Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

"Ω αγαπημένη Θαγιέ!.. "

 



-  ΙΙαραμύθι της Δεσποινίδος Armene Ohanian
«Το ωραίο βασιλόπουλο, με το φεγγάρι πρόσωπο και τον ήλιο κορώνα»
Αφιερωμένο στη μνήμη της μακαρίτισσας λαλάς μου Θαγιέ-Αζάν.
[από το περιοδικό ΦΥΛΛΑ, αρ. 5, 15 Απριλίου 1917]


Ω, αγαπημένη μου και τιμημένη Θαγιέ!
Ο Θεός να λούζει με φως την ψυχούλα σου μες στα περβόλια του Παραδείσου.

Με βλέπεις ετοιμοθάνατη, μόνη και κουρασμένη πάνω στους γεμάτους από πέτρες δρόμους αυτών των άγνωστων τόπων;
Ο ήλιος αφήκε τον ορίζοντα, ο ουρανός σκοτεινιάζει και με αγριεύει η σιγή των πουλιών.
Κάνει κρύο...

Ω! Έλα σε μένα, πάρε πάνω στα γόνατα σου το κεφάλι μου, ξέπλεξε τους βοστρύχους μου, είναι τόσο βαριοί! και σκέπασε με το μετάξι των μαλλιών τους ώμους μου, που είναι γυμνοί!

"Ένας μαύρος κόρακας με σιμώνει. Ώ! φοβάμαι !... Έλα σε μένα, πάρε με στην αγκαλιά σου και ξαναπές μου, για να με γλεντήσεις, τα ωραία σου παραμυθάκια! Μίλα.

Πες, όπως έλεγες άλλη φορά: «Θα γενείς μεγάλη και ωραία, ανάλαφρη σαν την ανατριχίλα των νερών και λυγερή σαν τις λεύκες.
Μπρος στα μάτια σου θα θαμπώνουν τα άστρα του ουρανού και το σκοτάδι θα γίνεται πιο φωτεινό από τα μαλλιά σου.
Τα άνθη θα κρύβονται όταν θα σε βλέπουν, και στον τόνο της φωνής σου θα παύουν τα πουλιά το τραγούδι των.

Μα μια μέρα θα κατεβεί από τον ουρανό ένα ωραίο βασιλόπουλο με το φεγγάρι πρόσωπο και τον ήλιο κορώνα.
Θα κατεβεί πάνω σε συγνεφένια χαλιά, ξαπλωμένο πάνω σε προσκέφαλα κεντημένα
με άστρα. Και η γη θα τραντάξει, τα νερά θα σταματήσουν τον δρόμο τους, τα δένδρα θα ανάψουν σαν λαμπάδες και οι τοίχοι των σπιτιών θα κρημνιστούν!

Θα σε πάρει και θα σε κάνει βασίλισσα της χώρας του, όπου είναι οι πολιτείες με σμαραγδένιους δρόμους και τα γαλάζια παλάτια τα φυλάγουν αγγέλοι.
Οι αιθέριοι τόνοι από τες άρπες των θα σε χαϊδεύουν, το τραγούδι των θα σε νανουρίζει και από τον καπνό του θυμιμάτου των θα σου υφαίνονται φορεσιές και σάρπες.
Τότε το ωραίο βασιλόπουλο...»

Μα... είχα κοιμηθεί...
Συ αφήκες τον κόσμο. Εγώ, εμεγάλωσα και μαράθηκα, περιμένοντας του κάκου αυτό το ωραίο βασιλόπουλο.
Θαγιέ, δεν εχτύπησε ποτέ την πόρτα μου, αυτό το βασιλόπουλο των παραμυθιών σου, που του είχα γενεί σκλάβα, που μες στα όνειρα μου το αγαπούσα.

Όταν βαρέθηκα πια περιμένοντας, βγήκα μια μέρα να πάω να το βρω.
Είναι πολλά χρόνια τώρα, πού γυρίζω από τόπο σε τόπο και το φωνάζω μες στα τραγούδια μου. Μες στα παλάτια και τις καλύβες, πάνω στους έρημους δρόμους και τα μονοπάτια των προσκυνητών, παντού ρώτησα για τον καλό μου με το φεγγάρι πρόσωπο και τον ήλιο κορώνα.

Παντού μου αποκρίνονταν με χαμόγελο και με λέγαν τρελή.
Κανένας δεν τον είδε ποτέ.
Θαγιέ, ψεύτρα Θαγιέ, μ’ εγέλασες !

Και τώρα με βλέπεις κουρασμένη μες στους έρημους δρόμους αυτών των άγνωστων τόπων.
Πεθαίνω.
Τα μάτια μου κλειούνται πια, τα χείλη μου κιτρινίζουν, και παγώνουν τα χέρια μου.
Έλα να με παρηγορήσεις πάλι με τες ψεύτικες ιστορίες σου, νανούρισε με μια φορά ακόμη στον τελευταίο μου ύπνο…

Μα... Ω! τι βλέπω; Περίμενε…
Ο ουρανός ξανοίγει... τα σύγνεφα φεύγουν...
Βλέπω μακριά τα γαλάζια παλάτια των παραμυθιών σου...
Βλέπω ένα, που άγγελοι φυλάγουν τις πόρτες του!

Πάνω σε συγνεφένιο χαλί βλέπω να αστράφτει ένας θρόνος στολισμένος με άστρα και...
Θαγιέ, Θαγιέ-Αζάν, τον βλέπω αυτόν, το βασιλόπουλο με το φεγγάρι πρόσωπο και τον ήλιο κορώνα, τον βασιλιά του Ήλιου, Θαγιέ, δεν ήταν ψέμα ό,τι μου έλεγες!!...

 

2φΑ

                                                      

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

"Ο Οικουμενικός άνθρωπος "

 



Αναστάσιος  -  Αρχιεπίσκοπος Τιράνων & πάσης Αλβανίας
[Ποιμαντική σκέψη της εβδομάδος]


Το να είσαι άνθρωπος δεν σημαίνει μόνο ότι έχεις σώμα, μυαλό και ψυχή.
Σημαίνει ακόμα πως ανήκεις σ' ένα σώμα, στο σώμα της ανθρωπότητας.
Ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχει μια ενότητα εσωτερική, πολύ πιο βαθιά από την κοινότητα των βασικών χαρακτηριστικών, πολύ πιο ουσιαστική από την αμοιβαιότητα, που δημιουργεί η ομαδική ζωή.

Είναι λάθος χοντρό να βλέπουμε την ανθρωπότητα σαν ένα σωρό άμμου, όπου κάθε κόκκος απλώς βρίσκεται, συμπιέζεται κοντά στους άλλους.
Το αληθινό είναι πως υπάρχει μια αμοιβαία αντίδοση μεταξύ των ανθρώπων, μια βαθύτερη σχέση, αντίστοιχη μ’ εκείνη που υφίσταται στα κύτταρα του σώματος.

Και κάτι πιο άμεσο. Όταν ζεις με την αίσθηση του οικουμενικού ανθρώπου, ζεις πιο σωστά, πιο βαθιά και πλατιά σαν άνθρωπος.
Με το να παρακολουθείς και να νοιώθεις αυτά τα θέματα, δεν σώζεις βέβαια τον κόσμο, σώζεις όμως τον εαυτό σου από τον εγκλωβισμό στο στενό κελί των ατομικών σου μόνον ενδιαφερόντων.

Τον σώζεις από το χνώτο του, το τόσο δηλητηριώδες κάποτε από τις αναθυμιάσεις του ναρκισσισμού και του εγωισμού.
Τον βοηθάς να αναπνέει στους ανοικτούς ορίζοντες, να μετέχει στον πόνο των ανθρώπων και να μην χάνεται στις μικρότητες της καθημερινής ζωής.
Τον βοηθάς να ζει στις πλήρεις διαστάσεις της ανθρώπινης ζωής.

Με μια προϋπόθεση εννοείται όλα αυτά.
Ότι αυτή η συμμετοχή στα προβλήματα της οικουμένης δεν είναι μια ξερά διανοητική, εγκυκλοπαιδική απασχόληση, αλλά μια αληθινή μετοχή ενός ζωντανού κυττάρου του σώματος της ανθρωπότητας στην άμυνα και την ανάπτυξή του.
Μια τίμια παρουσία ενός σοβαρού ανθρώπου που αγαπά, που νοιώθει την ευθύνη του –μικρή ή μεγάλη, αδιάφορο– για το μέλλον της Οικουμένης.

 

πΖ – 2φΑ

                                                    

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021

"Τα αρχαία παρήλθε.. "

 




... Ανακαίνισε γαρ πάντα
παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός




2φΑ


"Δεν είμαστε μόνοι! "

 



Χριστουγενιάτικο Μήνυμα



 

2φΑ

                                               

"Ο Λόγος σαρξ εγένετο "

 



Ἁγιος Ιουστίνος Πόποβιτς  -  Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ
[Ἀπό τό βιβλίο "Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος", ἐκδ. «Ἀστήρ»]

 
Κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο ( Ἰωάν. 1, 14).
Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ μεγαλυτέρα χαρμόσυνος ἀγγελία, τὸ πιὸ μεγάλο «εὐαγγέλιον», ποὺ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ ὁ οὐρανὸς εἰς τὴν γῆν.
Ἐὰν θέλετε, ὁλόκληρον τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσαρες λέξεις: «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Ἔξω ἀπὸ αὐτὸ καὶ χωρὶς αὐτό, ἄλλος εὐαγγελισμὸς δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον, οὔτε εἰς αὐτὸν οὔτε εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.

Ἐδῶ εὑρίσκεται κάθε τί, τὸ ὁποῖον εἶναι αἰωνίως ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν εἰς ὅλους τοὺς κόσμους. Μοναδικὸν χαρμόσυνον μήνυμα διὰ τὴν ὕλην εἰς ὅλας τὰς μορφάς της. Ἀπὸ τὴν πλέον σκληρὰν καὶ πυκνὴν ὕλην τοῦ ἀδάμαντος, μέχρι τὴν πλέον λεπτὴν καὶ ἀφανὴ τοῦ ἠλεκτρονίου καὶ φωτονίου. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο».
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε Θεοσάρξ, οὕτως ὥστε οὔτε ὁ Θεὸς παύει νὰ εἶναι Θεός, οὔτε ἡ σὰρξ νὰ εἶναι σάρξ. Μόνον ποὺ ἡ σὰρξ ἐν τῇ μυστικῇ ἀλλὰ πραγματικῇ ἑνώσει της μὲ τὸν Θεὸν ζῇ καὶ ἀκτινοβολεῖ ὅλας τὰς τελειότητας τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» σημαίνει: ὁ Λόγος ἔγινε ψυχή, Θεο-ψυχή, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ὁ Θεὸς παραμένει Θεὸς καὶ ἡ ψυχὴ ψυχή. Μόνον ποὺ ἡ ψυχὴ περιπατεῖ εἰς τοὺς δρόμους τῶν αἰωνίων καὶ χαροποιῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, εἰς ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους κόσμους.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», σημαίνει καὶ τοῦτο: ὁ Λόγος ἔγινεν αἴσθησις, Θεο-αἴσθησις.
Ἐν τούτοις, ὁ Θεὸς δὲν παύει νὰ εἶναι Θεός, ἂν καὶ ἔγινεν ἀνθρωπίνη αἴσθησις, ἐνῷ πάλιν ἡ αἴσθησις παραμένει ἀνθρωπίνη αἴσθησις. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ αἴσθησις ζῇ ὅλον τὸ θεῖον ἄπειρον ὡς ἰδικόν της.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», σημαίνει ἀκόμη καὶ τοῦτο: ὁ Λόγος ἔγινε κτίσμα,
Θεο-κτίσμα, «ὁ ὢν γίνεται, ὁ ἄκτιστος κτίζεται, ὁ ἀχώρητος χωρεῖται» (ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 45, 9. ΡG 36, 633-6). Μὲ αὐτὸ ἡ φύσις τοῦ Θεοῦ δὲν χάνει τὰ θεῖα της ἰδιώματα, ὅπως καὶ ἡ φύσις τοῦ κτίσματος δὲν χάνει τὰ κτιστά της ἰδιώματα. Μόνον ποὺ τὸ κτίσμα περνᾶ διὰ μέσου θαυμαστῶν μεταμορφώσεων, αἱ ὁποῖαι τὸ ὁδηγοῦν ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», τέλος, σημαίνει: ὁ Λόγος ἔγινεν ἄνθρωπος, πλήρης ἄνθρωπος, Θεάνθρωπος. Ἐν τούτοις, ὁ Θεὸς παραμένει εἰς τὰ ὅριά Του καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ ἰδικά του, ἂν καὶ εἶναι ἡνωμένοι στενώτατα, ἀδιαιρέτως καὶ ἀχωρίστως.
Μόνον πὼς ὁ ἄνθρωπος οἰκειοποιεῖται ὅλας τὰς ἀπορρήτους τελειότητας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποκτᾶ τὴν θείαν αἰωνιότητα καὶ τὴν θείαν δόξαν, γίνεται «ὁμόθεος», κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινεν ἄνθρωπος διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὸ ἀρχέτυπόν του, πρὸς τὸν Δημιουργόν του, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη εἰς τὴν ἀρχὴν διὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔχων τὸν χαρακτήρα τοῦ Θείου Λόγου (Γεν. 1, 26-27. Ἰωάν. 1, 9. Κολ. 3, 10).

Ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε σὰρξ διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν σάρκα εἰς τὴν πρωταρχικήν της logosnost, διότι πᾶν ὃ γέγονεν διὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου γέγονεν (Ἰωάν. 1, 3. Κολ. 1, 16).
Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς Λόγος εἶναι ὁ δημιουργὸς ὅλης τῆς κτίσεως, Αὐτὸς εἶναι καὶ τὸ θεμέλιον ὁλοκλήρου τοῦ κοσμικοῦ οἰκοδομήματος (πρβλ. ἁγ. Μαξίμου, ΡG 91, 668 καὶ 1308-9).

Ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακὸν ἀποτελοῦν τὴν τραγικὴν καὶ παράλογον ἀπόπειραν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν Θεὸν Λόγον ἐκ τῶν θεμελίων τοῦ σύμπαντος.
Ὁ Θεὸς Λόγος ἐσαρκώθη διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν κτίσιν πρὸς τὸν Δημιουργόν, διότι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρῶτον θεμέλιόν της καὶ ἡ βάσις της. Διὰ τοῦτο δικαίως εὐαγγελίζεται ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸν ἀρραγὲς καὶ αἰώνιον θεμέλιον καὶ ὅτι «θεμέλιον ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον» (Α΄ Κορ. 3, 11).

Ὅποιος θεμελιώνει καὶ οἰκοδομεῖ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀρραγοῦς καὶ ἀσαλεύτου Πέτρας τοῦ σύμπαντος εἶναι «ἀνὴρ φρόνιμος», ἡ προσωπικότης του ἔχει λογοποιηθῇ, ἔχει δηλαδὴ ἑνωθῇ μὲ ὅλα τὰ αἰώνια ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ Λόγου, διὰ τοῦτο καὶ παραμένει ἀκλόνητος εἰς ὅλας τὰς θυέλλας καὶ τὰς καταιγίδας τῶν ἀνθρωπίνων σεισμῶν καὶ τοῦ χάους (πρβλ. Ματθ. 5, 24 – 25. Ρωμ. 8, 35 – 39). Μὲ τὴν ἐνανθρώπησίν Του ὁ Θεὸς Λόγος ἔδειξεν ὅτι ὁ Θεῖος Λόγος εἶναι ἡ οὐσία τῆς φύσεώς μας, τὸ θεμέλιον τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι μας, ἡ βάσις τῆς ἀνθρωπίνης μας ζωῆς καὶ ὑπάρξεως.

Ἡ καταγωγή μας εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ τοῦτο καὶ τὸ εἶναι μας καὶ ἡ ζωή μας καὶ ἡ ὕπαρξίς μας ἐξαρτῶνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸν Θεὸν (πρβλ. Πράξ. 17, 28. Κολ. 3, 1-4).
Πράγματι, κατὰ τὸ ἀρχέτυπόν της καὶ κατὰ τὴν ἐσωτάτην οὐσίαν της, ὅλη ἡ κτίσις εἶναι ἀπὸ τὸν Λόγον καὶ διὰ τὸν Λόγον (Κολ. 1, 16-17). Εἰς Αὐτόν, δι’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ τὰ πάντα ἐπαναφέρονται εἰς τὴν ἔλλογον (logosni) καταγωγὴν καὶ ὕπαρξίν των⋅ εἰς τὴν ἀρχέγονον ἁγιότητα καὶ τὸ κάλλος καὶ τὴν δύναμίν των⋅ εἰς ἐκεῖνο τὸ «γενηθήτω» καὶ «ἐγένετο»⋅ εἰς τὸν ἰδικόν των παράδεισον. Διότι εἰς τὸν Λόγον εὑρίσκεται ὁ παράδεισος, ἐνῷ ἐκτὸς τῆς λογικότητος, ἡ κόλασις. […]
Δι’ ὅλα αὐτὰ ἡ ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐν σαρκὶ – τὰ Χριστούγεννα – εἶναι ἑορτὴ θαυμαστὴ καὶ διὰ τὸ μεγαλεῖον της καὶ διὰ τὸ μυστήριόν της καὶ διὰ τὸ νόημά της.

Ἑορτάζοντες τὰ Χριστούγεννα, οὐσιαστικῶς ὁμολογοῦμεν καὶ δοξάζομεν τὸ μοναδικὸν ἀληθινὸν νόημα καὶ τὸν λόγον τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως, τῆς ἀνθρωπίνης αἰσθήσεως, τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς.
Διότι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τοῦ Κυρίου Γεννήσεως «ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως», τοῦ θείου νοήματος, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν κόσμον μέχρι τῶν περάτων του, καὶ ἀπεκάλυψεν εἰς ἡμᾶς τὸ αἰώνιον νόημα καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ ἀνθρώπου.

Εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ μας ἐδόθη ἡ ἀποκάλυψις καὶ τὸ νόημα τόσον τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀνθρώπου, ὅσον καὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Διὰ τοῦτο μᾶς εἶναι ἀγαπητὸς ὁ ἄνθρωπος: διότι ἀνήκει εἰς τὸν Θεὸν Λόγον καί, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, εἶναι λογικός⋅ Ἀλλὰ μᾶς εἶναι ἀγαπητὴ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἀνήκει καὶ αὐτὴ εἰς τὸν Λόγον καί, δι’ αὐτό, εἶναι λογική⋅ καὶ ἡ σκέψις τοῦ ἀνθρώπου μᾶς εἶναι ἀγαπητή, διότι ἀνήκει εἰς τὸν Λόγον καί, δι’ αὐτὸ εἶναι, λογική καὶ ἡ αἴσθησις τοῦ ἀνθρώπου ἐπίσης, διότι ἀνήκει εἰς τὸν Λόγον καί, δι’ αὐτὸ εἶναι καὶ αὐτὴ λογική⋅ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, διότι εἶναι τοῦ Λόγου, καὶ δι’ αὐτὸ λογική⋅ μᾶς εἶναι ἀγαπητὸς καὶ ὁ κόσμος ἀκόμη, διότι εἶναι τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ αὐτὸς λογικός⋅ καθὼς καὶ ὁ οὐρανός, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι τοῦ Λόγου, καὶ διὰ τοῦτο, λογικός.

Μὲ τὴν γέννησιν τοῦ Θεοῦ ἐν σώματι, ἐγεννήθη εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον ὅλος ὁ Θεός, ὅλη ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ, ὅλον τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὸν Θεὸν καὶ τὴν Δικαιοσύνην Αὐτοῦ, μέσα εἰς τὴν πνευματικὴν ἔξαρσιν καὶ τὴν ἄπειρον χαράν των, χαιρετίζουν ὅλα τὰ ὄντα καὶ ὅλην τὴν κτίσιν μὲ τὸν χριστουγεννιάτικον χαιρετισμόν: Χριστὸς ἐγεννήθη! ἐνῷ ἀπὸ τὰ χριστονοσταλγικὰ βάθη τῶν ὄντων καὶ τῆς κτίσεως ἀντηχεῖ συγκινητικὴ ἡ ἀπάντησις: Ἀληθῶς ἐγεννήθη!

 

 orthodoxoiorizontes – 2φΑ

                                          

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

"Έλα, Εσύ.. "

 




Στέλιος Σπεράντσας  -  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ




2φΑ


"Παραμονή Χριστούγεννα "

 



-  ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι.
Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ᾿ όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ᾿ άλλο έμπαινε.
Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.

Οι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε.
Ο καφενές τ᾿ Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία.
Είχε μέσα δύο σόμπες και τα τζάμια ήτανε θαμπά, απ᾿ όξω έβλεπες σαν ήσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες είχανε βγαλμένες τις γούνες από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραίοι.

Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα.
Άλλα μπαίνανε, άλλα βγαίνανε. Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα, που λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα, και κείνα παράφωνα.

Αντίκρυ στον μεγάλον καφενέ τ᾿ Ασημένιου ήτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα και τέτοια. Ίσια-ίσια αντίκρυ στη μεγάλη πόρτα του καφενέ ήτανε ένα μικρό καφενεδάκι, το πιο φτωχικό σ᾿ όλη την πολιτεία, μία ποντικότρυπα.

Ενώ ο μεγάλος ο καφενές φεγγολογούσε και τα τζάμια ήτανε θολά από τη ζέστη, η ποντικότρυπα ήτανε σκοτεινή, γιατί η λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία άναβε, μία έσβηνε, όπως έμπαινε ο χιονιάς από τα σπασμένα τζάμια της πόρτας. Η φιτιλήθρα ήτανε στραβοβιδωμένη και τσαλαπατημένη σαν το μούτρο του καφετζή, του μπαρμπα-Γιαννακού του Χατζή, το φιτίλι στραβοκομμένο, το γυαλί σπασμένο από το ’να μάγουλο και στην τρύπα είχανε κολλημένο ένα κομμάτι ταραμαδόχαρτο.
Βάλε με το νου σου τι φως έδινε μια τέτοια λάμπα!
Κάτω τα σανίδια ήτανε σάπια και τρίζανε.

Στον τοίχο ήτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σαν αρχαία εικονίσματα: το ’να παρίστανε τον Μέγα Πέτρο μέσα σε μία βάρκα που την έδερνε η φουρτούνα, τ᾿ άλλο τον μάντη Τειρεσία, που μιλούσε με τον Αγαμέμνονα, τ᾿ άλλο τον Παναγή τον Κουταλιανό που πάλευε με την τίγρη.

Η πελατεία ήτανε συνέχεια με το καφενείο. Όλοι-όλοι ήτανε πέντ᾿ – έξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, με κάτι τρύπιες γούνες που δεν τις έπιανε αγκίστρι. Δύο-τρεις ήτανε γιαλικάρηδες, δηλαδή είχανε καμιά σάπια βάρκα και βγάζανε θαλασσινά για μεζέδες, που τα λέγανε γιαλικά, γιατί βρίσκουνται στο γιαλό, δηλαδή στα ρηχά νερά. Οι άλλοι ήτανε φρουκαλάδες, δηλαδή κάνανε φρουκαλιές. Ήτανε και κανένας νεροκουβαλητής και κανένας καρβουνιάρης. Να, αυτή ήτανε η πελατεία.

Ο βοριάς έμπαινε μέσα με την τρούμπα και στριφογύριζε τη λάμπα που κρεμότανε από το μαυρισμένο ταβάνι κι αναβόσβηνε.
Από το κρύο τρέμανε οι γέροι και χουχουλίζανε τα χέρια τους, τα βάζανε κι από πάνω από το τσιγάρο, τάχα για να ζεσταθούνε.

Ο φουκαράς ο καφετζής, για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε από το τεζάκι ίσαμε την πόρτα, με την παλιογούνα ριχμένη από πάνω του και για να δώσει κουράγιο στην πελατεία, εκεί που σουλατσάριζε, τον επίανε το σύγκρυο και χτυπούσανε τα κατωσάγονά του, κι έσφιγγε απάνω του την παλιοπατατούκα του κι έλεγε:
— Εεεέχ! Μωρέ, ζεστό που είναι το καφενεδάκι μας!…

Ύστερα γύριζε κι έδειχνε τον μεγάλον καφενέ, που καπνίζανε κάργα οι σόμπες, κι έλεγε:
— Αντίκρυ, σκυλί ψοφά από το κρύο…, σκυλί ψοφά!
Ο καημένος ο μπαρμπα-Χατζής!

Απ᾿ όξω περνούσε κόσμος βιαστικός, με γέλια και με χαρές.
Από ’δω κι από ’κει ακουγόντανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά.
Η ώρα περνούσε κι ανάριευε σιγά-σιγά ο κόσμος.
Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα-ένα. Μοναχά μέσα στα μπαρμπεριά ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι.

Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια.
Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικοκυράδες και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες και κείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:
"Καλήν εσπέραν, Άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ᾿ αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη…"

Κι αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Ευαγγέλιο, τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους τσομπάνηδες, τους Μάγους, τον Ηρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και τη Ραχήλ που έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:

"Ιδού οπού σας είπαμεν όλην την ιστορίαν,
του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν.
Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε, κοιμηθείτε,
ολίγον ύπνον πάρετε και πάλιν σηκωθείτε.

Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε,
στην εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε.
Ν᾿ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν
και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν.

Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,
ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
Και τον σταυρόν σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε,
δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείται.

Δότε κι εμάς τον κόπον μας, ό,τ᾿ είναι ορισμός σας
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.
Και εις έτη πολλά."

Μπαίνανε στο σπίτι με χαρά, βγαίνανε με πιο μεγάλη χαρά.
Παίρνανε αρχοντικά φιλοδωρήματα από τον κουβαρντά τον νοικοκύρη κι από τη νοικοκυρά λογιών-λογιών γλυκά, που δεν τα τρώγανε, γιατί ακόμα δεν είχε γίνει η Λειτουργία, αλλά τα μαζεύανε μέσα σε μία καλαθιέρα.

Αβραμιαία πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον πολιτισμό! Πάνε τα καλά χρόνια!

Όλα γινόντανε όπως τα ’λεγε το τραγούδι: Πέφτανε στα ζεστά τους και παίρνανε έναν ύπνο, ώσπου αρχίζανε και χτυπούσανε οι καμπάνες από τις δώδεκα εκκλησιές της χώρας.
Τι γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι σαν τις κρύες τις ευρωπαϊκές, που θαρρείς πως είναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε όλοι, βάζανε τα καλά τους και πηγαίνανε στην εκκλησιά.

Σαν τελείωνε η Λειτουργία, γυρίζανε στα σπίτια τους. Οι δρόμοι αντιλαλούσανε από χαρούμενες φωνές. Οι πόρτες των σπιτιών ήτανε ανοιχτές και φεγγοβολούσανε.
Τα τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ άσπρα τραπεζομάντηλα κι είχανε πάνω ό,τι βάλει ο νους σου. Φτωχοί και πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οι αρχόντοι στέλνανε απ᾿ όλα στους φτωχούς.

Κι αντίς να τραγουδήσουνε στα τραπέζια, ψέλνανε το Χριστός γεννάται, δοξάσατε, 
Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον.
Αφού ευφραινόντανε απ’ όλα, πλαγιάζανε ξέγνοιαστοι, σαν τ᾿ αρνιά που κοιμόντανε κοντά στο παχνί, τότες που γεννήθηκε ο Χριστός, εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας.

Τώρα ας πάμε την ίδια βραδιά στην αντικρινή στεριά, που τρεμοσβήνουνε ένα-δύο μικρά φωτάκια, πέρα από το πέλαγο, που βογγά από τον άγριο τον χιονιά.

Είναι ένα μαντρί πίσω από μία ραχούλα, κοντά στη θάλασσα, φυτρωμένη από πουρνάρια.
Αυτό το μαντρί είναι του Γιάννη του Βλογημένου.
Τα πρόβατα είναι σταλιασμένα κάτω από τη σαγιά και ακούγουνται τα κουδούνια, τιν-τιν, όπως αναχαράζουνε. Επειδή γεννάνε, οι τσομπαναραίοι παρα-φυλάγουνε και, μόλις γεννηθεί κανένα αρνί, τ᾿ αρπάνε και το μπάζουνε στο καλύβι και το ζεσταίνουνε στη φωτιά να μην παγώσει. Απ᾿ όξω φωνάζουνε οι μαννάδες. Η φωτιά ξελοχίζει και το καλύβι είναι σαν χαμάμι.

Εκεί μέσα βρίσκουνται εξ᾿-εφτά νοματέοι, καθισμένοι γύρω από τον σοφρά.
Πρώτος είναι ο αρχιτσέλιγκας Γιάννης ο Βλογημένος, που, άμα τον δεις, θαρρείς πως βρίσκεσαι αληθινά στο μαντρί που γεννήθηκε ο Χριστός.
Είναι αρχαίος άνθρωπος, αθώος, με γένια μαύρα, σαν άγιος.
Τα ρούχα που φορά είναι βρακιά ανατολίτικα, στα ποδάρια του έχει τυλιγμένα πετσιά δεμένα με λαγάρες, στο σελάχι του έχει ήσκα και τσακμάκι.
Κι οι άλλοι τσομπάνηδες είναι σαν τον Γιάννη, μονάχα που ο Γιάννης κάθεται με το πουκάμισο, ενώ οι άλλοι, επειδή βγαίνουνε όξω για να κοιτάζουνε τα νιογέννητα, φοράνε προβιές προβατίσιες, με το μαλλί γυρισμένο από μέσα.

Αυτοί που κάθουνται στον σοφρά είναι μουσαφιραίοι. Ο ένας είναι ο Παναγής ο Στριγκάρος, κοντραμπατζής ξακουσμένος για την παλικαριά του.
Είχε πάγει για κυνήγι και νυχτώθηκε στο μαντρί. Με τον Γιάννη γνωριζόντανε από χρόνια κι είχε κοιμηθεί πολλές φορές στη στάνη.
Οι άλλοι τρεις ήτανε καρβουνιάρηδες, που κάνανε κάρβουνα εκεί κοντά.
Οι άλλοι δύο ήτανε ψαράδες, ο γερο-Ψύλλος με το γιο του, τον Κωσταντή.

Καθόντανε λοιπόν γύρω στο σοφρά και τρώγανε.
Απάνω στο τραπέζι ήτανε κρέατα, μυτζήθρες ανάλατες, μανούρια, αγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι άλλα πουλιά του κυνηγιού.

Ο ένας ο καρβουνιάρης ήτανε από τα μπουγάζια της Πόλης, από τη Μάδυτο, κι ήξερε κι έψελνε καλά, είχε και φωνή γλυκιά και βαριά, τζουράδικη.
Έψαλε το Μεγάλυνον, ψυχή μου, με τέτοιο μεράκι, που κλάψανε οι άλλοι που τον ακούγανε, κι ο Γιάννης ο Βλογημένος.
Το καλύβι γίνηκε σαν εκκλησιά, έλεγες πως εκεί μέσα γεννήθηκε ο Χριστός.

Απ᾿ έξω ο χιονιάς μούγκριζε και τσάκιζε τα ρουπάκια.
Ο γερο-Στριγκάρος καθότανε στα σκοτεινά συλλογισμένος και μασούσε το μουστάκι του.
Φορούσε μία κατσούλα από αστραχάν, μ᾿ όλο που έκανε ζέστη, κι είχε χωμένη την απαλάμη του κάθε χεριού του μέσα στ᾿ ανοιχτό μανίκι τ᾿ αλλουνού χεριού.

Για μία στιγμή σωπάσανε να κουβεντιάζουνε. Ο Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε το χώμα.
Κούνησε κάμποσο το κεφάλι του, κι άνοιξε το στόμα του κι είπε:
- Βρε παιδιά, καλά εσείς, γιορτάζετε τη χάρη Του, είσαστε καλοί άνθρωποι.
Αμ εγώ, τι ψυχή θα παραδώσω, που σκότωσα καμιά κοσαριά ανθρώπους;
Ακόμα και γυναίκες ξεκοίλιασα, και μωρά πράματα χάλασα!

Κανένας δε μίλησε. Ύστερ᾿ από ώρα, σαν να ’τανε μοναχός, ξανακούνησε το κεφάλι του κι αναστέναξε κι είπε: "Άραγες υπάρχει Κόλαση και Παράδεισο;…"
Και δάγκασε το μουστάκι του.
Ξανακούνησε το κεφάλι του κι είπε μέσα στο στόμα του, σα να μιλούσε με τον εαυτό του:
"Δεν μπορεί! Κατιτίς θα υπάρχει…" Και δεν ξαναμίλησε.

 

dromospoihshs – youtube

2φΑ

                                          

"Παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός "

 


-  Tοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ ὕμνος
Μηνί δεκεμβρίῳ κε´, Kοντάκιον τῆς Χριστοῦ γεννήσεως,
ἦχος γ´, φέρον ἀκροστιχίδα·

[Ἀπό τό βιβλίο: Ῥωμανοῦ Μελῳδοῦ «Ὕμνοι»
ἀπόδοση στά νέα ἑλληνικά, Ἀρχιμανδρίτου Ἀνανία Κουστένη
Τόμος Πρῶτος, β´ ἔκδοση, Ἐκδόσεις Χ. Μπούρα]






Προοίμιον

Ἡ παρθένος σήμερον - τὸν ὑπερούσιον τίκτει,
καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον - τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει·
ἄγγελοι μετὰ ποιμένων - δοξολογοῦσι,
μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος - ὁδοιποροῦσι·
δι᾿ ἡμᾶς γὰρ - ἐγεννήθη
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Οἶκοι

Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ - ἤνοιξε, δεῦτε ἴδωμεν·
τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ - ηὕραμεν, δεῦτε λάβωμεν
τὰ τοῦ παραδείσου - ἐντὸς τοῦ σπηλαίου·
ἐκεῖ ἐφάνη - ῥίζα ἀπότιστος - βλαστάνουσα ἄφεσιν,
ἐκεῖ ηὑρέθη - φρέαρ ἀνόρυκτον,
οὗ πιεῖν Δαυὶδ - πρὶν ἐπεθύμησεν·
ἐκεῖ παρθένος - τεκοῦσα βρέφος
τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθὺς - τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ·
διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο - ἐπειχθῶμεν ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ὁ πατὴρ τῆς μητρὸς - γνώμῃ υἱὸς ἐγένετο,
ὁ σωτὴρ τῶν βρεφῶν - βρέφος ἐν φάτνῃ ἔκειτο·
ὃν κατανοοῦσα - φησὶν ἡ τεκοῦσα·
«
Εἰπέ μοι, τέκνον, - πῶς ἐνεσπάρης μοι - ἢ πῶς ἐνεφύης μοι·
ὁρῶ σε, σπλάγχνον, - καὶ καταπλήττομαι,
ὅτι γαλουχῶ - καὶ οὐ νενύμφευμαι·
καὶ σὲ μὲν βλέπω - μετὰ σπαργάνων,
τὴν παρθενίαν δὲ ἀκμὴν - ἐσφραγισμένην θεωρῶ·
σὺ γὰρ ταύτην φυλάξας - ἐγεννήθης εὐδοκήσας
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ὑψηλὲ βασιλεῦ, - τί σοι καὶ τοῖς πτωχεύσασι;
Ποιητὰ οὐρανοῦ, - τί πρὸς γηΐνους ἤλυθας;
Σπηλαίου ἠράσθης - ἢ φάτνῃ ἐτέρφθης;
Ἰδοὺ οὐκ ἔστι - τόπος τῇ δούλῃ σου - ἐν τῷ καταλύματι·
οὐ λέγω τόπον, - ἀλλ᾿ οὐδὲ σπήλαιον,
ὅτι καὶ αὐτὸ - τοῦτο ἀλλότριον·
καὶ τῇ μὲν Σάῤῥᾳ - τεκούσῃ βρέφος
ἐδόθη κλῆρος γῆς πολλῆς, - ἐμοὶ δὲ οὐδὲ φωλεός·
ἐχρησάμην τὸ ἄντρον - ὃ κατῴκησας βουλήσει,
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»

Τὰ τοιαῦτα ῥητὰ - ἐν ἀποῤῥήτῳ λέγουσα
καὶ τὸν τῶν ἀφανῶν - γνώστην καθικετεύουσα,
ἀκούει τῶν μάγων - τὸ βρέφος ζητούντων·
εὐθὺς δὲ τούτοις· - «Τίνες ὑπάρχετε;» - ἡ κόρη ἐβόησεν·
οἱ δὲ πρὸς ταύτην· - «Σὺ γὰρ τίς πέφυκας,
ὅτι τὸν τοιοῦτον ἀπεκύησας;
Τίς ὁ πατήρ σου, - τίς ἡ τεκοῦσα,
ὅτι ἀπάτορος υἱοῦ - ἐγένου μήτηρ καὶ τροφός;
Οὗ τὸ ἄστρον ἰδόντες - συνήκαμεν ὅτι ὤφθη
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ἀκριβῶς γὰρ ἡμῖν - ὁ Βαλαὰμ παρέθετο
τῶν ῥημάτων τὸν νοῦν - ὧνπερ προεμαντεύσατο,
εἰπὼν ὅτι μέλλει - ἀστὴρ ἀνατέλλειν,
ἀστὴρ σβεννύων - πάντα μαντεύματα - καὶ τὰ οἰωνίσματα·
ἀστὴρ ἐκλύων - παραβολὰς σοφῶν,
ῥήσεις τε αὐτῶν - καὶ τὰ αἰνίγματα·
ἀστὴρ ἀστέρος - τοῦ φαινομένου
ὑπερφαιδρότερος πολύ, - ὡς πάντων ἄστρων ποιητής,
περὶ οὗ προεγράφη· - ἐξ Ἰακὼβ ἀνατέλλει
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»

Παραδόξων ῥητῶν - ἡ Μαριὰμ ὡς ἤκουσε,
τῷ ἐκ σπλάγχνων αὐτῆς - κύψασα προσεκύνησε
καὶ κλαίουσα εἶπε· - «Μεγάλα μοι, τέκνον,
μεγάλα πάντα - ὅσα ἐποίησας - μετὰ τῆς πτωχείας μου·
ἰδοὺ γὰρ μάγοι - ἔξω ζητοῦσί σε·
τῶν ἀνατολῶν - οἱ βασιλεύοντες
τὸ πρόσωπόν σου - ἐπιζητοῦσι,
καὶ λιτανεύουσιν ἰδεῖν - οἱ πλούσιοι τοῦ σοῦ λαοῦ·
ὁ λαός σου γὰρ ὄντως - εἰσὶν οὗτοι οἷς ἐγνώσθης,
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ἐπειδὴ οὖν λαὸς - σός ἐστι, τέκνον, κέλευσον
ὑπὸ σκέπην τὴν σὴν - γένωνται, ἵνα ἴδωσι
πενίαν πλουσίαν, - πτωχείαν τιμίαν·
αὐτόν σε δόξαν - ἔχω καὶ καύχημα· - διὸ οὐκ αἰσχύνομαι·
αὐτὸς εἶ χάρις - καὶ ἡ εὐπρέπεια
τῆς σκηνῆς κἀμοῦ· - νεῦσον εἰσέλθωσιν·
οὐδέν μοι μέλει - τῆς εὐτελείας·
ὡς θησαυρὸν γὰρ σὲ κρατῶ, - ὃν βασιλεῖς ἦλθον ἰδεῖν,
βασιλέων καὶ μάγων - ἐγνωκότων ὅτι ὤφθης,
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»

Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς - ὄντως τε καὶ Θεὸς ἡμῶν
τῶν φρενῶν ἀφανῶς - ἥψατο τῆς μητρὸς αὐτοῦ,
«Εἰσάγαγε, λέγων, - οὓς ἤγαγον λόγῳ·
ἐμὸς γὰρ λόγος - οὗτος ὃς ἔλαμψε - τοῖς ἐπιζητοῦσί με·
ἀστὴρ μέν ἐστιν - πρὸς τὸ φαινόμενον,
δύναμις δέ τις - πρὸς τὸ νοούμενον·
συνῆλθε μάγοις - ὡς λειτουργῶν μοι,
καὶ ἔτι ἵσταται πληρῶν - τὴν διακονίαν αὐτοῦ
καὶ ἀκτῖσι δεικνύων - τὸν τόπον ὅπου ἐτέχθη
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Νῦν οὖν δέξαι, σεμνή, - δέξαι τοὺς δεξαμένους με·
ἐν αὐτοῖς γὰρ εἰμὶ - ὥσπερ ἐν ταῖς ἀγκάλαις σου·
καὶ σοῦ οὐκ ἀπέστην - κἀκείνοις συνῆλθον.»
Ἡ δὲ ἀνοίγει - θύραν καὶ δέχεται - τῶν μάγων τὸ σύστημα·
ἀνοίγει θύραν - ἡ ἀπαράνοικτος
πύλη, ἣν Χριστὸς - μόνος διώδευσεν·
ἀνοίγει θύραν - ἡ ἀνοιχθεῖσα
καὶ μὴ κλαπεῖσα μηδαμῶς - τὸν τῆς ἁγνείας θησαυρόν·
αὐτὴ ἤνοιξε θύραν, - ἀφ᾿ ἧς ἐγεννήθη θύρα,
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Οἱ δὲ μάγοι εὐθὺς - ὥρμησαν εἰς τὸν θάλαμον,
καὶ ἰδόντες Χριστὸν - ἔφριξαν, ὅτι εἴδοσαν
τὴν τούτου μητέρα, - τὸν ταύτης μνηστῆρα,
καὶ φόβῳ εἶπον· - «Οὗτος υἱός ἐστιν - ἀγενεαλόγητος;
Καὶ πῶς, παρθένε, - τὸν μνηστευσάμενον
βλέπομεν ἀκμὴν - ἔνδον τοῦ οἴκου σου;
Οὐκ ἔσχε μῶμον - ἡ κύησις σου·
μὴ ἡ κατοίκησις ψεχθῇ - συνόντος σοι τοῦ Ἰωσήφ·
πλῆθος ἔχεις φθονούντων - ἐρευνώντων ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

—Ὑπομνήσω ὑμᾶς, - μάγοις Μαρία ἔφησε,
τίνος χάριν κρατῶ - τὸν Ἰωσὴφ ἐν οἴκῳ μου·
εἰς ἔλεγχον πάντων - τῶν καταλαλούντων·
αὐτὸς γὰρ λέξει - ἅπερ ἀκήκοε - περὶ τοῦ παιδίου μου·
ὑπνῶν γὰρ εἶδεν - ἄγγελον ἅγιον
λέγοντα αὐτῷ - πόθεν συνέλαβον·
πυρίνη θέα - τὸν ἀκανθώδη
ἐπληροφόρησε νυκτὸς - περὶ τῶν λυπούντων αὐτόν·
δι᾿ αὐτὸ σύνεστί μοι - Ἰωσὴφ δηλῶν ὡς ἔστι
παιδίον νέον - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ῥητορεύει σαφῶς - ἅπαντα ἅπερ ἤκουσεν·
ἀπαγγέλλει τρανῶς - ὅσα αὐτὸς ἑώρακεν
ἐν τοῖς οὐρανίοις - καὶ τοῖς ἐπιγείοις·
τὰ τῶν ποιμένων, - πῶς συνανύμνησαν - πηλίνοις οἱ πύρινοι·
ὑμῶν τῶν μάγων, - ὅτι προέδραμεν
ἄστρον φωταυγοῦν - καὶ ὁδηγοῦν ὑμᾶς·
διὸ ἀφέντες - τὰ προῤῥηθέντα,
ἐκδιηγήσασθε ἡμῖν - τὰ νῦν γενόμενα ὑμῖν,
πόθεν ἥκατε, πῶς δὲ - συνήκατε ὅτι ὤφθη
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»

Ὡς δὲ ταῦτα αὐτοῖς - ἡ φαεινὴ ἐλάλησεν,
οἱ τῆς ἀνατολῆς - λύχνοι πρὸς ταύτην ἔφησαν·
«Μαθεῖν θέλεις πόθεν - ἠλύθαμεν ὧδε;
Ἐκ γῆς Χαλδαίων, - ὅθεν οὐ λέγουσι· - θεὸς θεῶν κύριος,
ἐκ Βαβυλῶνος, - ὅπου οὐκ οἴδασιν
τίς ὁ ποιητὴς - τούτων ὧν σέβουσιν·
ἐκεῖθεν ἦλθε - καὶ ἦρεν ἡμᾶς
ὁ τοῦ παιδίου σου σπινθὴρ - ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ περσικοῦ·
πῦρ παμφάγον λιπόντες, - πῦρ δροσίζον θεωροῦμεν,
παιδίον νέον, - τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.

Ματαιότης ἐστὶ - ματαιοτήτων ἅπαντα,
ἀλλ᾿ οὐδεὶς ἐν ἡμῖν - ταῦτα φρονῶν εὑρίσκεται·
οἱ μὲν γὰρ πλανῶσιν, - οἱ δὲ καὶ πλανῶνται·
διό, παρθένε, - χάρις τῷ τόκῳ σου - δι᾿ οὗ ἐλυτρώθημεν
οὐ μόνον πλάνης, - ἀλλὰ καὶ θλίψεως
τῶν χωρῶν πασῶν - ὧνπερ διήλθομεν,
ἐθνῶν ἀσήμων, - γλωσσῶν ἀγνώστων,
περιερχόμενοι τὴν γῆν - καὶ ἐξερευνῶντες αὐτὴν
μετὰ λύχνου τοῦ ἄστρου, - ἐκζητοῦντες ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ἀλλ᾿ ὡς ἔτι αὐτὸν - τοῦτον τὸν λύχνον εἴχομεν,
τὴν Ἰερουσαλὴμ - πᾶσαν περιωδεύσαμεν,
πληροῦντες εἰκότως - τὰ τῆς προφητείας·
ἠκούσαμεν γὰρ - ὅτι ἠπείλησε - Θεὸς ἐρευνᾶν αὐτήν·
καὶ μετὰ λύχνου - περιηρχόμεθα,
θέλοντες εὑρεῖν - μέγα δικαίωμα·
ἀλλ᾿ οὐχ εὑρέθη, - ὅτι ἐπήρθη
ἡ κιβωτὸς αὐτῆς μεθ᾿ ὧν - συνεῖχε πρότερον καλῶν·
τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, - ἀνεκαίνισε γὰρ πάντα
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

—Ναί, φησί, τοῖς πιστοῖς - μάγοις Μαρία ἔφησε,
τὴν Ἰερουσαλὴμ - πᾶσαν περιωδεύσατε,
τὴν πόλιν ἐκείνην - τὴν προφητοκτόνον;
Καὶ πῶς ἀλύπως - ταύτην διήλθετε - τὴν πᾶσι βασκαίνουσαν;
Ἡρώδην πάλιν - πῶς διελάθετε
τὸν ἀντὶ θεσμῶν - φόνων ἐμπνέοντα;»
Οἱ δὲ πρὸς ταύτην - φησί· «Παρθένε,
οὐ διελάθομεν αὐτόν, - ἀλλ᾿ ἐνεπαίξαμεν αὐτῷ·
συνετύχομεν πᾶσιν - ἐρωτῶντες ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»

Ὅτε ταῦτα αὐτῶν - ἡ Θεοτόκος ἤκουσεν,
τότε εἶπεν αὐτοῖς· - «Τί ὑμᾶς ἐπηρώτησεν
Ἡρώδης ὁ ἄναξ - καὶ οἱ Φαρισαῖοι;
—Ἡρώδης πρῶτον, - εἶτα, ὡς ἔφησας, - οἱ πρῶτοι τοῦ ἔθνους σου
τὸν χρόνον τούτου - τοῦ φαινομένου νῦν
ἄστρου παρ᾿ ἡμῶν - ἐξηκριβώσαντο·
καὶ ἐπιγνόντες - ὡς μὴ μαθόντες
οὐκ ἐπεθύμησαν ἰδεῖν - ὃν ἐξηρεύνησαν μαθεῖν,
ὅτι τοῖς ἐρευνῶσιν - ὀφείλει θεωρηθῆναι
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ὑπενόουν ἡμᾶς - ἄφρονας οἱ ἀνόητοι
καὶ ἠρώτων, φησί· - Πόθεν καὶ πότε ἥκατε;
πῶς μὴ φαινομένας - ὡδεύσατε τρίβους;
Ἡμεῖς δὲ τούτοις - ὅπερ ἠπίσταντο - ἀντεπηρωτήσαμεν·
Ὑμεῖς τὸ πάρος - πῶς διωδεύσατε
ἔρημον πολλὴν - ἥνπερ διήλθετε;
Ὁ ὁδηγήσας - τοὺς ἀπ᾿ Αἰγύπτου
αὐτὸς ὡδήγησε καὶ νῦν - τοὺς ἐκ Χαλδαίων πρὸς αὐτόν,
τότε στύλῳ πυρίνῳ, - νῦν δὲ ἀστέρι δηλοῦντι
παιδίον νέον, - τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.

[Ὁ ἀστὴρ πανταχοῦ - ἦν ἡμῶν προηγούμενος
ὡς ὑμῖν ὁ Μωσῆς - ῥάβδον ἐπιφερόμενος,
τὸ φῶς περιλάμπων - τῆς θεογνωσίας·
ὑμᾶς τὸ μάννα - πάλαι διέθρεψε - καὶ πέτρα ἐπότισεν·
ἡμᾶς ἐλπὶς ἡ - τούτου ἐνέπλησε·
τῇ τούτου χαρᾷ - διατρεφόμενοι,
οὐκ ἐν Περσίδι - ἀναποδίσαι
διὰ τὸν ἄβατον ὁδὸν - ὁδεύειν ἔσχομεν ἐν νῷ,
θεωρῆσαι ποθοῦντες, - προσκυνῆσαι καὶ δοξάσαι
παιδίον νέον, - τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.«]

Ὑπὸ τῶν ἀπλανῶν - μάγων ταῦτα ἐλέγετο·
ὑπὸ δὲ τῆς σεμνῆς - πάντα ἐπεσφραγίζετο,
κυροῦντος τοῦ βρέφους - τὰ τῶν ἀμφοτέρων,
τῆς μὲν ποιοῦντος - μετὰ τὴν κύησιν - τὴν μήτραν ἀμίαντον,
τῶν δὲ δεικνύντος - μετὰ τὴν ἔλευσιν
ἄμοχθον τὸν νοῦν - ὥσπερ τὰ βήματα·
οὐδεὶς γὰρ τούτων - ὑπέστη κόπον,
ὡς οὐκ ἐμόχθησεν ἐλθὼν - ὁ Ἀμβακοὺμ πρὸς Δανιήλ·
ὁ φανεὶς γὰρ προφήταις - ὁ αὐτὸς ἐφάνη μάγοις
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Μετὰ ταῦτα αὐτῶν - πάντα τὰ διηγήματα,
δῶρα ἦραν χερσὶν - μάγοι καὶ προσεκύνησαν
τῷ δώρῳ τῶν δώρων, - τῷ μύρῳ τῶν μύρων·
χρυσὸν καὶ σμύρναν - εἶτα καὶ λίβανον - Χριστῷ προσεκόμισαν,
βοῶντες· «Δέξαι - δώρημα τρίϋλον,
ὡς τῶν Σεραφὶμ - ὕμνον τρισάγιον·
μὴ ἀποστρέψῃς - ὡς τὰ τοῦ Κάϊν,
ἀλλ᾿ ἐναγκάλισαι αὐτὰ - ὡς τὴν τοῦ Ἄβελ προσφοράν,
διὰ τῆς σε τεκούσης, - δι᾿ ἧς ἡμῖν ἐγεννήθης,
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»

Νέα νῦν καὶ φαιδρὰ - βλέπουσα ἡ ἀμώμητος
μάγους δῶρα χερσὶ - φέροντας καὶ προσπίπτοντας,
ἀστέρα δηλοῦντα, - ποιμένας ὑμνοῦντας,
τὸν πάντων τούτων - κτίστην καὶ κύριον - ἱκέτευε λέγουσα·
«Τριάδα δώρων, - τέκνον, δεξάμενος,
τρεῖς αἰτήσεις δὸς - τῇ γεννησάσῃ σε·
ὑπὲρ ἀέρων - παρακαλῶ σε
καὶ ὑπὲρ τῶν καρπῶν τῆς γῆς - καὶ τῶν οἰκούντων ἐν αὐτῇ·
διαλλάγηθι πᾶσι, - δι᾿ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης,
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Οὐχ ἁπλῶς γάρ εἰμι - μήτηρ σου, σῶτερ εὔσπλαγχνε·
οὐκ εἰκῇ γαλουχῶ - τὸν χορηγὸν τοῦ γάλακτος,
ἀλλὰ ὑπὲρ πάντων - ἐγὼ δυσωπῶ σε·
ἐποίησάς με - ὅλου τοῦ γένους μου - καὶ στόμα καὶ καύχημα·
ἐμὲ γὰρ ἔχει - ἡ οἰκουμένη σου
σκέπην κραταιάν, - τεῖχος καὶ στήριγμα·
ἐμὲ ὁρῶσιν - οἱ ἐκβληθέντες
τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς, - ὅτι ἐπιστρέφω αὐτούς·
λάβῃ αἴσθησιν πάντα - δι᾿ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης,
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Σῶσον κόσμον, σωτήρ· - τούτου γὰρ χάριν ἤλυθας·
στῆσον πάντα τὰ σά· - τούτου γὰρ χάριν ἔλαμψας
ἐμοὶ καὶ τοῖς μάγοις - καὶ πάσῃ τῇ κτίσει·
ἰδοὺ γὰρ μάγοι - οἷς ἐνεφάνισας - τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου,
προσπίπτοντές σοι - δῶρα προσφέρουσι
χρήσιμα, καλά, - λίαν ζητούμενα·
αὐτῶν γὰρ χρῄζω, - ἐπειδὴ μέλλω
ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον μολεῖν - καὶ φεύγειν σὺν σοὶ διὰ σέ,
ὁδηγέ μου, υἱέ μου, - ποιητά μου, πλουτιστά μου,
παιδίον νέον, - ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»

 

nektar – 2fA

                                            

"Δυο κοπελάκια... "

 



ΔΥΟ ΚΟΠΕΛΑΚΙΑ... ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
-  Ποίημα του Σπ. Πανηγυράκη
απ' το cd του βιβλίου "ΚΡΥΜΜΕΝΟΙ ΚΟΣΜΟΙ"

Απαγγελία: Νίκος Τζιρτζιλάκης.
Μουσική: Ηλίας Χορευτάκης


 



[ΚΡΥΜΜΕΝΟΙ ΚΟΣΜΟΙ (λόγοι ανάλεκτοι) - Εκδόσεις Εν Ηχω]

 

ElLibero – 2fA

                                         

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

"Καληνύχτα!!.. "

 



Πέφτω κάνω τον σταυρό μου
άγγελο έχω στο πλευρό μου
δούλος του Θεού λογιούμαι
και κανέναν δε φοβούμαι.

 

2φΑ

                       

"H γιορτή της ζεστασιάς "



 

-  Άγιος Παύλος Σερβίας
 

«Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκάς 2:14).
Οι άνθρωποι έχουν χάσει την επαφή με το γεγονός, ότι με τη γέννησή Του ο Χριστός έφερε την ειρήνη του Θεού στον κόσμο.

Αυτή η ειρήνη του Θεού είναι μια εσωτερική ειρήνη, μια ειρήνη που έρχεται στην ψυχή για να την αγιάσει και να την προετοιμάσει για τη Βασιλεία των Ουρανών.
Είναι η ειρήνη που ο Κύριος μίλησε αργότερα στους μαθητές Του στον Μυστικό Δείπνο:
«Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν. Ου καθώς ο κόσμος δίδωσι, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάννης 14:27)

"Τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή της ζεστασιάς και της ζεστής ανθρώπινης καρδιάς. 
Εάν σήμερα μας φαίνεται ότι δεν υπάρχει χώρος για να «ζεσταθεί» ένας άνθρωπος, είναι επειδή οι ανθρώπινες καρδιές είναι πια κρύες. 
Ότι η ζωή είναι δύσκολη δεν είναι εξαίρεση, είναι ο κανόνας. 
Μόνο ο 20ος αιώνας πίστεψε ότι η ζωή είναι εύκολη και ευχάριστη, ένα όνειρο που δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία.  

Τις δυσκολίες όμως μπορούμε ευκολότερα να τις υποφέρουμε όταν μέσα μας και ανάμεσά μας υπάρχει ανθρώπινη ζεστασιά. 
Κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του ο Κύριος δεν θα μας ρωτήσει σε τι καιρούς ζήσαμε, αλλά πώς φερθήκαμε στον πλησίον μας.
Ήταν η «κόλαση» μας ή ο «παράδεισός» μας;..

Η ζεστασιά της καρδιάς είναι σε θέση να μετατρέψει οποιαδήποτε κατάσταση, ακόμα και να κάνει μια σπηλιά στη Βηθλεέμ το πιο όμορφο παλάτι και τόπο γέννησης του Βασιλέα των βασιλέων. 
Το καλό είναι πολύ ισχυρότερο από το κακό, και ότι  θριαμβεύει το κακό είναι προσωρινό και απατηλό."

 

iconandlight – 2fA

                                         

"Ω Φως του κόσμου.. "

 


-  Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ


Όταν έχουμε τον Χριστό μας και τους αγίους μας στην καρδιά μας, μας την κρατάνε ζεστή με την θέρμη του Αγίου Πνεύματος, κι έτσι δεν μπορεί να την παγώσει το πνεύμα της αποστασίας που πνέει παντού.
Δεν είναι εύκολη υπόθεση να διατηρούμε την έμπνευση, ενώ είμαστε περικυκλωμένοι από τα παγωμένα νερά του κόσμου, ο οποίος δεν προσεύχεται.
Ο Χριστός έριξε την θεία φλόγα στη γη, και προσευχόμαστε σ’ αυτόν να φλογίσει τις ψυχές μας να μην υπερνικηθούμε από το κοσμικό ψύχος και να μην επισκιάσει κανένα μαύρο σύννεφο αυτήν την λαμπρή φλόγα.

Όταν μου αποκαλύφθηκε το νόημα της υπάρξεώς μας…· είναι προτιμότερο να πω μου διανοίχθηκε. Τότε όλα τα γεγονότα –όλου του κόσμου στην πολυχιλιετή ιστορία του, και του κάθε ανθρώπου στην προσωπική του ύπαρξη– πήραν άλλη απόχρωση.
Και δεν έβρισκα λόγια να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον Θεό.

Θυμάσαι ένα μικρό τραγούδι που μάθαιναν παλαιότερα τα παιδιά;
«Το Βρέφος Χριστός είχε έναν κήπο.
Και πολλά ρόδα καλλιεργούσε σε αυτόν…
Όταν όμως τα ρόδα άνθισαν
Αυτός προσκάλεσε τα παιδιά των Εβραίων,
αλλά αυτά ξερίζωσαν τα άνθη,
και ερημώθηκε ολόκληρος ο κήπος…
Τα παιδιά τότε από τα αγκάθια
έπλεξαν γι’ Αυτόν ακάνθινο στεφάνι.»

Τέτοια είναι η οδός που προσφέρεται σε όλους μας, για να μείνουμε έπειτα αιώνια μαζί Του: Να μην περιμένουμε ευγνωμοσύνη από κανέναν για όλα που κάναμε εμείς γι’ αυτούς· να τους ευεργετούμε όλους, αν είναι δυνατό να συμπάσχουμε με αυτούς, γιατί δεν γνωρίζουν ακόμη την Αλήθεια της Αιώνιας Αγάπης του Ουρανίου Πατρός…
Αν οι άνθρωποι παραμένουν πάντοτε εγωιστές, τότε πώς είναι δυνατή η παγκόσμια αδελφοσύνη των ανθρώπων;
Πώς είναι δυνατόν όλος ο κόσμος να γνωρίσει τον Πατέρα όλων μας;

«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα…
Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου…
Δίδαξέ με να σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες…

Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου.
Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι… δώσε σε μένα να δω το Φως Σου, ώ Φως του κόσμου».

 

iconandlight – 2φΑ

                                                             

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

"Διήγημα Χριστουγέννων "

 



-  Χειρόγραφο Αλ. Παπαδιαμάντη

Πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας «Ἀκρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.
Ο Σταμάτης Σταματίου δεν τον αναγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις δέκα δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι φτωχοί της εποχής.
Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του.
Ακολουθεί ο χαρακτηριστικός διάλογος, όπως τον κατέγραψε ο Σταματίου:


– Κι᾿ αὐτά τί νά τά κάμω; Δέν τά θέλετε;
Καί μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πώς ἦταν πιστοποιητικά ἀπορίας.
– Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, εμᾶς δέν μᾶς χρειάζονται.
Ἐσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε σκυφτός νά φύγῃ, ξαναγύρισε.
– Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγώ μέ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;
– Δέν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τόν λόγον σας. Χριστούγεννα εἶναι τώρα.

– Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν πάρετε αὐτά, ἐγώ δέν μπορῶ νά πάρω χρήματα.
– Μά δέν τά παίρνετε ἐσεῖς τά χρήματα, σᾶς τά δίνουμε ἐμεῖς!…
– Έ, τότε, πᾶρτε κι᾿ ἐσεῖς ἐτοῦτα πού μοῦ τά ζητήσατε.
Καί τά ἄφησε σιγά καί μαλακά ἀπάνω στό τραπέζι.

Ἐσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικά τό λογιστήριο.
– Μά τί εἶναι, ἐπί τέλους αὐτά, τοῦ λέω, πού πρέπει ἀπαραιτήτως νά τά πάρουμε;
– Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων, πού μοῦ ἐζητήσατε.
– Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων… καί ποιός εἶσθε σεῖς;
– Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
– Ο ἴδιος;
– Ο ἴδιος καί ὁλόκληρος!

Ἔπεσε τό ταβάνι καί μέ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπό τά χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σάν νά στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νά συνέλθω.

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
Αὐτός ὁ πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων, πού τόν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καί μεγαλοπρέπεια, αὐτός!…
Αὐτὸς ὁ μαλακός, ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καί τσαλακωμένος ἄνθρωπος, πού στεκότανε μέ συστολή μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!…

Αὐτός, πού μᾶς ἔδωκε γλύκες πνευματικές καί συγκινήσεις ψυχικές, πού ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ἐζωντάνεψε, ἐμπρός μας, ἀνθρώπους μακρυνούς κι᾿ ἀγνώστους, πού τούς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σάν νά περάσαμε μιά ζωή μαζί, αὐτός σέ μιά τέτοια κατάστασι, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!…

Τοῦ ἕσφιξα τό χέρι χωρίς νά ἠμπορῶ οὔτε μιά λέξι νά προφέρω.
Ἀπό τήν ταραχή μου καί τή σαστιμάρα μου οὔτε τό φῶς δέν ἄναψα.
Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγῃ τό δικό μου καί τόν ἔχασα μέσα εἰς τό σκοτάδι…

Ἔμεινε ὅμως πίσω μιά μοσχοβολιὰ κηριοῦ πού λυώνει ἐμπρός στίς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπό τοῦ καντηλιοῦ τό σβύσιμο, κάτι ἀπό θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνό πολύ...

 

vimaorthodoxias – 2φΑ

                                                      

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

"Πορεία στα Χριστούγεννα "

 



-  Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


Τί νά πῶ; Γιά ποιό πράγμα νά μιλήσω; Μένω ἔκπληκτος μπροστά στό θαῦμα.
Ὁ «Παλαιός τῶν ἡμερῶν» ἔχει γίνει παιδάκι.
Ὁ καθισμένος σέ θρόνο ψηλό κι ὑπερυψωμένο τοποθετεῖται σέ φάτνη.

Ὁ ἀψηλάφητος κι ἀσύνθετος καί ἀσύμμικτος καί ἀσώματος ἀγκαλιάζεται ἀπό ἀνθρώπινα χέρια.
Αὐτός πού ἔσπασε τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας τυλίγεται μέ σπάργανα, ἐπειδή αὐτή εἶν᾽ ἡ θέλησή Του.

Θέλει νά μετατρέψει τήν ἀτιμία σέ τιμή, νά ντύσει τήν ἀδοξία μέ δόξα.
Νά προβάλει ὡς ἐνάρετο ἦθος ἐκεῖνο πού ἀποτελοῦσε ὑπέρτατη προσβολή.
Ἔτσι, λοιπόν, ἀναλαμβάνει τό δικό μου σῶμα, γιά νά μπορέσω ἐγώ νά ὑποδεχτῶ τόν Λόγο Του.

Καί παίρνοντας τή σάρκα μου, μοῦ χαρίζει τό Πνεῦμα Του, ὥστε μέ τή δοσοληψία αὐτή νά μοῦ προμηθεύσει τόν θησαυρό τῆς ζωῆς.
Παίρνει τή σάρκα μου γιά νά μέ ἁγιάσει.
Μοῦ δίνει τό Πνεῦμα Του γιά νά μέ ἀπελευθερώσει. 


pCh – 2fA

                                                          


Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

"Ἔτσι γίνεται! "



 

Μαρία Μουρζᾶ  -  "Προσανάμματα" (ἐκδ. ἐν ἐσόπτρῳ, Ἀθήνα 2015)


Εἶναι μέρες ἀνήλιαγες. Εἶναι νύχτες ἀσέληνες.
Καιροί ἀπαράκλητοι… Φῶς πουθενά.
Τότε οἱ εὐφυεῖς, οἱ ἀσκημένοι,
οἱ ἔχοντες τήν ἐλπίδα τους στόν Θεό,
σταματοῦν νά κινοῦνται ὁριζοντίως.
Παύουν νά χτυποῦν τίς πόρτες τῶν ἀνθρώπων
καί νά ζητοῦν τήν ἐξ ἀνθρώπων βοήθεια.
Οἱ εὐφυεῖς τότε ἀνοίγουν
τά συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας
καί μαθητεύουν στίς ζωές τῶν ἁγίων.
Ψάχνουν νά δοῦν πῶς ἐνεργοῦσαν
στίς θλίψεις οἱ ἅγιοι,
πῶς ἔκλαιγαν, πῶς βοοῦσαν,
πῶς στέκονταν ὄρθιοι.
Πῶς οἱ θλίψεις τούς ἔβγαλαν ἀπ᾿ τ᾿ ἀδιέξοδα
καί τούς ἔβαλαν στόν Παράδεισο.
Πῶς ἡ φωνή τους ἔφτασε στ᾿ ἀφτιά τοῦ Θεοῦ.

Ἡ προσευχή δέν εἶναι στεῖρα. Δέν εἶναι ἄγονη κατάσταση.
Εἶναι γένους θηλυκοῦ. Ρίζα πού γεννάει χρυσό καρπό.
Μάνα παντοδύναμη,
πού ἀνατρέπει τήν τάξη τῆς φύσεως
καί γεννάει τό θαῦμα.
Ἡ προσευχή καταργεῖ τόν φόβο,
γιατί καταργεῖ ὅ,τι θεωρεῖται ἀδύνατο.
Ἄς εἶναι μίλια μακριά,
ἄν προσεύχομαι, καταργῶ τήν ἀπόσταση:
Προσεύχομαι ἐδῶ
καί ἀκυρώνω τίς σφαῖρες ἐκεῖ, στό πεδίο τῆς μάχης.
Φωνάζω, Κύριε ἐλέησον, στό σπίτι μου μέσα
καί ἐλεῶ αὐτούς πού εἶναι ἔξω.
Πού δέν ξέρω τί κάνουν.
Πού δέν ξέρω ποῦ βρίσκονται καί πότε θά γυρίσουν.
Αὐτούς, πού δέν μποροῦμε ἐμεῖς,
ὅσο κι ἄν θέλουμε, νά βοηθήσουμε,
αὐτούς, ὅταν γονατίζουμε,
τούς βρίσκουν οἱ ἄγγελοι καί τούς σκεπάζουν.

Ἔλεγε μέ πόνο μιά μητέρα ἐκπαιδευτικός:
«Βοήθησα ἑκατοντάδες παιδιά πού πέρασαν ἀπ᾿ τά χέρια μου
κι ἔχασα τό δικό μου. Καμιά γνώση καί καμιά πεῖρα δέν τό σώσανε.
Μοῦ τὄφαγε ἡ νύχτα καί οἱ ἐξαρτήσεις της.
Μέχρι πού ἔψαξα τό ξεχασμένο καντῆλι στό σπίτι μου.
Τό ἄναψα κι ἐκεῖ μπροστά γονάτισα. Γονάτισα κι ἔκλαψα πικρά.
Πέντε ὁλόκληρα χρόνια, κάθε μέρα καί κάθε νύχτα
λάδι ἔκαιγα καί δάκρυα ἔχυνα.
Καί τό παιδί μου βρῆκε τή δύναμη καί γύρισε πίσω
Τό ξαναγέννησα μέ την προσευχή».

Θυμᾶμαι τόν Γιῶργο. Στρατιώτης, εἴκοσι χρονῶ,
εἶχε ἕνα ἀτύχημα στό στρατό καί ἔμεινε «φυτό».
Ἡ μητέρα του ἔμαθε ὅτι ἐκεῖνες τίς μέρες
ὁ γέροντας Παΐσιος βρισκότανε στή Σουρωτή.
Πῆγε ἀμέσως στό μοναστήρι,
ὅμως οἱ μοναχές τῆς εἴπανε πώς ὁ Γέροντας
ὅλη νύχτα ἔβλεπε κόσμο καί μόλις εἶχε ἀποσυρθεῖ.
Δέν μποροῦσαν νά ἐνοχλήσουν.
Ἡ μάνα ἀπελπισμένη ξέσπασε σέ γοερό κλάμα.
Ὁ Γέροντας ἄκουσε καί βγῆκε.
Πῆγε κοντά της, χωρίς παπούτσια, μέ τίς κάλτσες,
καί μέ πολλή ἀγάπη τῆς εἶπε: «Μήν κλαῖς…
Μέ προσευχή καί μέ νηστεία θά ξυπνήσει.»
Ἔτσι ἔγινε: ἔπεσαν ὅλοι στά γόνατα
καί ὁ Γιῶργος ξύπνησε, ἀνήμερα τῶν Θεοφανείων,
μετά ἀπό δυόμιση χρόνια ἔμπονης προσευχῆς!

Ἔτσι γίνεται.
Ἡ προσευχή μας,
ὅταν δέν ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τῆς βιασύνης,
ὅταν γίνεται ταπεινά,
ἔχει τή δύναμη νά σπάσει τούς κωδικούς πρόσβασης
καί νά μᾶς βάλει στό διαδίκτυο τοῦ οὐρανοῦ.
Ἔτσι γίνεται.
Τά ταπεινά Κύριε ἐλέησον, ἔλεγαν οἱ παλιοί ἄνθρωποι,
τά παίρνουν οἱ Ἄγγελοι καί τά πηγαίνουν
στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ταπεινό ἦθος,
ἀκόμα κι ὅταν δέν ξέρει πολλά γράμματα,
μπορεῖ νά ἀναπτύξει πολύ δυνατή σχέση
μέ τόν Χριστό.

 

gonia

ElLibero – 2fA