Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

"Κι έτσι του δόθηκε καιρός "





Ο Νίκος Καββαδίας, επέστρεψε από το τελευταίο ταξίδι του τον Δεκέμβριο
του 1974 και αμέσως ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την έκδοση της τρίτης
ποιητικής συλλογής του, την οποία όμως δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη.
Πέθανε ξαφνικά στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προτάξει
στο Τραβέρσο, κάτι που δεν έγινε…
-  ''Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.''  -

Ο επικήδειος εκφωνήθηκε από τον ναυτεργάτη, φίλο του Καββαδία,
τον Χρήστο Παντελίδη, ο οποίος ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα,
όταν έφηβος, πρωτοδιάβασε το "Μαραμπού":


«Αγαπημένε μας, σύντροφε ποιητή!
Ο χτεσινός άνεμος έφερε σε μας τους ναυτικούς το πιο θλιβερό ραπόρτο ...
Το φορτηγό που περίμενες να σε πάρει, καθυστέρησε.
Είναι τραβερσωμένο καταμεσίς του Ωκεανού, ζωσμένο στο πούσι.
Στα ποστάλια τέλειωσαν τα ματσακονίσματα, οι ναύτες κρεμασμένοι
στις σκαλωσιές βάφουν τις άγκυρες, τραγουδώντας τα δικά σου τραγούδια.

Οι καπετάνιοι δοκιμάζουν τη μπουρού. Το σερβέι σε λίγο τελειώνει ...
Ένας μαρκόνης ανήσυχος, χθες αργά έστειλε το ραπόρτο στ΄ αγαπημένα σου μαραμπού 
να μη γρυλίζουν πια.
«Αν ο Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική, εμείς, δε βρήκαμε τη δικιά μας
ήπειρο να ξεμπαρκάρουμε... » μας έλεγες. Μα εσύ τι βρήκες;
Ποιο τσακισμένο καραβοφάναρο σε πέταξε σ’ αυτές εδώ τις στεριές;

Πες μας αν είναι αυτό το λιμάνι που άθελά σου φουντάρισες,
ετοίμασε και για μας ένα ντοκ να δέσουμε πρυμάτσα ...
Ο Μάρτης! Αχ αυτός ο Μάρτης! Ξαναγεννιόσουν κάθε Μάρτη!
Άργησε φέτος, όπως άργησε και το φορτηγό που θα αποχαιρετούσες
τους γνωστούς απ' όλα τα λιμάνια του κόσμου ...
Όλα άργησαν για σένα φέτος.
Μονάχα εσύ βιάστηκες για το ταξίδι το αλαργινό.

Αγαπημένε μας ποιητή, καλό ταξίδι. Δεν κουνάμε τα μαντίλια μας.
Αυτό είναι για αταξίδευτους στεριανούς.
Εμείς τα δικά μας τα πλέξαμε σαλαμάστρα και θα δέσουμε τις καινούργιες
παντιέρες στα ξάρτια, τις παντιέρες που στο κέντρο τους θα ’χουν
τη γαλάζια σου ζωγραφιά.

Αδελφέ μας, ποιητή!
Ξεκουράσου στην τελευταία σου κουκέτα, στην πιο μικρή καμπίνα
που γνώρισε ποτέ ναυτικός... Εμείς θα πάμε για σκάντζα βάρδια.
Ένα καράβι, που πλέει αλάργα χωμένο στο πούσι, αν βρει την ρότα του,
θα μας πάρει.

Για κατευόδιο, εμείς οι ναυτεργάτες σύντροφοί σου, σου αφήνουμε
λίγο φιλτραρισμένο, από τα μάτια μας, θαλασσινό νερό.
Είναι μαζεμένο απ' της θάλασσας τον καθάριο βυθό....
Γεια σου!... »




fb – [2fA]

                                             


"Απορώ.. "




Πλούταρχος,  ΠΕΡΙ ΚΡΕΟΦΑΓΙΑΣ
-  από τα "Ηθικά"


Απορώ τι συνέβη και τι ένιωθε ο πρώτος άνθρωπος και ακούμπησε το στόμα του σε αίμα σκοτωμένου πλάσματος, πλησίασε τα χείλη του σε σάρκα νεκρού ζώου και παραθέτοντας σε τραπέζι σιτεμένα πτώματα, ονόμασε λιχουδιές και νοστιμιές, τα όργανα που λίγο πριν βρυχούνταν, μιλούσαν, κινούνταν και έβλεπαν. 
Πώς τα μάτια του άντεξαν να δουν το αίμα των πλασμάτων που σφάζονταν, γδέρνονταν, διαμελίζονταν, πώς η όσφρησή του άντεξε την αποφορά, πώς η σκέψη του μιάσματος δεν απέτρεψε τη γλώσσα να αγγίζει ξένα έλκη και να απολαμβάνει τους χυμούς και τα υγρά θανάσιμων τραυμάτων. 

Το ότι δεν είναι στη φύση του ανθρώπου, το να τρώει κρέας, φαίνεται κατ’ αρχάς από την κατασκευή του σώματος. 
Πράγματι το ανθρώπινο σώμα δε μοιάζει με κανενός ζώου από όσα έχουν φτιαχτεί για να τρώνε κρέας: Δεν υπάρχουν προτεταμένα χείλη, μυτερά νύχια ή κοφτερά δόντια, γερό στομάχι και θερμή πνοή ικανή να μετατρέψει και να επεξεργαστεί τα βαριά συστατικά του κρέατος. 
Έτσι η φύση με τα λεία δόντια, το μικρό στόμα, τη μαλακή γλώσσα και την αδυναμία της πνοής για πέψη, αποκλείει τη σαρκοφαγία.

Αν υποστηρίζεις ότι είσαι φτιαγμένος για τέτοιου είδους τροφή, πρώτα σκότωσε ο ίδιος αυτό που θέλεις να φας, από μόνος σου, χωρίς να χρησιμοποιήσεις κοπίδι, ρόπαλο ή πελέκι. 
Αντίθετα, όπως οι λύκοι, οι αρκούδες και τα λιοντάρια σκοτώνουν μόνα τους τα ζώα που τρώνε, σκότωσε με δάγκωμα βόδι ή με το στόμα γουρούνι, ξέσκισε αρνί ή λαγό και πέσε πάνω του να το φας όσο είναι ακόμα ζωντανό, όπως κάνουν εκείνα. 
Αν περιμένεις να βρεθεί νεκρό αυτό που τρως (και η παρουσία ψυχής σε κάνει να ντρέπεσαι στο να φας τη σάρκα), τότε γιατί τρως το άψυχο ζώο πηγαίνοντας ενάντια στη φύση; 

-  Ωστόσο ούτε άψυχο και νεκρό το τρώνε όπως είναι, αλλά το βράζουν, το ψήνουν, το μεταβάλλουν με φωτιά και χημικές ουσίες, αλλοιώνοντας, μετατρέποντας και σβήνοντας με μύρια καρυκεύματα τη γεύση του αίματος, ώστε το γευστικό όργανο να εξαπατηθεί και να δεχτεί κάτι που του είναι ξένο.

Είμαστε όμως τόσο εκλεπτυσμένοι (μολονότι μολύνουμε τα χέρια μας με αίμα), ώστε αποκαλούμε το κρέας προσφάγι κι έπειτα χρειαζόμαστε άλλα συμπληρώματα για το ίδιο το κρέας, ανακατεύοντας λάδι, κρασί, μέλι, ζωμό ψαριού, ξίδι, μαζί και με μυρωδικά από τη Συρία και την Αραβία, σαν να ενταφιάζουμε πράγματι έναν νεκρό.  ....



tilestwra – [2fA]

                                                    


Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

"Greek Festival - Feb 2018 "




Archangel Michael Greek Orthodox Church
401 12th St, Campbell, 44405, OH, United States

-  Greek Food and Wine Festival  -

Friday  16 February  2018  12:00 PM -    
Sunday  18 February  2018 10:00 PM






COME ENJOY THE BEST GREEK FOOD IN TOWN
Traditional Greek Foods & Pastries
Authentic Gyros, Souvlakia & Lamb Sandwiches,
Greek Wine Tasting & Sales,
Greek Music & Greek Folk Dance Performances,
Greek Specialty Coffee, Games for the kids,
Cultural & Religious Items
FUN FOR THE ENTIRE FAMILY!



fb - [2fA]

                                 


"Η επιλογή της μοναξιάς "





Οι δυνατοί επιλέγουν την μοναξιά τους,
γιατί δεν έμαθαν να κάνουν εκπτώσεις στα συναισθήματά τους!
-  Γράφει η Μπέττυ Κούτσιου



Κάποιοι μένουνε μόνοι τους, επειδή είναι δυνατοί.
Επειδή δεν κουμπώνουν εύκολα σε όλες τις αγκαλιές.
Δεν κάνουνε εκπτώσεις στα συναισθήματα τους.

Δεν μένουνε μόνοι επειδή έχουνε κολλήσει στο παρελθόν.
Απλά κουβαλάνε μέσα τους τις αναμνήσεις τους και δεν θέλουνε να προχωρήσουν.
Όχι από αδυναμία, αλλά από αδιαφορία.
Αδιάφοροι είναι.
Βαριούνται να εξηγούνε, βαριούνται να ξαναρχίζουν.

Τους είναι πολύ εύκολο να κοιμούνται μόνοι τους, παρά να κοιμίζουνε μέτριες αγάπες 
και μέτρια αισθήματα στο στήθος τους.
Τους είναι πολύ οικείο να τρώνε μόνοι τους, παρά να διασκεδάζουν έξω με κάποιον 
που δεν θα ονομάσουνε ποτέ Ζωή τους.

Για αυτό αφήστε αυτούς τους περήφανους, τους ανόητους ρομαντικούς μόνους τους.
Δεν έχουνε να απολογηθούνε για την μοναξιά τους.
Κάποτε αγάπησαν, κάποτε λάτρεψαν, κάποτε πέθαναν για έναν έρωτα.
Δεν αγαπάνε κάθε μέρα και κάθε σαιζόν.
Αγαπάνε μια φορά και για πάντα.

Μην ασχολείστε με τους ανθρώπους τους μοναχικούς.
Δεν επέλεξε η μοναξιά εκείνους.
Εκείνοι την διάλεξαν, σε αντίθεση από μία μίζερη και άνοστη ζωή.
Αφήστε τους μόνους τους.
Είναι το καλύτερο τους.

Μέσα στα σκοτάδια που άλλους τους τρομάζουν, εκείνοι φτιάχνουν τον δικό τους παράδεισο.
Η μοναξιά δεν είναι αναγκαστική για εκείνους.
Είναι λύτρωση.
Είναι απόλαυση.

Γιατί μοναξιά δεν είναι η απουσία της αγάπης από την ζωή μας.
Είναι η αρετή που μέσα από εκείνη, μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε την αγάπη.



loveletters – [2fA]

                                               


Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Είναι της μοναξιάς..





ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Οι πιο δικές μου ώρες
είναι της μοναξιάς
όχι της ανίας ούτε της εγκατάλειψης,
είναι οι ώρες οι μοναχικές
της σύναξης
με αδελφούς και φίλους
στενούς παλιούς καινούργιους
κι άγνωστους
μ’ εκείνους που  τα μάτια της ψυχής
αντάλλαξαν έστω και μια ματιά
ζεστή κι αξέχαστη
έστω μια λέξη που προσκαλεί
μοιράζεται και παρηγορεί
ένα χαμόγελο διστακτικό
ή μοναχά μια αιωρούμενη
στιγμή αμηχανίας
μοναδική

οι πιο δικές μου ώρες είναι αυτές
που τις σφραγίζουμε ξανά μ’ αγάπη
όλοι μαζί.


Μ Ψ

                                                   


Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

"Γέροντας Νεκτάριος Βιτάλης "




Ο Γέροντας Νεκτάριος Βιτάλης κοιμήθηκε το ξημέρωμα της Πέμπτης,
8 Φεβρουαρίου 2018.
Το μεσημέρι της Παρασκευής, ο Μ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος αποχαιρέτησε 
τον όσιο Γέροντα, στο Ιερό Προσκύνημα του Αγίου Νεκταρίου, 
στην Καμάριζα Λαυρίου, με λόγο βαθιά συγκινησιακό και αληθινό…


….  …  Ο πολυσέβαστος Γέροντας Νεκτάριος έζησε σχεδόν εννέα δεκαετίες, ξεδιψώντας καθημερινά από την πηγή της ζωής, τον Χριστό, και εισερχόμενος και εξερχόμενος ανά πάσαν στιγμήν διά της θύρας του παραδείσου και συνεπώς «εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν».
Η ζωή του ταυτισμένη από μικράς ηλικίας με την βαθειά θλίψη, συνυφασμένη με την συνεχή θυσία, γεμάτη δάκρυα, κόπο και αναστεναγμό, ήταν ένας καθ’ ημέραν θάνατος.
Ταυτόχρονα όμως η πίστη του, η αγάπη του, η ελπίδα του, η σχέση με τον Άγιό του, τον Άγιο Νεκτάριο, ήταν αείροη πηγή ζωής.

Η ζωή του, το χαμόγελό του, η ψυχή του, η τεράστια καρδιά του, ένας παράδεισος, ένα «σημείον», μια σταθερή αναφορά.
Ούτε εις κρίσιν έρχεται ούτε εις θάνατον, αλλά μεταβαίνει αυτή την στιγμή εκ του θανάτου της επίγειας ζωής εις την ζωήν της αιώνιας βασιλείας του Θεού.
Ο νεκρός που έχουμε μπροστά μας είναι άπνους, αλλά ζεί· είναι ακίνητος, αλλά πορεύεται την μακαρίαν ζωήν· είναι αμίλητος, αλλά η φωνή του συνεχίζει να ακούγεται· είναι ωσεί υπνών, αλλά γρηγορεί· επέλεξε τον μονήρη βίον, αλλά αγκάλιασε όλον τον κόσμο· σύντομα θα τοποθετηθεί υπό την γην, αλλά εκ κοιλίας μητρός του «εν ουρανοίς πολιτεύεται».
Πολύ ανθρώπινος στον τρόπο, διαχειριζόταν ουράνιες δυνάμεις.

Από μικρό παιδάκι έζησε τον πόνο, την περιφρόνηση, την ασθένεια της φύσεως.
Στην πρόκληση όλων αυτών απάντησε με μια αδιάκριτη και αδιάπτωτη συμπόνια προς πάντας.
Η κραυγή του Αποστόλου Παύλου «τις ασθενεί και ουκ εγώ ασθενώ, τις σκανδαλίζεται και ουκ εγώ πυρούμαι;» (Β΄ Κορ. ια΄ 29) καθημερινό βίωμά του. 
Ποιος τον πλησίασε και βρήκε την πόρτα του κλειστή;
Ποιος του ζήτησε κάτι και δεν έφυγε με γεμάτα τα χέρια και πεπληρωμένη την καρδιά;
Ποιος ακούμπησε πάνω του και δεν βρήκε κατανόηση;
Ποιος τον άγγιξε με θλίψη και δεν ξεχείλισε από παρηγοριά;

Η ελεημοσύνη του απαράμιλλη.
Δεν έδινε σε λίγους, ούτε μόνο κάποιες φορές, ούτε λίγα. 
Έδινε σε όλους ανεξαιρέτως, πάντοτε και ο,τι είχε. Και το έδινε με όλη την μεγάλη του καρδιά. 
Δεν κράτησε για τον εαυτό του τίποτα. Ράσα παλιά, τριμμένα, φτωχικά, πολυκαιρισμένα, παρατημένα. Υγεία σπασμένη, σκόπιμα σε αυτοεγκατάλειψη.
Έφτιαξε θαυμάσιο οίκημα και ο ίδιος έμεινε στο ενοίκιο.

Το δωμάτιό του σαν αποθήκη, ακατάσταστο, γεμάτο από όσα του έφερναν και τα οποία δεχόταν, με μόνο σκοπό να τα προσφέρει.
Δεν δέχθηκε ποτέ να του το τακτοποιήσουμε.
Επίμονα αρνήθηκε να του το βάψουμε η κάπως να του το κάνουμε πιο ευχάριστο. 
Του είπαμε· άφησέ μας να σε περιποιηθούμε, Γέροντα. Έτσι που ζεις εσένα θα σε επαινούν για την αυταπάρνηση κι εμάς θα μας κατηγορούν για την περιφρόνηση σε σένα. 
Ούτε έτσι υπεχώρησε. Η φιλοπτωχία και η αμεριμνία ήταν βαθιά ριζωμένες μέσα του.

Τα χρήματα που του έδιναν δεν πρόφθαινε να τα σκορπάει.
Τα φύλαγε για να τα δώσει. Όλα τα είδη των νομισμάτων, από όλον τον κόσμο, από τον Καναδά, την Αυστραλία, την Αμερική, την Τουρκία, τη Σερβία, τη Ρουμανία, από όπου κανείς μπορεί να φανταστεί, κυκλοφορούσαν στο δωμάτιό του. 
Είχε χρήματα μέσα σε ντουλάπια, στον κόρφο του, κάτω από τα σεντόνια του, μέσα στη μαξιλαροθήκη του για να τα προσφέρει την κατάλληλη ώρα και σε όποιον τα χρειαζόταν. 

Τις ημέρες των Χριστουγέννων και του Πάσχα, τα τρόφιμα που συγκέντρωνε και συσκεύαζε ήταν περισσότερα από όσα μάζευαν όλοι μαζί οι υπόλοιποι ναοί της Μητροπόλεώς μας. 
Περίπου 7 τόνους λάδι μοίραζε τον χρόνο μόνο στις ενορίες και άγνωστο πόσο σε συλλόγους, φτωχούς και πεινασμένους. Η αποθήκη του Προσκυνήματος είχε τρόφιμα, ρούχα, παιγνίδια, είδη οικιακής χρήσεως, παπούτσια, είχε τα πάντα, ακόμη και νυφικά. 
Έδινε και ποτέ τα χέρια του δεν ήταν άδεια. Σκόρπιζε και οι αποθήκες του γέμιζαν.

Απλός και σοφός, ασθενικός στη φύση του και δυνατός στο πνεύμα. 
Εύκολα τον κατατάσσεις στα «μωρά του κόσμου και στα ασθενή και εξουθενημένα», που όμως καταισχύνουν τους σοφούς και τους ισχυρούς. 
Ένα φαινομενικό τίποτα, που όμως «ουκ ην άξιος αυτού ο κόσμος». 
Ένας ποταμός αγάπης και παρηγορίας, μία πηγή δυνάμεως και πίστης. 
Αγάπησε αδιακρίτως τους πάντας, γι’ αυτό και ήταν αγαπητός από όλους, πραγματικά λατρευτός. Συνήρπαζε τον λαό και έκλεβε τις καρδιές με εξαιρετική ευκολία. 
Εξουδενώθηκε και ελαττώθηκε υπερβολικά, γι’ αυτό και τιμήθηκε υπερβαλλόντως. 

Ένας ιερομόναχος Δ΄ κατηγορίας, έγινε Μέγας Ηγούμενος∙ ένας άσημος ολιγογράμματος παππούλης τράβηξε την προσοχή Πατριαρχών και Αρχιεπισκόπων και κέρδισε την εμπιστοσύνη του δύσπιστου και απαιτητικού λαού. 
Έπεισε για την αυθεντικότητά του, γιατί ήταν γνήσιος στην πίστη του. 
Πετάχθηκε στην άκρη της Αττικής, στην Καμάριζα, και εκεί μέσα σε λίγα χρόνια έφτιαξε ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα στην Ελλάδα, με πανορθόδοξη ακτινοβολία. 
Όλη τη μέρα στον ναό, όλος ο χρόνος του στη διακονία, όλη του η καρδιά στους ελαχίστους αδελφούς του Χριστού. Αυτός που δεν γνώριζε πολλά γράμματα, γνώριζε ο ίδιος τα ονόματα και την καρδιά χιλιάδων ανθρώπων και έγινε γνωστός σε όλον τον κόσμο.

Ο λόγος του «εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος», ζωντανός, μαγευτικός, αληθινός, συναρπαστικός. Έξυπνος, χαριτωμένος, ευχάριστος στα δύσκολα. Δεν είχε χάρη μόνον ο λόγος του και η όλη πολιτεία του - ήταν ο ίδιος γεμάτος από την χάρι του Θεού, ο Οποίος αναπαύθηκε επάνω του.
Η ζωή του, η πορεία του, η όλη ύπαρξή του, όλα ένα θαυμαστό σημείο. 
Η ευαρέσκεια, η εμπιστοσύνη, η ενέργεια του Θεού εμφανής στο ταπεινό του πρόσωπο. 
Σαν να αντλούσε την αναπνοή του από τον κόσμο της επέκεινα πραγματικότητος, σαν να ρουφούσε αέρα από τον παράδεισο του Θεού και να τον απέπνεε στην καθημερινότητα του καθενός που τον πλησίαζε. Όντως «θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού». 
Τα χνώτα του, η μυρωδιά του, η ζωή του μας προετοίμασαν γι’ αυτόν τον κόσμο που τώρα βρίσκεται και όχι γι’ αυτόν που μέχρι τώρα γνωρίζαμε.

Ίσως κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει λίγα ελαττώματα στη συμπεριφορά του, που όμως δεν ενοχλούσαν. Η χάρι του και το βλέμμα του Θεού επάνω του ήταν κρυμμένα κάτω από τα λάθη και τις τυχόν αδυναμίες του. 
Έτσι τον ασφάλισε ο Θεός, έτσι προστάτευσε τον θησαυρό Του, έτσι διεφύλαξε τον άνθρωπό Του, έτσι μας βεβαίωσε για το μυστήριό του.

Πολυσέβαστε και μακαριστέ μας, Γέροντα Νεκτάριε, όντως «μακαρία η οδός η πορεύη σήμερον», αλλά και μακαρία η στενή και τεθλιμμένη οδός, την οποία ακολούθησες στη ζωή σου αίρων τους σταυρούς πλήθους πιστών τέκνων σου μαζί με τον δικό σου. 
Γιατί από αυτήν την ζωή, μιμούμενος στους τρόπους τον Άγιό σου Νεκτάριο, τον μιμήθηκες και στη δόξα.

Συγχώρεσε με, που θα πω δυο λόγια πιο προσωπικά. 
Μου εμπιστεύθηκες, ίσως την τελευταία σου γενική εξομολόγηση. 
Ταξίδευσες μαζί μου στις γωνιές της πολυτάραχης ζωής σου, αναμειγνύοντας τις λεπτομέρειες της μνήμης σου με το άρωμα της πηγαίας δοξολογίας σου. 
Φανέρωσες τους μυστικούς παλμούς της καρδιάς σου και μίλησες για τους βαθείς πόθους σου.
Περιέγραψες ολοζώντανα τις λεπτές πινελιές της αγάπης σου και με παιδική αθωότητα εξέφρασες την πολιά και τη σοφία σου.
Το χαμόγελό σου ένας ατέλειωτος παράδεισος.
Η καρδιά σου μια τεράστια αγκαλιά.
Η πίστη σου ένας ακλόνητος βράχος.
Η ζωή σου ένα διαρκές σημείο.

Με δάκρυα στα μάτια αναμεμειγμένα με δοξολογικό πόνο σε αποχαιρετούμε, όχι γιατί εσύ φεύγεις η πηγαίνεις κάπου αλλού, αλλά γιατί θα μας λείψει η ζεστή εικόνα σου, το αντίκρισμα της μορφής σου, το άκουσμα της γλυκιάς φωνής σου. 
Εσύ μένεις εκεί που πάντοτε ήσουν, στον χώρο των αγίων και πορεύεσαι στη γνωστή σου χώρα, αυτήν της βασιλείας του Θεού. 

Σε υποδέχεται ο Άγιός σου, αυτός που πάντοτε ήταν κοντά σου, σε περιμένει ο Κύριός σου και η Παναγία μητέρα Του, αυτοί από τους οποίους εσύ ποτέ δεν απομακρύνθηκες· σού ανοίγει την αγκαλιά της η δόξα του Θεού. 
Ολόκληρη η Εκκλησία μας σε αποχαιρετά, χωρίς όμως να αισθάνεται τον χωρισμό σου. 
Η ίδια και σε υποδέχεται, χωρίς πάλι να νοιώθει πως της έλειπες.

Μας χάρισες τη χαρά του μυστηρίου της ζωής σου. 
Τώρα μας προσφέρεις και τη μυστική χαρά του μυστηρίου της κοιμήσεώς σου. 
Γόνυ κλίνουμε στο ιερό σκήνωμά σου και ταπεινά ζητούμε από τον Κύριο την ανάπαυσή σου και από σένα τις αιώνιες προσευχές σου.
Εμείς, η εκκλησιαστική σου οικογένεια «ως απαρχάς της φύσεως σε προσφέρουμε στον Φυτουργό της κτίσεως». 
Αιωνία να είναι η μνήμη σου, αξιομακάριστε και αοίδιμε, Γέροντά μας, προσφιλέστατε παππούλη μας, πολυσέβαστε πατέρα μας Νεκτάριε.



[2fA]



Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Το Ψυχοχάρτι





ΤΟ ΨΥΧΟΧΑΡΤΙ


Σκιές οι μνήμες κι οι ψυχές
κι όπως βραδιάζει
περνούν απ’ το κατώφλι τ’ ουρανού
στης απουσίας το χαρτί
χαμογελούν αχνά στην άγνοια μας,
ζυγιάζουν με σεβασμό το τότε με το σήμερα
και γνέφουν ευχαριστίες
στο κάλεσμα της αγάπης μας

Ο κόσμος όλος μια Πρόθεση ευωδιαστή
λιβάνι σμύρνα και χρυσάφι
αγάπη ικεσία κι έλεος
σ' όσους ακούνε τ' όνομα τους
μια οικογένεια όλοι με θολωμένα μάτια
παλιές εικόνες πόνος προσδοκία
φτερουγίσματα καρδιάς και αγγέλων

χούφτα-χούφτα το στάρι
στα σκαλιά του Ιερού
κάθε κουταλιά κι επίκληση
και δέηση και στεναγμός

ολόρθα τα κεράκια αναμμένα
τρεμοπαίζει η ανάσα τους
στον ήχο της προσευχής
και η μικρή ζεστή τους φλόγα,
στην ταπεινότητα της ελπίδας τους.


Μ Ψ 




                                          


Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

"Ἡ ἐκλέπτυνση τοῦ νοήματος "





Κατερίνα Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη  -  Ἡ ἐκλέπτυνση τοῦ νοήματος
"Πειραϊκή Eκκλησία", τχ 299 - Ιανουάριος 2018.

“Δός μοι λόγον, Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με”


Ξύπνησαν ἀναποδιασμένα τὰ φυτὰ καὶ ἀπόφαση πῆραν νὰ πάψουν πιὰ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὸν ἥλιο.
«Πάντα ἀπόμακρος, ἀκατάληπτος ἀπό τὴν ἀγάπη μας, καί μιὰ λάμπει γιὰ μᾶς καὶ μιὰ μᾶς κρύβεται. 
Καὶ κάθε ποὺ βαθαίνει σὰν ἔρωτας ξυπνώντας ὅλες τὶς φλέβες τ’ οὐρανοῦ, ἐξαφανίζεται.»
Ἔτσι μίλησαν τὰ φυτὰ καὶ ἀπόφαση πῆραν νὰ πάψουν νὰ φωτοσυνθέτουν.

Καὶ συνήθισαν σιγὰ-σιγὰ σὲ μιὰ ζωὴ ὑποτονικὴ μὲ χαμηλὴ σύνθεση γλυκόζης, ποὺ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ ὑποστηρίξει οὔτε τὴ δική τους ζωή, οὔτε κανένα ἄλλο εἶδος ζωῆς στὸν πλανήτη.
«Ἡ κρίση ὀφείλεται σὲ λαθεμένη διαχείρηση» εἶπαν. Ἀλλὰ εἶχαν ἄδικο.
Ἡ κρίση εἶχε αἰτία τὴ λαθεμένη ἀναπνοή τους. 
Μιὰ ἀναπνοὴ χωρὶς γλυκασμὸ πού ἀποτελοῦσε ἐστία πικρίας γιά ὅλο τόν  κόσμο.

Γίνονται αὐτά; Θὰ ἀναρωτηθεῖ κανείς. Γίνονται, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὰ φυτά.
Δὲν εἶναι ὅτι δὲν δημιουργήθηκαν ἐν ἐλευθερίᾳ, ἀλλὰ μᾶλλον τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ δική τους ἐλευθερία δὲν ἐξέπεσε ποτὲ τοῦ Παραδείσου. Πῶς θὰ μποροῦσε ἄλλωστε νὰ δημιουργήσει κάτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δίχως ἐλευθερία;

Αὐτὰ συμβαίνουν μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀλλάζει τὴν ἐλευθερία τῆς χάριτος, μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς χρήσεως.
Ἀποφάσισε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ πάψει ν’ ἀσχολεῖται μὲ τὸ φῶς.
Καὶ ἔγιναν θνητοὶ οἱ χρόνοι του, γιατὶ δὲν φωτοσυνθέτει.
Καὶ ἔχει χαθεῖ ἀπὸ τότε μέσα σὲ ἔννοιες ἑνὸς νοῦ παχύσαρκου ποὺ ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴ λεπτὴ φύση τοῦ θείου φωτισμοῦ.
Κι ἐνῶ ἀναζητᾶ πάντα  ἕνα νόημα ἀστοχεῖ συνεχῶς, γιατὶ γατζώνεται  σ’ἕνα νόημα ποὺ εἶναι κι αὐτό παχύσαρκο, ἐπειδή πηγάζει ἀπὸ τὴ σκέψη καὶ τὴ σπουδή του καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν ἡσυχασμὸ καὶ τὴν παράδοσή του.

Ἀξιώθηκε ὁ προφήτης Ἠλίας νά δεῖ τόν Θεό. 
Kαί δὲν ἦταν ὁ Θεὸς οὔτε στόν βίαιο ἄνεμο, οὔτε στὸ σεισμό, οὔτε στὴ φωτιὰ, ἀλλὰ στὴν αὔρα..
«Αὔρα πραεία ὑπέδειξε, καὶ λεπτοτάτη Κύριόν σοι Ἠλιοῦ»..
Αὐτὴ τὴ λεπτοτάτη αὔρα ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβει ὁ ἄνθρωπος.
Ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβει τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ στὴν ἀναπνοή του.
Καὶ γίνεται εἰδωλική ἡ ἀντιληψή του καί παγιδεύεται στά χρησιμοθηρικά καί χρηματοθηρικά ξόανα τοῦ ὀρθολογισμοῦ του. Καὶ μὴ νοώντας τί κάνει καταλήγει νὰ συντάσσεται, τελικά, μὲ τοὺς σταυρωτὲς τῆς θείας φύσης του.

Χαμένοι σὲ πολυδαίδαλους λαβύρινθους ὀρθολογισμοῦ, πιασμένοι στὸ ἀγκίστρι τῆς λογικῆς, στὴν καλύτερη περίπτωση, σπαρταρᾶμε ἀποζητώντας ἕνα νόημα ὡς διέξοδο ἀπὸ τὴν τραγικότητα τοῦ βίου.
Ὡστόσο ἡ τραγικότητα ἐνεδρεύει στὸ βίο ἐξ αἰτίας τοῦ λαθεμένου τρόπου τῆς ἀναπνοῆς μας. 
«Ὡς ἀναπνοὴ θὰ πρέπει νὰ ἐννοήσετε τὴν πνευματικότητα» μᾶς λέγει ὁ Ν.Γ. Πεντζίκης.
Ψάχνουμε τὸ νόημα ἔξω μὲ τὴ λογικὴ καὶ ὄχι μέσα μὲ τὴ χάρη: Δὲν τὸ ἀναζητοῦμε στὰ ἐνδότερα τῆς κατὰ Θεόν κλήσης μας.
Και γινόμαστε τραγικοὶ, γιατὶ ἀδυνατοῦμε νὰ συντονιστοῦμε μὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἐξ ἀρχῆς καὶ ἀποτελεῖ τὸ καθοριστικὸ στοιχεῖο τῆς φύσεώς μας: Τὴν ζῶσα πνοὴ τοῦ Θεοῦ στὴν πνοή μας.

Ἴσως μὲ τὸν ἀπινυδωτή τοῦ νοήματος νὰ ξαναπάρει μπροστὰ ἡ καρδιά, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀναπνεύσουμε ξανὰ χρειάζεται νὰ νιώσουμε τὴν εὐωδία τῶν ἐσχάτων  στὰ σπλάχνα μας. 
Τὴν θεία πνοὴ ποὺ μᾶς ἐνοικεῖ ὡς ὕλη λεπτὴ καὶ ζέει στὸ νοῦ ὡς νόημα τὴν παρρησία τῆς  Ἁγίας Τριάδος στὴν παρουσία μας.

Τὸ νόημα δὲν εἶναι σύλληψη ἰδεολογίας ἀλλὰ θεία διακονία τοῦ κόσμου.
Δὲν εἶναι οἱ  λέξεις ἀλλὰ οἱ ἕξεις τοῦ Παραδείσου ποὺ  γεννοῦν τὸ νόημα.
Πίσω ἀπό αὐτό ὑπάρχει  μιὰ καταλλαγὴ ἀπολύτρωσης, ἕνας ἡσυχαστικός γλυκασμός, ἀπὸ τὴν παράδοση στὴν κατὰ Θεὸν κλήση μας.
Ἕνας τόπος καί τρόπος λεπτὸς ὅπου τὸ νόημα  ἀνατέλλει ὡς μεθεκτικὴ λειτουργία, ὡς ἑορτὴ ἑορτῶν καὶ πανήγυρις πανηγύρεων.
Ὡς χαρὰ τῆς χαρᾶς μας. Ὡς ἀνατολὴ ἀνατολῶν καὶ  ἐπίσκεψη χάριτος.

Αὐτὸ τὸ λεπτὸ σῶμα τοῦ νοήματος εἶναι τὸ ἀναστάσιμο σῶμα μας.
Εἶναι ὁ χῶρος ὅπου δὲν ἔχει ἐξουσία καμμία ὁ θάνατος.
Ἐδῶ πεθαίνουμε ὡς πρὸς  τὶς ἀξίες τοῦ κόσμου γιὰ νὰ μὴν πεθάνουμε ποτέ.
Τὸ νόημα μαρτυράει μετοχὴ σ’ ἕναν συγκεκριμένο τρόπο ὕπαρξης ποὺ ὁδεύει ἀπὸ τὸ κατ’ εἰκόνα στὸ καθ’ ὁμοίωση.
Στὴν πραγματικότητα γίνεται τρόπος ἀναπνοῆς.
Δὲν μπορεῖς πιὰ νὰ ἀνασάνεις δίχως τὴ θεία πνοὴ στὴν πνοή σου.
Δὲν εἶσαι ἐδῶ γιὰ νὰ κάνεις κάτι, εἶσαι γιὰ νὰ γίνεις ἐσὺ αὐτὸ τὸ κάτι.
Νὰ βρεῖς τὴν ἀσκητικὴ τῆς ἐλευθερίας σου γιὰ νὰ ὑποστασιάσεις τὸ κομμάτι τῆς αἰωνιότητας ποὺ ἀπουσιάζει. Καὶ πάλι ἔχει ὁ Θεός.

Τὸ λεπτὸ σῶμα τοῦ νοήματος εἶναι ἡ προσευχητικὴ ἐγρήγορση τῆς ὕπαρξης.
Δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴ σκέψη ἢ τὶς ἀνάγκες της, ἀλλὰ ἀπὸ τόν ἡσυχασμό  καὶ τὸ βαθὺ φωτισμό της. Εἶναι ἡ βασιλεύουσα Πόλη, ἡ Ἁγιὰ-Σοφιὰ ὄχι ὡς χῶρος ἀλλὰ ὡς  μορφὴ κοινωνίας.
Ἡ τοῦ Θεοῦ κατερχόμενη σοφία ποὺ φωτίζει τὴν ὕπαρξη.
Αὐτὸ τὸ νόημα μᾶς συναρπάζει καὶ μᾶς ἀνακαλεῖ ἐν ἀληθείᾳ.
Δὲν πρόκειται πιὰ γιὰ νοησιαρχία ἀλλὰ γιὰ μυσταγωγία.
Τὸ νόημα γίνεται θύρα εἰσόδου στὸ ἱερὸ τῆς ζωῆς.
Εἶναι ἡ ἀπάντηση τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ στὴν τραγικότητα τῆς ἀποτυχίας μας. 
Ἡ εὐδοκία τοῦ προσώπου μας μέσα στὸ καθολικὸ προσωπο τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Ἂν μπορούσαμε νὰ δοῦμε τὴ λεπτὴ φύση τῶν ὄντων, τὴ μυστικὴ ἀναπνοὴ τῶν πραγμάτων, τὸν πανταχοῦ παρόντα Ἐμμανουήλ, ἂχ ἂν μπορούσαμε νὰ μὴν αἰχμαλωτιζόμασταν στὸ ὁρατὸ σῶμα τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ νὰ βιώναμε τὴ μυστικὴ ἀλληλοπεριχώρηση ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου στὸ καθετί, ἂν μπορούσαμε νὰ συλλάβουμε τὸν Θεὸ Λόγο ποὺ βηματίζει μέσα ἀπὸ το κάθετί γιὰ νὰ μᾶς συναντήσει, ἂν ἀξιωνόμασταν αὐτὴ τὴν ἀντάμωση σὲ κάθε ἀναβαθμὸ τῆς ἀναπνοῆς μας τότε ἡ ἁγιότητα ἁπλὰ θὰ μᾶς προέκυπτε ὡς φυσική κίνηση.

Θὰ βρίσκαμε ἐκείνη τὴ συστολὴ τὴν Παραδείσια ποὺ θὰ μᾶς μετουσίωνε ἀπὸ ἀνταγωνιστικὲς ὑπάρξεις σὲ ἀγαπητικὲς ὑποστάσεις.
Θὰ ὑπήρχαμε μέσα σ’ ὅλα τὰ πράγματα, κι ὅλα τὰ πράγματα θὰ ὑπῆρχαν ἐντός μας. 
Μιὰ βαθύστοργη ἑνότητα θὰ κατέλυε τὴν διαβολὴ τῆς  ἀντικειμενοποίησής μας.

Ὅταν ὑπάρχουμε ἀληθινὰ ὑπάρχουμε σὲ ἑνότητα.
Ἑνότητα μὲ τὴν κτίση, τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο.
Τὰ ὀργανικὰ κύτταρά μας λειτουργοῦν σὲ ἀδιάσπαστη ἑνότητα μὲ τὴν ἀόρατη ψυχή μας. 
Καί ἡ ψυχή μας διψᾶ τήν ἱερή καθολικότητα, πού θά τήν κάνει νά μήν ξαναδιψάσει ποτέ.
«Ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν» 
(ΚΑΤΑ ΙΩΑΝ. ΚΕΦ. 17-21). 

Καὶ δὲν θὰ ἀποζητούσαμε πιὰ τὸ νὀημα. Θὰ ἀναγνωρίζαμε τὸ ἔσχατο νόημα.
Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στὸ πρόσωπο τοῦ πιὸ ἀληθινοῦ ἑαυτοῦ μας.



 antifono – [2fA]

                                          


Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

"Νύχτα στον Παράδεισο.. "




Μια όμορφη ιστορία από το Άγιο Όρος, λέει:


«Κάθε φυρά που νύχτωνε στον Παράδεισο, ο Άγιος Πέτρος, έκλεινε τα θυρόφυλλα και μετρούσε στα τεφτέρια του, πόσοι είχανε μπει στην Παράδεισο.
Ύστερα έβαζε τα ονόματά τους πλάι σ’ εκείνους που ήδη ήταν μέσα και έβρισκε τον αριθμό.
Το άλλο πρωί μετρούσε πάλι τους παραδεισένιους ανθρώπους και πήγαινε να ανοίξει την πόρτα.

Από καιρό όμως, έβλεπε τούτο το παράδοξο:
Ενώ αποβραδίς είχε μετρήσει πως αυτοί που είχαν μπει στον Παράδεισο ήταν δέκα, την άλλη μέρα μετρούσε άλλους 3-4 παραπάνω.
- Μα πώς γίνεται αυτό, σκεφτόταν…

Αποφάσισε να πάει στον αφέντη Χριστό και να Του πει αυτό που τον απασχολεί.
- Να φυλάξεις βάρδια, του είπε ο Χριστός και ο Άγιος έσκυψε το κεφάλι και γύρισε στο διακόνημα του.

Το ίδιο βράδυ, ο Απόστολος του Θεού φύλαξε κατά την προσταγή του Χριστού, και σαν ξημέρωσε είχε πραγματικά έτοιμη την απάντηση.
Τον ρώτησε λοιπόν ο Κύριος, τι συμβαίνει...
- Το βράδυ Κύριε, .. που κλείνει ο Παράδεισος, ανεβαίνει η Μάνα Σου στα τείχη και βάζει κρυφά ανθρώπους από ’κει!
Κι ο Χριστός χαμογέλασε… »



fb – [2fA]

                                          


Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

"Τέχνης ακρότητα "







-  Φώτης Κόντογλου

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το λεύκωμα «Τέχνης ακρότητα»,
που επιμελήθηκε ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Αντζουλάτος 
και παρουσιάζει το τελευταίο έργο του Φώτη Κόντογλου: 
τις τοιχογραφίες και τις φορητές εικόνες του Ιερού Ναού
Αγίου Νικολάου Αχαρνών, στα Κάτω Πατήσια.


Ο π. Γεώργιος αναφέρει στον πρόλογο της έκδοσης: 
«Κυριολεκτικά αλλά και σημειολογικά ο Ναός του Αγίου Νικολάου της οδού Αχαρνών-Κάτω Πατησίων είναι ο κατ’ εξοχήν «Κοντόγλειας» αγιογράφησης, με την έννοια ότι είναι ο πλέον αντιπροσωπευτικός Ναός, του καλλιτεχνικού ύφους του αναγεννητή και πρωτομάστορα της βυζαντινής τεχνοτροπίας. 

Το σύνολο των φορητών εικόνων (1947-1960) και οι πάμπολλες τοιχογραφίες (1957-1965) αντικατοπτρίζουν την θεόσταλτη έμπνευση του Μικρασιάτη διδασκάλου, καθώς πρόκειται για έργα της τελευταίας και ωριμότερης καλλιτεχνικά περιόδου της ζωής του. 

Η σύλληψη των ιδεών, η εκπόνηση των σχεδίων και η εκτέλεση των εικονιζομένων θείων προσώπων διαπνέονται από το απαύγασμα της αγάπης, της μελέτης, της υπομονής και της εμπειρίας, αλλά κυρίως της φλεγόμενης από Ορθοδοξία καρδιάς του».


Φωτογραφίες: Μαρία Στέφωση

























db – [2fA]



Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

"Πιστότητα στο Πρόσωπο "





Παύλος Ευδοκίμωφ  -  "Η Ελευθερία"
(από το Χριστιανικό Συμπόσιο)


….  ... Ο Χριστός με την ενσάρκωσή του, μας επέτρεψε όχι να τον μιμηθούμε, αλλά να ξαναζήσουμε τη ζωή του, να συμμορφωθούμε με την ουσία του, αυτό ακριβώς που μας διδάσκουν τα μυστήρια και ο λειτουργικός κύκλος. 
«Ο Θεός δεν είναι μια ιδέα που αποδεικνύει κανείς, είναι ένα ον εν σχέσει με το οποίο ζει κανείς… το να ζητήσεις αποδείξεις είναι βλασφημία, και το να καταστήσεις τον Χριστιανισμό αληθοφανή… είναι η καταστροφή του Χριστιανισμού» (Κierkegaard). 

Πρέπει να εκλέξει κανείς ανάμεσα στο να ζει και στο να υπάρχει, κατά την πιο έντονη έννοια αυτής της δεύτερης λέξης, και πρέπει να τοποθετήσει κανείς τον προορισμό του μέσα στη διαλεκτική του «δεύτερου προσώπου», του θείου Εσύ. 
Η πίστη δεν είναι ποτέ απλή συναίνεση διανοητική, ούτε υποταγή απλά και μόνο, αλλά πιστότητα του προσώπου στο Πρόσωπο. 
Είναι οι σχέσεις του γάμου και του επιθαλάμιού του: η Βίβλος ανατρέχει σ’ αυτό κάθε φορά που πρόκειται για τις σχέσεις του Θεού με τον άνθρωπο.

Λέγοντας το «γενηθήτω», ταυτίζομαι με το αγαπημένο πρόσωπο. 
Η θεία βούληση αναβλύζει από την ίδια μου βούληση, γίνεται δική μου:
«Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20). 
Ο Θεός ζητά από τον άνθρωπο την εκπλήρωση της θέλησης του Πατρός, σαν να ήταν η ίδια του θέληση. Τέτοιο είναι το νόημα του «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος έστι» ( Ματθ. 5, 48 ).

Όπως ο Υιός γεννήθηκε και γεννιέται αιώνια, έτσι και ο άνθρωπος που διάλεξε την αλήθεια γεννιέται από αυτή και την εκλέγει αιώνια, και κάθε φορά την ξαναζεί. 
Το μόνο που μια ελευθερία μπορεί αληθινά να γυρέψει και να επιθυμήσει, είναι να περιέχει το αχώρητο, κάτι τι το απόλυτα «παράλογο», χωρίς βάση εδώ, μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, και γι’ αυτό, απόλυτα λογικό. 
Ακριβώς όπως, απόλυτα «χωρίς λόγο», «ο Θεός μας αγάπησε πρώτος» και έτσι, μας έχει κιόλας κάνει να διαισθανθούμε κάτι από τη θεία του ελευθερία. 
Μέσα στην αγάπη του, ο Θεός μας αγαπά χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς καμιάν αξίωση· η αγάπη του είναι κιόλας ένα δώρο, που εμπνέει την ελευθερία της ίδιας μας απάντησης.   ….



pemptousia – [2fA]

                                                


Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

"Εν παντί καιρώ και τόπω.. "





Αρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη
-  από την "Παραβολή του Ασώτου Υιού"


Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει, ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ' αυτήν την ορολογία.
Ζει σ' αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι' αυτό λέει: «Πάτερ, δός μοι...»

Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρει, ότι η ουσία του Πατρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού.
Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό πού λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι' αυτό ζητά από τον πατέρα του να του δώσει «το επιβάλλον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει.
Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του, είναι η αμαρτία του.
Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό.
«Όρος σύντομος του κακού, ότι ου κατά φύσιν, αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Άγιος Μάξιμος, Ρ.Ο. 4, 301Α).

Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδιαφέρεται για τον εαυτό του.
Ενδιαφέρεται να σώσει τον άλλο, το παιδί του.  …
Θα τον συντροφεύει πάντοτε με την αγάπη του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι' αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει.
Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαίνοντας στον σταυρό της αναμονής.

Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κράτηση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώσει την δυνατότητα, να του δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθει προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής.
Η προσωπική κίνηση προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού.
Η φράση «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ»), δεν θέλει άραγε να μας πει κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;

Να δώσεις την δυνατότητα στον άλλο να γυρίσει στο σπίτι εν ελευθερία.
Να το βρει. Να το νοιώσει, να γίνει δικό του.
Να μην μπορεί να φύγει, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτηση και σχέση υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο. ….

Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο, που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται.
Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, που σώζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.
[Σάτα ήταν μέτρο στερεών, που ισοδυναμεί με σχεδόν 13 λίτρα.]

Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλοδαπή, όπου τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνονται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».  ….

Υπάρχει μια έκπτωση, εξαθλίωση, τελική απώλεια του ανθρώπου.
Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθείς «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκεις χοίρους, να ποιμαίνεις πάθη.
Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρνείται τη φύση, την ευγένεια σου.
Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων.
Αλλά και όταν σου την δίδει, είναι σαν να μη σου δίδει τίποτε.
Μένεις νηστικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων.
Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή…..

Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέθανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει που δεν χάνεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγάπη Του.
Αυτός είναι «δυνατός εν ελεεί και αγαθός εν ισχύϊ» (α' ευχή του Εσπερινού).
Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα πού είσαι πατέρας επουράνιος.
Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που γεμίζει ουρανό και γη.
Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτίας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις. ..

Αν δεν μου είχες φερθεί όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέλειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες, ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω.
Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγκό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις συνειδητοποιώ.

Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν… 
Κάνε με δούλο σου.
Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.

Πριν φτάσει στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέχει.
Χωρίς να του πει τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλο του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.

Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντησι: Ο πατέρας άκουσε την εξομολόγηση, την ξέρει πριν του την πει. Βλέπει τον γιο του πριν να γυρίσει.
Ήταν μαζί του, χωρίς να τον βλέπει ο γιος.
Αυτός που αγαπά με την τέλεια αγάπη «απών ως παρών συναναστρέφεται, μη ορώμενος υπό τινος» (Αββάς Ισαάκ, λόγος κδ').

Ο γιος όμως αρχίζει την εξομολόγηση· λέγεται μόνη της, βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθεί.
Είναι μια ανάσα που πρέπει να βγει από τα σπλάχνα του, για να ελευθερωθεί.
Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, άλλα δεν την τελειώνει.

Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης που τον παρασύρει, τον διαλύει· και δεν μπορεί να κάνει σ' Αυτήν υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημα του και σιωπά.

Τον λόγο παίρνει ο πατέρας, που με τον ίδιο τρόπο μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή: 
Δεν λέει τίποτε στο παιδί του για τον εαυτό του· ούτε αν πόνεσε, ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε· ούτε πόσο χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα πού γύρισε.
Αυτά δεν λέγονται· διαγράφονται όλα ως περιττά.
Δεν μπορεί να μιλήσει σ' αυτόν τον γιο που είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης. Πώς να αρθρώσει τα άρρητα ή πώς να μειώσει την ενάργεια όσων λέγονται εν σιγή;

Η μυσταγωγία της σχέσεως τους, ιερουργείται σε χώρο βαθιάς σιωπής.
Πυράκτωμα αγάπης που παραλύει τη γλώσσα.

Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήσει για το θέμα του γιου του.
Το «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη», που ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και τη χαρά που έζησαν και που ζουν οι δυο τους, πατέρας και γιος. …

Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο.
Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μόσχος ο σιτευτός.
Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες, ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η θεία Λειτουργία, η σύναξη και η ζωή της Εκκλησίας.

Ο Θεός καταδικάζει με το πλήθος της αγάπης Του.
Και νοιώθεις ανάξιος γι' Αυτήν.
Αποτραβιέσαι στη θέση του δούλου, που σου ταιριάζει, σου υπεραρκεί, σε αναπαύει. 
Δεν αναπαύει όμως τον Θεό, που τόσο αγαπά, που τόσο συγχωρεί, που σε συνθλίβει, σε λιώνει με την αγάπη Του την άμετρη.
Και κλαις από χαρά για το θαύμα τούτο.
Και το κλάμα φανερώνει την πλησμονή της αγαλλιάσεως.
….   ....


antifono – [2fA]

                                                            


Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

"Καλημέρα! "




π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  -  Η δυσκολία μιας καλημέρας


Η απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους φαίνεται από την δυσκολία μιας καλημέρας. 
Αν διανοηθεί κάποιος να καλημερίσει το πρωί στο δρόμο ή στην αγορά κάποιον που δεν γνωρίζει, δεν είναι βέβαιο ότι θα λάβει απάντηση. 
Κάποιοι θα προσπεράσουν αδιάφορα, έχοντας τα ακουστικά του κινητού στ’ αυτιά τους. 
Άλλοι θα ξεστομίσουν με το ζόρι την δική τους «καλημέρα» από τυπική ευγένεια και ίσως απορήσουν. 
Πολλοί θα αναρωτηθούν για το ποιος είναι αυτός και γιατί χαιρετά. 
Αρκετοί θα προχωρήσουν με παγερότητα, δείχνοντας ότι δεν θέλουν καμία επαφή με αγνώστους.
Λίγοι θα είναι αυτοί που θα ανταποδώσουν με εγκαρδιότητα και χαρά για την έκπληξη.

Το ίδιο συμβαίνει και στον κόσμο των παιδιών. 
Ακόμη και στο σχολείο, τα παιδιά δεν χαιρετούν τους συμμαθητές τους, αλλά μόνο τους φίλους τους και αν. 
Έχουν χάσει την τυπικότητα της ευγένειας έναντι των δασκάλων και των καθηγητών τους, σαν να φοβούνται την ανοιχτή ψυχή και το χαμόγελο, και σαν να είναι σε έναν εντελώς δικό τους κόσμο. 
Απορροφημένα από τις σκέψεις τους, από την νύστα, από την βαρεμάρα του επερχόμενου μαθήματος. Κόσμος χωρίς το αίσθημα της γειτονίας, του πλησιάσματος, της συνύπαρξης από χαρά και όχι από υποχρέωση.

Και στους ναούς μας συμβαίνει το ίδιο. 
Ένα αίσθημα εξωτερικής σοβαρότητας και σεβασμού στην ιερότητα του χώρου κάνει τις καρδιές κλειστές προς τον πλησίον. 
Πάμε στον ναό για να συναντήσουμε τον Θεό και να προσευχηθούμε. 
Λησμονούμε όμως ότι κληθήκαμε να συναντούμε και την εικόνα του Θεού που είναι ο άλλος άνθρωπος. 
Και αν κατά την διάρκεια της ακολουθίας έχουμε μία δικαιολογία, ότι στην εκκλησία χρειάζεται ησυχία, στο τέλος της, όταν σπεύδουμε να πάρουμε το αντίδωρο χωρίς να χαιρετούμε τους διπλανούς μας εφόσον δεν τους γνωρίζουμε, ποια δικαιολογία άραγε υπάρχει;

Συνύπαρξη από υποχρέωση, μία από τις αρρώστιες των καιρών μας. 
Παρότι η μοντέρνα πολυπολιτισμική κουλτούρα μας ομνύει στην ετερότητα και την συνύπαρξη ανθρώπων και των λαών, με τονισμό του τι μας ενώνει και διαγραφή του τι μας χωρίζει, παλεύοντας για μία ταυτότητα και άνοστη και άγευστη, δεν ενθαρρύνει την εγκαρδιότητα και την χαρά για την παρουσία του άλλου. 
Ατομοκεντρικούς μας θέλει. Για να μην «κινδυνεύουμε» να ανοιχτούμε. 
Να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Να μοιραστούμε. 
Διότι όταν μοιράζεσαι, δίνεις και παίρνεις. 
Και ο κόσμος μας, θέλει να μας συνηθίσει μόνο να παίρνουμε.

«Μια καλημέρα είναι αυτή, πες την κι ας πέσει χάμω», λέει ένα παλιό τραγούδι. 
Για να την πούμε σημαίνει ότι η καρδιά μας έχει προσανατολιστεί στον πλησίον και όχι μόνο στο «εγώ» μας. 
Έχουμε μάθει να είμαστε ευγενικοί. Να δοξάζουμε τον Θεό για την νέα ημέρα που μας χάρισε και να θέλουμε να μοιραστούμε αυτή την χαρά της δοξολογίας. 
Και γι’ αυτό ας μην λησμονούμε  να καλημερίσουμε με μια προσευχή τον Θεό, αλλά και να χαιρετίσουμε τους ανθρώπους του σπιτιού μας, προτού ανοίξουμε την πόρτα για τις υποχρεώσεις μας. 
Να χαμογελάσουμε στον δρόμο και να καλημερίσουμε όσους μπορούμε. 
Να κοιτάξουμε στα μάτια τον άλλο. 
Να κάνουμε μία μικρή προσευχή γι’ αυτόν και τον κόσμο.

Και στον ναό ακόμη, πριν πάρουμε την θέση μας για να «βυθιστούμε» στην προσευχή, να χαιρετίσουμε τον πλησίον. 
Το ίδιο και στο τέλος. Για να γίνει η λειτουργία συνάντηση αγάπης!


[Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» – 17 Ιανουαρίου 2018]




db – [2fA]

                                                   


Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

"Τι θυμάμαι εγώ, δάσκαλε.. "





Μανώλης 
- σχόλιο σε επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά, στην Καθημερινή



Τους γιοφκάδες, τους γκιουσλεμέδες, τις φουρνόπιτες, το λαχανοτούρσι,
τα λαλαγκάκια και τον ήχο της ξερής βαμβακιάς που έκαιγε στον ξυλόφουρνο,
θυμάμαι εγώ δάσκαλε, απ' την γιαγιά μου.
Το σταυροκόπημά της δεν το συγκράτησα, η αλήθεια.
Τη λιγδωμένη απ’ τις δοκιμές αγάπης ποδιά της, αυτή ναι, τη θυμάμαι κάπως και
την συμπληρώνω.

Μια μέρα ήρθανε στο χωριό για ''επίσκεψη'' ο νουνός μου από την Θεσσαλονίκη.
Το βράδυ έριξε χιόνι. Πολύ! Την ημέρα το συνέχισε ακατάπαυστα.
Αδύνατο των αδυνάτων να σκεφτούν να φύγουν οι εκ του άστεως φιλοξενούμενοι.
Τραπέζια γιορτινά οι παππούδες μου στους ''κουμπάρους'' καθημερινά και καθεβραδινά.
Να το κρασί του παππού από τ’ αμπέλι, τα λουκάνικα τα χειροποίητα,
απ' τον θείο μου τον Νίκο (τον μεγάλο γιό) τα τουρσιά,
(κάποτε έγραψες δάσκαλε, πως είναι μια αναπηρία το να μην ακούσει κανείς Μότσαρτ 
-το ίδιο πιστεύω κι 'εγώ για όποιον δεν δοκίμασε τέτοια σπιτίσια τουρσιά εκείνου του καιρού), 
να οι πίτες, τα χοιρινά κοψίδια και οι πλούσιες τηγανιές γκιουσλεμέδες, 
οι κεφτέδες οι απίστευτοι, το φτιαχτό φρέσκο τυρί, τα πλούτη της απλότητας
και η ζεστασιά μεθύσι σωστό με τα όλα του..
Τα χιόνια πήρανε να λειώνουν στη βδομάδα.
Κι ο συγχωρεμένος ο νουνός μου λύθηκε στο κλάμα....
- Τι έχεις Γιάννη;
- Που θα πάμε Μαρίκα (η νουνά μου) τώρα; Τι θα κάνουμε στην πόλη;




db – [2fA]