Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

"Η ιστορία του Αρταβάν "




Ο τέταρτος Μάγος


Λέγεται, πως εκτός από τους τρεις γνωστούς Μάγους, υπήρχε και ένας τέταρτος
από τα Εκβάτανα της Περσίας.
Ο Αρταβάν, όπως ήταν το όνομα του, όταν διάβασε τα σημάδια που προμήνυαν την γέννηση του νέου Βασιλιά, πούλησε όλα τα υπάρχοντα του και με τα χρήματα που πήρε αγόρασε τρία υπέροχα διαμάντια.
Όταν ανέτειλε το λαμπρό αστέρι που σηματοδοτούσε τη γέννηση του Θεανθρώπου, ο Αρταβάν ξεκίνησε για την Βορσίππα.
Εκεί θα συναντούσε τους άλλους τρείς Μάγους, και όλοι μαζί θ’ ακολουθούσαν το αστέρι που θα τους καθοδηγούσε.
Διασχίζοντας όμως την έρημο, συνάντησε ένα άρρωστο και ταλαιπωρημένο Εβραίο. 
Ο σοφός και φιλάνθρωπος Αρταβάν, διέκοψε το ταξίδι του για να θεραπεύσει τον άρρωστο και οι τρεις φίλοι του Μάγοι, μη γνωρίζοντας τι είχε συμβεί, αναχώρησαν χωρίς αυτόν.

Φτάνοντας ο Αρταβάν στη Βορσίππα, διαπίστωσε ότι οι φίλοι του είχαν ήδη αναχωρήσει και ξεκίνησε το επίπονο και κοπιαστικό ταξίδι μόνος του.
Έφτασε στη Βηθλεέμ, όταν είχε ξεκινήσει η σφαγή των νηπίων από τον στρατό του βασιλιά Ηρώδη και έδωσε το πρώτο διαμάντι για να σώσει ένα νήπιο από τη σφαγή.
Το νήπιο αυτό σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ο εξάδελφος του Χριστού, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.
Αν και γνώριζε ότι η Αγία Οικογένεια ήταν ήδη καθ’ οδόν για την Αίγυπτο, αποφασισμένος να προσκυνήσει το Θείο Βρέφος, τους ακολούθησε.
Τριαντατρία χρόνια αναζητούσε ο Αρταβάν τον Ιησού, βοηθώντας φτωχούς, αρρώστους και δυστυχισμένους.
Τότε ήταν που πούλησε το δεύτερο διαμάντι, για να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες τους.

Υπέργηρος πλέον μεταβαίνει στην Ιερουσαλήμ, ακολουθώντας τις φήμες για τον Μέγα Διδάσκαλο, τον Υιό του Θεού.
Φτάνοντας μαθαίνει ότι αυτός που αναζητά, σταυρώνεται εκείνη την ώρα.
Βαδίζει με τρεμάμενα πόδια προς τον λόφο του Γολγοθά και συναντά μια ομάδα ανθρώπων, που τραβούσαν μια ταλαιπωρημένη νεανίδα και την πήγαιναν για πούλημα.

Αν και γνώριζε πως η καθυστέρηση αυτή, μπορεί να ήταν μοιραία και να μην του επέτρεπε να συναντήσει ζωντανό Αυτόν που αναζητά, ο φιλάνθρωπος Αρταβάν, απελευθερώνει τη δυστυχισμένη νεανίδα δίνοντας της το τρίτο και τελευταίο διαμάντι του:
«Να κόρη μου, τα λύτρα σου. Είναι ο τελευταίος θησαυρός μου, που τον φύλαγα για τον Βασιλιά».
Εκείνη την ώρα μέγας σεισμός έγινε… (ο δε Ιησούς πάλιν κράξας μετά φωνής μεγάλης, αφήκε το πνεύμα. Και ιδού, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω, και η γη εσείσθη και αι πέτραι εσχίσθησαν…) κι ένα κεραμίδι από την οροφή του Πραιτωρίου πέφτει πάνω στον Αρταβάν.

Ο γέροντας λιποθυμά και η νεάνις σκύβει και τον παίρνει στην αγκαλιά της.
Μια μελωδία ακούγεται, σαν να μιλούσε η ίδια η φύση, αλλά με λέξεις που η νεάνιδα δεν μπορούσε να καταλάβει, αν και η καρδιά της γέμιζε με αγαλλίαση.
Τότε τα χείλη του γέροντα κινούνται και η νεανίς τον ακούει να λέγει: 
«Όχι έτσι Κύριε. Διατί πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν ή διψώντα και εποτίσαμεν; 
Πότε δε σε είδομεν ξένον και εφιλοξενήσαμεν ή γυμνόν και ενεδύσαμεν;
Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε;
Τρίαντα και τρία έτη σ’ αναζητώ Κύριε, αλλά δεν είδα ποτέ το πρόσωπο σου, ούτε αξιώθηκα να σε υπηρετήσω, Βασιλέα μου»

Και η μελωδία ακούστηκε ξανά, ένας ψίθυρος που ερχόταν από μακριά, αλλά τώρα η νεαρή μπόρεσε να καταλάβει τις λέξεις: «Αληθώς σας λέγω, καθ’ όσον εκάμετε εις έναν τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εις εμέ εκάμετε».
Το πρόσωπο του γέροντα Αρταβάν έλαμψε και άφατη χαρά ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του. Τα δώρα του είχαν γίνει αποδεκτά και θα συναντούσε πλέον Αυτόν, που επί τόσα χρόνια αναζητούσε… Και ξεψύχησε.

Ή δεν έπεσε πάνω του το κεραμίδι από το Πραιτώριο, λέγει μια άλλη εκδοχή.
Και έφυγε απογοητευμένος από την Ιερουσαλήμ. Ίσως να μην μπορούσε να δεχτεί αυτό που συνέβαινε, να σταυρώνουν οι άνθρωποι τον σωτήρα Βασιλιά τους. 
Ίσως κιόλας δεν το πίστευε. Και συνέχισε το ταξίδι του.
Μα όλο και κάποιος δυστυχισμένος μπλεκόταν στα βήματά του. Κι η δυστυχία περίσσευε χρόνο με τον χρόνο. Κι έβλεπε ανθρώπους να σκοτώνουν ανθρώπους στ’ όνομα του Θεού και της πίστης. Κι έβλεπε πολέμους να μαίνονται στ’ όνομα της ειρήνης. Κι είδε συγκρούσεις για λίγα μέτρα γης να ποτίζουν κάμπους ολόκληρους μ’ ανθρώπινο αίμα. Κι άκουσε θρήνους μανάδων που ’χασαν άντρες και παιδιά, και κλάματα παιδιών που ’χασαν τους γονείς τους. Κι απορούσε πώς τόση σοφία που είχαν μαζέψει οι άνθρωποι δεν τους έμαθε τίποτε για την αξία της ζωής και τη δύναμη της αγάπης. Κι αυτό δεν το χωρούσε ο νους του.

Κι ο μάγος κρύωσε. Και πείνασε. Και στήθηκε σε ουρές μαζί με πεινασμένους, κοιμήθηκε σε πεζοδρόμια μαζί με αστέγους, μπήκε σε βάρκες μαζί με πρόσφυγες. 
Κι ακόμη, λένε, ψάχνει τον Θεό. Κι όσο Τον ψάχνει, τόσο βρίσκει τον άνθρωπο μπροστά, γύρω και μέσα του.

Αν κάποιος λοιπόν σας ρωτήσει, ποιός ήταν ο Αρταβάν, πείτε του ότι ήταν εκείνος που δεν έφτασε στην Φάτνη να συναντήσει τον Βασιλιά των Βασιλέων, γιατί ο δρόμος του για τον Θεό, πέρασε μέσα από τους ανθρώπους…



aegeanews – [2φΑ]






Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου