Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

"Και μια λουρίδα θάλασσα.. "





ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ "ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ"
-  Κρητικοί


Ποτέ δεν άκουσα από γραμματισμένο λόγια τόσο βαθιά όσο από χωριάτες κι από γέρους που τέλεψαν πια το πάλεμα, καταστάλαξαν μέσα τους τα πάθη και τώρα στέκουν ομπρός από το κατώφλι του θανάτου και ρίχνουν οπίσω τους τη στερνή γαληνεμένη τους ματιά, με τρυφεράδα.

Σ’ ένα βουνό ένα μεσημέρι συνάντησα ένα γέρο, στεγνό, λιγνό, με κάτασπρα μαλλιά, με μπαλωμένη βράκα, με τρυπημένα τα στιβάνια κι είχε περασμένη, καθώς το συνηθούν οι Κρητικοί τσομπάνηδες, τη βέργα του ανάμεσα στους ώμους. 
Ανηφόριζε αργά, πέτρα την πέτρα, και κάθε τόσο στεκόταν και κοίταζε ώρα πολύ τα βουνά γύρα, και κάτω χαμηλά τον κάμπο, και ίσα πέρα, ανάμεσα από μια χαράδρα, μια λουρίδα θάλασσα.

- Ώρα καλή παππού! Του φώναξα από μακριά. 
Τι γυρεύεις εδώ ολομόναχος;
- Αποχαιρετώ παιδί μου, αποχαιρετώ...
- Ποιόν αποχαιρετάς στην ερημιά; Δε βλέπω κανένα.

Ο γέρος θύμωσε, τίναξε το κεφάλι:
- Ποιάν ερημιά; Και δε θωράς τα βουνά, δε θωράς τη θάλασσα; 
Γιατί μας έδωκε ο Θεός τα μάτια; Δεν ακούς τα πουλιά από πάνω σου; 
Γιατί μας έδωκε ο Θεός τ’ αυτιά; Ερημιά το λες αυτό;

Αυτοί ’ναι εμένα οι φίλοι μου. 
Τους μιλώ και μου μιλούνε, ρίχνω φωνή και μου αποκρίνουνται. 
Δύο γενεές γύριζα με τη συντροφιά τους, βοσκός, και ήρθε η ώρα να χωρίσουμε... 
Βράδιασε πια...

Θάρρεψα πως είχαν θαμπώσει τα μάτια του από τα γεράματα:
- Μα ακόμα είναι μεσημέρι παππού, δε βράδιασε.
Κούνησε το κεφάλι του:
- Κατέχω εγώ τι λέω. Βράδιασε, σου λέω βράδιασε... Έχε γεια!

- Εσύ θα βάλεις και το χάρο κάτω, παππού, έκαμα για να τον γκαρδιώσω. Γέλασε.
- Μωρέ τον έβαλα κιόλα κάτω κι έγνοια σου, αποκρίθηκε, τον έβαλα κάτω, τον άτιμο, γιατί δεν τον φοβούμαι. 
Έχε γεια, να τον βάλεις κι εσύ κάτω, παλικάρι μου, να’ χεις την ευχή μου.

Δε μου ’κανε καρδιά να τον αφήσω να φύγει.



[2fA]


                                                             





Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου