Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

"Το τρίπλοκο σχοινί "

 






-  Όσιος Νικήτας ο Στηθάτος
[από την Πρώτη εκατοντάδα πρακτικών κεφαλαίων
«Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», Τόμος Δ΄]


1. Τέσσερις νομίζω είναι οι αιτίες, οι όποιες στα πλαίσια της τέλειας τριάδας των αρετών
—πίστεως, ελπίδας και αγάπης— παρακινούν να γράφει τα ωφέλιμα, εκείνον που ήδη ξεπέρασε το μέσο της αρχής και έφτασε προς την τριάδα της μυστικής θεολογίας.

Πρώτη αιτία είναι η ελευθερία, η ίδια δηλαδή η απάθεια της ψυχής, η οποία με την κοπιαστική εργασία προόδευσε στη φυσική θεωρία της κτίσεως και από εκεί εισήλθε στο γνόφο της θεολογίας.
Δεύτερη είναι η καθαρότητα του νου που προήλθε από τα δάκρυα και την προσευχή, από τον οποίο νου γεννιέται ο λόγος της χάρης και πηγάζουν οι ποταμοί των νοημάτων.
Τρίτη είναι η ενοίκηση μέσα μας της Αγίας Τριάδος, από την οποία προέρχονται οι φωτοχυσίες του Πνεύματος, που γίνονται όπως είναι συμφέρον στον καθένα που προχωρεί στην κάθαρση, για να φανερώσουν τα μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών και να ξεσκεπάσουν τους θησαυρούς του Θεού που είναι κρυμμένοι μέσα στην ψυχή.
Τέταρτη αιτία είναι η υποχρέωση κάθε ανθρώπου που έλαβε το τάλαντο του λόγου της γνώσεως, σύμφωνα με την απειλή του Θεού που λέει: «Δούλε πονηρέ και οκνηρέ, έπρεπε εσύ να καταθέσεις τα χρήματά μου στους τραπεζίτες, ώστε όταν ερχόμουν να τα έπαιρνα με τόκο».

Αυτό φοβόταν και ο Δαβίδ και έλεγε: «Ιδού, δε θα εμποδίσω, Κύριε, τα χείλη μου, συ το γνωρίζεις. Δεν έκρυψα μέσα στην καρδιά μου τη δικαιοσύνη Σου, διαλάλησα την αλήθεια Σου και τη σωτηρία που παρέχεις.
Δεν έκρυψα το έλεός Σου και την αλήθειά Σου από πολυπληθή σύναξη».

2. Αρχή του θεάρεστου βίου είναι η καθολική φυγή του κόσμου.
Αυτή είναι η άρνηση των θελημάτων της ψυχής και η απόρριψη του χοϊκού φρονήματος, με την οποία ανατρέχομε στο θείο φρόνημα, και από σαρκικοί γινόμαστε πνευματικοί.
Και νεκρωνόμαστε για τη σάρκα και τον κόσμο, ενώ ζωντανεύει η ψυχή και το πνεύμα μας με τη χάρη του Χριστού.

3. Η ορθή περί Θεού γνώμη της ψυχής και η εσωτερική πίστη που συνοδεύεται με καταφρόνηση των ορατών και η πράξη της αρετής η ξένη προς κάθε φιλαυτία αποτελούν, κατά τον Σολομώντα, τρίπλοκο σχοινί που δεν σπάζει εύκολα από τα πνεύματα της πονηρίας.

 

Ελληνική Πατρολογία – 2φΑ

                                                                         


Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

"Πτωχοπροδρομικά "

 



-  Θεόδωρος Πρόδρομος   (1130-1200 μ.Χ.)

….   Ἀπὸ μικρόθεν μ' ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ μου·
«Παιδίν μου, μάθε γράμματα, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.
Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον μου, πεζὸς περιεπάτει,
καὶ τώρα διπλοεντέληυος καὶ παχυμουλαράτος.

Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, ὑπόδησιν οὐκ εἶχεν,
καὶ τώρα βλέπεις τον φορεῖ τὰ μακρυμύτικά του.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, ποτέ του οὐκ ἐκτενίσβη,
καὶ τώρα καλοκτένιστος καὶ καμαροτριχάρης.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, λουτρόθυραν οὐκ εἶδε,

καὶ τώρα λουτρακίζεται τρίτον τὴν ἑβδομάδα.
Αὐτός, ὁ κόλπος του ἔγεμε φθεῖρας άμυγδαλάτας,
καὶ τώρα τὰ ὑπέρπυρα γέμει τὰ μανοηλάτα.
Καὶ πείσθητι γεροντικοῖς καὶ πατρικοῖς μου λόγοις,
καὶ μάθε τὰ γραμματικά, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.»

Καὶ ἔμαθον τὰ γράμματα μετὰ πολλοῦ τοῦ κόπου.
Ἀφ᾽ οὗ δὲ τάχα γέγονα γραμματικὸς τεχνίτης,
ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ τοῦ ψωμιοῦ τὴν μάνναν·
ὑβρίζω τὰ γραμματικά, λέγω μετὰ δακρύων·
«Ἀνάθεμαν τὰ γράμματα, Χριστέ, καὶ ὁποὺ τὰ θέλει,

ἀνάθεμαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἡμέραν,
καθ᾽ ἥν μὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
πρὸς τὸ νὰ μάθω γράμματα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ᾽ ἐκεῖνα!»
Ἐδάρε τότε ἄν μ᾽ ἔποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην,
ἀπ᾽ αὐτοὺς ὁποὺ κάμνουσι τὰ κλαπτωτὰ καὶ ζῶσι,

καὶ ἔμαθα τέχνην κλαπωτὴν τὴν περιφρονημένην,
οὐ μὴ ἤνοιγα τὸ ἀρμάριν μου καὶ ηὕρισκα ὅτι γέμει
ψωμίν, κρασίν πληθυντικὸν καὶ θυννομαγειρίαν,
καὶ παλαμιδοκόμματα καὶ τσίρους καὶ σκουμπρία·
παρ᾽ οὗ ὅτι τώρα ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους,

καὶ βλέπω χαρτοσάκουλα γεμάτα μὲ χαρτία.
Ἀνοίγω τὴν ἀρκλίτσαν μου, νὰ εὕρω ψωμὶν κομμάτιν,
καὶ εὑρίσκω χαρτοσάκουλον ἄλλο μικροτερίτσιν.
Ἁπλώνω εἰς τὸ περσίκιν μου, γυρεύω τὸ πουγγίν μου,
διὰ στάμενον τὸ ψηλαφῶ, καὶ αὐτὸ γέμει χαρτία.

Ἀφ᾽ οὗ δὲ τὰς γωνίας μου τὰς ὅλας ψηλαφήσω,
τότε κατηφὴς καὶ ἀπομεριμνημένος,
λιποθυμῶ καὶ ὀλιγωρῶ ἐκ τῆς πολλῆς μου πείνας·
καὶ ἀπὸ τὴν πείναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν
γραμμάτων καὶ γραμματικῶν τὰ κλαπωτὰ προκρίνω.

Ἀφῆτε με, ἐξαφῆτε με, τώρα ἡ ψυχή μου ἐρράγη·
εἶπα την, καὶ ἀπεστράφη με καὶ ὀργῆς ἰχάδιν ἔχει·
τί ἔνι τὸ φονικοϊχάδιν σου, φονεύτρα, νὰ μὲ πλήξης;
«Εἶπες το κι ἐξαναεῖπες το, κἂν θέλης πάλιν εἰπέ το·
ἂν οὐκ ἐλεῆς τὸ στόμαν σου, λάλει καὶ πάλιν λάλει·

δωρεὰν ὀχλεῖσαι, νεώτερε, μετ᾽ ἄλλον ὅρκους ἔχω.»
«Καὶ οἱ ὅρκοι παραβαίνονται καὶ οἱ λόγοι μεταστρέφουν,
καὶ ἀγάπαι μετατίθενται πρὸς τούτους ἐξ ἐκείνων·
τεὼς δὲ τοὺς ὅρκους τοῦ ἔρωτος μηδὲ προβάλλεσαί τους,
ἐρώτησε καὶ νὰ σὲ εἰποῦν οὐκ ἔχουν οἱ ὅρκοι κρίμαν.»

[«Πτωχοπρόδρομος» (λμρ), έργο Νίκου Εγγονόπουλου, 1933]

 

wikisource – 2φΑ

                                          

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

"Αποστολή στον Καύκασο "








-  Ο πιλότος Miroslav Manyuk διηγείται..
[δημοσίευση στον Ρωσικό τύπο]


"Το 1960, υπό την διοίκηση του Ν. Χρουστσόφ, με τα όργανα της KGB και με τη βοήθεια του στρατού, περιπολούσαμε συστηματικά τα βουνά του Καυκάσου - για να συλλάβουμε όσους μοναχούς και ερημίτες κρύβονταν εκεί.
Ήμουν αξιωματικός του στρατού, είχα ταυτότητα του κόμματος και ήμουν επικεφαλής ενός μεγάλου σμήνους ελικοπτέρων με εμπειρία ειδικών πτήσεων πάνω από βουνά.
Μου ανετέθη να παρακολουθήσω με την ομάδα μου των ελικοπτέρων κάποιους μοναχούς.

Ένδεκα μοναχοί, ρασοφόροι ανέβαιναν στο βουνό.
Ένα στρατιωτικό τζιπ με στρατιώτες τους κατεδίωκε ακολουθώντας τις δικές μου οδηγίες. Εποπτεύοντας την κατάσταση, είπα στον ασύρματο:
- «Στη γη! Είμαι στον αέρα! Οι μοναχοί κινούνται προς την κορυφή του βουνού».
Στερέωσα αργά το χέρι μου στον μοχλό και πίεσα προς τα κάτω.
«Η κορυφή του βουνού είναι απότομη. Αφού φθάσουν, δεν θα έχουν πουθενά να πάνε.
Εκεί θα τους παγιδεύσουμε».

Επί δύο ημέρες προσπαθούσαμε να εντοπίσουμε αυτούς τους μοναχούς και η προσπάθεια μας είχε φτάσει στο τέλος της.
Δεν ήξερα τι θα συνέβαινε στους μοναχούς όταν θα τους συλλαμβάναμε.
Δεν με ενδιέφερε. Εκτελούσα αποστολή.
Εν τω μεταξύ, οι μοναχοί ανέβηκαν στην κορυφή του βουνού.
Πίσω από αυτούς, οι στρατιώτες πλέον με σκυλιά τους κυνηγούσαν, ενώ μπροστά από αυτούς διανοιγόταν ένας απύθμενος γκρεμός.
Η κατάσταση ήταν απελπιστικά κρίσιμη.

Άρχισα να πετάω ακριβώς πάνω από τους μοναχούς.
Δυνατός άνεμος τους πιρούνιαζε, βουίζοντας και ανεμίζοντας τα ρούχα και τα μαλλιά τους.
Είδα την απελπισία στα πρόσωπά τους.
Έμοιαζαν με αγέλη κυνηγημένων λύκων.
Αναβοσβήνοντας τα φώτα σημάτων, έκανα σαφές στους μοναχούς ότι είμαστε ολόγυρα.
Οι στρατιώτες, εν τω μεταξύ, πλησίαζαν ...

Ξαφνικά είδα τους μοναχούς να παρατάσσονται σε κύκλο.
Ένωσαν τα χέρια τους, γονάτισαν, και άρχισαν να προσεύχονται.
Μετά σηκώθηκαν και με τα χέρια ενωμένα πλησίασαν στην άκρη της αβύσσου.

Είπα: Θα πηδήσουν πραγματικά; Αυτό είναι σίγουρος θάνατος!
Aποφάσισαν να αυτοκτονήσουν;
Αστραπιαία άρπαξα το walkie-talkie και φώναξα:
- «Γη! Γη! Μην τους πλησιάζετε άλλο, θέλουν να πηδήξουν!
Βρίσκονται στην άκρη του γκρεμού!»
Και η απάντηση: - «Αέρα! Εδώ γη! Θα περιμένουμε πέντε λεπτά και μετά θα τους πλησιάσουμε. Δεν έχουμε χρόνο! Σε λίγο θα είναι σκοτάδι!».
- «Το έλαβα. Τέλος επικοινωνίας».

Παρακολουθούσα τους μοναχούς που στέκονταν στην άκρη της αβύσσου.
Και ξαφνικά, ο ένας από αυτούς, ο μεσαίος, έκανε τρεις φορές τον σταυρό του αργά και μετά ευλόγησε την άβυσσο.
Στην συνέχεια έκανε ένα βήμα στον γκρεμό!
Παραδόξως όμως δεν έπεσε, αλλά παρέμεινε αιωρούμενος στον αέρα.

Οι τρίχες των μαλλιών μου σηκώθηκαν στο θέαμα.
Άρχισε να περπατάει στον αέρα, και τον ακολούθησαν και οι άλλοι μοναχοί, οι οποίοι, ο ένας μετά τον άλλον, έκαναν βήματα ανοδικά στον αέρα πάνω από τον γκρεμό.
Αεροβατούσαν ήρεμα, στη σειρά, ακολουθώντας ανοδική πορεία, ανεβαίνοντας όλο και πιο ψηλά προς τον Ουρανό, μέχρι που χάθηκαν στα σύννεφα.

Μετά από αυτά που είδα, έπεσα σε σύγχυση και έχασα τον έλεγχο του ελικοπτέρου.
Προσπάθησα να συνέλθω και να κατεβάσω το ελικόπτερο.
Το κατέβασα σε ένα ξέφωτο και άρχισα να κλαίω.
Είκοσι λεπτά αργότερα, οι στρατιώτες του πεζικού έφθασαν σε μένα.

Συνέχισα να κάθομαι στο πιλοτήριο του ελικοπτέρου, προσπαθώντας να βρω μια λογική εξήγηση γι' αυτό που είδα.
Οι στρατιώτες κύκλωσαν το ελικόπτερο και ο συνταγματάρχης με ρώτησε:
- «Τι συνέβη; Πού είναι οι μοναχοί;
Σκαρφαλώσαμε στην κορυφή, αλλά δεν τους βρήκαμε εκεί".
Απάντησα: - «Ανέβηκαν στον ουρανό».

Ο συνταγματάρχης αντέδρασε με ένα γέλιο που αντήχησε στα βουνά.
Συνέχισε να με ρωτάει, περπατώντας γύρω από το ελικόπτερο:
- «Εξήγησέ μου, πώς εξαφανίστηκαν οι μοναχοί;
Πώς εσύ οδήγησες τον στρατό σε λάθος διαδρομή;»"
- «Εξακολουθείτε να μην πιστεύετε στις εξηγήσεις μου, σύντροφε, ότι ανέβηκαν στον ουρανό;» είπα στον συνταγματάρχη.

Μετά από αυτό, με διέγραψαν από το κόμμα και με μετέφεραν σε μία υπηρεσία ξηράς.
Αφού έφυγα από το στρατό, βαφτίστηκα Χριστιανός και έγινα πιστός.
Θαυμαστά τα έργα σου Κύριε!".

Miroslav Manyuk,  17/12/2015


oimos-athina – 2φΑ

                                            

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

"Γένεση! "

 



Νικηφόρος Βρεττάκος  -  ΓΕΝΕΣΗ
[ἀπό τή «Φιλοσοφία τῶν λουλουδιῶν»]


Αὐτὸ τὸ γαρύφαλλο, ποὺ κρατώντας το
ἀνάμεσα στὰ τρία μου δάχτυλα
τὸ σηκώνω στὸ φῶς, μοῦ μίλησε καὶ
παρὰ τὸν κοινὸ νοῦ μου τὸ κατανόησα.
Μι᾿ ἁλυσίδα ἀπὸ ἀτέλειωτους γαλαξίες
     συνεργάστηκαν,
διασταύρωσαν κάτω στὴ γῆ φωταψίες
- τὸ σύμπαν ὁλόκληρο πῆρε μέρος στὴ
     γέννηση
αὐτοῦ τοῦ γαρύφαλλου.
Κι᾿ αὐτὸ ποὺ ἀκούω εἶναι οἱ φωνὲς
τῶν μαστόρων του μέσα του.

 

nektar – 2fA

                                                   

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

"Λόγια της σιωπής "

 






Ο Άγιος Ελευθέριος

Χρήστος Γιανναράς  -  Te Deum
[από το «Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων», εκδ. Δόμος]


….   Κάθε ἄνθρωπος ἕνα μοναδικὸ βλέμμα, ἕνα μοναδικὸ χαμόγελο.
Μιλάει, σκέφτεται, ἀγαπάει ὅπως κανένας ἄλλος, οὔτε πρίν, οὔτε μετά.
Τραγουδάει τὸν ἔρωτα ἄκρη στὴ θάλασσα, βουτάει στὸ κύμα ὅλος ἀλκή.
Βγαίνει στό βράχο, χαίρεται τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἀκούει τὸ φλοῖσβο.
Ρουφάει τὸ παρὸν μὲ τὴν ἀμεριμνησιὰ τοῦ αἰώνιου.

Ἄσχετος μὲ τὸν θάνατο ποὺ θὰ τὸν θερίσει, ἄσχετος μὲ τὴν προδοσία τῆς σάρκας του,
ποὺ κάθε μέρα μαραίνεται καὶ κάποτε θὰ σαπίσει στὸ χῶμα.

Ἡλιοκαμμένο ἀγόρι, μὲ τὸ ζαρκαδίσιο κορμὶ καὶ τὰ ἁλατισμένα ματόκλαδα,
τί σχέση ἔχεις ἐσὺ μὲ τὸν αὐριανὸ ἑαυτό σου, τὸν γέροντα ποὺ σέρνεται
μὲ τρεμάμενα μέλη, κυρτωμένος, εὔθραυστος, κι ἀδύναμο φῶς
στὰ σακουλιασμένα του μάτια.
Καὶ σὺ ὁλόδροσο κορίτσι, σπαρταριστὸ κορμὶ ἡδονικοῦ λεόπαρδου,
πῶς μεταλλάζεις τὸ διάφανο δέρμα, τὸ ὁλόφωτο βλέμμα, τὸ κρουστὸ στῆθος,
τὰ ζωντανὰ μαλλιὰ ὅπου ἀνασαίνει ὁ ἄνεμος.

Πῶς μεταλλάζεις σὲ μαραμένη κίτρινη γεροντικὴ σάρκα, στρεβλὲς ἀρθρώσεις,
μελανιασμένες φλέβες, κομπιαστὴ ἀνάσα.
Ποιός εἶναι ὁ ἀληθινὸς ἑαυτός μας, τὸ πραγματικό μας πρόσωπο.
Πότε καὶ ποῦ σαρκώνεται ἡ ἀληθινή μας ταυτότητα, ποιός ὁ «πυρήνας»
τῆς ὕπαρξής μας, τὸ πραγματικὸ «ὑποκείμενο» τόσο τοῦ κάλλους ὅσο
καὶ τῆς φθορᾶς.

Μάθαμε τὴ συγκρότηση τοῦ πυρήνα τῶν ἀτόμων, τὴ δομὴ τοῦ DΝΑ,
τὴ σύνθεση τοῦ φωτός, τὰ στοιχεῖα τῆς ὕλης τῶν ἀπώτατων γαλαξιῶν.
Καὶ δὲν ξέρουμε νὰ ὁρίσουμε οὔτε τὴν ἔναρξη οὔτε τὸ πέρας τοῦ ἀνθρώπινου ὑποκειμένου,
τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Ψάχνουμε τὸ αἴνιγμα τῆς ὕπαρξής μας, τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου,
ὅπως βλέπουμε τὰ σκουλίκια στὸ ἀπόβροχο νὰ ψάχνουν τὴ λάσπη.
Τυφλά, μέσα σὲ προκαθορισμένα, ἀξεπέραστα ὅρια.
Ἡ σκέψη καὶ ὁ λόγος δὲν μᾶς ἐξασφαλίζουν παρὰ μόνο ψευδαισθήσεις γνώσης,
μόνο παραβολές, ἀλληγορίες, εἰκόνες μέσα ἀπὸ ἔσοπτρα καὶ αἰνίγματα.

Γαντζωνόμαστε σὲ ἐμπειρίες ἄλλων, ἐμπειρίες ἀνθρώπων ποὺ μαρτυροῦν
πὼς εἶδαν τὸν Θεό, πὼς μίλησαν μαζί Του. Καὶ ἀντικειμενοποιοῦμε
αὐτὲς τὶς ἄρρητες ἐμπειρίες σὲ τετράγωνες ἔννοιες ποὺ στηρίζουν τὴ λογική μας.
Γιὰ νὰ χτίσουμε πάνω στὴ λογικὴ τὴν ψυχολογική μας αὐτάρκεια, τὴ θωράκιση
ποὺ ἀποτρέπει τὸ φόβο καὶ τὸν πανικό.

Ὑπάρχει ἕνας τρόπος νὰ ἀπορεῖς, ἐνῶ ἐμπιστεύεσαι.
Κι αὐτὸ τὸν τρόπο τὸν ψηλαφοῦμε μόνο στὸν ἔρωτα.
Ὁ ἔρωτας σημαίνει πίστη, ἐμπιστοσύνη, αὐτοπαράδοση.
Εἶσαι μέσα στὴ σκοτεινιὰ ἀτέλειωτων ἀναπάντητων ἐρωτημάτων.
Ὅμως ἐγκαταλείπεσαι στὸν πόθο, κι αὐτός σὲ βεβαιώνει ἂν ὁ Ἄλλος
ποθεῖ τὸν πόθο σου. Καὶ τότε ἔχουν ἀπαντηθεῖ τὰ ἐρωτήματα δίχως ἀπάντηση.
Τὰ σημαινόμενα λειτουργοῦν δίχως σημαίνοντα.

Εἶναι μόνη ἡ γλώσσα τῆς ἀναφορᾶς, ἡ γλώσσα τοῦ πόθου.
Αὐτὴ ποὺ μιλάει τὸ βρέφος θηλάζοντας τὸ στῆθος τῆς μάνας.
Αὐτὴ ποὺ μιλᾶνε οἱ ἐρωτευμένοι στὴ σιωπὴ τῆς «μίας σάρκας».

[ΤΕ DEUM: Δοξολογικὸς ὕμνος (Te Deum laudamus).
Πολλοὶ συνθέτες ἔχουν γράψει Te Deum ὡς σύνθετα ἔργα μὲ τὴ μορφὴ ὀρατόριου,
μὲ μεγάλη ποικιλία μουσικῶν μορφῶν ἀνάμεσα στὶς ἐπιμέρους «ὠδὲς» (canticles)
τοῦ ὕμνου.]

 

to23ogramma – nektar

2φΑ

                                      

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2021

"Ο γάτος έχει τον τρόπο του "

 



ΑΙΣΩΠΟΣ  -  Η αλεπού κι ο γάτος
 

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας γάτος και µια αλεπού έγιναν φίλοι και αποφάσισαν να γυρίσουν µαζί τον κόσµο.
Από φαγητό δεν δυσκολεύονταν καθόλου, γιατί κάθε φορά που πεινούσαν, η αλεπού άρπαζε και από ένα κοτόπουλο και το έτρωγαν.

– Λοιπόν; είπε µια µέρα η αλεπού στον γάτο, πώς σου φαίνοµαι;
∆εν είµαι καταπληκτική;
– Γιατί ; τη ρώτησε ο γάτος.
– Μα, είδες µε πόση εξυπνάδα και τέχνη κλέβω τα κοτόπουλα από τα κοτέτσια;
Έχουν δίκιο όταν λένε ότι είµαι το πιο πονηρό ζώο.

– Να σου πω, της απάντησε ο γάτος.
Ξέρω κι εγώ ένα κόλπο, που αξίζει ίσως περισσότερο από την πονηριά σου.
– Ποιο κόλπο; τον ρώτησε η αλεπού.
– Άφησε, θα σου το πω αργότερα.
– Γιατί δεν µου το λες τώρα;
– Προτιµώ να σου το δείξω στην πράξη, για να το καταλάβεις.

– Όμως, δεν τα καταφέρνω µόνο µε τα κοτόπουλα, συνέχισε η αλεπού.
Ξέρω να φτιάχνω τη φωλιά µου µε τέτοιο τρόπο, ώστε να µπορώ να βγαίνω εύκολα από αυτή χωρίς να κινδυνεύω.
– Ξέρω κι εγώ ένα έξυπνο κόλπο. είπε πάλι ο γάτος.
– ∆εν θα µου πεις το κόλπο σου; τον ξαναρώτησε η αλεπού.
– Όχι ακόµα, κάνε υποµονή.

– Μπορώ ακόµα, είπε η αλεπού, να αποφεύγω τις παγίδες που µου στήνουν οι χωρικοί κοντά στα σπίτια τους, για να µε πιάσουν.
Πώς σου φαίνεται αυτό;
– Σε παραδέχοµαι, αλλά… έχω κι εγώ το κόλπο µου…
– Α, δε σου είπα και το άλλο. Κρύβοµαι µε τέτοιο τρόπο ανάµεσα στους θάµνους, που µπορώ να ξεγελάσω ακόµα και τα πουλιά…
– Μμμμ… έχω κι εγώ το κόλπο µου, είπε για µια ακόµα φορά ο γάτος.

– Μα, επιτέλους, ποιο είναι αυτό το κόλπο; θύµωσε η αλεπού.
– Μη βιάζεσαι κυρα– αλεπού να το µάθεις, όταν έρθει η ώρα…
– Μου φαίνεται ότι µε κοροϊδεύεις! Εγώ σου τα είπα όλα κι εσύ…

Εκείνη τη στιγµή παρουσιάστηκαν δυο άγρια σκυλιά και τους έστρωσαν στο κυνήγι.
– Τώρα θα δεις το κόλπο µου! είπε ο γάτος στην αλεπού και µ’ ένα πήδηµα έφθασε κοντά σ’ ένα δέντρο και σκαρφάλωσε εύκολα στα κλαδιά του.
Η αλεπού που δεν µπορούσε να σκαρφαλώσει σαν τον γάτο, προσπάθησε να γλυτώσει µε την τρεχάλα.
Μα οι δυο σκύλοι την έφθασαν και της έκοψαν την ουρά και το ένα αυτί.

Με πολύ κόπο κατάφερε να σώσει τη ζωή της και κατάλαβε από την ηµέρα εκείνη, ότι το ένα και μοναδικό κόλπο του γάτου ήταν πολύ καλύτερο απ’ όλα τα δικά της.

 

lecturesbureau – 2φΑ

                                     

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

"Σταγόνες ελπίδας.. "

 



Κρίτων Αθανασούλης  -  Το παράπονο του σκύλου
["Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη", τόμ. 5]


Έχω την όψη ανθρώπου και την καρδιά ενός σκύλου.
Φαίνεται θα ’μαι εγκαταλελειμμένο σκυλί, πεινασμένο
που η γειτονιά το ξέρει και τ' αποδιώχνει με βία.
Γι’ αυτό τους ανθρώπους κοιτάζω στα χέρια.
Μέρα και νύχτα ο καιρός μέσα μου αλλάζει,
η ψυχή μου ντύνεται, γδύνεται, βρέχεται, υποφέρει.
Αν προσέξεις, το βλέμμα μου είναι σκυλίσιο.
Κατεβαίνει ένα υγρό παράπονο από τα μάτια μου
γιατί έλειψε ο Κύριος μου. Έξω από την εκκλησιά
περιμένω να βγει. Ο Κύριος μου ας ήταν.
Κόσμος πολύς, ευλογημένος, με τα καλά του ντυμένος
μ' απομακρύνει. Μα ο Κύριος μου δε βγαίνει. Έτσι
κυλάει η ζωή μου περιμένοντας από γωνιά σε γωνιά
από όνειρο σ’ όνειρο.
Δεν έχω δύναμη άλλη απ’ την δύναμη να περιμένω.
Όμως μια μέρα της συνοικίας τα παιδιά, στην ουρά μου
τον τενεκέ δέσανε των σκουπιδιών. Έτρεχα αγκομαχώντας.
Τέλος αποσύρθηκα κάτω από τον τσίγκο της γειτονιάς
που η βροχή τον κεντούσε. Άκουγα πάνω τα βήματα της.
Σα να κοιμόμουν, σαν να ονειρευόμουν
εγώ το εγκαταλελειμμένο σκυλί
μου ήρθε να κλάψω. Όχι βέβαια για μένα που από κει
θα μ’ έδιωχναν πάλι. Αλλά γιατί δε θ’ άκουγα τα βήματα
της βροχής
που μ’ έκαναν να ελπίζω πως έρχεται ο Κύριος μου.

 

ebooks - 2φΑ

                                                                                          

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2021

"Δείπνο κι ελπίδα! "

 






Ο Άγιος Σπυρίδων

-  Χρήστος Γιανναράς
[Από συνέντευξη στήν Ἀριάν Λαζαρίδη «The-S-Magazine», 10.5.2003]


Τί σημαίνει καλό πράγμα;
Ἡ μουσική, ἡ ζωγραφική, ἡ ποίηση, ὁ ἔρωτας εἶναι καλό πράγμα;
Τότε εἶναι καὶ ἡ ἐκκλησία.
Τί θὰ πεῖ «ἐκκλησία»; Θὰ πεῖ σύναξη, συναγωγή, σῶμα κοινωνίας.

Ἡ ἐκκλησία εἶναι σύναξη σὲ ἕνα δεῖπνο.
Τὸ δεῖπνο λειτουργεῖ μὲ τὸν τρόπο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς τραγωδιακῆς δραματουργίας καὶ μὲ μιὰ ποίηση ἀνυπέρβλητη, μιὰ μουσικὴ ποὺ κοινωνεῖται ἀντὶ νὰ καταναλώνεται, μιὰ ζωγραφικὴ ποὺ παραπέμπει στὴν ἀμεσότητα τῆς προσωπικῆς σχέσης.

Ἂν ὅλα αὐτὰ «θρησκειοποιηθοῦν», ὅπως συμβαίνει στὶς ἡμέρες μας, τότε ὅλα ἀλλοτριώνονται σὲ εὐφρόσυνες ψυχολογικὲς ἱκανοποιήσεις τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μας.
Φοβᾶμαι τὶς λέξεις «αἰσιοδοξία» καὶ «ἀπαισιοδοξία», γιατὶ ἀπηχοῦν ψυχολογήματα.

Ἐλπίδα! Αὐτὴ ἡ λέξη μοῦ ἀρέσει.
Ἀντλῶ ἐλπίδα ἀπὸ τὴ σεμνὴ καὶ κρυμμένη ποιότητα ποὺ συνεχῶς ἀνακαλύπτω γύρω μου.

Οἱ ἄνθρωποι συνεχίζουν νὰ ἐρωτεύονται, νὰ γράφουν ποίηση, νὰ χτίζουν φιλίες, νὰ δημιουργοῦν ὀμορφιά.
Ἔστω κάποιοι ἐλάχιστοι, ἀλλὰ συνεχίζουν…

 

o-klooun – 2φΑ

                                  

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

"Τόπος κλειστός, όλο βουνά "

 



Γιῶργος Σεφέρης  -  Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός

«Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ
ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.
Δὲν ἔχουμε ποτάμια δὲν ἔχουμε πηγάδια δὲν ἔχουμε πηγὲς
μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι᾿ αὐτές,
ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε.
Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας
ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας.
Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε
τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
Κι᾿ οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα
γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴ ψυχή μας.
Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;
Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός.
Τὸν κλείνουν οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες.
Στὰ λιμάνια τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε
βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα σπασμένα ξύλα
ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν
σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν».
(Α. Ἡ Πέτρα)

 

nektar – 2fA 

                                       

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

"Σύντομες περισυλλογές "

 






Η Αγία Άννα

Ολιβιέ Κλεμάν  -  Μια τέχνη της καρδιάς
[Η Ποιμαντική Σκέψη της Εβδομάδος]


Οι πνευματικοί λένε ότι τον περισσότερο καιρό είμαστε κάπως σαν υπνοβάτες: μπορεί κάποιος να κάνει πολλά πράγματα, να είναι πολύ ενάρετος, να έχει ένα πρόγραμμα πολύ καλά γεμάτο, και να ζει σαν υπνοβάτης, ποτέ πια να μην μπορεί να σταματήσει, έτσι… χωρίς λόγο, για να θαυμάσει, για ν' αγαπήσει ή απλούστατα για να εκπλαγεί. Είναι βασικό να μάθει κανείς να ξυπνά.

Ένας βυζαντινός πνευματικός του 14ου αιώνα, ο Νικόλαος Καβάσιλας, συνιστά μια έντονη λειτουργική ζωή και από καιρό σε καιρό, «σύντομες περισυλλογές» όπως τις ονομάζει:
«Περπατάς στον δρόμο και είσαι πολύ απασχολημένος, αλλά ξαφνικά θυμάσαι ότι ο Θεός υπάρχει, ότι ο Θεός σ' αγαπάει, ότι ο Χριστός είναι παρών στα βάθη του είναι σου, κι έτσι λίγο λίγο, η καρδιά σου θα ξυπνήσει».

Οφείλουμε όχι μόνο να προσπαθούμε ν' ανοίγουμε μέσα στον καθένα μας το βάθος της καρδιάς, αλλά και να δημιουργούμε πολιτισμούς που θα είναι διαποτισμένοι απ' αυτή την ευαισθησία.
Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε τέχνη, σε μουσικές συνθέσεις, σε πίνακες ζωγραφικής, σε ποίηση…  

Όταν υπάρχει έντονη λειτουργική ζωή, δημιουργούμε μια τέχνη της καρδιάς.
Δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει έναν πολιτισμό συνδεδεμένο με το μυστήριο της καρδιάς, παρά μόνο αν δημιουργήσει πρώτα μια λειτουργία που να εκφράζει αυτό το μυστήριο της καρδιάς.
Κι αυτή η λειτουργία θα εγγραφεί στη συνέχεια, πέραν των τειχών της Εκκλησίας, σε μια πολλαπλή δημιουργία που θα σπάσει μέσα στον άνθρωπο την υπνοβασία.

 

πΖ – 2φΑ

                                  

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

"Παραλογή Υπόσχεσης "

 



"ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ"   (Δημοτικό)
[Τραγουδιέται  στο χωριό Καππά της Καρδίτσας.
Σε πολλά μέρη της Θεσσαλίας η Κόρη αντί για Αρετή λέγεται Ευδοκία.
Η στιχουργική δεξιοτεχνία του ποιήματος είναι υψηλού επιπέδου.
Το ποίημα προβάλει το παράλογο του «βρυκόλακα» μέσα από την ακατανίκητη δύναμη της υπόσχεσης. Το ποίημα αυτό επηρέασε και άλλους λαούς για τη δημιουργία παρόμοιων κειμένων.
Οι Παραλογές είναι εκτεταμένα τραγούδια που στηρίζονται σε λαϊκές παραδόσεις και διηγήσεις με τραγικό περιεχόμενο.]


ΜΑΝΝΑ μὲ τοὺς ἐννιά σου γιοὺς καὶ μὲ τὴ µιά σου κόρη,
τὴν κόρη τὴ µονάκριβη τὴν πολυαγαπηµένη,
τὴν εἶχες δώδεκα χρονῶ κ’ ἥλιος δὲ σοῦ τὴν εἶδε!
’Σ τὰ σκοτεινὰ τὴν ἔλουζε, ’ς τἄφεγγα τὴ χτενίζει,
’ς τἄστρι καὶ τὸν αὐγερινὸ ἔπλεκε τὰ µαλλιά της.
Προξενητᾶδες ἤρθανε ἀπὸ τὴ Βαβυλῶνα,
νὰ πάρουνε τὴν Ἀρετὴ πολὺ μακριὰ ’ς τὰ ξένα.
Οἱ ὀχτὼ ἀδερφοὶ δὲ θέλουνε κι’ ὁ Κωσταντῖνος θέλει.
«Μάννα µου, κι’ ἂς τὴ δώσωμε τὴν Ἀρετὴ ’ς τὰ ξένα.
’ς τὰ ξένα κεῖ ποῦ περπατῶ, ’ς τὰ ξένα ποῦ πηγαίνω,
ἂν πάμ’ ἐμεῖς ’ς τὴν ξενιτειά, ξένοι νὰ μὴν περνοῦμε.
–Φρόνιμος εἶσαι, Κωσταντή, μ’ ἄσχημα ἀπιλογήθης.
Κι’ ἃ μὄρτῃ, γιέ µου, θάνατος, κι’ ἃ µόρτῃ, γιέ µου ἀρρώστια,
κι’ ἂν τύχῃ πίκρα γῇ χαρὰ ποιὸς πάει νὰ μοῦ τὴ φέρῃ;
–Βάλλω τὸν οὐρανὸ κριτὴ καὶ τοὺς ἁγιοὺς μαρτύρους,
ἂν τύχῃ κ’ ἔρτῃ θάνατος, ἂν τύχῃ κ’ ἔρτῃ ἀρρώστια,
ἂν τύχῃ πίκρα γἢ χαρά, ἐγὼ νὰ σοῦ τὴ φέρω.»

Καὶ σὰν τὴν ἐπαντρέψανε τὴν Ἁρετὴ ’ς τὰ ξένα,
κ’ ἐμπῆκε χρόνος δίσεχτος καὶ μῆνες ὠργισμένοι
κ’ ἔπεσε τὸ θανατικό, κ’ οἱ ἐννιὰ ἀδερφοὶ πεθάναν,
βρέθηκε ἡ µάννα μοναχὴ σὰν καλαμιὰ ’ς τὸν κάμπο.
’Σ ὅλα τὰ μνήµατά ἐκλαιγε, ’ς ὅλα μοιρολογειῶταν,
’ς τοῦ Κωσταντίνου τὸ μνημειὸ ἀνέσπα τὰ μαλλιά της.
«Ἀνάθεμά σε, Κωσταντή, καὶ µυριανάθεµά σε,
ὁποῦ μοῦ τὴν ἐξώριζες τὴν Ἀρετὴ ’ς τὰ ξένα!
τὸ τάξιµο ποῦ μοῦ ταξες πότε θὰ μοῦ τὸ κάμῃς;
Τὸν οὐρανό ’βαλες κριτὴ καὶ τοὺς ἁγιούς, μαρτύρους,
ἂν τύχῃ πίκρα γἢ χαρὰ νὰ πᾶς νὰ μοῦ τὴ φέρῃς.»

Ἀπὸ τὸ µυριανάθεµα καὶ τὴ βαρειὰ κατάρα,
ἡ γῆς ἀναταράχτηκε κι’ ὁ Κωσταντὴς ἐβγῆκε.
Κάνει τὸ σύγνεφο ἄλογο καὶ τἄστρο χαλινάρι,
καὶ τὸ φεγγάρι συντροφιὰ καὶ πάει νὰ τῆς τὴ φέρει.
Παίρνει τὰ ὄρη πίσω του καὶ τὰ βουνὰ µπροστά του.
Βρίσκει την κ’ ἐχτενίζουνταν ὄξου ’ς τὸ φεγγαράκι.
Ἀπὸ μακριὰ τὴ χαιρετᾷ κι’ ἀπὸ κοντὰ τῆς λέγει·
«Ἄιντε ἀδερφή, νὰ φύγωμε ’ς τὴ µάννα µας νὰ πάµε.
–Ἀλίμονο ἀδερφάκι µου, καὶ τί εἶναι τούτη ἡ ὥρα;
Ἂν ἴσως κ’ εἶναι γιὰ χαρά, νὰ στολιστῶ καὶ νά ρθω,
κι’ ἂν εἶναι πίκρα, πὲς µου το, νὰ βάλω μαῦρα νά ρθω.
–Ἔλα Ἀρετή, ’ς τὸ σπίτι µας, κι’ ἃς εἶσαι ὅπως καὶ ἂν εἶσαι.»

Κοντολυγίζει τἄλογο καὶ πίσω τὴν καθίζει.
’Σ τὴ στράτα ποῦ διαβαίνανε πουλάκια κιλαϊδοῦσαν,
δὲν κιλαϊδοῦσαν σὰν πουλιά, μήτε σὰ χελιδόνια,
μόν’ κιλαϊδοῦσαν κ’ ἔλεγαν ἀνθρωπινὴ ὁμιλία.
«Ποιὸς εἶδε κόρη νὄμορφη νὰ σέρνῃ ὁ πεθαµένος!
–Ἄκουσες Κωσταντῖνε µου, τί λένε τὰ πουλάκια;
–Πουλάκια εἶναι κι’ ἃς κιλαϊδοῦν, πουλάκια εἶναι κι’ ἃς λένε.»
Καὶ παρεχεῖ ποῦ πάγαιναν κι’ ἄλλα πουλιὰ τοὺς λένε.
«Δὲν εἶναι κρῖμα κι’ ἄδικο, παράξενο, µεγάλο,
νὰ περπατοῦν οἱ ζωντανοὶ μὲ τοὺς ἀπεθαμένους!
–Ἀκουσες, Κωσταντῖνε μου, τί λὲνε τὰ πουλάκια,
πῶς περπατοῦν οί ζωντανοὶ μὲ τοὺς ἀπεθαμένους.
–Ἀπρίλης εἶναι καὶ λαλοῦν καὶ Μάης καὶ φωλεύουν.
–Φοβοῦμαι σ’ ἀδερφάκι μου, καὶ λιβανιαῖς μυρίζεις.
–Ἐχτὲς βραδὺς ἐπήγαμε πέρα ’ς τὸν ἅη Γιάννη,
κ’ ἐθύμιασέ μας ὁ παπᾶς μὲ περισσὸ λιβάνι.»
Καὶ παρεμπρὸς ποῦ πήγανε, κι’ ἄλλα πουλιὰ τοὺς λένε.
«Γιὰ ἰδὲς θᾶμα κι’ ἀντίθαμα ποῦ γίνεται ’ς τὸν κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερὴ νὰ σέρνῃ ὁ πεθαµένος!»
Τἄκουσε πάλι ἡ Ἀρετὴ κ’ ἐρράγισε ἡ καρδιά της.
«Ἄκουσες, Kωσταντάκη µου, τί λένε τὰ πουλάκια;
Ἄφησ’ Ἄρέτω, τὰ πουλιὰ κι’ ὅ τι κι’ ἂ θέλ’ ἃς λέγουν.
–Πές µου, ποῦ εἰναι τὰ κάλλη σου, καὶ ποῦ εἰν’ ἡ λεβεντιά σου,
καὶ τὰ ξανθά σου τὰ μαλλιὰ καὶ τὄμορφο µουστάκι;
–Ἕχω καιρὸ π’ ἀρρώστησα καὶ πέσαν τὰ μαλλιά µου.»

Αὐτοῦ σιµά, αὐτοῦ κοντὰ ’ς τὴν ἐκκλησιὰ προφτάνουν.
Βαριὰ χτυπᾷ τἀλόγου του κι’ ἀπ’ ἐμπροστά της χάθη.
Κι’ ἀκούει τὴν πλάκα καὶ βροντᾷ, τὸ χῶμα καὶ βοΐζει.
Κινάει καὶ πάει ἡ Ἀρετὴ ’ς τὸ σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τοὺς κήπους της γυμνούς, τὰ δέντρα µαραμμένα,
βλέπει τὸν μπάλσαµο ξερό, τὸ καρυοφύλλι μαῦρο,
βλέπει μπροστὰ ’ς τὴν πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει τὴν πόρτα σφαλιστὴ καὶ τὰ κλειδιὰ παρµένα,
καὶ τὰ σπιτοπαράθυρα σφιχτὰ µανταλωμένα.
Κτυπᾷ τὴν πόρτα δυνατά, τὰ παραθύρια τρίζουν.
«Ἂν εἶσαι φίλος διάβαινε, κι’ ἂν εἶσαι ἐχτρός µου φύγε,
κι’ ἂν εἶσαι ὁ Πικροχάροντας, ἄλλα παιδιὰ δὲν ἔχω,
κι’ ἡ δόλια ἡ Ἀρετοῦλα µου λείπει μακριὰ ’ς τὰ ξένα.
–Σήκω, μαννοῦλα µου ἄνοιξε, σήκω, γλυκειά µου µάννα.
–Ποιὸς εἶν’ αὐτὸς ποῦ μοῦ χτυπάει καὶ μὲ φωνάζει μάννα;
–Ἄνοιξε, μάννα µου ἄνοιξε κ’ ἐγώ εἰμαι ἡ Ἀρετή σου.»
Κατέβηκε, ἀγκαλιάστηκαν κι’ ἀπέθαναν κ’ οἱ δύο.

 

lexicologycenter – pemptousia

2φΑ

                                                   

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

"Τριμερής ειρήνη "

 

Ο Άγιος Νικόλαος

Άγιος Ησαΐας ο Αναχωρητής  -  27 κεφάλαια περί τηρήσεως του νου
[Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, τ. Α΄]


18. Εκείνος που έδωσε την καρδιά του στην αναζήτηση του Θεού με αληθινή ευσέβεια, δεν μπορεί να σκέφτεται ότι είναι αρεστός στον Θεό.
Επειδή όσο τον ελέγχει η συνείδηση του για τις αμαρτίες που έκανε, δεν απόκτησε την ελευθερία. Εφόσον υπάρχει ο έλεγχος, υπάρχει και εκείνος που κατηγορεί· και εφόσον υπάρχει κατηγορία, δεν υπάρχει ελευθερία.
Αν λοιπόν στην προσευχή σου δεις ότι δεν σε κατηγορεί κανένα είδος κακίας, άρα είσαι ελεύθερος και μπήκες στην αγία ανάπαυση του Θεού, σύμφωνα με το θέλημα Του.

Αν δεις ότι α καλός καρπός δυνάμωσε και δεν τον πνίγουν πλέον τα ζιζάνια του εχθρού· και ότι δεν έφυγαν μόνοι τους οι εχθροί και έπαψαν από πανουργία να πολεμούν πλέον με τις αισθήσεις σου· και αν η νεφέλη έριξε τη σκιά της πάνω στη σκηνή και ο ήλιος δεν σε έκαψε την ημέρα, ούτε η σελήνη τη νύχτα(Ψαλμ.120,6)· και αν βλέπεις ότι ετοίμασες την σκηνή να την στήσεις και να την φυλάξεις κατά το θέλημα του Θεού, τότε με την δύναμη του Θεού έχεις νικήσει. Και τότε Αυτός θα ρίξει την σκιά Του πάνω στην σκηνή γιατί είναι δική Του.

Και έως ότου γίνεται πόλεμος, ο άνθρωπος έχει φόβο και τρόμο ή να νικήσει σήμερα, ή να νικηθεί· ή να νικηθεί αύριο ή να νικήσει, γιατί ο αγώνας σφίγγει την καρδιά ολόγυρα.
Η απάθεια όμως είναι ακαταμάχητη, γιατί έλαβε πια το βραβείο και έπαψε πια να μεριμνά για κάποιο από τα τρία μέρη, επειδή ειρήνευσαν μεταξύ τους και με τον Θεό.
Τα τρία αυτά μέρη είναι η ψυχή, το σώμα και το πνεύμα.

Όταν λοιπόν τα τρία αυτά γίνουν ένα με την ενέργεια τον Αγίου Πνεύματος, δεν μπορούν πλέον να χωριστούν. Μην νομίζεις λοιπόν τον εαυτό σου ότι είσαι νεκρός ως προς την αμαρτία, όσο στενοχωρείσαι και πολεμείσαι με ορμή από τούς εχθρούς σου τους δαίμονες, είτε ξυπνητός, είτε στον ύπνο σου. Όσο ο ταλαίπωρος άνθρωπος βρίσκεται στο στάδιο του αγώνα, δεν μπορεί να είναι ασφαλής.

19. Αν ο νους αποκτήσει πνευματική δύναμη και ετοιμάσει τον εαυτό του να ακολουθήσει την αγάπη, που σβήνει όλα τα πάθη του σώματος και που δεν αφήνει με την δύναμη της καμιά κακία να εξουσιάζει την καρδιά, τότε ο νους αντιστέκεται εναντίον της κακίας μέχρις ότου την χωρίσει από τις καλές διαθέσεις της ψυχής.

 

2φΑ

                                            

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

"Η μεγαλύτερη τρέλα "

 



Don Miguel de Cervantes y Saavedra  -  "Δον Κιχώτης"


«….  Ίσως τρέλα μπορεί να είναι, το να εγκαταλείπουμε τα όνειρά μας.
Να γινόμαστε πρακτικοί, νομίζοντας ότι μπορούμε να δούμε
την "πραγματικότητα". Ίσως αυτό να είναι τρέλα.
Να ψάχνουμε θησαυρούς εκεί που σωρεύονται σκουπίδια.

Ίσως η πολλή λογική να είναι τρέλα.
Και η μεγαλύτερη τρέλα απ’ όλες, να βλέπεις τη ζωή
όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι.»

[πίνακας: S. Dali]

 

to23ogramma – 2φΑ


                                        

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2021

"Οι καραμέλες του Αγίου.. "

 



Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης
[Μηνύματα Ζωής]


Κάποτε πήρα καραμέλες και πήγα σ' ένα ορφανοτροφείο.
Τις μοίρασα στα ορφανά, αλλά έβλεπα βαθιά μέσα στις ψυχές τους, που ήταν πιασμένες και έτσι δεν είχαν την άνεση να χαμογελάσουν.
Έφυγα από εκεί και πήγα να πάρω το λεωφορείο.
Όταν μπήκα στο λεωφορείο, είδα κάποιους επιβάτες να τσακώνονται μεταξύ τους:
«Σήκω από εδώ... κάθισε πιο πέρα... μάζεψε τα πόδια σου...» κ.ο.κ..

Φώναζαν ο ένας στον άλλο, διαπληκτίζονταν ο ένας με τον άλλο.
Σκέφτηκα τότε: «Εκείνα τα παιδιά, στο ορφανοτροφείο, ορφανά από τον επίγειο πατέρα τους· αυτοί εδώ, τα μεγάλα παιδιά, ορφανά και αυτά από τον Ουράνιο Πατέρα τους».

Λόγω αυτής της ορφάνιας, που έχει ο κόσμος σε σχέση με τον Θεό, ο οποίος είναι η χαρά, δεν ξέρει τι κάνει και παραφέρεται.
Αν ο άνθρωπος μπει στη γραμμή του Θεού και της Εκκλησίας και γνωρίσει τον Πατέρα του τον Ουράνιο, τότε δεν θα συμπεριφέρεται πλέον ως ορφανός και θα έχει μόνιμα τη χαρά.

Το άγχος τι είναι; Είναι ακριβώς, αυτή η ορφάνια από τον Ουράνιο Πατέρα.

 

vb – 2fA

                                         

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

- Δεκέμβριος 2021

 



ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

Όπως οι γάτες όταν αρρωσταίνουν
κουρνιάζουν στις πιο απόμερες γωνιές
όσο μονάχες τους να γιάνουν,
έτσι κι εγώ σ’ αυτή την κόχη θ' απομείνω
όσο να πάψει το αίμα μου σε κάθε χτύπο
υπόγεια να σχηματίζει τ' όνομά σου.


(Τίτος Πατρίκιος)






2φΑ