Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

"Ποιητικός εφηβικός έρως "




Ο εφηβικός έρωτας του Κωστή Παλαμά για ένα κορίτσι
από το Αργοστόλι
-  Θωμάς Σίδερης


Ο Κωστής Παλαμάς επισκεπτόταν το Αργοστόλι από μικρή ηλικία. 
Εκεί ζούσε ο αγαπημένος φίλος του Επαμεινώνδας Άννινος. 
Και εκεί, στο νησί της Κεφαλονιάς, με φόντο τα καταγάλανα νερά του Ιονίου, θα ανάψει το σπίρτο ενός φλογερού εφηβικού έρωτα. 
Ο Κωστής Παλαμάς θα ερωτευθεί την αδελφή του Επαμεινώνδα, την Ισαβέλλα. 
Για τον Παλαμά θα είναι η νεράιδα των εφηβικών του χρόνων, ο άγγελος επί της γης που θα τον οδηγήσει στο δύσβατο μονοπάτι του έρωτα. 
Το ημερολόγιο δείχνει «Ιούλιος 1876».   ….

Το καλοκαίρι λοιπόν του 1876 ο Κωστής Παλαμάς κάνει τις θερινές διακοπές του στο Αργοστόλι και εκεί συναντά για πρώτη φορά την Ισαβέλλα. 
Ο έρωτάς του για εκείνη είναι αστραπιαίος, αλλά και ανομολόγητος, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό.
Όταν επιστρέψει στην Αθήνα, θα μιλήσει για τον έρωτά του αυτόν στον επιστήθιο φίλο του Νικόλαο Καμπά. 
Σύμφωνα με τον φιλόλογο και ιστορικό, πρόεδρο του Δρομοκαΐτειου Νοσοκομείου, Νικόλαο Τσική (Πρώτο Πρόγραμμα, Αφύλαχτη Διάβαση, 10/02/2018), ο Καμπάς ήταν στενός φίλος του Παλαμά. Είχαν γνωριστεί σε κάποιον φοιτητικό σύλλογο, η φιλία τους άντεξε στον χρόνο, και μάλιστα, κάποια περίοδο συγκατοίκησαν στο σπίτι της οδού Ασκληπιού. 
Ο Καμπάς γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1857 και πέθανε στην Αλεξάνδρεια το 1939.
Υπηρέτησε και εκείνος με πάθος την ποιητική τέχνη.

Στις 31 Δεκεμβρίου του 1876, ο Κωστής Παλαμάς και ο Νικόλαος Καμπάς αποφασίζουν να παίξουν ένα ποιητικό παιχνίδι με κεντρικό σημείο αναφοράς τον πόθο του πρώτου για το κορίτσι του Αργοστολίου. 
Γράφουν λοιπόν ο καθένας τους από μία ακροστιχίδα που δεν θα μπορούσε να φέρει άλλο όνομα, παρά εκείνο της νεράιδας που κατοικούσε στα όνειρα του Παλαμά, δηλαδή της Ισαβέλλας. 
Σε εκείνη την ακροστιχίδα ο Νικόλαος Καμπάς υπογράφει ως «Ωρίων».

Το πρώτο εκείνο ποίημα είναι λυρικό. 
Θα ακολουθήσουν άλλα δύο ποιητικά κείμενα, κατά τη διάρκεια του 1877. 
Και μπορεί το πρώτο κείμενο να ήταν λυρικό, το δεύτερο όμως είναι μακροσκελές και εξομολογητικό και της ανακοινώνει ευθέως τον έρωτά του (10 Οκτωβρίου 1877). 
Στο τρίτο, με τον τίτλο «Τη Καλή Ισαβέλλα», φέρεται ότι η «λατρευομένη, πάναγνος, μυρόεσσα, ακμαία» που «άνθη φύονται και ρόδα εις τα βήματά της» δεν απέρριψε τον έρωτά του.

Τα χειρόγραφα ποιήματα του Κωστή Παλαμά ευρίσκονται στο Μουσείο του Δρομοκαΐτειου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου. 
Σχεδόν 40 χρόνια από εκείνον τον εφηβικό έρωτα, ένα 17χρονο κορίτσι περνούσε την πόρτα του φρενοκομείου. Το ημερολόγιο έδειχνε 1917 και το κορίτσι εκείνο ήταν η Ελένη Μιχαήλ Άννινου, απόγονος του Απόστολου ή Επαμεινώνδα Άννινου. 
Για κάποιο λόγο, τα χειρόγραφα του Παλαμά βρίσκονταν στην κατοχή της ανιψιάς της Ισαβέλλας. 
Όταν πέρασε η Ελένη Άννινου την πόρτα του φρενοκομείου, οι υπάλληλοι κράτησαν όλα τα προσωπικά αντικείμενα και έγγραφα της ασθενούς.

Η Ελένη Άννινου, παρά την λαβωμένη ψυχή της, θα μιλούσε συχνά και με καμάρι για τα κειμήλια εκείνα, που φύλαξε σαν φυλαχτό για έναν έρωτα εφηβικό που σκέπασε η σκόνη του χρόνου. 
Και που εκείνη απόδιωξε από πάνω του, ίσως θρηνώντας για έναν δικό της χαμένο έρωτα.


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ 

(2) Τῇ δεσποινίδι
Ἰσαβέλλᾳ Ἀννίνου

 Ἐντός ἐμοῦ ἐνίοτε αἰσθάνομ' ἄγνωστόν τι
 Συναίσθημα ἐνδόμυχον, βαθύ, ἀόριστόν τι,
 Ἡδύτητα ἀνέκφραστον ἐντός ἐμοῦ ἐνσπεῖρον,
 Κι' εἰς ῥεμβασμούς τό πνεῦμά μου και σκέψεις ἐπισύρον.
 Εἶνε ὡραία ἡ στιγμή αὐτή τοῦ πνεύματός μου
 Τό σύμπαν νέον ἔκλαμπρον παρίσταται ἐμπρός μου·
 ὡς νά μετέχω φύσεως ἀλλοίας, οὐρανίας,
 εἰς ξένον κόσμον φέρομαι μεστός εὐδαιμονίας.
 Ἠρέμα τότε και δειλώς λαμβάνουσα γραφίδα,
 ὑπήκουσα εἰς μακρυνήν, ἀόριστον ἐλπίδα,
 Γραμμάς ἐμμέτρους συνεχῶς ἡ χείρ μου ἐγχαράττει,
 ἐνῷ μ' ἐμπνέει ἄνθος τι ἤ ὕπαρξις φιλτάτη.
 Δέν ἔχουν αἱ γραμμαί αὐταί λαμπρότητας, πῦρ, κάλλη·
 εἶν' ἀσθενῆ δοκίμια, θερμή μόνον αἰθάλη.
 Δέν εἶνε αὖται ἰσχυραί και πλούσιαι ποιήσεις,
 ἀλλ' ὅμως τῆς καρδίας μου εἰσίν αἱ συγκινήσεις.   ....

[10 Οκτωβρίου 1877 - η 1η από τις 5 χειρόγραφες σελίδες του ποιήματος,
που φυλάσσεται στο Μουσείο του Δρομοκαϊτείου]


(3) Τῇ καλῇ Ἰσαβέλλᾳ
 διά τήν πρώτην τοῦ ἔτους

 Νεράϊδα ἤθελα νἄμουνα, νά κατεβῶ σιμά σου
 Τή νύχτα αὐτή, σάν ὄνειρο γλυκό, νά σέ κοιμίσω,
 Νά σκύψω σα μητέρρα σου, ν' ἀνοίξω τήν καρδιά σου,
 Νά ἰδῶ τί θέλει, τί διψᾶ, αὐτό να τῆς χαρίσω.

 Ἡ Εὐτυχία νἄμουνα γι' αὐτή τή νύχτα μόνο
 Νά 'ρχόμουν, με χαρίσματα χρυσᾶ να σέ ῥαντίσω,
 Τό γέλοιο μου το ἀθάνατο 'ς τό στόμα σου ν' ἀφήσω,
 Κι' ὁλόδροση νά σηκωθῇς, σαν τον καινούργιο χρόνο

 Μά τώρα ἐγώ φτωχή καρδιά, μέ τί νά στεφανώσω
 Ποιό νά ταιριάσω χάρισμα 'ς τά εὔοσμά σου νιάτα;
 Ἄχ! μόνο μιά φτωχή εὐχή, δέν ἔχω ἄλλο νά δώσω:
 Πάντα νά βλέπῃς ἄνοιξι 'ς τοῦ βίου σου τή στράτα!

 31 Δεκεμβρίου 1877                               Κ. Μ. Π.










Κλικ για μεγάλο μέγεθος εικόνας


fb – [2fA]







Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου