Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

"Γιατρέ, δεν αντέχω άλλο.. "










MARIO ALONSO PUIG  
-  Από το "Βρες ξανά τον εαυτό σου"   (ΨΥΧΟΓΙΟΣ)


Ένας άντρας επισκέφτηκε τον γιατρό του για κάτι πόνους που είχε.
- Γιατρέ, δεν αντέχω άλλο, πονάει όλο μου το κορμί, όλα μου πάνε στραβά.
Ο γιατρός άρχισε να υποπτεύεται ότι ενδεχομένως να υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα στους σωματικούς και στους ψυχικούς του πόνους, αφού ο άνθρωπος αυτός συνέχισε να παραπονιέται για το πόσο άσχημα πήγαιναν τα πράγματα στη ζωή του. 

Έτσι, κι εφόσον γνώριζε κάποια στοιχεία για την οικογενειακή και προσωπική του ζωή, του είπε:
- Σας καταλαβαίνω απόλυτα και λυπάμαι πολύ για τον θάνατο της συζύγου σας.
Ο άντρας τον κοίταξε παραξενεμένος.
- Τι λέτε γιατρέ; Η σύζυγός μου είναι μια χαρά· μάλλον κάποιος σας παραπληροφόρησε.
- Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που η σύζυγός σας είναι καλά.
Και ο γιατρός έγραψε σ’ ένα χαρτί, διαβάζοντας δυνατά, τη φράση: 
“Η σύζυγος είναι καλά”.

“Τότε μάλλον κάποιο από τα παιδιά σας θα είναι άρρωστο”, συνέχισε ο γιατρός.
“Γιατρέ, είστε πολύ περίεργος σήμερα. Ευτυχώς, τα παιδιά μου έχουν όλα την υγεία τους”.
“Τα παιδιά του είναι υγιή”, σχολίασε ο γιατρός, σημειώνοντας και πάλι στο χαρτί αυτή τη φράση.

“Δεν θέλω να ξύνω την πληγή σας, αλλά λυπάμαι που χάσατε τη δουλειά σας”.
“Γιατρέ, δεν ξέρω τι σας συμβαίνει, αλλά…”
Εκείνη τη στιγμή ο άντρας κατάλαβε, πόσο δεν εκτιμούσε ότι πολυτιμότερο είχε στη ζωή του και πόσο είχε επιτρέψει να τον κυριεύσουν άλλα συναισθήματα, που πήγαζαν από μια συγκεκριμένη αντίληψη των πραγμάτων. 
Τότε σηκώθηκε, ευχαρίστησε θερμά τον γιατρό και έφυγε…



lecturesbureau – [2fA]




Τρίτη 10 Απριλίου 2018

"Η ιστορία του Ελιάου."





Το προνόμιο να μεγαλώνεις ένα δέντρο
-  από τον "ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ" του ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ


Σε μία όαση κρυμμένη μέσα στα πιο απόμακρα τοπία της ερήμου, ο γέρος Ελιάου ήταν γονατισμένος δίπλα σε μερικές χουρμαδιές.
Ο γείτονάς του, ο Χακίμ, ένας πλούσιος έμπορος, σταμάτησε στην όαση για να πιουν νερό οι καμήλες του και είδε τον Ελιάου να ιδρώνει σκάβοντας στην άμμο.

“Τι νέα, γέροντα; Ειρήνη σ’εσένα!”
“Και σ’εσένα!” αποκρίθηκε ο Ελιάου χωρίς να σταματήσει τη δουλειά του.
“Τι κάνεις εδώ, μ’αυτή τη ζέστη και με το φτυάρι στα χέρια;”
“Φυτεύω” αποκρίθηκε ο γέρος.
“Μα τι φυτεύεις εδώ, Ελιάου;”
“Χουρμάδες” αποκρίθηκε ο Ελιάου δείχνοντας γύρω του τις χουρμαδιές.

“Χουρμάδες!” επανέλαβε ο νεοφερμένος κι έκλεισε τα μάτια με συγκατάβαση, σαν να ’χε ακούσει την μεγαλύτερη ηλιθιότητα του κόσμου.
“Η ζέστη σε πείραξε στο μυαλό, αγαπητέ μου φίλε.
Έλα, παράτα αυτή τη δουλειά και πάμε στη σκηνή μου να πιούμε ένα ποτήρι.”
“Όχι, πρέπει να τελειώσω το φύτεμα. Μετά, αν θέλεις, θα πιούμε…”

“Για πες μου, φίλε μου, πόσο ετών είσαι;”
“Ξέρω κι εγώ… Εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα… Δεν ξέρω…
Όμως, τι σημασία έχει αυτό;”
“Κοίταξε, φίλε. Οι χουρμαδιές θέλουν πάνω από πενήντα χρόνια ώσπου να μεγαλώσουν, και μόνο όταν γίνουν μεγάλα δέντρα δίνουν καρπό.
Εγώ δεν θέλω το κακό σου, το ξέρεις. Μακάρι να ζήσεις ως τα εκατό και βάλε, όμως, ξέρεις ότι δύσκολα θα φτάσεις να μαζέψεις καρπούς απ’ αυτό που σήμερα φυτεύεις. 
Παράτα τα λοιπόν, κι έλα μαζί μου.”

“Κοίταξε, Χακίμ. Εγώ έφαγα τους χουρμάδες που φύτεψε κάποιος άλλος, κάποιος που κι αυτός ποτέ δεν ονειρεύτηκε να φάει αυτούς τους χουρμάδες.
Εγώ σήμερα φυτεύω, ώστε άλλοι να φάνε αύριο τους χουρμάδες που φύτεψα…
Έστω κι αν είναι προς τιμήν κάποιου άγνωστου, αξίζει τον κόπο να αποτελειώσω το έργο μου.”

Ο Χακίμ τον κοίταξε σκεφτικός.
“Μου έδωσες ένα σπουδαίο μάθημα σήμερα, Ελιάου.
Άφησέ με να σου ξεπληρώσω μ’ ένα πουγκί φλουριά, αυτό που με δίδαξες.”
Και με τα λόγια αυτά, ο Χακίμ έβαλε στο χέρι του γέροντα ένα δερμάτινο πουγκί.

“Σ’ ευχαριστώ για τα χρήματα, φίλε μου.
Βλέπεις μερικές φορές τι συμβαίνει; Εσύ προέβλεπες ότι ποτέ δεν θα απολάμβανα καρπούς απ’ αυτό που φύτευα.
Έμοιαζε αλήθεια, κι όμως για κοίτα, ακόμα δεν τελείωσα το φύτεμα και ήδη κέρδισα ένα πουγκί φλουριά και την ευγνωμοσύνη ενός φίλου.
Είναι το δίχως άλλο, προνόμιο, να μεγαλώνεις ένα δέντρο!... ”



lecturesbureau – [2fA]


                                       


Δευτέρα 9 Απριλίου 2018

"Το Πάσχα του Ξενόπουλου "







«Το πρώτο μου Πάσχα»  -  του Γρηγορίου Ξενόπουλου


«Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια.
Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα.
Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»…
Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ... ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη.
Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά.
Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.

Ω, ήταν τόσο όμορφα!
H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα.
Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια!
Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια.
Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ.
Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα.
Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος…

O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. 
Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος.
Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες.
Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…

Tην Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής.
Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. 
Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση.
Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα.
Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο…
Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.

Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα!
Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!…
Eίδα και τον Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, έναν μεγάλο Xριστό σαν αληθινό…
Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος).
Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα.
Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.

Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών.
Eίχα παρακολουθήσει τον Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στον Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον …
Γι’ αυτό, το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος.
Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα.
Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σαν Θεός.

Έτσι έπρεπε να είναι.
Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω την Mεγάλη Eβδομάδα. 
Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ως τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα.
Έτσι και στη ζωή: Tην χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη.
Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα.

Ω, αυτό το ξέρετε και σεις από τώρα.
Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα;
Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!»



womantoc – [2fA]



Κυριακή 8 Απριλίου 2018

"Ο μόνος τρόπος.. "





Από μήνυμα του Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής
κ. Νικόλαου για το Πάσχα  
(2013)



….   Μέσα στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἀντικρύσαμε μὲ ἀπορία τὸν ἄνθρωπο νὰ σταυρώνει τὸν Θεό του, μὲ ἔκπληξη τὸν Θεάνθρωπο ἑκουσίως νὰ σταυρώνεται καὶ «ἐν νεκροῖς νὰ λογίζεται», τὴν πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης προδοσίας, πτώσεως καὶ πνευματικῆς αὐτοκαταστροφῆς καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς ἄπειρης ἀγάπης καὶ μακροθυμίας τοῦ θεανθρώπου Κυρίου.
Σήμερα ζοῦμε τὴν χαρὰ τοῦ θεϊκοῦ θριάμβου, τὴν ἀπόδειξη τοῦ κενοῦ μνημείου, τὴν λάμψη τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου, τὴν ἐλπίδα καὶ τῆς δικῆς μας Ἀναστάσεως.
Γι΄ αὐτὸ καὶ ψάλλουμε ἀκατάπαυστα «Χριστὸς Ἀνεστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος». ….

Ἡ εἰκόνα τῆς ζωῆς μας μοιάζει μὲ μιὰ ἀτελείωτη Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ ἡ παροῦσα ἐμπειρία μας, μὲ μιὰ ἀπαράκλητη Μεγάλη Παρασκευή.
Γύρω μας σταυρωτές μὲ ἀσύλληπτο μῖσος, ὄχλοι μὲ ἀδιακαιολόγητη πνευματικὴ ἐπιπολαιότητα.
Κι ἐμεῖς, σὰν τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, κάποιοι ἀρνούμεθα, κάποιοι ἐγκαταλείπουμε, οἱ περισσότεροι κρυβόμαστε μὲ φόβο ἢ ἀμήχανα εἴμαστε «βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται», παραμένοντας στὴ νάρκη τῆς ὀλιγοπιστίας μας.

Παρὰ ταῦτα, ἀδελφοί μου, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Ὅσο καὶ ἂν φωνάζει ὁ ὄχλος, ὅσο κι ἂν καρφώνουν οἱ σταυρωτές, ὅσο καὶ ἂν σφραγίζουν τὸν τάφο οἱ ἀρχιερεῖς καὶ φαρισαῖοι τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, ὅσο καὶ ἂν ἀπουσιάζουν οἱ μαθητὲς ἀπὸ τὰ γεγονότα, ὅσο καὶ ἂν ἡ Ἐκκλησία φαίνεται ἀδικαιολόγητα νὰ σιωπᾶ, τὸ ἅγιο Φῶς ἀναδύεται ἀπὸ τὸν τάφο καὶ σήμερα, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ζωὴ ἀνατέλλουν διότι «Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. στ΄ 9).

Ἡ πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀναστάντος καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ μόνος τρόπος, ὁ καθένας μας νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τὶς ἁλυσσίδες τῆς προσωπικῆς του κρίσης.
Δὲν θὰ λυτρωθοῦμε μόνοι μας. Ὁ Ἀναστὰς θὰ μᾶς λυτρώσει.
Αὐτὸς θὰ μᾶς ἀναστήσει, σὲ ἐμᾶς τοῖς «ἐν τοῖς μνήμασι» τῶν παθῶν μας, θὰ χαρίσει τὴν ζωή.  ….



vasileia – [2fA]

                                    


"Ἀνέστη Χριστός! "





«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα ·
ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν,
Χριστός ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας».


Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
-  ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟΣ



Eἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως.
Εἴ τις εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ.
Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον.
Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα.
Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω.
Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω· καί γάρ οὐδέν ζημειοῦται.
Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω, μηδέν ἐνδοιάζων.

Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῆ τήν βραδύτητα·
φιλότιμος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον· 
ἀναπαύει τόν τῆς ἐνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης·
καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει·
κακείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται·
καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται·
καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ.

Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ὑμῶν·
καί πρῶτοι καί δεύτεροι τόν μισθόν ἀπολαύετε.
Πλούσιοι καί πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε·
ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι τήν ἡμέραν τιμήσατε·
νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον.
Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.
Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθη πεινῶν.
Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως·
πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος.

Μηδείς θρηνείτω πενίαν· ἐφάνη γάρ ἡ κοινή Βασιλεία.
Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε.
Μηδείς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος.
Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπαὐτοῦ κατεχόμενος.
Ἐσκύλευσε τόν ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν ἅδην.
Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ.
Καί τοῦτο προλαβών Ἠσαϊας ἐβόησεν·
ὁ ἅδης φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ κατηργήθη.
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεπαίχθη.
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεκρώθη.
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ καθηρέθη.
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐδεσμεύθη.

Ἔλαβε σῶμα καί Θεῶ περιέτυχεν.
Ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῶ.
Ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε καί πέπτωκεν ὅθεν οὐκ ἔβλεπε.
Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;
Ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;

Ἀνέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι.
Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες.
Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι.
Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται.
Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος.

Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.
Αὐτῶ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



[2φΑ]



Σάββατο 7 Απριλίου 2018

"Ἡ εἰς Ἅδου Κάθοδος "





Παῦλος Εὐδοκίμωφ
Οἱ
εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ
[ἀπό τό βιβλίο «Ἡ τέχνη τῆς εἰκόναςΘεολογία τῆς ὡραιότητος»]


εὐαγγελικὴ διήγηση δὲν λέγει τίποτε γιὰ τὴν στιγμὴ τῆς Ἀναστάσεως. 
Ἡ εἰκονογραφία κολουθεῖ πολὺ πιστὰ αὐτὴ τὴν σιωπὴ μὲ τὸν πιὸ μεγάλο σεβασμὸ ποὺ ἁρμόζει στὸ μυστήριο.
Ἔτσι ἀκολουθώντας τὴν Γραφὴ οἱ δύο μόνες εἰκονογραφικὲς συνθέσεις τῆς Ἀναστάσεως, εἶναι «ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος» καὶ «οἱ Μυροφόρες στὸν Τάφο».
Εἶναι οἱ μόνες δύο εἰκόνες τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα.
Κατέβηκες στὴ γῆ, γιὰ νὰ σώσεις τὸν Ἀδάμ, καὶ μὴ βρίσκοντάς τον ἐκεῖ, Κύριε, πῆγες νὰ τὸν βρεῖς μέχρι τὸν Ἅδη (Ὄρθρος Μ. Σαββάτου).
Γιὰ νὰ ἐγγίσει τὴν ἄκρη τῆς πτώσεως καὶ νὰ τοποθετηθεῖ στὴν καρδιὰ τῆς δημιουργίας ὁ Χριστὸς γεννᾶται μυστικὰ στὸν Ἅδη, ἐκεῖ ὅπου τὸ κακὸ ζεῖ ἐκεῖ ὅπου συναντᾶ τὴν ἔσχατη ἀπελπισία.

Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως δείχνει τὸ πυκνὸ σκοτάδι τοῦ σπηλαίου, ἕνα σκοτεινὸ τρίγωνο, ὅπου τὸ παιδὶ Ἰησοῦς εἶναι ξαπλωμένος, ὅπως στὰ ζοφερὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδη. 
«Πυρσὸς ποὺ φέρει τὸ φῶς ἡ σάρκα τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, διαλύει τὰ σκοτάδια τοῦ Ἅδη.
Αὐτὸ ποὺ ἡ Γέννηση προφητεύει, τὰ Θεοφάνεια, ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ εἰς Ἅδου Κάθοδος, τὸ πραγματοποιοῦν καὶ ἀπὸ τότε, τὸ Φῶς λάμπει στὰ σκοτάδια». [...]
Ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τὸν Χριστὸ νὰ εἰσέρχεται στὸν Ἰορδάνη ποὺ ὀνομάζεται «ρευστὸς τάφος», ἄβυσσος τῆς ὑδρόβιας ὕλης ποὺ κρύβει τὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ.
Ὁ Χριστὸς τὸν διαπερνᾶ γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴ ζοφερὴ διαμονή. 
Βλέπει κανεὶς λοιπὸν ὅτι τὸ βάπτισμα τοῦ Κυρίου εἶναι πιὰ ἡ προ-κάθοδός του στὸν Ἅδη.

Ἡ πρώτη κατήχηση ἑλκύει τὴν προσοχὴ σὲ μιὰ ἄποψη τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, σχεδὸν ξεχασμένη κατὰ τὴν διαδρομὴ τῆς ἱστορίας: τὸ διὰ καταδύσεως βάπτισμα προσφέρει ὅλο τὸ ὁδοιπορικὸ τῆς ἱστορίας, καὶ ὁ βαπτισμένος τὸ διατρέχει ἀκολουθώντας τὸν Κύριο.
Τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος εἶναι ἔτσι μιὰ πολὺ πραγματικὴ κάθοδος μὲ τὸν Χριστὸ στὸν θάνατο, εἶναι ἐπίσης ἡ εἰς Ἅδου κάθοδος.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος τὸ λέγει καθαρά: Ἡ ἐνέργεια νὰ κατεβεῖ στὰ νερὰ καὶ νὰ ἀνεβεῖ πάλι ἔπειτα, συμβολίζει τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη καὶ τὴν ἔξοδο ἀπὸ αὐτὴ τὴ διαμονή.
Ὥστε τὸ νὰ πάρουμε τὸ βάπτισμα δὲν εἶναι μόνο νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ἀναστηθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ κατεβοῦμε στὸν Ἅδη καὶ νὰ ἐξέλθουμε ἀκολουθώντας τὸν Χριστό. [...]
Ὁ Χριστὸς κατεβαίνει ἐκεῖ, φορτωμένος μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ φέρει τὰ στίγματα τοῦ σταυροῦ, τῆς σταυρωμένης Ἀγάπης.

Ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε βαπτισμένος, ἀναστημένος μὲ τὸν Χριστό, φέρει ἐπίσης τὰ στίγματα τῶν ἱερατικῶν φροντίδων τοῦ Χριστοῦ ἱερέα, τῆς ἀποστολικῆς ἀγωνίας του γιὰ τὴν τύχη αὐτῶν ποὺ εἶναι στὸν Ἅδη.
Μπορεῖ νὰ κατεβεῖ ἐνῷ ζεῖ αὐτὸς σήμερα ἐπίσης, στὸν Ἅδη τοῦ συγχρόνου κόσμου, στὴν τελευταία κατάσταση τῆς ἀρνήσεως καὶ νὰ φέρει ἐκεῖ τὴ μαρτυρία τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ.
Aὐτὴ ἡ φροντίδα φαίνεται στὸν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ καὶ στὸν Κλήμεντα Ἀλεξανδρέα. 
Οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας κατεβαίνουν στὸν Ἅδη μετὰ τὸν θάνατό τους, γιὰ νὰ ἀναγγείλουν τὴ σωτηρία καὶ νὰ δώσουν τὸ βάπτισμα σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸ ζητοῦν.
Ἡ ἰωάννεια Ἀνατολή, τόσο εὐαίσθητη στὴν ἀνάσταση, εἶναι ἐξ ἴσου εὐαίσθητη καὶ στὸ θέμα τοῦ Ἅδη, αὐτὸ ποὺ φαίνεται τόσο καθαρά, ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ καὶ εἰκονογραφικὴ παράδοσή της.

Αὐτὸ τὸ θέμα πιά, ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ πραγματεύεται κάτω ἀπὸ μιὰ συναρπαστικὴ μορφὴ στὸ Ἐφεσ. 4, 9-10:
«τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; 
Ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα».
Βλέπει κανεὶς τὴ θαυμαστὴ ἔκταση τοῦ ὁδοιπορικοῦ: κάτω, ἄνω· τὶς δύο ἀκρότητες τῆς διαδρομῆς τοῦ φτερωτοῦ Ἀρνίου τὴν κάθοδο στὸ πιὸ χαμηλὸ σημεῖο, τὸν Ἅδη, καὶ τὴν ἀνάληψη στὸ πιὸ ψηλὸ σημεῖο, τὸν οὐρανό.
Ἡ Ἀνατολὴ σταματᾶ ἔκπληκτη θεωρώντας τὸ ὕψος καὶ τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, τὶς διαστάσεις τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ θριαμβευτικὸ μήνυμά του: «ἀναβὰς εἰς ὕψος ἠχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν» ( Ἐφεσ. 4, 8).

Ἂς ἀφήσουμε τὸν λόγο στὸν Ἐπιφάνιο, στὴ θαυμάσια ὁμιλία του γιὰ τὸ Μέγα Σάββατο.
Τί εἶναι αὐτό; Μιὰ μεγάλη σιωπὴ βασιλεύει σήμερα στὴ γῆ, μιὰ μεγάλη σιωπὴ καὶ μιὰ μεγάλη μοναξιά.
Μιὰ μεγάλη σιωπή, γιατὶ ὁ Βασιλιὰς κοιμᾶται.
Ἡ γῆ σείστηκε καὶ ἡσύχασε, γιατὶ ὁ Θεὸς κοιμήθηκε σαρκικὰ καὶ πῆγε νὰ ξυπνήσει αὐτοὺς ποὺ κοιμόνταν ἀπὸ αἰῶνες.
Ὁ Θεὸς πέθανε σαρκικὰ καὶ ὁ Ἅδης ἐσκίρτησε.
Ὁ Θεὸς κοιμήθηκε γιὰ λίγο καιρὸ καὶ ξύπνησε ἀπὸ τὸν ὕπνο αὐτοὺς ποὺ παρέμεναν στὸν Ἅδη...

Θὰ ἀναζητήσει τὸν Ἀδάμ, τόν πρῶτο μας πατέρα, τὸ χαμένο πρόβατο.
Θέλει νὰ πάει νὰ ἐπισκεφθεῖ ὅλους αὐτοὺς ποὺ εἶναι καθισμένοι στὰ σκοτάδια καὶ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου...
Ἃς κατεβοῦμε λοιπὸν μὲ αὐτὸν γιὰ νὰ δοῦμε τὴ συμφωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων... ἐκεῖ βρίσκεται ὁ Ἀδάμ, ὁ Νῶε, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Μωυσῆς, ὁ Δανιήλ, ὁ Ἱερεμίας καὶ ὁ Ἰωνάς...
Καὶ μεταξὺ τῶν προφητῶν, εἶναι ἕνας ποὺ ἀναφωνεῖ: ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ Ἅδη εἰσάκουσε τὴν ἱκεσία μου, ἄκουσε τὶς κραυγές μου, καὶ ἕνας ἄλλος: ἀπὸ τὰ βάθη κραυγάζω πρὸς σέ, Κύριε, Κύριε, ἄκουσε τὴ φωνή μου, καὶ ἕνας ἄλλος ἀκόμη: κάμε νὰ ἀκτινοβολήσει τὸ πρόσωπό σου, καὶ ἐμεῖς θὰ σωθοῦμε...

Ὁ Ἀδάμ, αἰχμάλωτος πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους... μίλησε ἔτσι:
Ἀκούω τὰ βήματα κάποιου ποὺ ἔρχεται πρὸς ἐμᾶς.
Καὶ ὅταν μιλοῦσε ὁ Κύριος εἰσῆλθε κρατώντας τὰ νικητήρια ὅπλα τοῦ σταυροῦ.
Γεμάτος ἀπὸ κατάπληξη, ὁ Ἀδὰμ ἐκραύγασε στοὺς ἄλλους:
ὁ Κύριός μου εἶναι μαζὶ μὲ ὅλους σας.
Καὶ ὁ Χριστὸς ἀπάντησε στὸν Ἀδάμ: Καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σου...
Σήκω ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Εἶμαι ὁ Θεός σου, καί, ἐξ αἰτίας σου, ἔγινα ὁ υἱός σου...

Σήκω, καὶ ἂς φύγουμε ἀπ’ ἐδῶ, γιατὶ εἶσαι σ’ ἐμένα καὶ εἶμαι σὲ σένα, σχηματίζουμε ὅλοι οἱ δύο ἕνα μοναδικὸ καὶ ἀδιαίρετο πρόσωπο...
Σηκωθεῖτε, ἂς φύγουμε ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἂς πᾶμε ἀπὸ τὴ λύπη στὴ χαρά...
Ὁ οὐράνιος Πατέρας μου περιμένει τὸ χαμένο πρόβατο... ἡ αἴθουσα τῶν γάμων εἶναι ἑτοιμασμένη..., οἱ αἰώνιες σκηνὲς εἶναι στημένες..., αὐτὴ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ποὺ ὑπῆρχε πρὸ πάντων τῶν αἰώνων σᾶς περιμένει...
Στὴ σιωπὴ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἡ θεία εὐχαριστία δὲν τελεῖται, γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι στὸν Ἅδη
Γιὰ τὴ γῆ εἶναι ἡμέρα λύπης, ἀλλὰ στὸν Ἅδη, ἡ Μεγάλη Παρασκευή, εἶναι πιὰ Πάσχα. 
Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ διασκορπίζει τὰ σκοτάδια στὴν καρδιὰ τῆς Βασιλείας τοῦ θανάτου.

Ἡ ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τῆς Χώρας (Καχριὲ Τζαμί) στὴν Κωνσταντινούπολη χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Ε΄ αἰώνα καὶ ἀνοικοδομήθηκε τὸν ΙΒ’ αἰώνα τὸ ὄνομά της δηλώνει ὅτι βρίσκεται στοὺς ἀγρούς, ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη.
Δίπλα στὴν κύρια ἐκκλησία ὑπάρχει ἕνα παρεκκλήσιο.
Ἡ κόγχη εἶναι ἀφιερωμένη στὴν Ἀνάσταση καὶ δείχνει τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη.
Ἡ τεράστια ἐργασία καθαρισμοῦ τοῦ μουσουλμανικοῦ ἀσβεστίου, ὑπὸ τὴ διεύθυνση τοῦ Βυζαντινοῦ Ἰνστιτούτου Ἀμερικῆς, ἀποδίδει ὅλο τὸν πρῶτο πλοῦτο στὶς τοιχογραφίες καὶ τὰ ψηφιδωτά, καὶ δείχνει τὴν ἐξαιρετικὴ ποιότητα τῆς τέχνης τῆς βυζαντινῆς Ἀναγεννήσεως στὸν ΙΔ’ αἰώνα.

Ὁ καλλιτέχνης ποὺ ζωγράφισε τὴν «εἰς Ἅδου Κάθοδο» εἶναι ἕνας δάσκαλος μιᾶς ἐξαιρετικῆς γνώσεως, παραμένει ἀνώνυμος καὶ τὸ ἔργο του χρονολογεῖται στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ ΙΔ’ αἰώνα.
Ἐλευθερωτὴς ὁ Χριστός, κατὰ τὸν ἅγιο Πέτρο, ἀναγγέλλει στοὺς αἰχμαλώτους τὸ εὐαγγέλιο (Α΄ Πέτρ. 4, 6), ὁ λόγος του εἶναι πιὰ ἡ πράξη ποὺ σώζει: 
«Ἔσπασε τοὺς αἰώνιους μοχλοὺς ποὺ κατεῖχαν τοὺς αἰχμαλώτους».
Ὁ Χριστὸς πατεῖ στὰ πόδια τὶς σπασμένες θύρες τοῦ Ἅδη.

Σ’ ἕνα μαῦρο χάσμα ὁ Σατανᾶς εἶναι ἁλυσοδεμένος, καὶ οἱ ἡττημένες δυνάμεις τοῦ Ἅδη, τὰ συντρίμματα τοῦ κακόβουλου βάρους του παριστάνονται συμβολικὰ μὲ ἕνα πλῆθος σπασμένων ἁλυσίδων, κλειδιῶν καὶ καρφιῶν...
Στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας σκιρτᾶ ὁ Χριστός, ὁ Κύριος τῆς Ζωῆς, λάμποντας ἀπὸ φῶς, γεμάτος μὲ τὸ δυναμισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀκτινοβολώντας θεῖες ἐνέργειες
Τὸ πρόσωπό του, σὰν ἀκινητοποιημένο ἀπὸ τὸ ἄπειρο τῆς τρυφερότητός του, ἐξουσιάζει καὶ κυριαρχεῖ βασιλικὰ.

Ἡ δύναμη τῆς χειρονομίας του, αὐτὴ ἡ βία, ποὺ κυριεύει τοὺς οὐρανοὺς καὶ διέρχεται τοὺς αἰθέρες, ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ ἱμάτιό του ποὺ κυματίζει.
Περιστοιχίζεται ἀπὸ μιὰ φωτεινὴ δόξα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ οὐράνιες σφαῖρες στολισμένες μὲ λαμπρά ἄστρα ποὺ φωτίζονται ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία του.
Εἶναι ντυμένος μὲ φῶς, χαρακτηριστικὸ τοῦ δοξασμένου σώματος, σύμβολο τῆς θείας Δόξας.
Γι’ αὐτὸ τὰ ἐνδύματά του εἶναι ἀπὸ μιὰ ὑπερφυσικὴ λευκότητα ποὺ τὴν συναντοῦμε στὰ χρώματα τοῦ Θαβώρ.

Ὁ Χριστὸς εἶναι μὲ βασιλικὰ ἐνδύματα, εἶναι ὁ Κύριος, ἀλλὰ ἡ μόνη δύναμή του εἶναι ἡ σταυρωμένη Ἀγάπη καὶ ἡ ἀήττητη δύναμη τοῦ Σταυροῦ.
Μὲ μιὰ δυνατὴ κίνηση τῶν χεριῶν του ἁρπάζει στὸν Ἅδη τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ταραγμένους. [...]
Αὐτὸς ποὺ ἔχει πεῖ στὸν Ἀδὰμ «ποῦ εἶσαι;», ἀνέβηκε στὸν σταυρὸ γιὰ νὰ ζητήσει αὐτὸν ποὺ χάθηκε.
Κατέβηκε στὸν Ἅδη λέγοντας: Ἔλα λοιπόν, ἐσὺ ποὺ εἶσαι δική μου εἰκόνα καὶ ἡ ὁμοιότης μου (Ὕμνος τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ).

Τὰ πρόσωπα ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ παριστοῦν, τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ Ἀδάμ, τὴν ἀνθρωπότητα, τοὺς ἀνθρώπους.
Εἶναι οἱ δίκαιοι καὶ οἱ προφῆτες ἀριστερὰ βρίσκονται οἱ βασιλεῖς Δαβὶδ καὶ Σολομών, προηγοῦνται ἀπὸ τὸν Πρόδρομο δεξιὰ εἶναι ὁ Μωυσῆς, ποὺ φέρει συχνὰ πλάκες τοῦ νόμου.
Ὅλοι ἀναγνωρίζουν τὸν Σωτήρα καὶ τὸ ἐκφράζουν μὲ τὶς χειρονομίες τους καὶ τὶς στάσεις τους. Καὶ ὁ Κύριος ἁπλώνοντας τὸ χέρι ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὸν Ἀδὰμ καὶ σὲ ὅλους τοῦς ἁγίους, καί, κρατώντας τὸ χέρι τοῦ Ἀδάμ, ἀνέβηκε ἀπὸ τὸν Ἅδη καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι τὸν ἀκολούθησαν.
Ὁ Χριστὸς δὲν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν τάφο, ἀλλὰ ἐκ νεκρῶν, βγαίνοντας ἀπὸ τὸν ἐξουθενωμένο Ἅδη σὰν ἀπὸ ἕνα νυφικὸ ἀνάκτορο...

Μεταξὺ τῆς καθόδου στὸν Ἅδη καὶ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναστημένου τοποθετεῖται ἕνα μυστήριο ποὺ περιβάλλεται ἀπὸ σιωπή, ἀπόλυτα προσιτὸ στὸ ἀνθρώπινο βλέμμα.
Περνᾶ κανεὶς ἀμέσως στὴ δεύτερη εἰκόνα τοῦ διπτύχου της Ἀναστάσεως ποὺ δείχνει τὶς μυροφόρες γυναῖκες ποὺ ἦλθαν στὸν Τάφο, νὰ κρατοῦν δοχεῖα μὲ ἀρώματα.
Στὴν εἰκόνα τοῦ Ρουμπλιὼφ ἢ τῆς σχολῆς του, οἱ γυναῖκες ἔχουν τὴν ἐκπληκτικὴ μορφὴ μιᾶς δέσμης μὲ τρία ἄνθη, μιᾶς θαυμαστῆς κομψότητος – εἶναι σὰν μιὰ μυστηριώδης ἀντανάκλαση τῆς τριαδικῆς ἑνότητος.

Στὸν εἰκονογραφικὸ αὐτὸ τύπο βλέπει κανεὶς δύο ἀγγέλους ντυμένους μὲ λευκὰ νὰ στέκονται ὁ ἕνας στὸ κεφάλι, ὁ ἄλλος στὰ πόδια, καὶ ποὺ λέγουν στὶς γυναῖκες: 
Δὲν βρίσκεται ἐδώ ἀναστήθηκε.
Δείχνουν τὸν ἄδειο τάφο μὲ τὰ ὀθόνια καὶ αὐτὰ τὰ ὀθόνια ἔχουν ἀκριβῶς τὴ μορφὴ τῶν σπαργάνων τοῦ παιδιοῦ ποὺ βλέπει κανεὶς στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως.

Στὸ τέλος, το μόνο ποὺ μένει στὸ μνημεῖο εἶναι τὰ συντρίμματα, ἡ σκόνη, τὸ κενό, ἡ ἀνυπαρξία, ἀφοῦ ἡ Ζωὴ εἶναι ἀλλοῦ: «τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν» ( Ἰω. 20, 8). 
Ἡ εἰκόνα μᾶς δείχνει ἀκριβῶς ἐκεῖνα ποὺ εἶδε ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης. [...]
Οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἀπομακρύνονται μὲ μιὰ μεγάλη χαρά, καὶ ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται σὲ συνάντησή τους καὶ ὁ πρῶτος λόγος του εἶναι «Χαίρετε»...

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐξαφανίζει τὰ σκοτάδια τοῦ θανάτου, τὸν φόβο τῆς Κρίσεως, τὸ βαθὺ χάσμα τοῦ ἍδηΤὸ φῶς Tου μετασχηματίζει τὴν πασχαλινὴ νύχτα σὲ Συμπόσιο Χαρᾶς, ἑορτὴ τῆς Συναντήσεως.



antifono – [2fA]



Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

"Η ιερότερη στιγμή "





π. Χαράλαμπος Λίβυος Παπαδόπουλος


Ποια ήταν η πιο σημαντική στιγμή του Χριστού;
Ούτε τα θαύματα, ούτε οι θεραπείες, ούτε τα μέγιστα σημεία, αλλά η εκείνη την στιγμή που έγινε απόλυτα "ευάλωτος".
Η στιγμή της άκρας ταπείνωσης Του.
Η ώρα του Σταυρού, του φόβου, της αγωνίας, της αγάπης που γίνεται θυσία. 
"Ανήμπορος" και "ανυπεράσπιστος".

Προδομένος και ξεχασμένος από όλους, σαν ένας απλός καθημερινός άνθρωπος που μάχεται με την ελπίδα και την απόγνωση.
Η δόξα του είναι ο Σταυρός του, ο φόβος, η αγωνία η ολική παράδοση στο θείο θέλημα, στο σχέδιο της Θείας οικονομίας.

Γιατί τα θαύματα, οι θεραπείες, τα σημεία, η ανάσταση, ήταν πολύ κοντά στην Θεϊκή του φύση, η κένωση όμως, η ταπείνωση, ο εξευτελισμός, ο πόνος και η μεγίστη δοκιμασία, αυτός ο ασήκωτος σταυρός ολάκερης της ανθρωπότητας, ήταν επιλογή του και μόνο.
Κένωσε τον εαυτό του.
Έχασε κάτι για να γίνει άνθρωπος και να μπει στην ιστορία της ανθρωπότητας με σκοπό να την σώσει.
Αφήνει την Ουράνια μακαριότητα για να εισέλθει στην ανθρώπινη τραγικότητα.
Κι αυτό μας διδάσκει ένα ήθος, ότι η αγάπη ξέρει να χάνει για να σώσει.

Η πιο ιερή στιγμή ενός ανθρώπου, είναι εκείνη που φανερώνεται ως ευάλωτος μπροστά μας.
Ένας άνθρωπος που ξεσκεπάζει τα πάθη του ή φανερώνει την αδύναμη πλευρά της ύπαρξης του, είναι απόλυτα αγαπητός και ιερός.
Γι αυτό ίσως και να μην υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία-αστοχία, από το να εκμεταλλευόμαστε τις αδύναμες στιγμές και πλευρές μιας ανθρώπινης ψυχής.
Την στιγμή που ο άλλος ξεγυμνώνεται μπροστά μας, μια μονάχη κίνηση υπάρχει, να τον ντύσουμε με την αγάπη.

Ο Χριστός την ώρα του Σταυρού, φανερώνει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο.
Εμείς βέβαια και τι δεν κάνουμε να τον κατεβάσουμε από τον Σταυρό, μια και δεν αντέχουμε να μας θυμίζει τι σημαίνει αλήθεια να αγαπάς…



fb – [2fA]



"Τι συμβαίνει σήμερα; "





ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Από τον "Λόγο στην Θεόσωμη Ταφή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού"
-  Του Αγίου Επιφανίου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίας της Κύπρου


1. Τι είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα; Μεγάλη σιωπή είναι απλωμένη στη γη. 
Μεγάλη σιωπή και ηρεμία. Μεγάλη σιωπή γιατί κοιμάται ο Βασιλιάς.
Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, επειδή ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε.
Ο Θεός με το σώμα πέθανε, και τρόμαξε ο Άδης.
Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε, και ανέστησε αυτούς που βρίσκονταν στον Άδη.
Πού είναι τώρα οι προ ολίγου ταραχές και οι φωνές και οι παράνομοι θόρυβοι κατά του Χριστού;
Πού είναι οι όχλοι και οι εξεγέρσεις και οι στρατιωτικές φρουρές και τα όπλα και οι λόγχες;
Πού είναι οι βασιλιάδες και οι ιερείς και οι δικαστές οι καταδικασμένοι;
Πού είναι οι αναμμένες δάδες και τα μαχαίρια και οι άτακτες κραυγές;
Πού είναι οι όχλοι που εφρύαξαν και η άσεμνη κουστωδία;

Εξαφανίστηκαν πραγματικά, γιατί στ’ αλήθεια πραγματικά οι όχλοι έκαναν σχέδια ανόητα και μάταια.
Σκόνταψαν πάνω στον ακρογωνιαίο λίθο, τον Χριστό και συντρίφτηκαν οι ίδιοι. 
Χτύπησαν με μανία τη στέρεη Πέτρα, αλλά διαλύθηκαν σε αφρούς, όπως τα κύματα που κτυπούν στο βράχο.
Χτύπησαν πάνω στο ανίκητο αμόνι και οι ίδιοι κομματιάστηκαν.
Ανύψωσαν στο ξύλο του Σταυρού την πέτρα και αυτή κύλησε και τους θανάτωσε.
Όπως οι Φιλισταίοι τον δυνατό Σαμψών, έδεσαν και αυτοί τον Ήλιο Χριστό, αυτός όμως έσπασε τις πανάρχαιες αλυσίδες και εξόντωσε τους αλλοφύλους και παράνομους.
Έδυσε ο Θεός, ο Ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός, στη γη και πλάκωσε με πηχτό σκοτάδι τους Ιουδαίους.
….

11. Πες μου, λοιπόν, Ιωσήφ, άραγε έθαψες στραμμένο προς ανατολάς, όπως όλους τους νεκρούς, τον Ιησού, την ανατολή των ανατολών;
Έκλεισες με τα δάκτυλά σου, όπως κάνουμε στους νεκρούς, τα μάτια του Ιησού, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού με το άγιο δάκτυλό Του;
Έκλεισες το στόμα Εκείνου που άνοιξε του κωφάλαλου το στόμα;
Έδεσες τα χέρια Εκείνου, που άπλωσε τα παράλυτα χέρια;
Έδεσες και τα πόδια του Ιησού, που χάρισε το περπάτημα στα ακίνητα πόδια;
Μήπως σήκωσες επάνω σε νεκροκρέβατο, Αυτόν που διέταξε τον παράλυτο να σηκώσει το κρεβάτι του;
Μήπως περιέχυσες με μύρα, Αυτόν που άδειασε τον εαυτό του σαν ουράνιο μύρο και ανακαίνισε τον κόσμο;

Τόλμησες, άραγε να σφουγγίσεις την αιμορροούσα θεόσωμη πλευρά του Ιησού, του Θεού που θεράπευσε τη δυστυχισμένη εκείνη αιμορροούσα;
Έπλυνες με νερό το σώμα του Θεού, που ξέπλυνε όλων τις αμαρτίες και χάρισε την κάθαρση;
Και τι είδους λαμπάδες άναψες για το φως το αληθινό, που φωτίζει κάθε άνθρωπο; 
Έψαλλες, άραγε και επιτάφια άσματα σ’ Εκείνον που υμνούν ακατάπαυστα όλες οι αγγελικές δυνάμεις;
Έχυσες δάκρυα για τον Ιησού, που δάκρυσε και ανάστησε το νεκρό φίλο του Λάζαρο; 
Θρήνησες Αυτόν, που δώρισε σ’ όλους τη χαρά και σταμάτησε τη λύπη της Εύας;
….

14. Πώς έγινε ορατός ο αόρατος; Πώς ο άυλος έλαβε σάρκα;
Πώς έπαθε ο απαθής; Πώς ο Κριτής στάθηκε σε κριτήριο;
Πώς η ζωή γεύθηκε θάνατο; Πώς ο αχώρητος χώρεσε σε τάφο;
Πώς κατοικεί στο μνήμα, Αυτός που δεν εγκατέλειψε τον κόλπο τον Πατρικό;
Πώς εισέρχεται από την πύλη του σπηλαίου, Αυτός που δεν άνοιξε τις πύλες των ουρανών;
Πώς άνοιξε τις πύλες του Παραδείσου, ενώ δεν έσπασε τις πύλες της Παρθένου;
Πώς συνέτριψε τις πύλες του Άδη, ενώ δεν άνοιξε τις πύλες του υπερώου, όπου τον περίμενε ο Θωμάς;
Πώς άνοιξε στους ανθρώπους τις πύλες της Βασιλείας των ουρανών, ενώ τις πύλες και τις σφραγίδες του τάφου τις άφησε να ανοίξουν μόνες τους;
Πώς συγκαταλέγεται με τους νεκρούς, Αυτός που είναι ελεύθερος ανάμεσα στους νεκρούς;

Πώς το ανέσπερο φώς, έρχεται στο σκοτάδι και στη σκιά; Πού πηγαίνει;
Πού κατεβαίνει Αυτός που δεν έχει τη δύναμη να τον κρατήσει ο θάνατος;
Ποιός ο λόγος; Ποιός ο τρόπος;
Ποιός είναι ο σκοπός της καθόδου του στον Άδη;
Μήπως κατεβαίνει για να ανεβάσει τον Αδάμ τον κατάδικο και σύνδουλό μας; 
Πραγματικά!
Πορεύεται οπωσδήποτε να αναζητήσει το πρωτόπλαστο και χαμένο πρόβατο και θέλει να επισκεφθεί αυτούς που βρίσκονται μέσα στο σκοτάδι και στη σκιά του θανάτου.
Οπωσδήποτε πορεύεται να ελευθερώσει από τους πόνους τον αιχμάλωτο Αδάμ και την συναιχμάλωτη Εύα, ο Θεός και υιός τους.



koukfamily – [2fA]



Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

"Τό δράμα τοῦ Ἰούδα "




Kωστής Μπαστιάς  


Ο Ἰούδας ἦταν ἄνθρωπος μικρός καί ψυχή στενή κι ἄγονη.
Στά σπλάχνα τῶν ἄλλων μποροῦσε νά ριζώση ἡ ἀγάπη, ἐνῶ στά δικά του δέν μποροῦσε.
Τόν Ἰησοῦ δέν τόν καταλάβαιναν οἱ ἄλλοι μαθητές, ὅπως δέν τόν καταλάβαινε κι ὁ Ἰούδας. 
Οἱ ἄλλοι ὅμως τόν ἀγαποῦσαν, ἐνῶ ὁ Ἰούδας δέν μποροῦσε νά τόν ἀγαπήση.
Τό δράμα τοῦ Ἰούδα στάθηκε ἡ ἀδυναμία του ν’ ἀγαπήση.

Εἶν' εὔκολο νά καταλάβη καθένας, ποῦ μπορεῖ νά φτάση ἕνας ἄνθρωπος, πού δέν ἀγαπᾶ τόν δάσκαλό του, πού δέν τόν καταλαβαίνει καί παρά ταῦτα νοιώθει συντριπτικό τό μεγαλεῖο του.
Στό μίσος πού καρπός του εἶναι τό ἔγκλημα κι ἄνθος του ἡ προδοσία.
Τρία χρόνια ἔζησε τό μαρτύριο τοῦ μικροῦ ἀνθρώπου, πού ἀνάγκασε τόν ἑαυτό του νά ζῆ κοντά σ' ἕναν τιτάνα, κι ὑποχρέωσε τό φθόνο νά συζῆ μέ τήν ἁγιότητα καί τήν πονηρή συνείδηση, νά μοιράζεται τόν χρόνο καί τό ψωμί μέ τήν ἁγνότητα.
Ὅλα τ’ ἄλλα, ὅσα κι ἄν πέρασαν ἀπό τό μυαλό του, εἶναι δευτερογενεῖς καταστάσεις. 

Καί τό δράμα γίνεται ἀκόμη πιό φοβερό, ὅταν ἀναλογιστοῦμε πώς ὁ Ἰησοῦς ἀγαποῦσε τόν Ἰούδα, ὅσο ἀγαποῦσε καί τούς ἄλλους μαθητές του.
Γιατί δέν ὑπάρχει τυραννικώτερο μαρτύριο γιά τόν ἄνθρωπο πού δέν ἀγαπᾶ, νά δέχεται τήν ἀγάπη τοῦ προσώπου πού μισεί.
Ἡ ἔλλειψη ἀγάπης δέν ἐπιτρέπει στόν Ἰούδα νά ξεπεράση τ' ἀνθρώπινα κριτήρια.
Δέν βλέπει στόν Χριστό παρά μία μεγαλειώδη ἀνθρώπινη φύση, πού δέν μποροῦσε νά ξεφύγη τόν νόμο τῆς φθορᾶς.
Τόν ρυθμό αὐτοῦ του νόμου θέλει νά ἐπιταχύνη μέ τήν προδοσία, γράφοντας μία σελίδα ἱστορίας.
Ἀλλά γιατί πῆγε κοντά στόν Χριστό, ἀφοῦ δέν ἀγαποῦσε καί γιατί δέν ἔφυγε νωρίτερα, χωρίς νά προδώση;

Τήν ἀπάντηση δέν χρειάζεται νά μᾶς τήν δώση, οὔτ’ ἡ φιλοσοφία, οὔτ' ἡ ποίηση. 
Μᾶς τήν δίνει καθημερινά ἡ ζωή.
Κι ἀκόμα πιό πραγματικόν μᾶς ξαναζωντανεύει τόν Ἰούδα, ὁ ἴδιος ὁ ἐαυτός μας. 
Μήπως ἀπ’ ἀγάπη ζυγώνει ὁ καθένας μας τήν θρησκεία, τήν ἐπιστήμη, τήν τέχνη ἤ τήν διακυβέρνηση τοῦ λαοῦ;
Μήπως ἡ ἀγάπη εἶναι τό θεμέλιο τῶν θεσμῶν μας;
Καί μήπως ἡ προδοσία δέν ἔχει γίνει κανόνας τῆς πολιτικῆς, τῆς κοινωνικῆς καί τῆς πνευματικῆς ἀκόμη ζωῆς;
Γιατί ἀποροῦμε μέ τίς ἐσωτερικές ἀντιφάσεις τοῦ Ἰούδα καί τίς βρίσκουμε ἀσυνήθιστες καί τερατώδεις καί δέν παραξενευόμαστε διόλου, οὔτε βρίσκουμε τερατώδεις τίς δικές μας ἀντινομίες;

Ἐμεῖς δέν εἴμαστε κεῖνοι πού ἕξη μέρες κουρελιάζουμε τόν νόμο καί τήν ἕβδομη, τήν Κυριακή, τόν προσκυνοῦμε;
Ἐμεῖς δέν ἔχουμε διακηρύξει, πὼς δέν χρειάζεται νἄναι κανείς πιστός γιά νἄναι θεολόγος;
Δέν εἴμαστε ἀκόμα ἐμεῖς κεῖνοι πού ἔχουμε ὑποβιβάσει τήν μελέτη τῆς Θείας Διαθήκης σέ παιχνίδι μίας λαίμαργης καί περίεργης διάνοιας;
Ἤ μήπως ξεχνᾶμε πὼς παίζουμε τήν κωμωδία τῶν αὐστηρῶν συζύγων, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἴμαστε ἡ ἐνσάρκωση τῆς μοιχείας;

Οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι, ποὺ παρασταίνουνε τό πρωί τούς Ἡρακλεῖς τῆς ἠθικῆς, δέν εἶναι οἱ κυνικώτεροι πορνοβοσκοί;
Καί στούς ἴδιους ἀνθρώπους δέν συναντᾶμε ταυτόχρονα, τόν πατριώτη καί τόν κάπηλο, τόν κήρυκα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τόν ματαιόδοξο εὐδαιμονιστή καί τόν διανοούμενο, ποὺ δέν ἔχει οὔτε τήν πιό παραμικρή δυνατότητα νά σκεφτῆ;

Μέ τοῦ νοῦ τή σύλληψη, ὅπως λέει κι ὁ Ἄμλετ, πλησίασε ὁ Ἰούδας τόν Χριστό κι ὁ ἁμαρτωλός του νοῦς τόν κράτησε κοντά του κι ὁ ἴδιος νοῦς τόν ἔσπρωξε στήν προδοσία.
Ἔτσι ὁ Ἰούδας γίνεται ὁ φυσικός πρόγονος τοῦ ἐπαναστατημένου διανοούμενου ὅλων τῶν καιρῶν κι ὅλου τοῦ κόσμου.
Γίνεται τό σύμβολο ὅλων κείνων πού σπρώχνουν τόν νοῦ νά προβαδίση κι αφήνουν ἄτονη καί βραδυποροῦσα τήν καρδιά.
Θάνατος τῆς ἀγάπης, πού σημαίνει θάνατος τοῦ ἀνθρώπου, αὐτή εἶναι στήν οὐσία της ἡ πραγματικότητα τοῦ Ἰούδα.

Εἶναι ἡ αἰώνια νύχτα.
Ἐνῶ στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ, ἀναστηνόταν τό αἰώνιο ἀνέσπερο φῶς.




fb - [2fA]



Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

"Χίλιες φορές να γεννηθείς.. "





ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ  -  Οι πόνοι της Παναγιάς  (απόσπασμα)
["Σκλάβοι Πολιορκημένοι"]



Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις.
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τοσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για τον σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Tη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ' ύστερα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι..

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!




fb - Nota Nicolopoulou Katras

[2fA]


                                                     


"Η ελευθερία της ταπείνωσης "





Από το "ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ"
-  του Πρωτ. Θεμιστοκλέους Μουρτζανού

Εσπέρα της Μεγάλης Τετάρτης


….  Στα καθίσματα του Όρθρου της Μεγάλης Πέμπτης, ψάλλουμε:
«Ο λίμνας και πηγάς και θαλάσσας ποιήσας,
ταπείνωσιν εκπαιδεύων αρίστην,
λεντίω ζωννύμενος μαθητών πόδας ένιψε,
ταπεινούμενος υπερβολή ευσπλαχνίας».
Ο Δημιουργός του κόσμου ταπεινώνεται από την υπερβολική ευσπλαχνία Του για μας, αλλά και μας διδάσκει την άριστη οδό της ταπείνωσης.

Η βασικότερη αμαρτία του ανθρώπου είναι ο εγωισμός.
Αυτός οδηγεί τον άνθρωπο στην εμπάθεια, αυτός δηλητηριάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς δεν επιτρέπει την υποχώρηση και τη θυσία, αυτός οδηγεί στη ρήξη της αγάπης, αυτός βάζει τον άνθρωπο να θεωρεί τον εαυτό του θεό στη θέση του Θεού.

Όταν μιλούμε για τον εγωισμό βέβαια, δεν εννοούμε ό,τι διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τους άλλους, την έννοια του «εγώ» και της προσωπικότητας.
Εννοούμε την υπερτροφική ανάπτυξη αυτού του «εγώ», την άρνηση δηλαδή του ανθρώπου να ισορροπήσει στις σχέσεις του με τους άλλους, να συνειδητοποιήσει ότι η αγάπη είναι αυτή που εξασφαλίζει την αρμονία, ότι αν θυσιάζουμε την δική μας απόλαυση, την δική μας επιβολή στους άλλους, αν μάθουμε να ακούμε τους άλλους, αν μάθουμε να απλώνουμε το χέρι στους άλλους, αν μάθουμε να αφήνουμε το θέλημά μας κατά μέρος, τότε ζούμε την πραγματική ελευθερία.

Κι αυτή η ελευθερία βιώνεται μόνο μέσα από την ταπείνωση.
Ταπείνωση σημαίνει υπακοή στο θέλημα του Θεού, γιατί ξέρουμε ότι Αυτός μας αγαπά. 
Ταπείνωση σημαίνει αναγνώριση της αδυναμίας και της αμαρτωλότητάς μας, μπροστά στην αγαθότητα του Θεού.
Ταπείνωση σημαίνει ότι από αγάπη, θεωρούμε τον εαυτό μας πιο αδύναμο από τους άλλους, πως όσο κι αν προσπαθούμε, δεν έχουμε αναπτύξει τα χαρίσματα που ο Θεός μας εμπιστεύθηκε.
Ταπείνωση σημαίνει κατανόηση στον πόνο, τη δυσκολία και την άρνηση του άλλου να συμπλεύσει με την επιθυμία μας, σημαίνει ανοχή εν αγάπη.

Ταπείνωση είναι η γνήσια θυσία και προσφορά στον άλλο, είναι το να πλύνεις τα πόδια του, να θεραπεύσεις τις ανάγκες του, να προσφέρεσαι να τον διακονήσεις και όχι να αναμένεις ή να απαιτείς να διακονηθείς απ’ αυτόν.    
Η Εκκλησία μας προτείνει την ταπείνωση του Χριστού ως τρόπο έκφρασης της υπερβολής της αγάπης, για να ξαναβρούμε την αληθινή ελευθερία.
Γιατί ελευθερία σημαίνει να παραιτείσαι από τα δικαιώματά σου, χάριν της αγάπης προς τον άλλο. 

Κι αυτό δεν γίνεται αν ο άλλος δεν είναι μοναδικής και ανυπέρβλητης αξίας για σένα. 
Δεν γίνεται, αν ο άλλος δεν κατανοηθεί ως αυτός για τον οποίο ο Χριστός ταπεινώθηκε και σταυρώθηκε.
Αυτός που αγαπιέται από τον Χριστό, εξίσου με σένα…



poimin – [2fA]

                                                  


Τρίτη 3 Απριλίου 2018

"Ἐν παιδεία καί νουθεσίᾳ.. "





Φώτης Κόντογλου
Ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μας κατά τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα


κεῖνοι οἱ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ἐκεῖνα τὰ ἀγράμματα γεροντάκια καὶ οἱ γριοῦλες, ποὺ τὴν Σαρακοστὴ καὶ τὴν Μεγάλη Βδομάδα βρίσκονται ὅλη μέρα στὴν ἐκκλησία, ζήσανε ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου καὶ καταλάβανε αὐτὸ τὸ χαροποιὸν πένθος, ποὺ δὲν τὸ καταλάβανε, ἀλοίμονο, οἱ σπουδασμένοι μας, ποὺ θέλουνε νὰ τοὺς διδάξουνε, ἀντὶ νὰ διδαχθοῦνε ἀπ᾿ αυτούς.

Τώρα τὶς μέρες τῆς Σαρακοστῆς, τῆς Μεγάλης Βδομάδας καὶ τοῦ Πάσχα πορεύονται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ἀκολουθᾶνε ὁλοένα ἀπὸ πίσω του, ἀληθινά, ὄχι φανταστικά, ἀκούγοντάς Τον νὰ λέγῃ«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ παραδοθήσεται ὁ Ὑιὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ».

Μαζί του βρίσκονται στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ δακρύζουνε ἀπὸ τὰ λόγιά Του, μαζί Του πᾶνε στὸ πραιτώριο καὶ στὸν Πιλᾶτο, μαζί Του ῥαπίζονται, μαζί Του μαστιγώνονται, μαζί Του ἐμπαίζονται, μαζί Του σταυρώνονται, μαζί Του θάβονται, μαζί Του ἀνασταίνονται. 
Τὰ μάτια τους γίνονται βρῦσες καὶ τρέχουνε, μὰ αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν εἶναι δάκρυα τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς βεβαιότητας πὼς μ᾿ αὐτὰ ποτίζεται τὸ ὁλόδροσο κι ἀμάραντο δέντρο τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς, τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως.

Αὐτὸ γίνεται κάθε χρόνο. 
Ὤ! Πόσο ἀληθινὰ πίστι εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστι τοῦ λαοῦ μας!




fb - Panteleimon Krouskos

[2fA]



                                          


"Αν σου πω, συγχώρησε.. "





Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


Αν σου πω νήστεψε, πολλές φορές μου προβάλλεις ως δικαιολογία σου, την ασθένεια του σώματος.
– Αν σου πω δώσε στους φτωχούς, μου λες ότι είσαι φτωχός και πως έχεις να αναθρέψεις παιδιά.
– Αν σου πω να έρχεσαι τακτικά στις Συνάξεις της Εκκλησίας μας, μου λες, έχω διάφορες μέριμνες.

– Αν σου πω, πρόσεχε αυτά που λέγονται στην Εκκλησία και κατανόησε το βάθος των λόγων του Θεού, μου προβάλλεις ως δικαιολογία την έλλειψη μορφώσεως...
– Αν σου πω, φρόντισε να βοηθήσεις ψυχικά τον αδελφό σου, μου λες ότι δεν σε υπακούει όταν τον συμβουλεύεις, αφού πολλές φορές του μίλησες και περιφρόνησε τα λόγια σου.
Βέβαια, δεν ευσταθούν οι προφάσεις αυτές και όλα αυτά είναι χλιαρά λόγια, αλλά παρά ταύτα, μπορείς να προφασίζεσαι…

– Αν όμως σου πω, άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου, ποια από αυτές τις προφάσεις μπορείς να χρησιμοποιήσεις;
Διότι νομίζω, δεν μπορείς να φέρεις ως πρόφαση, ούτε ασθένεια σώματος, ούτε φτώχεια, ούτε αμάθεια, ούτε απασχόληση και μέριμνα, ούτε τίποτε άλλο.

Γι’ αυτό απ’ όλες σου τις αμαρτίες, αυτή η αμαρτία θα σου είναι ασυγχώρητη. 
Αλήθεια, πώς θα μπορέσεις να υψώσεις τα χέρια σου στον Ουρανό;
Πώς θα κινήσεις τη γλώσσα σου να προσευχηθείς;
Πώς θα ζητήσεις συγνώμη;

Ακόμη κι’ αν θέλει ο Θεός να σου συγχωρήσει τις αμαρτίες, δεν Του το επιτρέπεις εσύ, αφού δεν συγχωρείς τις αμαρτίες του αδελφού σου.
Διότι, αν εσύ ο ίδιος εκδικηθείς και επιτεθείς εναντίον του, είτε με λόγια, είτε με ανάλογες συμπεριφορές, είτε με κατάρες, ο Θεός δεν θα επέμβει πλέον, αφού εσύ ανέλαβες να τον τιμωρήσεις.

Και όχι μόνο δεν θα επέμβει, αλλά και από σένα θα ζητήσει τον λόγο, διότι φέρθηκες υβριστικά προς Αυτόν.


[2φΑ]

                                                      


Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

"Μεγάλη Δευτέρα "




Επί Ασπαλάθων: Μεγάλη Δευτέρα
-  με τον π. Γεώργιο Δορμπαράκη


Τα δύο γεγονότα που προβάλλονται τη Μεγάλη Δευτέρα, είναι το παράδειγμα
του Ιωσήφ του Παγκάλου, αλλά και της ξηρανθείσης συκής.
Η Εκκλησία μας, μας παροτρύνει λέγοντας να μην ασχολούμαστε
με το εξωτερικό περίβλημα και την εικόνα μας, σαν τους φαρισαίους,
όντας εσωτερικά και πνευματικά τελείως άδειοι.





fb – Μαρία

[2fA]




Κυριακή 1 Απριλίου 2018

"Η Μεγάλη Είσοδος "





Kυριακή των Βαΐων - Η κρίση μας
- π. Παντελεήμων Κρούσκος



Ο ευαγγελιστής Ιωάννης και θεολόγος παρουσιάζει τον Χριστό, ως φως που έρχεται στον κόσμο συνεχώς και φωτίζει κάθε άνθρωπο και εξ άλλου ο Λουκάς στο γ΄ευαγγέλιο, τον ονομάζει "σημείον αντιλεγόμενον".
Είναι φοβερή η σύνθεση αυτής της ευαγγελικής εικόνας των δύο ιερών ανδρών: 
Ένα φως που έρχεται στον κόσμο για να φωτίσει και να προσφέρει διχοστασία σε αυτούς που βρίσκονται εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενοι.
Είναι φανερό λοιπόν πως η Αιώνια Επίσκεψη του Χριστού στον κόσμο των ανθρώπων είναι ένα σημείο κρίσης των ανθρώπων.
Και από αυτή την αλήθεια δεν ξεφεύγει και η σημερινή του βαϊοφόρος είσοδος στην πόλη των Προφητών και των προσδοκιών.

Έρχεται ο αιώνιος Βασιλέας "πραΰς και σώζων", σαν ένας σιωπηλός Κριτής, πού όμως οδηγείται στο Κριτήριο.
Η πανηγυρική ατμόσφαιρα και η πνευματική ερμηνεία των ύμνων, των προφητειών και των ψαλμών, μας δίνει τέλεια την σημασία αυτού του ερχομού.
Είναι το τέλος δηλ. η εκπλήρωση της ιστορίας του παλαιού κόσμου και η προαναγγελία του Νέου Κόσμου, που έρχεται να εγκαινιάσει με την Θυσία και την Ανάσταση Του.
Γι αυτό μετά βαΐων και κλάδων προσκαλούμαστε να υποδεχτούμε τον Επισκέπτη και να συστήσουμε εορτή και εκκλησία πανηγύρεως.

Όμως σε αυτή την έξαλλη πανηγυρική στιγμή, το δάκρυ του Ιησού, μας μεταφέρει σε ένα άλλο κλίμα και μια άλλη σφαίρα ερμηνείας.
Γιατί ο Χριστός γνωρίζει αυτό πού δεν γνωρίζουμε.
Έρχεται πανηγυρικά ο Βασιλιάς. Ποιός Βασιλιάς όμως; Ο Βασιλιάς του Πόνου.
Η δόξα Του είναι ο Σταυρός Του. Και ο Σταυρός Του, ζυγός δικαιοσύνης.
Στεκόμαστε εκ δεξιών Του για να πιούμε από το Αίμα Του και να αφθαρτοποιηθούμε ή εξ ευωνύμων Του, απελπισμένοι που απαρνήθηκε κάθε εγκόσμια εξουσία για να τον λοιδωρήσουμε και να Τον αποστραφούμε.

Όχι ίσως με λόγια. Η πασχάλια διάθεση μας είναι εορταστική και η θρησκευτική μας επιφάνεια δεν τολμά να ξεστομίσει λόγον βλασφημίας, ίσως.
Ωστόσο, η ίδια η κατάσταση μας η πνευματική, η απουσία αληθινής αγάπης και έρωτος για τον Νυμφίο, η ακαρπία των έργων, όλη η επιπολαιότητα και η ματαιότητα της ζωής μας, βοά πως είμαστε ίσως ανάξιοι μιας τέτοιας επισκέψεως και άγευστοι στην μύηση της Ζωής, που φέρνει ο Χριστός.
Η ανθρώπινη φύση μας απέχει από την ορθοδοξία.
Η θρησκεία και η ρηχή θρησκευτικότητα καταπνίγει τα ωσαννά μέσα μας. 
Μοιάζουμε με αυτόν τον φανατικό όχλο του "άρον άρον σταύρωσαν αυτόν", έστω και αν δεν το ομολογούμε. 
Ζούμε ή όχι την Εκκλησία; Έχουμε ή δεν έχουμε πίστη (=εμπιστοσύνη) σε Αυτόν που Πάσχει και εξουθενώνεται;

Ας μην γελιόμαστε. Η εποχή μας είναι η ίδια με αυτήν του Χριστού.
Οι εποχές δεν αλλάζουν, γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι.
Όσο υπάρχει Ευαγγέλιο υπάρχει και η διαστροφή του.
Ο δικός μας σιωνισμός είναι μια στρεβλή εικόνα για τον Χριστό, την Εκκλησία, το όραμα για την επί γης βασιλεία Του.
Άνθρωποι θρησκευτικοί της συνήθειας. Χωρίς έρωτα, χωρίς ήθος φιλοκαλικό, χωρίς μυστηριακή μετουσίωση του ζην, μα με απαιτήσεις και μέτρα και σταθμά για την όποια εκκλησιαστική μας ζωή.
Άνθρωποι όχι της εμπειρίας, αλλά της θρησκείας.

Ένα τελευταίο ερώτημα για να μετρήσουμε την διάθεση και την διάκριση μας και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού: Αν ζούσαμε στην εποχή της βαϊοφόρου εισόδου στα Ιεροσόλυμα, ποιά θα ήταν η στάση μας;
Θα δεχόμασταν τον Ιησού της Ναζαρέτ ως Χριστό Κυρίου, Βασιλέα του παντός; 
Έναν τριαντάχρονο μαραγκό από την επαρχιακή αμαρτωλή Γαλιλαία, εξουθενωμένο, επί πώλου όνου, που τον βάρυναν οι κατηγορίες του γεννημένου εν αμαρτίαις, σαμαρείτη, βλάσφημου, φίλου πορνών και τελωνών;
Πώς πάει η θρησκευτική μας αφοσίωση και διάκριση και πόσος ο φόβος των Ιουδαίων;

Ο Ερχομός του Χριστού, ο αιώνιος Ερχομός του Φωτός μέσα στον κόσμο, είναι μια μεγάλη Κρίση, μια μεγάλη μάχαιρα διανοιών.

Είναι ασφαλής η κάθε απάντηση μας ή θα έπρεπε σε σύγκριση με τους αληθινούς φίλους και μύστες του Θεού να ελεεινολογούμε την κατάσταση και τα προσωπικά στεγανά μας;
Ας αξιωθούμε να συγκαταριθμηθούμε με τους φίλους του Θεού.
Ας παραδοθούμε στο έλεος Του, στην εξάρτηση Του.
Είναι η μόνη Σοφία και Αλήθεια αυτή η Ταπείνωση της απόλυτης παράδοσης και εμπιστοσύνης στον Θεό μας.
Μυημένοι στον Σταυρό και την Ανάσταση να αξιωθούμε και την δική μας δικαίωση εν ημέρα κρίσεως.

Καλή Ανάσταση!




[2fA]