Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

"Θεολογία τῆς ὡραιότητος" 2





Παῦλος Εὐδοκίμωφ  -  Ἡ βιβλική ἄποψη τῆς ὡραιότητος  2/2
Ἀπό τό βιβλίο «Ἡ τέχνη τῆς εἰκόνας – θεολογία τῆς ὡραιότητος»


Στὸ ὀπτικὸ σχέδιο πιά, τὸ μάτι δὲν αἰσθάνεται καθόλου τὰ ἀντικείμενα, ἀλλὰ τὸ φῶς ἀντανακλᾶ ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα.
Τὸ ἀντικείμενο δὲν εἶναι ὁρατὸ εἰμὴ μόνο ἐπειδὴ τὸ φῶς τὸ κάνει φωτεινό.
Αὐτὸ ποὺ βλέπει κανείς, εἶναι τὸ φῶς ποὺ ἑνώνεται στὸ ἀντικείμενο, μιὰ συζυγία κατὰ κάποιο τρόπο, καὶ παίρνει τὸν τύπο του, τὸ σχηματίζει καὶ τὸ ἀποκαλύπτει.
Ἡ μυστηριώδης χημικὴ ἀντίδραση τοῦ ἄνθρακος καὶ τοῦ φωτὸς παράγει τὸ διαμάντι, τὴν ὡραιότητα. Κατὰ μιὰ παλιὰ λαϊκὴ πεποίθηση ἡ λάμψη ποὺ μπαίνει τὴ νύχτα σ’ ἕνα στρείδι, γεννᾶ τὸ μαργαριτάρι.
Τὸ διάστημα δὲν ἔχει ὕπαρξη παρὰ ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ κάνει τὴ μήτρα κάθε ζωῆς.
Σ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς ταυτίζονται.

Ἀντίθετα ἡ κόλαση, ὁ Ἅδης ἑλληνικά, ἡ Σεὼλ ἑβραϊκά, σημαίνει ἐκεῖνο τὸν συσκοτισμένο τόπο, ὅπου ἡ μόνωση μειώνει τὴν ὕπαρξη στὴν ἔσχατη ἔλλειψη τοῦ δαιμονιακοῦ σολιφισμοῦ, ὅπου κανένα βλέμμα δὲν διασταυρώνει ἕνα ἄλλο.
Τὰ κοπτικὰ ἀποφθέγματα τοῦ Μακαρίου Πρεσβυτέρου δίνουν ἀπὸ αὐτὴ τὴ μόνωση μιὰ ἐκπληκτικὴ περιγραφή: Μὲ τὶς ράχες τοὺς οἱ αἰχμάλωτοι εἶναι δεμένοι οἱ μὲν μὲ τοὺς δὲ καὶ μόνο μιὰ μεγάλη εὐσπλαγχνία τῶν Ζώντων φέρει σ’ αὐτοὺς μιά. στιγμὴ ἀνα­παύσεως: Στὸ χρόνο μιᾶς ριπῆς ὀφθαλμοῦ, βλέπουνε τὰ πρόσωπα οἱ μὲν τῶν δέ...

Κατὰ τὴ βιβλικὴ διήγηση τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, στὴν ἀρχή: «ἐγένετο ἑσπέρα, καὶ ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία». Τὸ Ἑξαήμερο δὲν γνω­ρίζει τὴ νύχτα. 
Τὰ σκοτάδια καὶ ἡ νύχτα δὲν δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεό· πρὸς τὸ παρὸν ἡ νύχτα δὲν εἶναι παρὰ ἕνα σημεῖο τοῦ ἀνυπάρ­κτου, τὸ ἀφηρημένο μηδὲν χωρισμένο ἀπὸ τὸ ὂν κατὰ τὴ φύση του. 
Τὸ πρωὶ καὶ ἡ νύχτα σημειώνουν τὴ διαδοχὴ τῶν γεγονότων, προσδιορί­ζουν τὴ δημιουργικὴ πρόοδο καὶ δὲν σχηματίζουν παρὰ τὴν ἡμέρα, διά­σταση τοῦ καθαροῦ φωτός. 
Τὸ ἀντίθετό της, ἡ νύχτα, δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ ἐνεργητικὴ δύναμη τοῦ σκοταδιοῦ· ἡ νύχτα στὴν ἰωάννεια σημασία δὲν ἐμφανίστηκε παρὰ μέσα στὴν πτώση.

