Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

"Εν παντί καιρώ και τόπω.. "





Αρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη
-  από την "Παραβολή του Ασώτου Υιού"


Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει, ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ' αυτήν την ορολογία.
Ζει σ' αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι' αυτό λέει: «Πάτερ, δός μοι...»

Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρει, ότι η ουσία του Πατρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού.
Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό πού λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι' αυτό ζητά από τον πατέρα του να του δώσει «το επιβάλλον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει.
Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του, είναι η αμαρτία του.
Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό.
«Όρος σύντομος του κακού, ότι ου κατά φύσιν, αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Άγιος Μάξιμος, Ρ.Ο. 4, 301Α).

Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδιαφέρεται για τον εαυτό του.
Ενδιαφέρεται να σώσει τον άλλο, το παιδί του.  …
Θα τον συντροφεύει πάντοτε με την αγάπη του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι' αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει.
Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαίνοντας στον σταυρό της αναμονής.

Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κράτηση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώσει την δυνατότητα, να του δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθει προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής.
Η προσωπική κίνηση προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού.
Η φράση «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ»), δεν θέλει άραγε να μας πει κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;

Να δώσεις την δυνατότητα στον άλλο να γυρίσει στο σπίτι εν ελευθερία.
Να το βρει. Να το νοιώσει, να γίνει δικό του.
Να μην μπορεί να φύγει, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτηση και σχέση υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο. ….

Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο, που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται.
Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, που σώζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.
[Σάτα ήταν μέτρο στερεών, που ισοδυναμεί με σχεδόν 13 λίτρα.]

Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλοδαπή, όπου τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνονται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».  ….

Υπάρχει μια έκπτωση, εξαθλίωση, τελική απώλεια του ανθρώπου.
Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθείς «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκεις χοίρους, να ποιμαίνεις πάθη.
Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρνείται τη φύση, την ευγένεια σου.
Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων.
Αλλά και όταν σου την δίδει, είναι σαν να μη σου δίδει τίποτε.
Μένεις νηστικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων.
Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή…..

Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέθανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει που δεν χάνεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγάπη Του.
Αυτός είναι «δυνατός εν ελεεί και αγαθός εν ισχύϊ» (α' ευχή του Εσπερινού).
Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα πού είσαι πατέρας επουράνιος.
Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που γεμίζει ουρανό και γη.
Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτίας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις. ..

Αν δεν μου είχες φερθεί όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέλειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες, ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω.
Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγκό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις συνειδητοποιώ.

Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν… 
Κάνε με δούλο σου.
Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.

Πριν φτάσει στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέχει.
Χωρίς να του πει τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλο του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.

Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντησι: Ο πατέρας άκουσε την εξομολόγηση, την ξέρει πριν του την πει. Βλέπει τον γιο του πριν να γυρίσει.
Ήταν μαζί του, χωρίς να τον βλέπει ο γιος.
Αυτός που αγαπά με την τέλεια αγάπη «απών ως παρών συναναστρέφεται, μη ορώμενος υπό τινος» (Αββάς Ισαάκ, λόγος κδ').

Ο γιος όμως αρχίζει την εξομολόγηση· λέγεται μόνη της, βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθεί.
Είναι μια ανάσα που πρέπει να βγει από τα σπλάχνα του, για να ελευθερωθεί.
Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, άλλα δεν την τελειώνει.

Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης που τον παρασύρει, τον διαλύει· και δεν μπορεί να κάνει σ' Αυτήν υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημα του και σιωπά.

Τον λόγο παίρνει ο πατέρας, που με τον ίδιο τρόπο μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή: 
Δεν λέει τίποτε στο παιδί του για τον εαυτό του· ούτε αν πόνεσε, ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε· ούτε πόσο χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα πού γύρισε.
Αυτά δεν λέγονται· διαγράφονται όλα ως περιττά.
Δεν μπορεί να μιλήσει σ' αυτόν τον γιο που είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης. Πώς να αρθρώσει τα άρρητα ή πώς να μειώσει την ενάργεια όσων λέγονται εν σιγή;

Η μυσταγωγία της σχέσεως τους, ιερουργείται σε χώρο βαθιάς σιωπής.
Πυράκτωμα αγάπης που παραλύει τη γλώσσα.

Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήσει για το θέμα του γιου του.
Το «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη», που ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και τη χαρά που έζησαν και που ζουν οι δυο τους, πατέρας και γιος. …

Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο.
Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μόσχος ο σιτευτός.
Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες, ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η θεία Λειτουργία, η σύναξη και η ζωή της Εκκλησίας.

Ο Θεός καταδικάζει με το πλήθος της αγάπης Του.
Και νοιώθεις ανάξιος γι' Αυτήν.
Αποτραβιέσαι στη θέση του δούλου, που σου ταιριάζει, σου υπεραρκεί, σε αναπαύει. 
Δεν αναπαύει όμως τον Θεό, που τόσο αγαπά, που τόσο συγχωρεί, που σε συνθλίβει, σε λιώνει με την αγάπη Του την άμετρη.
Και κλαις από χαρά για το θαύμα τούτο.
Και το κλάμα φανερώνει την πλησμονή της αγαλλιάσεως.
….   ....


antifono – [2fA]

                                                            





Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου