Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

11.11.09 - "Εορτάσιμη χαρά"













ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ:   Η εορτάσιμη χαρά

Είναι νύχτα, οι ώρες περνούν πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα και οι σκέψεις τρέχουν ακόμα γρηγορότερα από τον χρόνο. Αναρωτιέμαι αν ο χρόνος θα ήταν ένα απροσδιόριστο μέγεθος, αν δεν είχαμε κάποια σταθερά επαναλαμβανόμενα σημεία στην κυκλική του πορεία.
Το έτος, οι μήνες, οι μέρες με την πορεία του ήλιου και της σελήνης στον ουρανό, οι θέσεις των αστερισμών για τους ειδικούς, η ανάπτυξη των φυτών πιο κοντά μας, αυτά μας δίνουν αντικειμενική αίσθηση του χρόνου. Προχωρώντας έξω από τη φύση, φροντίσαμε να οργανώσουμε καλύτερα τον χρόνο μας με τα ρολόγια και τα ημερολόγια μας με τις εορτές.

Πέρα από τους συνηθισμένους εορτασμούς για πρόσφατες επιτυχίες, προσωπικές ή των συγγενών και των φίλων μας ή ακόμα και κάποιας ομάδας κοινών επιδιώξεων στην οποία έχουμε εντάξει τον εαυτό μας, στην περιφέρεια του κύκλου ενός έτους καταγράφουμε σταθερές ή προσδιορισμένες κινητές ημερομηνίες για εορτασμούς γενεθλίων, ονομάτων και επετείων.
Όλα αυτά σημαίνουν σε ένα πρώτο επίπεδο, χαρούμενη διάθεση, δώρα, λουλούδια και φωτεινά πρόσωπα! Έστω και σε αυτό το επίπεδο ωστόσο, η δική μας συμμετοχή είναι συνήθως χλιαρή και ανόρεχτη, απρόσωπη και επιδερμική.

Θα μπορούσαν βέβαια οι γιορτές να θεωρηθούν σαν φυγή από την πραγματικότητα της κατάθλιψης, της πίεσης και της ανίας κάποτε, όμως η γιορτή είναι μια ουσιαστική ψυχολογική ανάγκη.
Ανάγκη εκτόνωσης μετά από μια περίοδο έντονης προσπάθειας, ανάγκη συμμετοχής στη χαρά δικών μας ανθρώπων, ανάγκη επιβεβαίωσης της αποδοχής μας από ένα μικρό ή μεγάλο κύκλο, από μια «οικογένεια» στην οποία ανήκουμε. Θα μπορούσε ακόμα να είναι μια έκφραση ευχαριστίας, για τις απλές ευκαιρίες που έχουμε στη ζωή να συνειδητοποιούμε την ύπαρξη μας.

Η πηγή της ψυχολογικής αυτής ανάγκης, η κοινωνικότητα, αποτελεί μια από τις τρεις βασικές ιδιότητες ή τάσεις ανάπτυξης της προσωπικότητας.
Μπορεί κανείς να γιορτάζει με γνωστούς ή με άγνωστους, ανάμεσα σε πλήθος ή παρέα μόνο με τις αναμνήσεις του, με μοναδική προϋπόθεση σε κάθε περίπτωση, την αίσθηση οικειότητας και αγάπης που θα περιβάλλει τις εκδηλώσεις χαράς. Η συμμετοχή στη γιορτή αποτελεί τιμή για ένα πρόσωπο, ένα γεγονός ή μια ανάμνηση που αγαπούμε.

Και είναι κρίμα να περιορίζουμε τη χαρά της αγάπης μας, σε ελάχιστες θρησκευτικές εορτές, σε σχεδόν καθόλου εθνικές και στις λίγες οικογενειακές ή φιλικές συγκεντρώσεις, τις λίγο ή πολύ επιφανειακές και τυποποιημένες. Είναι κρίμα να συρρικνώνουμε την προσωπικότητα μας σε συμβατικούς εθιμοτυπικούς πανηγυρισμούς χωρίς περιεχόμενο, χωρίς πνευματικότητα και νόημα, σε ένα στενό αυτοκαταστροφικό εκμαγείο.   

Τι μας συμβαίνει λοιπόν; Νοιώθουμε βαριά τα βλέφαρα από την ύπνωση που μας διακατέχει, την έχουμε επισημάνει και διαγνώσει, αλλά ανήμποροι να αντιδράσουμε με λίγο σθένος, ακολουθούμε μοιρολατρικά την κακή συνήθεια, τη μηδενιστική λήθη και το εξευτελιστικό χωρίς φρόνηση, ξόδεμα του χρόνου μας. Κυνηγώντας να προλάβουμε τη σκιά μας στα λεπτά, τις ώρες και τις μέρες, χάνουμε τη ζωή μας.

Όταν, εκείνοι που η αγάπη τους έχει ξεπεράσει τον εαυτό τους, βρίσκονται παντού γύρω μας και δίπλα μας και τους αγνοούμε, εκείνοι που χαίρονται γιατί αγαπούν και δεν αγαπούν να χαίρονται χωρίς νόημα, είναι κοντά μας αλλά δεν τους βλέπουμε, δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε πολλές φορές να τους δούμε, γιατί ακολουθούν διαφορετικό πρότυπο ζωής που ενοχλεί την κοσμικότητα μας. Προτιμούμε να προβάλλουμε ένα κενό πρόσωπο κοινωνικά ευχάριστο χωρίς όμως χαρά, ευγενικό χωρίς αγάπη, διαχυτικό αλλά απόμακρο, με προσήνεια επιφάνειας και αιχμηρές αντιδράσεις που καραδοκούν στην παραμικρή υποψία μήπως θιγεί ο εγωισμός, η θέση ή η ιδιοκτησία μας.
Μπορεί κανείς να γιορτάσει έτσι;

Έχουμε τις Δεσποτικές εορτές της Εκκλησίας μας, τις Θεομητορικές, τις εορτές των Αρχαγγέλων, των ασωμάτων και λοιπών αγγελικών Ταγμάτων, τις καθημερινές εορτές των Αγίων που αγίασαν ανάμεσα μας, εορτές γεμάτες νοήματα αγάπης και θυσίας, γεμάτες ψυχική ανάταση και πνευματική αγαλλίαση κι εμείς διοργανώνουμε επίσημες εκδηλώσεις για τις παγκόσμιες ημέρες της αστρολογίας, της υπερηφάνειας και πολλών άλλων κοσμικών εμμονών...   

Έξω το φεγγάρι γεμίζει και φωτίζει τη νύχτα. Τα σύννεφα στο πέρασμα τους σκιάζουν τις οικείες κάτασπρες αυλές. Σήμερα των Ταξιαρχών, γιορτάσαμε τη Σύναξη των Αρχαγγέλων.
Έστω και για μια στιγμή μέσα στη μέρα, ξεχάσαμε τον εαυτό μας και την φτωχή πνευματικότητα της ζωής μας, αφεθήκαμε ελεύθεροι να γεμίσουμε την ψυχή μας για λίγο, από Ουράνια εορτάσιμη χαρά; 
Θα μπορούσαμε...


Μ


Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

"Δημόσιο θέαμα"















ΔΗΜΟΣΙΟ  ΘΕΑΜΑ


Ακροβάτης στο ημίφως χιαστών 
προβολέων
ψηλαφιστά ταλαντεύομαι
στο διάχυτο χάος

μουδιασμένος απόηχος
άμορφου πλήθους συμμετέχει 
ενεργά στην κίνηση μου
ή προσδοκά παθητικά
την πτώση μου

με εγρήγορση
και πλήρη έλεγχο
σταθμίζοντας  τις δυνατότητες
της έπαρσης μου
επιχειρώ μεθοδικά το αβέβαιο 
βήμα

ψυχραιμία, συντονισμός
αλλοτρίωση  
χωρίς σκέψη, χωρίς αίσθημα

ανέκφραστη προοπτική
χωρίς δίχτυ
ασφαλείας.


Μ Ψ 



Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

"Το τέλος του Σωκράτη"






Το τέλος του Σωκράτη


Όταν κανείς σε όλη του τη ζωή δείχνει στους πολλούς πως τίποτα δεν γνωρίζουν και απογυμνώνει τη θρασύτητα του στόμφου τους, είναι επόμενο να δημιουργήσει εχθρούς.
Η προσωπική έχθρα και η πραγματική αντίθεση φαίνεται πως επιδράσανε και οι δυο μαζί σ’ αυτούς που κατηγόρησαν το 399 π.Χ. τον εβδομηντάχρονο Σωκράτη, πως δεν αναγνωρίζει τους πατρώους Θεούς, ότι ζητά να εισάγει «καινά δαιμόνια» και ότι διαφθείρει τους νέους.

Στην Αθήνα οι δικαστές διαλέγονταν από όλους τους πολίτες και ήταν πολυάριθμοι.
Στη δίκη του Σωκράτη ήταν παρόντες πιθανόν 501 δικαστές.
Μπροστά σε τόσο πλήθος και μάλιστα ευέξαπτων νοτίων, έχει επίδραση η ευγλωττία.
Η υπόθεση του Σωκράτη στην αρχή δεν πήγε άσχημα. Ζούσε δημόσια και ήταν καθαρός.

Μπορεί πολλές φορές να είχανε θυμώσει μαζί του, ήταν όμως γνωστό πως οι πράξεις του δεν ήταν αξιόποινες, πως σαν πολίτης είχε κάνει το καθήκον του και πως είχε σεβαστεί τη λατρεία των Θεών. Αλλά οι δικαστές ήταν συνηθισμένοι να προσπαθεί ο κατηγορούμενος να προκαλεί εντύπωση με ρητορικά τεχνάσματα και ικετεύοντας να ζητάει το έλεος τους.
Ο Σωκράτης όμως τα περιφρονούσε αυτά, γιατί πίστευε πως είναι καλύτερα να πεθάνεις, παρά να κάνεις κάτι που θεωρείς άδικο. Γι’ αυτό μίλησε με απλότητα και αξιοπρέπεια.

Δήλωσε ότι πάντα τίμησε τους Θεούς και ότι προσπαθούσε να εκπαιδεύσει τους νέους να έχουν δικιά τους κρίση και να αποκτήσουν σωστή γνώση, πως τέλος η κατηγορία οφείλεται στο μίσος που ξεσήκωσαν εναντίον του οι συζητήσεις του και η αποστολή που του ανέθεσε ο Δελφικός Θεός.
Ο ασυνήθιστος τρόπος της απολογίας του είχε σαν αποτέλεσμα να καταδικαστεί με μικρή πλειοψηφία.                  




Μετά την απόφαση στο ζήτημα της ενοχής, έπρεπε να οριστεί η ποινή.
Σύμφωνα με το παλιό έθιμο που επικρατούσε στην Αθήνα, οι δικαστές έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στις προτάσεις του κατήγορου και του κατηγορούμενου.
Κι’ επειδή οι κατήγοροι ορίσανε σαν ποινή τον θάνατο, θα έπρεπε προς το συμφέρον του ο κατηγορούμενος να προτείνει κάποια άλλη ανάλογη, δηλαδή όχι πολύ ελαφριά ποινή, ας πούμε την εξορία.

Αντί γι’ αυτό, ο Σωκράτης δήλωσε πως είναι αθώος και συνεπώς καμιά ποινή δεν μπορεί να καταλογίσει στον εαυτό του. Αντίθετα μάλιστα, επειδή αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην καλυτέρευση των συμπολιτών του, είναι άξιος της πιο μεγάλης τιμής, δηλαδή να τον τρέφει η πολιτεία.
Πως η εξορία, που θα μπορούσαν ίσως να σκεφτούν οι δικαστές, του είναι χειρότερη από τον θάνατο γιατί θα τον εμπόδιζε να εκπληρώσει την αποστολή του.
Ότι όμως, για να συμμορφωθεί οπωσδήποτε με τις διατάξεις του νόμου, αντιπροτείνει σαν ποινή μια χρηματική αποζημίωση, που δεν θα μπορέσει ωστόσο να πληρώσει ο ίδιος, μα θα δανειστεί από φίλους.
Την πρόταση αυτή θα την εξέλαβαν ασφαλώς σαν χλευασμό οι δικαστές, γιατί η καταδίκη του σε θάνατο επικυρώθηκε με μεγαλύτερη πλειοψηφία από την πρώτη απόφαση για την ενοχή του.

Κατά σύμπτωση τότε ακριβώς ήταν γιορτές και στη διάρκεια τους δεν επιτρεπόταν να εκτελεσθεί καμιά θανατική ποινή. Γι’ αυτό ο Σωκράτης οδηγήθηκε στις φυλακές, όπου είχε δικαίωμα να συζητάει με τους φίλους του όπως συνήθως.
Η επιτήρηση δεν ήταν και τόσο αυστηρή. Μερικοί φίλοι του ζήτησαν και βρήκαν τον τρόπο να τον φυγαδεύσουν. Αυτός όμως αρνήθηκε να δραπετεύσει γιατί όπως πίστευε, καθένας πρέπει να υποτάσσεται στην απόφαση που βγήκε σύμφωνα με τους νόμους κι’ όταν ακόμα τη θεωρεί λανθασμένη.

Γιατί η απείθεια στους νόμους μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή της Πολιτείας.
Όταν έφθασε η μέρα της εκτέλεσης, ήπιε το γεμάτο κώνειο κύπελλο, όπως πρόσταζε ο νόμος.
Τις τελευταίες του στιγμές αποθανάτισε ο Πλάτωνας για χάρη των μεταγενέστερων, στο διάλογο του, Φαίδωνας. Σ’ αυτόν βάζει τον αγαπημένο μαθητή του Σωκράτη Φαίδωνα, που βρισκόταν κοντά του στη φυλακή την τελευταία μέρα, να διηγείται όσα ο ίδιος ο Πλάτωνας έζησε μαζί του.
Η σχετική περιγραφή, είναι η ακόλουθη:




«Αφού είπε αυτά, σηκώθηκε ο Σωκράτης να πάει στον λουτήρα για να λουστεί.
Ο Κρίτωνας τον ακολούθησε, σε μας όμως τους υπόλοιπους παράγγειλε να περιμένουμε.
Περιμέναμε λοιπόν σχολιάζοντας όσα είχαμε πει, εξετάζοντας τα πάλι και αναφέροντας πόσο μεγάλη συμφορά θα πάθουμε, νομίζαμε στ’ αλήθεια πως θα περάσουμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας ορφανοί, σαν να χάσαμε τον πατέρα μας.
Μετά το λουτρό, του φέρανε τα παιδιά του (είχε δυο γιους μικρούς και έναν μεγάλο) και ήρθανε και οι γυναίκες της οικογένειας του.
Μίλησε μπροστά στον Κρίτωνα κι’ αφού παράγγειλε τις τελευταίες του θελήσεις, πρόσταξε γυναίκες και παιδιά να φύγουν και ήρθε κοντά μας.

 »Πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα, γιατί είχε μείνει μέσα πολλή ώρα.
Μετά κάθισε λουσμένος και άρχισε να μιλάει.
Προτού προλάβει να μας πει πολλά, ήρθε ο υπηρέτης των Έντεκα και αφού στάθηκε κοντά του είπε: Σωκράτη, με σένα δεν θα μου συμβεί ό,τι παθαίνω με τους άλλους, που θυμώνουνε μαζί μου και με καταριούνται όταν τους παραγγέλλω να πιουν το δηλητήριο, πράγμα που υποχρεώνομαι να κάνω από τον νόμο.
Στο πρόσωπο σου γνώρισα όλο αυτό το διάστημα, τον πιο γενναίο, πιο γλυκό και πιο καλό άνθρωπο από όσους μέχρι τώρα ήρθανε εδώ και τώρα λοιπόν ξέρω καλά, πως δεν θα θυμώσεις μαζί μου –γιατί γνωρίζεις ποιοι είναι οι ένοχοι- αλλά μαζί τους.

Ξέρεις τι ήρθα να σου πω, για τούτο γεια σου και προσπάθησε να αντικρίσεις όσο πιο γενναία μπορείς, εκείνο που δεν μπορείς να αποφύγεις.
Και μη μπορώντας πια να κρατήσει τα δάκρια του, έφυγε.
Και ο Σωκράτης ακολουθώντας τον με το βλέμμα, είπε:
– Γεια σου και σένα κι’ εγώ θα κάνω όπως μου είπες.
Κι’ αμέσως στράφηκε σε μας και είπε: Πόσο λεπτός είναι ο άνθρωπος αυτός, όλο τον καιρό ερχότανε κοντά μου, μιλούσε κάποτε μαζί μου και ήτανε ο καλύτερος φύλακας και τώρα με πόση ειλικρίνεια κλαίει για μένα.
Αλλά έλα λοιπόν Κρίτωνα, ας φέρει κάποιος το δηλητήριο αν είναι έτοιμο, αν όχι, ας το ετοιμάσει ο άνθρωπος.




 »Και ο Κρίτωνας είπε: Μα εγώ Σωκράτη, νομίζω πως ο ήλιος είναι ακόμα πάνω από τα βουνά και δεν βασίλεψε κι’ ακόμα ξέρω ότι άλλοι το ήπιαν πολύ αργότερα αφού τους είχαν διατάξει κι’ αφού έφαγαν και ήπιαν πολύ καλά και μερικοί μάλιστα αφού βρέθηκαν ξανά με κείνους που επιθυμούσαν να δουν, μη βιάζεσαι λοιπόν τόσο πολύ γιατί καιρός υπάρχει.
Σ’ αυτά απάντησε ο Σωκράτης: Καλέ μου Κρίτωνα, αυτοί που ανέφερες κάνανε καλά γιατί νόμιζαν πως κάνοντας έτσι, κάτι κερδίζανε. Μα βέβαια εγώ δεν θα το κάνω, γιατί νομίζω πως αν το πιω λιγάκι αργότερα, δεν θα κερδίσω τίποτα άλλο, από το να γίνω γελοίος στον ίδιο μου τον εαυτό, επιθυμώντας λίγες στιγμές ακόμα απ’ τη ζωή, που δεν είναι τίποτα.
Έλα λοιπόν είπε, υπάκουσε και άστα αυτά.

 »Μόλις άκουσε αυτό ο Κρίτων, έκανε νεύμα στον υπηρέτη που στεκότανε κοντά κι’ αυτός βγήκε και αφού έλειψε αρκετή ώρα, ξανάρθε οδηγώντας εκείνον που θα έδινε το δηλητήριο και που το έφερε τριμμένο μέσα σε ένα κύπελλο.
Ο Σωκράτης μόλις τον είδε, είπε: Λοιπόν φίλε, εσύ ξέρεις καλά, τι πρέπει να κάνω;
-Τίποτε άλλο, είπε εκείνος, παρά αφού το πιεις να περπατήσεις λίγο, μέχρι που να αισθανθείς βάρος στα σκέλη σου, έπειτα να πλαγιάσεις και αυτό θα ενεργήσει.
Και ταυτόχρονα έτεινε το κύπελλο στον Σωκράτη.

Αυτός το πήρε εύθυμος, χωρίς διόλου να τρέμει, ούτε να αλλάξει το χρώμα ή η όψη του προσώπου του, αλλά καθώς συνήθιζε, κοίταζε με σταθερότητα τον άνθρωπο και είπε:
- Τι λες για το ποτό αυτό, τάχα επιτρέπεται να κάνουμε σπονδή σε κάποιον ή όχι;
- Τρίβουμε τόσο Σωκράτη είπε, που να φτάσει ίσα-ίσα.
– Κατάλαβα είπε ο Σωκράτης, αλλά ίσως βέβαια επιτρέπεται και πρέπει να ευχηθεί κανείς στους θεούς, να είναι ευτυχισμένη η αλλαγή της κατοικίας από τα εδώ εκεί, πράγμα που εύχομαι κι’ εγώ και μακάρι να γίνει έτσι.
Αφού τα είπε αυτά, σταμάτησε και με πολλή ευκολία και ηρεμία το ήπιε όλο.




 »Οι περισσότεροι μας ως την ώρα εκείνη μπορέσαμε και κρατήσαμε τα δάκρυα μας, μα σαν τον είδαμε που το έπινε και το τελείωσε, δεν μπορέσαμε πια να τα κρατήσουμε.
Μα ενάντια βέβαια στη θέληση μου αρχίσανε να τρέχουνε άφθονα, τόσα που σκέπασα το πρόσωπο μου με τον μανδύα κι’ έκλαιγα ασυγκράτητα τον εαυτό μου, γιατί βέβαια δεν έκλαιγα για εκείνον, μα για την κακή μου τύχη που έχανα τέτοιο φίλο.
Κι’ ο Κρίτωνας που πριν από μένα δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα, βγήκε.
Κι’ ο Απολλόδωρος που έκλαιγε απ’ την αρχή τώρα βόγκηξε δυνατά στο κλάμα του και τους έκανε όλους να κλαίνε, εκτός απ’ τον Σωκράτη.
Τότε ο Σωκράτης έβαλε τις φωνές: - Τι είναι αυτά που κάνετε αλλόκοτοι άνθρωποι;
Εγώ γι’ αυτό τον λόγο προπάντων έδιωξα τις γυναίκες, για να μην κάνουν το ίδιο λάθος, γιατί έχω ακούσει πως πρέπει να ξεψυχάει κανείς με ηρεμία και ευτυχία.
Ησυχάστε λοιπόν σας παρακαλώ και δείξτε γενναιότητα.

 »Εμείς όταν ακούσαμε αυτά, ντραπήκαμε και κρατήσαμε τα δάκρια μας. Κι’ εκείνος, αφού περπάτησε, μόλις κατάλαβε βάρος στα πόδια, πλάγιασε ανάσκελα γιατί έτσι τον διέταξε ο άνθρωπος. Αφού πέρασε λίγη ώρα, αυτός που του έδωσε το δηλητήριο, εξέτασε ακουμπώντας τον στα πόδια και τα σκέλη του και μετά πίεσε το πόδι του δυνατά και τον ρώτησε αν αισθάνεται τίποτα.
Ο Σωκράτης είπε όχι, μετά πίεσε τις γάμπες και προχωρώντας προς τα πάνω με πιέσεις, έδειξε και σε μας πώς το σώμα κρύωνε και πάγωνε.
Μετά μας είπε πως όταν φτάσει το κρύο στην καρδιά, τότε θα πεθάνει 
Τώρα πια είχαν σχεδόν κρυώσει τα μέρη γύρω στην κοιλιά.
Τότε ο Σωκράτης ξεσκεπάστηκε γιατί ήταν σκεπασμένος και είπε τα τελευταία λόγια του:
- Κρίτωνα, μην ξεχάσεις, χρωστάμε έναν κόκορα στον Ασκληπιό, πληρώστε λοιπόν το χρέος και μην το αμελήσετε. Και σκεπάστηκε πάλι.




 »Αυτό θα γίνει, είπε ο Κρίτωνας, κοίταξε μήπως έχεις να παραγγείλεις και κάτι άλλο.
Μα παρά την ερώτηση αυτή, ο Σωκράτης δεν αποκρίθηκε πια τίποτα.
Μετά λίγη ώρα κουνήθηκε ελαφρά κι’ ο άνθρωπος τον ξεσκέπασε.
Τα μάτια του ήταν γυάλινα, ακίνητα.
Μόλις τον είδε ο Κρίτωνας, του έκλεισε τα μάτια και το στόμα.
 »Αυτό ήταν Εχεκράτη, το τέλος της ζωής του φίλου μας, κατά τη γνώμη μας, του καλύτερου, του πιο σοφού και δίκαιου άνδρα απ’ όλους όσους γνωρίσαμε μέχρι τώρα».                


 * Από το βιβλίο του  Jonas Kohn  [1869-1947],  Πρωτοπόροι Φιλόσοφοι



Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

02. "Dead Man Walking"






Dead Man Walking  [USA – 1995] 

 

Η πολυβραβευμένη (και με Oscar γυναικείου ρόλου) ταινία του Tim Robbins, είναι μια ταινία σκληρή, ιδιαίτερη, εξαιρετική, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που περιγράφει στο ομότιτλο αυτοβιογραφικό βιβλίο της η μοναχή Helen Prejean.
“Τα βιβλία που έχουμε ανάγκη”, είχε πει κάποτε ο Kafka, “είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας”. Μια τέτοια αίσθηση διαχέει η ταινία στους θεατές, μέσα από ποικίλες αντιθέσεις που εναλλάσσονται και τους καθηλώνουν.
Η ίδια η γοητεία του Αμερικανικού Νότου οφείλεται στις αντιθέσεις του. Η ζωή όμως δεν είναι μόνο μια σκηνή ξένοιαστων παιδιών που παίζουν σχοινάκι σε μια φτωχογειτονιά του Σαιντ Τόμας ή μια jazz ανάμνηση από τη μπάντα κηδείας, που σαν μικρή ρυθμική εορτάσιμη τελετή των μαύρων για τον νεκρό και ελεύθερο πια αδελφό τους, χαρακτηρίζει τη γραφική μεγαλούπολη της Λουϊζιάνα. Πάντοτε και σε όλα τα επίπεδα υπάρχει και η «άλλη» πλευρά.


                                                         Η πραγματική μοναχή Helen Prejean.

Νέα Ορλεάνη, 1982. Ο Μάθιου, ένας νεαρός λευκός, έχει καταδικαστεί σε θάνατο για τη στυγνή δολοφονία ενός ζευγαριού εφήβων και για τον αποτρόπαιο βιασμό της κοπέλας. Με ένα γράμμα του από τη φυλακή, ζητά λίγη ανθρώπινη επαφή και συμπαράσταση στις δύσκολες ώρες που περνά και μπαίνει έτσι στη ζωή της αδελφής Έλεν.
Εκείνη, μεγαλωμένη σε ένα ήρεμο και άνετο περιβάλλον, σε μια ατμόσφαιρα αλληλοσεβασμού και κατανόησης, διατηρεί τον νεανικό της ενθουσιασμό που την οδήγησε στο δρόμο του Θεού και στη μοναχική ζωή. Ζει εκούσια τη φτώχεια των «έγχρωμων», προσφέροντας εργασία και αγάπη. Αποφεύγει να ξεχωρίζει από τους γύρω της, γίνεται ένα με τους ανθρώπους που υπηρετεί και η γαλήνη που αντλεί από την προσφορά της στους άλλους, φωτίζει το πρόσωπο της και το τίμιο βλέμμα της.

Εκείνος, κλειστός και στυλιζαρισμένος, από τους «άτυχους» της ζωής, κρατιέται απεγνωσμένα από την επίπλαστη εικόνα που δημιούργησε για τον εαυτό του. Σκληρός, αδίστακτος, ατομιστής, αλαζόνας, έτοιμος να αντιμετωπίσει το καλύτερο ή το χειρότερο στη ζωή του, με ψυχραιμία αρπακτικού. Η ανάγκη του να ανήκει κάπου στην κοινωνία, σε μια ομάδα που τον αποδέχεται, τον οδηγεί στο να συντονίσει τη συμπεριφορά του με το πρότυπο του, ένα γνωστό κακοποιό. Παρέα αλληλοωθούνται στο περιθώριο, στην ασυδοσία, σε πράξεις βίας και φτάνουν μέχρι το έγκλημα. 



Εκείνος θα προσπαθήσει να χειριστεί την αδελφή Έλεν, σύμφωνα με τις εμπειρίες του και τις σημερινές του ανάγκες. Εκείνη θα ανταποκριθεί στο κάλεσμα του νεαρού Μάθιου, ελπίζοντας με τη βοήθεια του Θεού, να προσπελάσει το νοσηρό και αμαρτωλό του κέλυφος, να αγγίξει την ψυχή του. Όταν ο Θεός σου δίνει μια ευκαιρία να μετέχεις στα σχέδια Του, δεν μπορείς να αδιαφορήσεις.

Οι επισκέψεις της στη φυλακή, οι αποτυχημένες προσπάθειες τους να μετατραπεί η ποινή του σε ισόβια, ο χρόνος γνωριμίας τους που αυξάνεται, ο χρόνος ζωής του που εξαντλείται, προάγουν τη σχέση τους σε ουσιαστικότερη επικοινωνία.


 
Τα ψυχολογικά δυναμικά ανάμεσα στην Έλεν και τον Μάθιου, τη μοναχή και τον μελλοθάνατο, εξελίσσονται σε τρία στάδια. Οι πρώτες συναντήσεις ενός άντρα με μια γυναίκα είναι αναγνωριστικές. Η αθώα, συντηρητική, μετρημένη, ελεγχόμενη και ειλικρινής Έλεν, φαντάζει σαν ιδανικό θήραμα στον ανερμάτιστο, επιπόλαιο και στερημένο από αγάπη Μάθιου. Η ακεραιότητα όμως και η ευθύτητα με την οποία εκείνη τον αντιμετωπίζει, δεν του αφήνουν περιθώρια για ανόητες μεθοδεύσεις. Δεν του ζητά να τη σεβαστεί μόνο σαν μοναχή. Οφείλουμε να φερόμαστε με σεβασμό στον κάθε άνθρωπο γύρω μας. Ο Μάθιου ακούει κάποια πράγματα, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του.

Μέσα από το διακριτικό και χωρίς πιέσεις πλησίασμα της Έλεν στη συνέχεια, αναπτύσσεται προοδευτικά και ασυνείδητα η επόμενη σχέση, μητέρας και γιου, η πανίσχυρη και καταλυτική αυτή σχέση εμπιστοσύνης και οικειότητας, που αποτελούν και τη βάση για να αναπτυχθεί το τελικό στάδιο επικοινωνίας, αυτό της συνομιλίας προσώπων, που θα καρποφορήσει την ταύτιση και την αμοιβαία αγάπη.

Βήμα-βήμα η ειλικρίνεια και η γεμάτη στοργή προσέγγιση της Έλεν, οι προτροπές της και οι αναφορές της στη Βίβλο, η συγκινητική συμπαράσταση της, γκρεμίζουν τα τείχη του Μάθιου και την παραμορφωμένη εικόνα του στον καθρέφτη της ψυχής του, ζεσταίνουν την καρδιά του, δυναμώνουν την προσωπικότητα του. Δεν νοιώθει να απειλείται από παντού. Η συμπεριφορά του γλυκαίνει, αρχίζει να βλέπει και πέρα από τον εαυτό του.
Η υπεραναπλήρωση της ευαισθησίας, της αδυναμίας και της ανασφάλειας του, με την υιοθέτηση και την προκλητική προβολή ρατσιστικής και ναζιστικής ιδεολογίας, παύει να του είναι απαραίτητη. Αντιμετωπίζει τη μητέρα και τ’ αδέλφια του σαν ένας άλλος άνθρωπος. Το πλαστό είδωλο του εαυτού του καταρρέει. Η Έλεν άγγιξε πραγματικά τη ψυχή του. Τώρα μπορεί να δει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι, ευάλωτος, τρομοκρατημένος. Αποκτά την ικανότητα να λυπηθεί για το δρόμο που ακολούθησε στη ζωή του, να μεταμεληθεί για το τυφλό κυνήγι της μάταιης ικανοποίησης και όταν πια δεν του απομένουν παρά λίγα λεπτά ακόμα ζωής, να ξεσπάσει στο λυτρωτικό κλάμα της μετάνοιας, να ανοίξει την πόρτα της ψυχής του χωρίς φόβο, στον Θεό.
 
 
Παράλληλα, οι στιγμιαίες αναδρομές στο ειρηνικό παρελθόν της Έλεν, εναλλάσσονται με τις σκληρές λεπτομέρειες της εγκληματικής νύχτας του Μάθιου στο δάσος και οι συγκριτικές εναλλαγές των εικόνων, αντί να αμβλύνουν τις δεύτερες, αντίθετα τις επιτείνουν οδυνηρά, σαν αλλεπάλληλες γροθιές στο στομάχι του θεατή. Τελικά η μετάνοια δεν ακολουθεί ιστορικά το έγκλημα. Οι σκηνές της φρίκης είναι πάντα εκεί, παρούσες ξανά και ξανά, στο κλάμα της μετάνοιας του, στην ώρα της συγγνώμης του, στη διαδικασία του θανάτου του. Και απρόσωπα, ψυχρά, στα πρόσωπα των δύστυχων συγγενών των θυμάτων, που παρακολουθούν από το τζάμι την απονομή δικαιοσύνης με ανάμικτα συναισθήματα μίσους και ικανοποίησης.

Είναι τάχα πιο εύκολη η μετάνοια από την συγχώρεση; Η ανθρώπινη δικαιοσύνη που ακολουθεί το δημόσιο αίσθημα, δεν διαιωνίζει το μίσος και αναπαράγει το έγκλημα; Δεν αποτελεί έγκλημα η εφαρμογή της θανατικής ποινής;
Το έργο τελείωσε, γεννήθηκαν ερωτήματα αμείλικτα για επεξεργασία και ο θεατής αποκομίζει πλούσια ερεθίσματα για να επεξεργαστεί στο μυαλό του και διδάγματα σημαντικά για να αφομοιώσει στο χαρακτήρα του. Ένα έργο στιβαρό, δυνατό, με πλούσιο πνευματικό περιεχόμενο, «ένα τσεκούρι στην παγωμένη επιφάνεια της ψυχής μας».
Η Susan Sarandon υπήρξε υπέροχη στο ρόλο της, διάφανη και γνήσια, δίνοντας μια ερμηνεία της sister Helen άξια για Oscar, που δίκαια της απονεμήθηκε.
Ο Sean Penn, ανταποκρίθηκε άριστα στον δύσκολο ρόλο του. Η μουσική επένδυση τέλος, συνόδευσε με τις κατάλληλες αποστάσεις το σενάριο και ολοκλήρωσε την αίσθηση πληρότητας που προσφέρει η ταινία.


                                                     Ο Τιμ Ρόμπινς και η Σ. Σάραντον

O Tim Robbins δημιούργησε με τη σκηνοθεσία του ένα συγκλονιστικό έργο.
Ο θεατής είναι τόσο επηρεασμένος από το συνεχές σφυροκόπημα των συγκινησιακών ερεθισμάτων που δέχθηκε, ώστε θεωρεί τη ταινία ολοκληρωμένη ήδη από το κλάμα της συντριβής του Matthew.
Το έργο είναι πραγματικά σημαντικό, από αυτά που θυμάται κανείς σε όλη του τη ζωή.
Ας φέρνουμε συχνά στο νου μας τη φωνή του δεσμοφύλακα να αναγγέλλει επίσημα: “Dead man walking, dead man walking here!” και ας αναρωτιόμαστε  μήπως αυτή τη φορά η αναγγελία είναι για μας, άλλωστε αυτή είναι η αλήθεια, κάθε φορά η ψυχρή, απόκοσμη φωνή αφορά και σ’ εμάς.
Προτού κλείσουμε τον φάκελο της ταινίας, γυρίζουμε ξανά στην αρχική σκηνή των παιδιών που παίζουν στο δρόμο σχοινάκι. Νοιώθουμε την παρουσία του ελεήμονα Θεού την ώρα της μετάνοιας, νοιώθουμε την πατρική παρουσία Του την ώρα της προσευχής, μα νοιώθουμε πιο τρυφερή τη θεϊκή παρουσία, στις αθώες καρδιές των παιδιών που παίζουν στη νέγρικη φτωχογειτονιά του Σαιντ Τόμας, αγαπούν τη λευκή δασκάλα τους, την αδελφή Έλεν και όλα είναι απλά, ήρεμα κι’ ευλογημένα.


Μ. Ψ.

 

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

"Ζύμωση"



















ΖΥΜΩΣΗ



Στον αμπελώνα
των εμπειριών
οι εντυπώσεις ωρίμασαν
τα σταφύλια βάρυναν

η νίψη
των δρύινων βαρελιών της ψυχής
ολοκληρώθηκε
είναι έτοιμα να δεχθούν
τον προϊόντα χυμό
της σύνθλιψης

Θα παραμείνουν
σε περισυλλογή
σε τόπο ανήλιο, ξηρό
μοναχικό

η ζύμωση
θα επιτελεσθεί μυστικά
αθόρυβα

στους αναγκαίους ρυθμούς
το γλεύκος θα μεταμορφωθεί σε οίνο
με ανάλογο της δυναμικότητας του
πνεύμα.













Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

"Υποστολή Σημαίας"




 

 

 

 

 


Αφιερωμένο στη μνήμη των αγωνιστών του 1940

(Επιστολή στο περιοδικό «Ναυτική Ελλάδα», τεύχος Οκτωβρίου 2011).


Ήμουν στο Ναυτικό το 1952 και βρισκόμουνα στη Πλατεία Κλαυθμώνος -όχι όπως είναι σήμερα. Οι νεότεροι δεν γνωρίζουν πάρα πολλά από τα παλιά και απορούν απ’ όταν ακούν ορισμένα γεγονότα του τότε. Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με τη δύση του, γίνεται υποστολή της σημαίας. Τότε το Υπουργείο Ναυτικού ήταν εκεί και η σημαία κυμάτιζε ακόμα στο κτήριο. Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού.

Τότε πάντα κάθε πρωί, θα θυμούνται οι παλιοί, γινόταν έπαρση σημαίας και σταματούσαν τα πάντα, όπως και στη δύση του ηλίου γινόταν υποστολή. Ήταν στιγμές ωραίες, απίθανες που ζούσαν τότε οι άνθρωποι. Το άγημα αποδόσεως τιμών στον χώρο του, και ακούμε το σαλπιγκτή να δίνει το σύνθημα για την υποστολή της σημαίας. Το άγημα παρουσιάζει όπλα. Ο αξιωματικός χαιρετά και παίζεται ο Θούριος. Όλοι οι παριστάμενοι εκεί και οι περαστικοί, όπως και εγώ σταθήκαμε σε στάση προσοχής. Αποδίδεις με αυτό τον τρόπο την τιμή στο ιερό μας σύμβολο, στη γαλανόλευκη σημαία. Εκείνη τη στιγμή που ο αρμόδιος αξιωματικός χαιρετά, η ματιά του πέφτει λοξά και βλέπει κάτι παράξενο, και η ψυχή του ταράζεται, για αυτό που θα σας πω παρακάτω…

 Τελειώνοντας η διαδικασία της υποστολής της σημαίας, οι διαβάτες συνεχίζουν τον δρόμο τους, ενώ εγώ από παρέμεινα από συνήθεια λίγο ακόμα. Τότε βλέπω τον νεαρό αξιωματικό να κατευθύνεται θυμωμένος προς έναν γεροδεμένο πλανόδιο καστανά. Βλέπετε, τότε η πλατεία ήταν κενή και στις γωνίες ήταν πάντα στιλβωτές (λούστροι) και καστανάδες που μας λείπουν τώρα. Και του είπε: «Γιατί δεν σηκώθηκες όρθιος για να τιμήσεις τη σημαία μας; Δεν έχεις φιλότιμο;» κ.λπ.

 Ο άνθρωπος έμεινε βουβός, εγώ παρακολούθησα έντρομος και φοβερά συγκλονισμένος το τι έγινε. Μετά βλέπω τον καστανά που έγινε κατακόκκινος και άρχισε να τρέμει. Ήθελε να φωνάξει, αλλά βλέπω με έκπληξη ότι συγκρατείται, σκύβοντας το κεφάλι του άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Όμως συνέρχεται γρήγορα σκουπίζει τα δάκρυά του και με πολλή δύναμη των χεριών του (αυτά ήταν γερά) στυλώνει το σώμα του δυνατά, σπρώχνει τον πάγκο του με τα κάστανα μπροστά και φωνάζει με όλη τη ψυχή του, στον νεαρό αξιωματικό δυνατά: «Πώς να σηκωθώ κύριε… Της τα έδωσα της Πατρίδας και τα δύο…» και σηκώνει τα μπατζάκια του παντελονιού οπού φάνηκαν δύο πόδια κομμένα πάνω από τα γόνατα. Και ξαναρχίζει να κλαίει. Ο κόσμος, όπως και εγώ, γύρω του κλαίει και χειροκροτεί. Όμως περισσότερο από όλους κλαίει ο νεαρός αξιωματικός…

 Εκείνη τη στιγμή έγινε κάτι το αλησμόνητο, φοβερή σκηνή για Όσκαρ…

 Ο αξιωματικός σκύβει, αγκαλιάζει και φιλά τον καστανά, και στη συνέχεια στέκεται ευθυτενής μπροστά στον ήρωα και φέρνει το δεξί του χέρι στην άκρη του γείσου του πηλίκιου του και τον χαιρετά στρατιωτικά. Του απονέμει «τας κεκανονισμένας τιμάς», που δεν μπόρεσε εκείνος τυπικά να αποδώσει στη σημαία μας, γιατί της χάρισε και τα δύο πόδια στα βορειοηπειρώτικα βουνά μας για να μπορεί να κυματίζει σήμερα ψηλά η κυανόλευκη σημαία σε λεύτερη πατρίδα. Και οι άλλοι, οι πολλοί να μπορούν να πηγαίνουν με γρήγορο βήμα στις ειρηνικές απασχολήσεις τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι περνούν μπροστά από έναν ήρωα του αλβανικού μετώπου, τον Έλληνα ήρωα πολεμιστή, όποιο επάγγελμα και να ‘χει. Άλλοι δεν μιλούν, άλλοι όμως ειρωνεύονται. Γι’ αυτό οι νέες γενιές πρέπει να μάθουν, να διδαχθούν από την οικογένεια και το σχολείο για το Έπος του 1940. Για το καλό της Πατρίδας μας.

Δημήτριος Ντούλιας
Πλωτάρχης Π.Ν. ε.α.

Από το: www.pare-dose.net

28η Οκτωβρίου!













ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ:  28η Οκτωβρίου 1940



Είναι τρεις μέρες που άρχισε να γίνεται γνωστή η διεύθυνση του 2ου φεγγαριού.
Κάποιοι φίλοι το επισκέπτονται, δεν ξέρω ποιοι είναι, παρακολουθώ να αλλάζει ανώνυμα και αυτόματα ο αριθμός των επισκέψεων. 
Σκέφτομαι πως ένα ημερολόγιο, όπως αυτές οι γραμμές που γράφω τώρα κατ’ ευθείαν στον προθάλαμο της ανάρτησης, ώστε χωρίς επεξεργασία με ένα κλικ να ανεβαίνουν στο blog, θα έδιναν ένα διαφορετικό παλμό ζωής.   
Χωρίς ειδησεογραφία, χωρίς ταξίδια στο χώρο της φαντασίας, σαν ένας μικρός περίπατος σε παλιές αξίες που κάποτε γέμιζαν τις καρδιές.

Αύριο ξημερώνει η 28η Οκτωβρίου.
Ιδιαίτερη μέρα για όλους τους Έλληνες! Για μένα κάπως περισσότερο.
Το 1940 η Κάλυμνος βρισκόταν στα χέρια των Ιταλών.
Πριν μερικά χρόνια ο πατέρας μου, νεαρός τότε καθηγητής φιλόλογος, παρουσιάστηκε μετά από πρόσκληση στον Ιταλό Διοικητή, γιατί αντιδρούσε μαζί με άλλους στα σχέδια του, για αμιγή ιταλική παιδεία στα σχολεία του νησιού.

–Μη μεγαλοποιείτε το θέμα, του είπε ο Διοικητής.
  Στην αρχή θα φανεί κάποια διαφορά, σύντομα όμως θα συνηθίσετε.
–Αυτό ακριβώς φοβούμαι κύριε Διοικητά, απάντησε ο πατέρας, το να συνηθίσουμε! 

Δεν ξαναδίδαξε στο Γυμνάσιο της Καλύμνου.
Τον έδιωξαν οι Ιταλοί, ήρθε στην Αθήνα και διορίστηκε καθηγητής στη Χίο.
Μόλις έγινε γνωστή η κήρυξη του πολέμου, πολλοί Δωδεκανήσιοι, που δεν είχαν βέβαια καμιά στρατιωτική υποχρέωση στον Ελληνικό στρατό, παρουσιάστηκαν και απετέλεσαν το Σύνταγμα Δωδεκανησίων Εθελοντών.
Από τους 1529 που κατατάχθηκαν εθελοντικά, οι 433 ήταν Καλύμνιοι. Ανάμεσα τους και ο πατέρας μου, που άφησε πίσω του τη μητέρα μου με δύο παιδιά, την αδελφή μου 6 χρονών κι εμένα 6 μηνών.

Για τις συνθήκες στο Αλβανικό μέτωπο, έφθασαν σε μένα πολύ λίγες πληροφορίες.
Θυμάμαι τον πατέρα μου να διηγείται πως παρά τις απίστευτες ταλαιπωρίες στα αλβανικά βουνά, υπήρξαν όλοι αληθινά γενναίοι. Του είχαν αναθέσει τον χειρισμό του τηλέμετρου, για τον υπολογισμό της απόστασης από τον εχθρό που θα έριχναν τους όλμους.

Είχε δεχθεί με χαρά την υπηρεσία αυτή, γιατί αν και θεωρούσε απόλυτη υποχρέωση του να θυσιαστεί ο ίδιος για να βοηθήσει την πατρίδα του και την προοπτική απελευθέρωσης των Δωδεκανήσων, δεν ήθελε να έχει αφαιρέσει τη ζωή κάποιου Ιταλού στρατιώτη.
Δεν του ζήτησα ποτέ να αναφερθεί σε λεπτομέρειες του πολέμου.
Αρκέστηκα σε όσα ο ίδιος έλεγε.

Επέστρεψαν με τα πόδια από την Αλβανία και κατευθύνθηκαν στο Ναύπλιο.
Όταν το Σύνταγμα διαλύθηκε και έφθασε στο σπίτι, οι στρατιωτικές γκέτες, είχαν γίνει ένα σώμα με τα πόδια του από τα κρυοπαγήματα.
Ένα βράδυ στην επιστροφή από το μέτωπο του πολέμου, παγωμένοι οι στρατιώτες είχαν σταματήσει έξω από ένα χωριό. Ο καθένας προσπάθησε να βρει κάποιο σημείο που να μη φυσάει πολύ ο αέρας, για να κλείσει λίγο τα μάτια του.
Ο πατέρας μου στριμώχτηκε δίπλα σε ένα φράχτη μέσα στο σκοτάδι και κουλουριάστηκε από την πείνα και την παγωνιά.

Έξαφνα άκουσε μια κότα να σιγοκακαρίζει δίπλα του. Άπλωσε το χέρι του μέσα από τον φράχτη και έπιασε ένα αυγό. Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια.. Έκαμε μια τρύπα στο αυγό και το ρούφηξε.
Έκλεισε τα μάτια του με νοερές ευχαριστίες στον Θεό και κοιμήθηκε αρκετές ώρες μετά από πολλές νύχτες. Αμφέβαλλε αν θα είχε κατορθώσει να γυρίσει πίσω, χωρίς εκείνο το αυγό.

Συχνά αναρωτιόταν μας έλεγε, αν θα ξαναέρθουν μέρες, που θα κάθεται με τους δικούς του γύρω από ένα τραπέζι και θα υπάρχει μπροστά τους ψωμί.
Σε όλη του τη ζωή το φαγητό του ήταν λιτό, λίγο και το έτρωγε με πολύ σεβασμό.

Φυσικά όλα αυτά τα έμαθα σε ηλικία που μπορούσα να τα συγκρατήσω και να μπορώ να τα θυμάμαι ακόμα, αλλά θα ήμουν αρκετά μικρός γιατί ακούγοντας τα, έβαλα τα κλάματα γιατί πήγε στον πόλεμο μόνος του και δεν με πήρε μαζί του!
Τη σκηνή αυτή τη θυμούμαι ακόμα καλά, να κλαίω με παράπονο και να φαντάζομαι τι ωραία θα ένοιωθα να με κρατά από το χέρι ο μπαμπάς μου και να περπατούμε μαζί πάνω στα βουνά για να πολεμήσουμε τους Ιταλούς.

Ο πατέρας μου δεν ήταν σοβαροφανής, ήταν πραγματικά σοβαρός. Ήταν απόλυτα σεμνός και σε όλες του τις ενέργειες μετρημένος. Με τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων, αλλά επιβαλλόταν όπου χρειαζόταν χωρίς προσπάθεια.
Στην Ευαγγελική Σχολή στη Νέα Σμύρνη που υπηρέτησε από την απελευθέρωση μέχρι τη συνταξιοδότηση του, μέσα στη τάξη που έκανε μάθημα δεν επέτρεπε να ακούγεται ο παραμικρός ψίθυρος.

Αυτά τα αναφέρω, γιατί κάποτε έμαθα πως κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για το Σύνταγμα των Δωδεκανησίων, με ονόματα και φωτογραφίες.
Δεν του είπα τίποτα, για να του κάμω έκπληξη. Ήταν πια συνταξιούχος.
Αγόρασα το βιβλίο, νομίζω του Κλαδάκη, και κάθισα να το ξεφυλλίσω προτού του το δώσω.

Πήγα στον κατάλογο των Καλύμνιων εθελοντών, Σακελλάριος Ψαράς, κοίταξα στο Σ, κοίταξα στο Ψ, δεν υπήρχε το όνομα. Δεν ήθελα να πιστέψω, ότι κανένας από τόσους Καλύμνιους που ρωτήθηκαν για άλλους εθελοντές, δεν θυμήθηκε ότι μαζί τους ήταν και ο καθηγητής. Ήρεμος, λιγόλογος, μετρημένος όπως είπαμε, αλλά παρών.

Θα είχα αρχίσει ίσως, να αμφιβάλω αν ήταν πραγματικά όσα είχα ακούσει για τη συμμετοχή του στο Σύνταγμα, αλλά όταν υπηρετούσα σαν γιατρός στο Νοσοκομείο της Ρόδου, έτυχε να περάσει ο γιατρός ο Μελάς που θυμόμουν το όνομα του μαζί με μερικά άλλα από διηγήσεις του πατέρα, δώσαμε γνωριμία και μου περιέγραψε σε διάφορα περιστατικά του στρατοπέδου, τη σεμνότητα και την ευθύτητα του πατέρα μου στις κοινές περιπέτειες του μετώπου.


Είχα χρέος να τα θυμηθώ όλα αυτά και τα αναφέρω για όσους συγγενείς μας δεν τον γνώρισαν, αλλά και για τους δικούς μου φίλους, γιατί αν και δεν ήταν πληθωρικός στις εκδηλώσεις του, υπήρξε για μένα ένα ισχυρό πρότυπο πατέρα και η σημερινή ημέρα του ανήκει ολοκληρωτικά στη μνήμη μου, φέρνει ολοζώντανη την παρουσία του κοντά μου και η καρδιά μου γεμίζει από τη ζεστασιά του. 

Ας αναπαύσει ο Κύριος όλους τους αγωνιστές του κόσμου και όσους έδωσαν και τη ζωή τους,  προσφορά στο ύψιστο αγαθό της Ελευθερίας. 





 



 

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

"Στοιχειοθέτης"








ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣ



Παλιό υπόγειο τυπογραφείο
σκάλα απότομη
χώρος στενός, σκληρός
χαμηλοτάβανος

γυμνοί λαμπτήρες
ανεπαρκείς
οσμή μελάνης

Στο βάθος
σκυφτή μορφή
αυστηρή
συρρικνωμένη

χονδροί μυωπικοί φακοί
μάτια ψυχής

λιγόλογος και μετρημένος
διακριτικά προσηνής

ασκητής ισόβιος
στοιχειοθεσίας
λόγου και ωριμότητας.




Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

"Βοήθησε με, Κύριε..."


 


 

 

 

 

 

 

 

ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΕ, ΚΥΡΙΕ....


Την ώρα του πάθους, γιατί σκοτίζεται ο νους μου.
Την ώρα του πειρασμού, γιατί παραλύει η θέλησή μου.
Την ώρα του πόνου, γιατί κατακαίονται τα σωθικά μου.

Την ώρα του ενθουσιασμού, γιατί δεν ελέγχω τα όρια μου.
Την ώρα της απελπισίας, γιατί νομίζω πως χάνονται όλα.

Την ώρα του θυμού, γιατί δεν ξέρω τι κάνω.
Την ώρα της αδυναμίας, γιατί ξεχνώ τον δρόμο μου.
Την ώρα του φόβου, γιατί τα έχω χαμένα.

Την ώρα της χαράς, γιατί μπορεί να μην αντέξω στο βάρος της.
Την ώρα της αγάπης, για να είναι γνήσια.

Γίνε, Κύριε, φωτισμός μου και αντιλήπτωρ μου στις μεγάλες,
 τις μοναδικές ώρες της ζωής μου.


Όπου Γης - Στις Ορθόδοξες Γειτονιές του Πλανήτη”



Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

"Σταυροφόρος"



ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΣ



Πλησίασε αργά
επωμισμένος
χρέος κι’ ευθύνη

πεσμένα μάγουλα
δυνάμεις
απαιτήσεις

στο βλέμμα
σταθερή αποδοχή
σκοπού και ρόλου

Σεμνοπρεπώς
τα πονεμένα μέλη απόθεσαν
το φορτίο της κόπωσης

βαθιά ανάσα

το σθένος
παράστεκε ορθό
με συγκατάβαση

Προτού η μοιραία χαλάρωση
κινητοποιήσει ράθυμους λογισμούς
ξεκίνησε

χάθηκε το ίδιο αργά
το ίδιο σταθερά
στο βάθος του προορισμού του.





Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

"O τάφος του Vincenzo Bellini"



 
  
   O τάφος του Vincenzo Bellini (1801 – 1835), Duomo, Κατάνια, Σικελία
   - Olympus


   Μ Ψ  (2007)


 

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

"Αναχωρητής"














ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ


Μια σχισμή του σπηλαίου
βλέπει στο Πέλαγος

Αρνούμαι τα δεσμά
και τη δίνη του κόσμου

Απεκδύομαι
έξεις και επιθυμίες

στο κάστρο της περιστολής
στις επάλξεις της εγρήγορσης
επιζητώ την ησυχία

Κύριε,
μια σχισμή προς το Πέλαγος
είναι αρκετή.


Μ Ψ



Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

01. "Octpoβ"





ΟCTPOB   [Ostrov - Το Νησί,  Ρωσία - 2006]


«Το Νησί», για κάποιον που καλοπροαίρετα πρωτοβλέπει την ταινία, αποτελεί μια ανέλπιστη έκπληξη. Ανακαλύπτει μια καταπληκτική δημιουργία, ένα υπέροχο ποίημα ή καλύτερα έναν σύγχρονο ψαλμό, που με αδρές γραμμές διαγράφεται και προβάλλει ανάγλυφα μέσα από την ομίχλη της Λευκής Θάλασσας, στη βόρεια Ρωσία. Εκεί, στη θάλασσα του Αρχαγγέλου, σε ένα παγωμένο και αφιλόξενο νησάκι, διαδραματίζεται η ιστορία του Ανατόλιου. Μακριά από τον κόσμο, μα σκληρά προσδιορισμένη και ζυμωμένη μέχρι το τέλος με τον κόσμο και τη ζωή.

Η ταινία χαρακτηρίστηκε σαν θρησκευτική. Όμως είναι κάτι πολύ περισσότερο, είναι μια ταινία Ορθόδοξη, δηλαδή βαθιά ανθρώπινη, σαν μια προσωπική συνομιλία με τον Θεό. 

 
Στο πρόσωπο του Ανατόλιου, η σύγχρονη Ρωσία, μετά από μια σκληρή πολύχρονη επιβαλλόμενη αθεΐα, αρχίζει να ξαναβρίσκει το πρόσωπο της. Η γενναιότητα, ο αυθορμητισμός, το βαθύ συναίσθημα του ρωσικού λαού που καταλυτικά συμμετέχουν και εκφράζονται στη δημιουργία του Octroβ και από τους τρεις κύριους συντελεστές, τον σεναριογράφο Dmitry Sobolev, τον σκηνοθέτη Pavel Lungin και τον πρωταγωνιστή Pyotr Mamonov, καταγράφουν την πνευματική συνέχεια της Ρωσίας των αγίων, των στάρετς και των ορθόδοξων πατέρων της διασποράς, της Ρωσίας του Ντοστογιέφσκι, αλλά και του Αϊζενστάϊν.


 Από την εισαγωγή της η ταινία τοποθετεί τον θεατή αντιμέτωπο με τον εαυτό του. Οι Γερμανοί στρατιώτες εξαναγκάζουν τον φοβισμένο ναύτη να σκοτώσει τον καπετάνιο του και η διάχυτη ένταση σηματοδοτεί την ψυχολογική βία που αριστοτεχνικά μεταφέρεται στον θεατή και τον ωθεί σε διαδικασίες ταύτισης και παραλληλισμού. Και δεν αμβλύνεται η ένταση με τον πυροβολισμό, αφού το έγκλημα επιτελέστηκε πια. Αντίθετα επιτείνεται.

Η κορύφωση επέρχεται βαθμιαία με την αιφνίδια, αργή αποχώρηση των στρατιωτών, καθώς ο χρόνος παγώνει στα επόμενα δευτερόλεπτα και βιώνεται η απόλυτη μοναξιά της αμαρτίας. Οι στρατιώτες αποσύρονται δραματικά αθόρυβα σαν τους λογισμούς που αποστρέφουν μόλις πετύχουν τον στόχο τους. Η στιγμιαία συνειδητοποίηση της αφόρητης μοναξιάς που επιφέρει το αμαρτωλό γεγονός που με τίποτα πια δεν αλλάζει, δεν αντέχεται.

Τη θέση των προτρεπτικών λογισμών παίρνουν οι τύψεις που νοθεύουν την ανακούφιση για την απομάκρυνση του κινδύνου και άμεσα ακολουθούν η άρνηση, η προβολή και η εκλογίκευση σαν ψυχολογικοί μηχανισμοί κατευνασμού, «Δεν το έκανα εγώ. Εσείς το κάνατε!». Ο Ανατόλιος όμως είναι ένας απλός άνθρωπος, ακαλλιέργητος και αγνός. Αποδέχεται τελικά την πράξη του και ομολογεί συντετριμμένος στον εαυτό του «Κι’ όμως, εγώ το έκανα!».


Η αμαρτία του Ανατόλιου και του καθενός από μας! Οι ίδιες οδυνηρές εμπειρίες που διαφέρουν ίσως μόνο στις συνθήκες, στην εστίαση και στη σκηνοθεσία.

Τριάντα χρόνια μετά ο Ανατόλιος, με την ειλικρινή του και συνεχή μετάνοια για την αμαρτία του που βρίσκεται πάντοτε ενώπιον του, με τη θερμή αδιάλειπτη προσευχή που συνοδεύει την ανάσα του μέρα και νύχτα και με την υπέροχη ταπείνωση του, έχει αξιωθεί να βιώνει τη γαλήνη της αγιοσύνης του, να διαθέτει παρρησία στις προσευχές του και το χάρισμα της προορατικότητας.

Την περίοδο της μετάνοιας του, που άλλωστε ποτέ δεν τη διέκοψε, μπορούμε να την προσεγγίσουμε μόνο συμπερασματικά. Η κάμερα δεν μπορεί να καταγράψει την αλλοίωση του προσώπου, την ενσωμάτωση με τον Χριστό, την κάθοδο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Πολύ εύστοχα η περίοδος αυτή παραμένει ευλαβικά μυστηριακή, διακριτικά «προσωπική», από τα κοσμικά μέτρα και μέσα. Γιατί εκτός του κόσμου τούτου, το πρόσωπο δεν έχει στεγανές, κρυφές περιοχές. Η ατομικότητα δεν έχει θέση στην κοινωνία προσώπων. Η ταπείνωση είναι η ιδιότητα που δίνει αυτή τη δυνατότητα, να μπορεί κανείς να συμμετέχει, να κοινωνεί, να ενεργεί, να λειτουργεί ανοιχτός προς όλους και με όλους.

Ο Ανατόλιος διέθετε από φυσικού του σαν γνήσιος Ρώσος και αυθορμητισμό και πλούσιο συναίσθημα. Παρά την αρχική δειλία του όμως, το ευάλωτο σημείο που εκμεταλλεύτηκαν οι Γερμανοί για να τον εξωθήσουν στο έγκλημα, (όπως τα πονηρά πνεύματα εκμεταλλεύονται τα ευαίσθητα σημεία όλων μας για να μας παρασύρουν στην αμαρτία) διέθετε και τη γενναιότητα όχι μόνο να υπερβεί τους φόβους για το άτομο του, αλλά και να ισοπεδώσει το φρόνημα του θέτοντας τον ταπεινωμένο εαυτό του στη διάθεση του Θεού, στην υπηρεσία του θελήματος του.


Η ταπείνωση τον οδηγεί να υιοθετήσει συμπεριφορά «σαλού», να μη θεωρεί τον εαυτό του άξιο να συγκατοικεί με τους άλλους μοναχούς, να επιδιώκει την μειωτική κριτική της απομόνωσης του, να εργάζεται συνεχώς σκληρά, να αποφεύγει τις επιδοκιμασίες και τις εύλογες ευχαριστίες.

Ζούμε την ταπείνωση του στα άκακα «παιχνίδια» του στους μοναχούς και σ’ εκείνους που προστρέχουν κοντά του αναζητώντας βοήθεια. Ακόμα και στην αποβολή του δαιμονίου από την κόρη του «άγνωστου», ούτε μια φορά δεν κάνει το σημείο του Σταυρού προς την κοπέλα, ενεργώντας για να απομακρύνει το δαιμόνιο, φυσικά εξ ονόματος του Θεού. Αρκείται στο να κάνει ο ίδιος ξανά και ξανά τον σταυρό του και να προσεύχεται θερμά, επίμονα, ικετεύοντας για την έξοδο του δαιμονίου.


Ο Ανατόλιος που βλέπουμε, δεν είναι ένας ηθοποιός που παίζει εξαίσια τον ρόλο του. Είναι ο Άγιος Ανατόλιος που προσεύχεται με ειλικρίνεια, ταπεινώνεται αυθεντικά, συμπεριφέρεται με απλότητα, συστολή και όλα αυτά με την αρμόζουσα αξιοπρέπεια του προσώπου που αξιώθηκε να γνωρίσει τον Θεό και επομένως τον εαυτό του.

Ο Χριστός ζει μέσα στην καρδιά του και τον καθοδηγεί. Συμβουλεύει τη δύστυχη κοπέλα που έμεινε έγκυος και αγωνιά για το μέλλον της. Μετατρέπει το πρόβλημα της σε παρηγοριά με την προορατικότητα του, τη θλίψη της σε ευτυχία. Τη μαλώνει, αλλά δεν στέκεται στην ανόητη παράκληση της να έχει την ευλογία του για να αμαρτήσει ή στην άστοχη απόπειρα της να εξαγοράσει την μεσολάβηση του. Γνωρίζει καλά τη δυστυχία του κόσμου και τα προβλήματα του και τα αντιμετωπίζει με πολλή επιείκεια και με πολλή στοργή.


Στόμα με στόμα εκείνοι που ευεργετήθηκαν με πράξεις ή με νουθεσίες από τον γέροντα Ανατόλιο, πληροφορούν και άλλους. Όσοι έρχονται να τον συναντήσουν αναζητούν τη λύση στο πρόβλημα τους, την διαφυγή στο αδιέξοδο τους, τη συμβουλή, τη βοήθεια. Βλέπουμε να ζωντανεύουν σε σύγχρονες παραλλαγές, παραβολές του Χριστού μας και ιστορίες του Ευαγγελίου, που άλλωστε πάντοτε παραμένουν ζωντανές και πάντοτε επαναλαμβανόμενες.

Η μητέρα που έφερε το ανάπηρο παιδί της να το γιατρέψει ο Ανατόλιος, αρνείται «την πρόσκληση στο Δείπνο», για μετάληψη την επομένη, γιατί θα χάσει τη δουλειά της. Μα δεν την αφήνει να απομακρυνθεί. Είναι η ανάγκη που την πιέζει και οι δυσκολίες της επιβίωσης. Έτσι επεμβαίνει δυναμικά και της παίρνει το παιδί, αναγκάζοντας την να τον ακολουθήσει. Και η θεία πρόνοια οικονομεί τα πράγματα, ώστε να μη χάσει η πονεμένη μητέρα τη δουλειά της.


Η χήρα πάλι που έρχεται να ζητήσει μνημόσυνο για τον άντρα της, περίλυπη ακούει πως θα πρέπει να πουλήσει το γουρούνι της και να τρέξει στη Γαλλία όπου εκείνος ζει ακόμα, να τον προλάβει ζωντανό. Θυμίζει η ιστορία αυτή τον πλούσιο νέο που περίλυπος άκουσε από τον Χριστό, πως θα έπρεπε για να σωθεί, να πουλήσει όλα τα υπάρχοντα του και να τον ακολουθήσει. Όταν κάποιος αισθάνεται βολεμένος, πολύ δύσκολα πείθεται να αλλάξει ζωή και συνήθειες. Όμως όποιος είναι «βολεμένος» στον κόσμο μας και δεν νοιώθει ενοχλημένος απ’ αυτό, πως μπορεί να απελευθερωθεί;

Όλοι έχουν την ευκαιρία να διδαχθούν και να κατανοήσουν την αδυναμία τους. Ακόμα και ο ηγούμενος που ταπεινά δέχεται κι’ ερμηνεύει σωστά το παράδοξο φέρσιμο του Ανατόλιου.


Τα περιστατικά διαδέχονται το ένα το άλλο με τόση φυσικότητα και διαύγεια, που μας εντάσσουν αβίαστα στην ατμόσφαιρα που εκτυλίσσονται. Η κάθε σκηνή παίρνει τη θέση της στη διαμόρφωση της τελετουργίας της ζωής ενός αγίου, με εκπληκτική απλότητα. Η εικόνα εισδύει λυτρωτικά και αποκαθαίρει τις ψυχές μας.

Τα δαιμόνια της κοπέλας απομακρύνθηκαν. Ο πατέρας συγκλονισμένος από την σωτηρία της κόρης του, παρακολουθεί την εξομολόγηση του Ανατόλιου που ήδη τον έχει αναγνωρίσει, αλλά ζητά την επιβεβαίωση και τη συγχώρεση.
Ο αγέρωχος, γεμάτος υπερηφάνεια και εγωισμό άνδρας, που άλλοτε έφτυσε αηδιασμένος τον πανικόβλητο ναύτη για τη δειλία του, τώρα βουρκωμένος, ταπεινός και ο ίδιος, αναγνωρίζει τον θύτη του, συγχωρεί, ευχαριστεί. . .
Στα βλέμματα τους, στις καρδιές τους, «φτερουγίζουν αγγελάκια». . .

Οι δυο άνδρες στέκουν απέναντι, σε μια σκηνή γεμάτη δύναμη και υψηλά νοήματα. Γιατί και ο καπετάνιος δεν ήταν τυχαίος. Την κρίσιμη στιγμή της σύλληψης τους από τους Γερμανούς, στάθηκε υπέροχα γενναίος. Ψύχραιμος ανάβει το τσιγάρο του, κάθεται ήρεμος, ζυγίζει με μια ματιά τους εχθρούς και τον σύντροφο του και περιμένει τον θάνατο, αδιαφορώντας πιο χέρι θα πατήσει την σκανδάλη. Μοιραίες σκηνές, όπου το πνεύμα κυριαρχεί πάνω στο φόβο, πάνω στο παρελθόν, στις μαθήσεις, στη λογική.

Σε τέτοιες στιγμές ανδρείας δεν υφίσταται εγωισμός, αλαζονεία, πάθος, μικροψυχία, γιατί δεν υπάρχει πια μέλλον, ζωή σ’ αυτό τον κόσμο. Είναι στιγμές θεϊκές, υπέρβασης.

 
Ο Ανατόλιος, ο φονιάς που δεν σκότωσε, ο εργάτης που δεν κουράστηκε, ο τρελός που δίδασκε, ο ανεκπαίδευτος που θεράπευε, πέρασε μια ζωή συνομιλώντας με τον Θεό. Άνοιξε τον εαυτό του στον Θεό και προσευχόταν πρόσωπο προς πρόσωπο, με όλη τη συναίσθηση της αδυναμίας και της αναξιότητας του, αλλά και με όλη τη θέρμη και την αμεσότητα που πηγάζουν από την απόλυτη εμπιστοσύνη και την εκπεφρασμένη αγάπη.

Αυτή η αμεσότητα της προσευχής στο εικόνισμα, το ευλαβικά τοποθετημένο στο ύψος του προσώπου του στο άδειο κελί, δίνει ένα μέτρο οικειότητας και πίστης, σηματοδοτεί ένα δίαυλο ανενδοίαστης επικοινωνίας, διατρανώνει την απρόσκοπτη προσέγγιση με τη θεότητα.

Ο Ανατόλιος βρήκε τον δρόμο του προς τον Θεό ή ορθότερα, ακολούθησε τον δρόμο που χάραξε η αγάπη του Θεού γι’ αυτόν, για να τον συναντήσει. Για τον καθένα μας υπάρχει χαραγμένος ο δικός του δρόμος, στρωμένος με κοσμικές δυσκολίες, θλίψη και πόνο, αλλά και με ουράνια γαλήνη και θεϊκή στοργή.

 
Ο μοναχός Ιώβ ξεπέρασε την αντίθεση του με τον Ανατόλιο και βρήκε τελικά τον δρόμο του. Ο Ανατόλιος του το είχε πει: «Θα κλάψεις για μένα». Τώρα που εκείνος ξάπλωσε στο φέρετρο που του επιμελήθηκε, τώρα που έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε, ο Ιώβ αναγνώρισε την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει. Έστω και την ύστατη στιγμή, άνοιξε την καρδιά του στην αγάπη. Σήκωσε τον Σταυρό του και ακολούθησε τον δρόμο του οφειλόμενου σεβασμού, της αποδοχής και της αγάπης. Ο Ανατόλιος έγινε κομμάτι του εαυτού του. Όπως έγινε ένα μέρος του εαυτού όλων μας.

Η αγάπη είναι ένωση, είναι ταύτιση.


Ο σκηνοθέτης Pavel Lugmin, ευτύχησε να διαθέτει ένα καλοδουλεμένο σενάριο και ένα ταλαντούχο πρωταγωνιστή. Μετέτρεψε το σενάριο σε ζωή και τον ηθοποιό σε άγιο. Με διεισδυτική ματιά εξισορρόπησε θαυμαστά την πνευματικότητα με την αισθητική, αποδίδοντας ύψιστου βαθμού απόλαυση τόσο πνευματική όσο και αισθητική.

Ανακάτεψε κάρβουνο, λάσπη, παγωνιά, υγρασία, φτώχεια, λιτότητα και δυστυχία κι’ έφτιαξε ένα αριστούργημα. Μετέτρεψε τα πιο περιφρονημένα υλικά του κόσμου μας, σε ένα πνευματικό θησαυρό.
  

 Μ. Ψ.

 
 * Η κριτική αυτή αναρτήθηκε αρχικά τον Νοέμβριο του 2009 στο Blog "ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΤΟΠΟΣ"
   Από τον Οκτώβριο του 2010 βρίσκεται αρχειοθετημένη και στο "ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΤΑΙΝΙΟΡΑΜΑ"