Κατὰ τὸ Δεῖπνο τοῦ Κυρίου, τὸ ὑπερῶο πλημμυρίζει ἀπὸ τὸ φῶς, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι στὸ μέσο τῶν ἀποστόλων. Εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Σατανᾶς εἰσέρχεται στὸν Ἰούδα καὶ ἀπὸ τότε ὁ Ἰούδας δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ μείνει στὸν κύκλο τοῦ φωτός. 
Ἐξέρχεται βια­στικὰ καὶ ὁ Ἰωάννης, τόσο λιτὸς γιὰ τὶς λεπτομέρειες, παρατηρεῖ: ἐγένετο νύξ. 
Τὰ σκοτάδια τῆς νύχτας τυλίγουν τὸν Ἰούδα καὶ ἀποκρύβουν τὸ τρομερὸ μυστικὸ τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Σατανᾶ.
Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς Δημιουργίας, σημειώνουν οἱ Πατέρες, δὲν εἶναι πρώτη, ἀλλὰ μία, ἡ μοναδική, ἐκτὸς σειρᾶς. 
Εἶναι τὸ ἄλφα ποὺ φέ­ρει πιὰ καὶ καλεῖ τὸ ὠμέγα, ἡ ὀγδόη ἡμέρα τῆς τελικῆς συμφωνίας, τὸ πλήρωμα.

Αὐτὴ ἡ πρώτη ἡμέρα εἶναι ἡ χαρούμενη ὠδὴ τοῦ Ἄσματος τῶν Ἀσμάτων τοῦ Θεοῦ τοῦ ἴδιου, ἡ ἀστραπιαία ἀνάβλυσή του ὅτι «τὸ φῶς ἐγένετο». 
Αὐτὸ τὸ φῶς δὲν εἶναι καθόλου ἕνα ὀπτικὸ στοιχεῖο, αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἐμφανιστεῖ τὴν τετάρτη ἡμέρα μὲ τὸν ἀστρονομικὸ ἥλιο. 
Τὸ ἀρχικὸ Φῶς, «ἐν ἀρχῇ» στὴν ἀπόλυτη σημασία, εἶναι ἡ πιὸ ἀνατρε­πτικὴ ἀποκάλυψη τῆς Ὄψεως τοῦ Θεοῦ. «Ὅτι ἐγένετο φῶς» σημαί­νει γιὰ τὸν κόσμο ἐν δυνάμει: ὅτι ἡ Ἀποκάλυψη ἔγινε καὶ ἄρα καὶ Αὐ­τὸς ποὺ ἀποκάλυψε, καὶ ὅτι ἦλθε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 

Ὁ Πατὴρ ἀναγ­γέλλει τὸ λόγο του καὶ τὸ Πνεῦμα τὸν διακηρύττει, εἶναι τὸ Φῶς τοῦ Λόγου. Ἀποκαλύπτει τὸ Θεὸ ὅπως τὸ ἀπόλυτο Σὺ καὶ προβάλλει ἀμέ­σως αὐτὸν ποὺ τὸν ἀκούει καὶ τὸν θεωρεῖ.
Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς μετὰ τὴν πτώση, τὸ φῶς λάμπει στὰ σκοτάδια. Δὲν λάμπει γιὰ νὰ λάμπει μόνο, μεταμορφώνει τὴ νύχτα σὲ ἡμέρα χω­ρὶς ἀπόκλιση: «Τότε ἀνατελεῖ ἐν τῷ σκότει τὸ φῶς σου, καὶ τὸ σκότος σου ὡς μεσημβρία» (Ἠσ. 58, 10). 

«Ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἔστιν ὁ ὀφθαλμός, ἐὰν οὒν ὁ ὀφθαλμός σου, ἁπλοῦς ἤ, ὅλον τὸ σῶμα σου φωτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22). Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση διδάσκει τὴ μέ­θοδο τῆς σιωπηλῆς περισυλλογῆς καὶ τὴ γνώση τοῦ φωτός. 
Οἱ τέλειοι διδάσκονται τὸ θεῖο ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν Λόγο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ λό­γου (τὸ Ἅγιο Πνεῦμα), μυστηριωδῶς...
Στὴν κορυφὴ τῆς ἁγιότητος ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη γίνεται κατὰ κά­ποιο τρόπο φῶς. 
Ἔτσι ἕνας Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ περιβάλλεται ἀπὸ ἥλιο καὶ ἀκτινοβολεῖ· ἐνῷ ὀνομάζεται «ὁμοίωμα», εἶναι ἡ ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ-Φωτός. 

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει τὴν ἄνοδο τῆς ψυχῆς, Ἡ ὁποὶα ἀκούει: ἔγινες ὡραία προσεγγίζοντας τὸ Φῶς μου. 
Ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τὸ ὕψος, πηγαίνει ἐπάνω, θὰ μποροῦσὲ νὰ πεῖ κανεὶς πετυχαίνει τὸ ἐπίπεδο τῆς θείας ὡραιότητος. 
Ὕπαρξη μέσα στὸ φῶς, εἶναὶ ὕπαρξη μέσα σὲ μία φωτισμένη κοινωνία, ποὺ ἀποκαλύπτει τὶς εἰκόνες τῶν ὑπάρξεων καὶ τῶν πραγμάτων, ἁρπάζει τοὺς λόγους τους ποὺ περιέχονται στὴ θεία σκέψη καὶ μυεῖται ἔτσι στὴν τέλεια ὁλότητά τους· λέγοντάς το κατ’ ἄλλὸ τρόπο: στὴν ὡραιότη­τά τους ποὺ θέλει ὁ Θεός.

Ἢ Ἀποκάλυψη εἶναι στὸ τέλος, εἶναι ἐπίσης στὴν ἀρχή. 
Τὸ φῶς τῆς πρώτης ἡμέρας εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς ὁράσεως, εἶναι ἐπίσης τὸ ὄργανο τῆς ὁράσεως. Ὅλος αὐτὸς ὁ πρῶτος χρόνος τῆς Δημιουργί­ας, ὁ μέλλων αἰὼν σχηματίζει ἐξ ὁλοκλήρου μία μόνο ἡμέρα, τὴ μεγά­λη Ἡμέρα, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. 
Πράγματι, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψη: «Καὶ νὺξ οὐκ ἔσται ἔτι, καὶ οὐ χρεία λύχνου καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς» (22, 5).
Εἶμαι τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὠμέγα... ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. 

Ὁ κύκλος τῆς Ἀποκαλύψεως κλείνει στὴ διαφοροποίηση καὶ κατὰ τὸν ἴδιο χρόνο στὴν τέλεια ὁμοιότητα ὅλων τῶν στοιχείων της. 
Ἡ πρώτη λέξη τῆς Ἁγίας Γραφῆς «ἐγένετο Φῶς» εἶναι ἐπίσης ἡ τελευταία «ἐγένετο Ὡραιότης»! 
Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ γίνει ὁλόκληρος Ζωντανὴ δοξολογία: 
Δόξα σὲ Σένα ποὺ μᾶς ἀποκάλυψες τὸ Φῶς.
«Μίαν ἠτησάμην παρὰ Κυρίου ταύτην ἐκζητήσω· τοῦ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, τοῦ θεωρεῖν με τὴν τερπνότητα Κυρίου» (Ψαλμ. 26, 4). 
Ὁ ἅγιος Βασίλειος προσθέτει: Οἱ ἅγιοι προσεύχονται γιὰ νὰ ἐπεκταθεῖ ἡ θεωρία τῆς θείας Ὡραιότητος στὴν αἰωνιότητα...
  

Μετάφραση: Κώστας Χαραλαμπίδης
Πίνακας: ρωσικὴ ἀπεικόνιση τῆς θείας Λειτουργίας


antifono – [2fA]

                                            





Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου