶν».



fb - [2fA]

                                                      


Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017

"Στή φάτνη τῆς ψυχῆς μας "




Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος
-  από το Μήνυμα του Μητροπολίτου

Τί εἶναι τά Χριστούγεννα; Πῶς πρέπει νά τα ζήσουμε;
Μήπως κάτι πρέπει νά κάνουμε λίγο διαφορετικό, πιό οὐσιαστικό
τήν χρονι
ά πού βρίσκεται μπροστά μας καί πού γιά κάποιους ἀπό ἐμᾶς 
–ἐνδεχομένως καί γιά μένα– μπορεῖ νά εἶναι ἡ τελευταία μας εὐκαιρία;
Ποιό εἶναι τό νόημα τῶν Χριστουγέννων;


ταν λέμε «Χριστούγεννα» καὶ «ἑορτασμὸ Χριστουγέννων» συνήθως στὸ μυαλὸ μας συνδυάζεται αὐτὸ μὲ ἀφθονία ἀγαθῶν, μὲ ἀνταλλαγὴ δώρων, μὲ στολισμοὺς καὶ ἐσχάτως μὲ ταξίδια...
Ὅλα αὐτὰ ὑπογραμμίζουν τὸ ψέμα. Δίνουν ὅμως καὶ σὲ ἐμᾶς τὴν ἀφορμὴ νὰ ἀλλάξουμε.
Ἀντὶ γιὰ τὴν ἀφθονία, ἂς δοκιμάσουμε –ἔστω γιὰ φέτος μόνο– μία ἀλλαγή:
νὰ περάσουμε τὰ Χριστούγεννα μὲ λιτότητα.
Ὄχι μὲ φτώχεια, ἀλλὰ μὲ μὴ σπατάλη, μὲ χαρά.
Τὸ τραπέζι μας νὰ εἶναι γεμάτο, νὰ ἱκανοποιήσουμε κάποιες ἀνάγκες, ἀλλὰ ὄχι τὰ περιττά. Ἀντὶ νὰ δίνουν οἱ χορτασμένοι δῶρα στοὺς χορτασμένους, νὰ καλλιεργήσουμε τὴν ἐλεημοσύνη, νὰ στερηθοῦμε λίγο γιὰ τὸν ἀδελφό.

Καὶ ἂν δὲν ἔχουμε χρήματα, νὰ δώσουμε λίγο χρόνο σὲ ἕναν πονεμένο, λίγη ὑπομονὴ σὲ κάποιον ποὺ εἶναι ἰδιόρρυθμος καὶ τὸν ἀποφεύγουν ὅλοι ἀπομονώνοντάς τον, νὰ κάνουμε λίγο κόπο γιὰ κάποιους ἀνθρώπους, νὰ πᾶμε σὲ ἕνα νοσοκομεῖο.
Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ καλύτερο δῶρο πρὸς τὸν Χριστό.
Ἀντὶ νὰ κάνουμε  ἄλλους στολισμούς, νὰ ἐπιμεληθοῦμε λίγο τὶς ψυχές μας – νὰ κάνουμε τὸν στολισμὸ τῆς ψυχῆς.
Εἶναι τραγικὸ τὸ σπίτι μας νὰ εἶναι γεμάτο ἀπὸ καμπανίτσες, δεντράκια καὶ λουλούδια, καὶ ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι ἀραχνιασμένη.
Τί ὡραῖο πράγμα ὅμως, νὰ εἶναι ἡ καρδιά μας περιστόλιστη καὶ τὸ σπίτι μας νὰ ἔχει καὶ αὐτὸ τὸν ἁπλὸ καὶ κανονικό του διάκοσμο!

Καὶ ἀντὶ γιὰ ταξίδια μακρινὰ νὰ κάνουμε τὸ ἕνα ταξίδι.
Αὐτὸ τὸ ταξίδι ποὺ ἔκαναν οἱ ποιμένες – «διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεὲμ καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ γεγονὸς» (Λουκ. β΄ 15).
Χρειάζεται λίγη ἡσυχία γιὰ νὰ καταλάβω τί εἶναι ἡ Βηθλεέμ: Εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔγινε κάποτε σὲ ἕνα χωριουδάκι; Ἢ μήπως εἶναι μία κατάσταση στὴν ὁποία μπορῶ καὶ ἐγὼ ὡς ἄλλος ταπεινὸς ποιμένας νὰ προσεγγίσω;

Νὰ καταλάβουμε λοιπὸν λίγο, τί εἶναι τὰ Χριστούγεννα.
Τί μᾶς λένε τὰ Χριστούγεννα;
Πῶς γεννᾶται ἡ σωτηρία μας μέσα ἀπὸ τὴν εὐτέλεια τοῦ σπηλαίου καὶ τὴν ταπείνωση τῶν σπαργάνων;
Πῶς ὁ Θεὸς βγάζει ὅλη τὴν ἀγάπη Του μὲ τὴν ἔνδυση τῆς ἀνθρώπινης φύσης;
Πῶς ὁ Θεὸς κατεβαίνει καὶ μᾶς δίνει αὐτὸ τὸ μεγάλο δῶρο τῆς ὁμοίωσής μας μαζί Του;

Αὐτὴ ἡ εὐλογημένη περίοδος ποὺ ξανοίγεται μπροστά μας, ξανοίγεται σὰν μία μοναδικὴ εὐκαιρία γιὰ τὸν κάθε ἕνα μας.
Σὲ ἐμᾶς μένει λίγο νὰ ἀνοίξουμε τὰ μάτια μας, κάπως νὰ διευρύνουμε τὴν ἀκοή μας νὰ ἀκοῦμε τὰ πνευματικὰ μηνύματα, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βρεθοῦμε κάποτε κι ἐμεῖς σὲ αὐτὴ τὴν Βηθλεέμ, νὰ χαροῦμε μὲ ὅλη μας τὴν ὕπαρξη τὰ Χριστούγεννα.
Καὶ τότε, αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα θὰ βεβαιώνουν ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μεθ’ ἡμῶν, ὅτι ὁ Θεὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας, καὶ ὄχι μόνο ἀνάμεσά μας, ἀλλὰ τελικῶς καὶ ἐντὸς ἡμῶν –
«ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ΄ 21).

Εὔχομαι νὰ δώσει ὁ Θεὸς σὲ ὅλους μας ἀνεξαιρέτως νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀντικρύσουμε τὸν Κύριο, ὄχι μόνο γεννώμενο στὴν φάτνη τῆς Βηθλεέμ, ἀλλὰ –κυρίως– ἀνακλινόμενο στὴ φάτνη τῆς ψυχῆς μας.



imml – [2fA]




Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

"O ποιητής και το κτήνος "




Ειρήνη Zαμάνη  -  "Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ"
από μια φράση του π. Χριστόδουλου


Ακούει συχνά  μέσα του σπηλαιώδη τη φωνή
στο Κακό να τον σπρώχνει.
Και τού ’ναι εύκολο  πολύ την έριδα, την παραφορά,
το αίμα να οσμίζεται και ίδιος λύκος της στέπας
να κυνηγά το θήραμα.
Αν το θήραμα έχει  μάτια υγρά που εκλιπαρούν,
που πονούν,
αν διπλώνεται ικέτης στο όνομα μιας ανθρωπιάς,
αν ξεγελαστεί για άνθρωπο να τον περάσει,
πιο ηδονικά τα άνομά του έργα.

Κι είναι άλλες  φορές που τον κεντά μια νοσταλγία
και του ’ναι δύσκολο πολύ  να μη θυμάται…
Το μέσα του μια προσευχή παιδική
να φωτίζει του κόσμου τα σκοτάδια.
Κάποτε.
Να σμίγει την ανάσα του με των ομοίων του και
να ’ ναι οι όμοιοι όμορφοι κι έντιμοι και αγαθοί.
Να δένει με εμπιστοσύνη το χέρι του και να ’ναι το ίδιο χέρι μαθημένο να δίνει
και να τον ελέγχει, όταν δε δίνει.
Και να κοιτά συχνά τον ουρανό ,
η ψυχή του ένα κομμάτι ατόφιος ουρανός.
Η θύμηση απ’ την πάλαι ποτέ  ευγενική του φύση ακάλεστη
σαν έρθει τον τσιμπά
και μια υπόκωφη αξεδιάλυτη φωνή
τον τυραννά
που του φωνάζει
«ΓΥΡΝΑ»…


12 Νοέμβρη 2015


[2fA]



Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

"Ένας ορθόδοξος μοναχός "




-  Από την Romfea.gr

Τι γυρεύει ένας ορθόδοξος μοναχός στο άντρο του πανίσχυρου παπισμού, στην Ιταλία, τον 13ο αιώνα;
Τι προβλήματα αντιμετωπίζει ένα μοναστήρι με ορθόδοξη θεολογική ομολογία, μακριά από το μητροπολιτικό διοικητικό και πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας, σε στιγμές μάλιστα που δοκιμαζόταν από ξένες επιβουλές και έστεκε ζωντανή, πλην αποδυναμωμένη, μέχρι τη μοιραία κατάληξη του 1453;

Πώς διαμορφώνονταν οι συνθήκες στις σχέσεις μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Βατικανού στο μεσοδιάστημα από το σχίσμα του 1054 μέχρι τη γνωστή Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας;
Πώς σχετίζεται μια χούφτα μοναχών του Μεσαίωνα με τον Αριστοφάνη;
Ή τέλος, πώς ξεκίνησε η περιλάλητη Ουνία και αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα ακανθώδη ζητήματα της Ανατολικής και Δυτικής χριστιανοσύνης;


Όλα αυτά τα ερωτήματα τέθηκαν και συζητήθηκαν στην πολυεπίπεδη βιβλιοπαρουσίαση, η οποία αποτελείτο από μουσική, τραγούδι, λόγο, αφήγηση, βίντεο και φωτογραφίες, που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017 στο κατάμεστο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου, με αφορμή το νέο βιβλίο του Δρ. Θεολογίας του Παν/μίου Αθηνών Σωτηρίου Κόλλια, με τίτλο "Λατίνοι και Ορθόδοξοι στη Magna Graecia του 13ου αιώνα", των εκδόσεων Γρηγόρη.

Εισηγητές ήταν ο πρωτοπρεσβύτερος Χριστόδουλος Μπίθας (θεολόγος-συγγρφέας) και ο Δημήτρης Μαλέσης (Δρ Ιστορίας).
Αποσπάσματα διάβασε η φιλόλογος-ηθοποιός Μαρία Κάτσενου, ενώ οι Μουσικοί Αναστασία Χατζηπαύλου και Νίκη Μιχαλάκα έπαιξαν και τραγούδησαν μουσικά κομμάτια από την Κάτω Ιταλία στα "Γκρεκάνικα".

Τέλος, ο συγγραφέας μίλησε για το βιβλίο προβάλλοντας δικές του φωτογραφίες και βίντεο από την περιδιάβασή του στα ελληνόφωνα χωριά της Ν. Ιταλίας και αναφέρθηκε στην άγνωστη ιστορία της μονής του Αγίου Νικολάου των Κασούλων στο Ότραντο της Απουλίας μέσα από το ανέκδοτο Τυπικό της.

Σ' αυτό το πρωτότυπο ιστορικό-θεολογικό βιβλίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά αναλυτικά η πολυσχιδής προσωπικότητα του ηγουμένου Νικολάου εξ Υδρούντος (1219-1235), το αξιόλογο πνεύμα του και η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του σε συνδυασμό με το ιστορικό και εκκλησιαστικό πλαίσιο της Magna Graecia που τον περιέβαλλε.










db – [2fA]



Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

Ποιητική οδός











ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΟΔΟΣ


Παλέψαμε για μια θέση στον κόσμο
στην οικογένεια στην παρέα στην κοινωνία
παλέψαμε με άγνωστους και φίλους
με συναγωνιστές και ανταγωνιστές
με τον απέναντι και με τον εαυτό μας

Στην αγωνία της πάλης μας όλοι νόμιζαν πως
παίζαμε· τους αρκούσε αυτό που έβλεπαν
απέφευγαν τον πόνο όπου βρισκόταν
κι από διαίσθηση απομακρύνονταν

Όμως η πάλη είναι πόνος
για υπέρβαση για αλήθεια για ιδέες
για να μη χάσουν οι λέξεις το νόημα τους
και είναι πάντοτε μοναχική

Ο σκοπός δεν ήταν άλλος, παρά να δηλώσουμε
την παρουσία μας την ύπαρξη μας
τη συμμετοχή στο πανηγύρι
της ζωής – ποιο πανηγύρι
όλοι γιορτάζουν στα κρυφά δυο-δυο
τρεις-τρεις, σπάνια περισσότεροι
οι άλλοι είναι ξένοι, απειλή στα κεκτημένα
κι εμείς δηλώνουμε φίλοι χωρίς ανταπόκριση

αποκαμωμένοι πια ν’ αναζητούμε ζεστασιά
υψώνουμε λευκό μαντήλι στην αδιαφορία
κι απλώνουμε την άηχη κραυγή ελπίδας
στον άγνωστο αδελφό
μ’ ένα ποίημα.


Μ Ψ